Θανάσης Καράβατος
Καθηγητής Ψυχιατρικής του ΑΠΘ
σύναψις 02 [2005]
Οι άνοιες ανήκουν στα μεγάλα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει σήμερα τόσο ο αναπτυγμένος, όσο και ο αναπτυσσόμενος κόσμος που σήμερα αφήνει στο περιθώριό του τον λεγόμενο 4° κόσμο. Το πρόβλημα ήταν ήδη ορατό από παλιά. Ως «επιδημία που πλησιάζει» χαρακτηριζόταν πριν από 25 χρόνια.1 Σήμερα είναι όντως οχληρό, αν και όχι ως «σύγχρονη πανούκλα», όπως με υπερβολή χαρακτηριζόταν πριν από 10 σχεδόν χρόνια.2 Το πρόβλημα είναι βέβαια υπαρκτό. Δημοσιεύματα του 2005 δείχνουν ότι ο επιπολασμός της άνοιας στα άνω των 65 ετών άτομα κυμαίνεται μεταξύ 5,9% και 9,4%,3 ενώ η επίπτωσή της στις ίδιες ηλικίες βρίσκεται στο επίπεδο του 25,3/1000 άτομα/έτος.4 Δεν πρόκειται, βέβαια, για αναπότρεπτη μοίρα του ανθρώπου, πλην όμως αναγνωρίζεται, εδώ και αρκετά χρόνια, ότι ο επιπο- λασμός αυξάνει σημαντικά με την ηλικία: αρχίζοντας από το 1% στις ηλικίες 60-64, περνά στο 4,11% στις ηλικίες 70-74, στο 13% στις ηλικίες 80-84, στο 20% στην ηλικίες 85-89 για να φτάσει το 32,2% στις ηλικίες 90-94.5 Άλλοι καταμετρούν 45% στα 95 έτη.6
Έτσι κι αλλιώς, οι πάσχοντες από άνοια υπολογίζονται σήμερα (2005) σε 24,3 εκατομμύρια ανθρώπους, με 4-6 εκατομμύρια νέα κρούσματα κάθε χρόνο. Προβλέπεται ότι ο αριθμός των πασχόντων θα διπλασιάζεται κάθε 20 χρόνια, ώστε το 2040 οι πάσχοντες θα ανέλθουν στα 81,1 εκατομμύρια. Το 2001, το 60% αυτών βρισκόταν στις αναπτυσσόμενες χώρες και υπολογίζεται να φτάσουν το 71% στα 2040. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, η ραγδαία αύξηση (300%, μεταξύ 2001 και 2040) που αναμένεται σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα.7 Η κατάσταση δεν αλλάζει αισθητά αν δεχτούμε ότι η εκθετική αύξηση της επίπτωσης δεν ξεπερνά τα 90 έτη8 ή από τη διαπίστωση ότι υπάρχει ένα ποσοστό 25% «μη ανοϊκών» ΙΟΟντάχρονων,9 ένα ιδιαίτερα θελκτικό για την επιστημονική έρευνα ανθρώπινο μοντέλο αντίστασης στην άνοια.10
Το υπαρκτό πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ιατρικό. Απασχολεί έντονα ποικίλους χώρους, από τον χώρο της υγείας και της βασικής νευροεπιστημονι- κής έρευνας, μέχρις αυτόν της κοινωνίας και της οικονομίας. Εστιάζεται, όμως, κατά κύριο λόγο στον μεγάλο αριθμό περιστατικών που «αναμένεται» να επιβαρύνουν τα συστήματα υγείας, σε εποχή μάλιστα αύξησης του προσδόκιμου μέσου όρου ζωής.11 Για παράδειγμα: οι υπηρεσίες του ΟΗΕ υπολόγισαν ότι τα 70 εκατομμύρια που ήταν το 1998 οι άνω των 80 ετών, θα γίνουν 370 εκατομμύρια το 2050, κάτι παραπάνω από πενταπλάσιοι.12
Ταυτόχρονα, όμως, προτείνεται13 η «απόσυρση» του όρου άνοια, ενός όρου που, για το πλατύ κοινό, αλλά και το ευρύτερο ιατρικό σώμα, δεν έπαψε ποτέ να παραπέμπει στη χρονιότητα και το μη αναστρέψιμο, παρά το γεγονός ότι οι ειδικοί εντάσσουν στις άνοιες και «αντιστρεπτές» ανοϊκές καταστάσεις (οφειλόμενες, κυρίως, σε φάρμακα, αλκοόλ, κατάθλιψη, μεταβολικά νοσήματα,, υδροκέφαλο χαμηλής τάσης), όσο κι αν, τελευταίως, η συχνότητά τους κρίνεται αρκετά χαμηλότερη (κάτω του 10%) από άλλοτε.14 Αντί, λοιπόν, του «μοιραίου» όρου, προτείνεται είτε να κατονομάζονται όσες διακριτές νοσολογικές οντότητες μπορούν σήμερα να διαγνωστούν σχετικά ευκολότερα (π.χ. οι νόσοι Alzheimer, Huntington, Creutzfeld-Jacob, κ,λπ.), είτε να χρησιμοποιηθεί ο όρος γνωστική διαταραχή για να αποδοθεί το κλιμακούμενο συνεχές της έκπτωσης -όπου θα προστίθεται ο προσδιορισμός του αιτίου, πχ αγγειακή, HIV-σχετι- ζόμενη, μετατραυματική, κ,λπ.- αλλά και η έκπτωση από την πιθανή συνύπαρξη κάποιων από αυτές τις καταστάσεις. Στην πρόταση αυτή φαίνεται να οδηγεί η διαπίστωση ότι η κατά ποικίλους τρόπους «πρωτοκαθεδρία» της νόσου Alzheimer την κατέστησε «πρότυπο» της άνοιας, με αποτέλεσμα να υπερτονίζεται στον ορισμό της η διαταραχή της μνήμης, κάτι που δρα περιοριστικά σε άλλες άνοιες (αγγειακή, μετωποκροταφική). Όσο κι αν οι αιτιάσεις των ηλικιωμένων για αδυναμία της μνημονικής τους ικανότητας δεν είναι πάντα αθώες, αλλά πιθανά πρώιμα σημεία μιας άνοιας,15 πρέπει να παρατηρήσουμε ταυτόχρονα ότι στον χώρο της άνοιας τύπου Alzheimer απομακρυνόμαστε σήμερα από το κλασικό στερεότυπο να συνδέεται η πρώιμη διάγνωσή της με προβλήματα μνήμης, καθώς διαπιστώνονται προκλινικές εκπτώσεις σε μη-μνημονικές γνωστικές λειτουργίες.16 Στη προαναφερθείσα αναθεωρητική στάση, πρόσθετο ρόλο έπαιξαν και οι σχετικές με την άνοια γενικότερες αδυναμίες των ταξινομικών συστημάτων. Για παράδειγμα: σε έρευνα του Canadian Study of Health and Aging, n εφαρμογή του ICD-10 έδωσε 3,1% τη διάγνωση της άνοιας και 29,1% η εφαρμογή του DSM-III στον ίδιο πληθυσμό17 σε μια άλλη, που διερευνούσε την αξιοπιστία και την εγκυ- ρότητα της διάγνωσης της αγγειακής άνοιας, αναφέρεται ότι η συμφωνία μεταξύ των διαφόρων ζευγών κριτηρίων κυμαινόταν μεταξύ 18% και 48%, μεγάλο δε μέρος αυτής της διακύμανσης οφειλόταν στις διαφορές των κριτηρίων με τα οποία ορίζονταν η άνοια, ακόμα κι όταν αυτά χρησιμοποιούνταν από την ίδια ομάδα ερευνητών.18
Ο πρόσφατα εκλιπών Georges Lanteri-Laura καλούσε κι αυτός, με τη σειρά του, να εστιάσουμε την προσοχή μας στις ασάφειες του όρου άνοια (ανατομοκλινικό / ανατομοπαθο- λογικό σύνδρομο ή συγκεκριμένη νόσος, άνοια ή άνοιες, γνωστικές διαταραχές ή και του συναισθήματος και της συμπεριφοράς), αλλά και στα προβλήματα που τίθενται από την ύπαρξη: α) μιας ομάδας ατόμων που παρουσιάζουν την αναμενόμενη φυσιολογική γνωστική κάμψη συναρτήσει του γήρατος, β) μιας άλλης ομάδας με σαφή γνωστική έκπτωση κι ανάμεσά τους, της ομάδας με Ήπια Γνωστική Εξασθένιση (Mild Cognitive Impairment) που, δυνητικώς και όχι μοιραίως, μπορεί να καταλήξει σε άνοια.19 Στο πλαίσιο αυτό, και πέραν της συνδεόμενης με την Ηλικία Μνημονικής Εξασθένισης (Age-Associated Memory Impairment), να προσθέσω τις Υποκειμενικές Μνημονικές Αιτιάσεις (Subjective Memory Complaints), όπου αναγνωρίζονται ήδη συναισθηματικές και αγχώδεις διαταραχές ή εγκεφαλική αγγειακή παθολογία, και να συμπληρώσω με τον δάνειο -από το τελευταίο editorial του American Journal of Geriatric Psychiatry- χαρακτηρισμό «alphabet soup» για την πληθώρα των ακρωνυμίων της Ήπιας Γνωστικής Εξασθένισης (MCI) : ΑΑΜΙ, AACD, SMC, CIND, αμνησικό MCI, αμνησικό MCI χωρίς μνημονικές αιτιάσεις και άλλα ακόμη -ένας, κατά τη γνώμη μου, ταξινομικός καταναγκασμός. Ο αρθρογράφος L.S. Shnei- der (εκδότης του Cohrane Dementia and Cognitive Improvement το τονίζει άλλωστε εξ αρχής: αυτή η νοσογραφική κατηγορία χαρακτηρίζεται από «ετερογένεια, αβεβαιότητα, αμφισημία και κακή εννοιολογική συγκρότηση». Εξ ου και η ανάγκη «συνεχούς μελέτης και όχι πρόωρων κατηγοριοποιήσεων που μπορεί να εμποδίζουν άθελα την έρευνα και τις ερμηνείες».20 Στο πλαίσιο αυτό τίθεται το ερώτημα για τη χρησιμότητα ή μη της κατηγορίας των MCI, στο οποίο κάποιοι, απαντούν θετικά, προβάλλοντας και τη σημαντική αύξηση των σχετικών δημοσιεύσεων μετά το 2000,21–22 ενώ άλλοι την τοποθετούν στο «μισοσκόταδο» των προ-ανοϊκών συνδρόμων, θεωρώντας την υπαίτια της όξυνσης των ανεπαρκειών που έχουν, όπως είδαμε, παρατηρηθεί στα εν χρήσει ταξινομικά-διαγνωστικά εργαλεία.23
Δεν (πρέπει να) αγνοείται, επίσης, και το ερώτημα εάν η «βλάβη» αφορά μόνο στα εγκεφαλικά δίκτυα ή/και στο «πρόσωπο» του πάσχοντος υποκειμένου, ενός προσώπου που δεν περιορίζεται απλώς στην αναφορά της ψυχολογικής του διάστασης αλλά στην κατανόησή της εντός του πλαισίου στο οποίο αυτή εμπεδώνεται και εκφράζεται, δηλαδή στο σώμα και την ιστορία του: στην πρώτη περίπτωση το πρόσωπο είτε δεν υπάρχει είτε δεν είναι το ίδιο, στη δεύτερη, κάτι από αυτό μπορεί να παραμένει, ακόμα και σε μια σοβαρή άνοια.24 Η θέση αυτή έχει πρακτικές, νοσηλευτικές συνέπειες, ανάλογες με αυτές που προκύπτουν και από άλλες αφετηρίες.
Πέραν όλων αυτών παραμένει ακόμα ανοικτή και η συζήτηση για το εάν και κατά πόσο η άνοια αποτελεί διαδικασία γήρανσης ή νόσο ή, πάλι, μήπως η άνοια και το γήρας αποτελούν μορφές ενός συνεχούς ή, ακόμα, και μια κοινωνικο-πολιτισμική κατασκευή.25‘26,27
Βιβλιογραφία
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.