Παναγιώτης Πεφάνης
Φυσικός, διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Επιστήμης του
ΕΜΠ Διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Παν/μιο της Πάτρας
σύναψις 02 [2005]
1. Η θέση του Canguilhem στη Φιλοσοφία και την Ιστορία των Επιστημών
Ο Georges Canguilhem, ένας κατά τεκμήριο ιστορικός των επιστημών της ζωής, αλλά εν πολλοίς και φιλόσοφος των επιστημών, έρχεται να αναδείξει με το έργο του τα στοιχεία της σύζευξης των δύο αυτών ιδιοτήτων του που σηματοδοτούν και το περιεχόμενο του όρου επιστημολογία, όπως αυτός γίνεται κατανοητός στο πλαίσιο της προσέγγισης που τον καθιερώνει στη Γαλλία από τη δεκαετία του 1930 κα μετά.1 Τρία στοιχεία δίνουν, κατά τη γνώμη μου, το στίγμα της θέσης του Canguilhem στη σύγχρονη φιλοσοφία των επιστημών:

Α. Το αφετηριακό ερώτημα. Ο Foucault, δια- κρίνοντας τους φιλοσόφους της περιόδου αυτής με βάση τη γραμμή που «χωρίζει μια φιλοσοφία της εμπειρίας, της αίσθησης και του υποκειμένου, από μια φιλοσοφία της γνώσης, του ορθού λόγου και της έννοιας»,2 τοποθετεί τον Canguilhem στο δεύτερο ρεύμα. Διατηρώντας μια κατ’ αίσθηση επιφύλαξη σε σχέση με τους κάθετους διαχωρισμούς των φιλοσοφικών τάσεων, τείνω να συμφωνήσω στην ένταξη αυτή, τουλάχιστο σε ό,τι αφορά το αφετηριακό ερώτημα που διαπερνά όλα τα διλήμματα τα οποία επιχειρεί να ξεδιαλύνει ο Canguilhem στο σύνολο του έργου του. Αυτό δεν είναι άλλο, φυσικά, από το θεμελιακό ερώτημα του διαφωτισμού για το περιεχόμενο της έννοιας της γικότητας ως επιστημολογικής κατηγορίας.
Β. Το εννοιολογικό εργαλείο. Το κοινό αναλυτικό υπόβαθρο που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος για το σύνολο της προσπάθειάς του είναι η έννοια του σ ου εμφανίζεται σε διάφορες παραλλαγές οι οποίες -όπως θα προσπαθήσω να στοιχειοθετήσω- έχουν κοινή θεωρητική αναφορά στην απάντηση του Canguilhem στο προαναφερόμενο ερώτημα. Η έννοια λοιπόν του σφάλματος, με τη θεωρητική της υπόσταση, τον διακρίνει μέσα στην (κατά Foucault) ορθολογική «τροπι- κότητα» της επιστημολογίας, ως τον «ιστορικό [ορθότερα, τον επιστημολόγο] των ορθο- λογικοτήτων, [ο οποίος], όντας ο ίδιος ορθο- λογιστής, είναι ένας φιλόσοφος του σφάλματος (…) [καθώς] δεν διατυπώνει τα φιλοσοφικά ζητήματα, [ιδιαίτερα μάλιστα] το ζήτημα της αλήθειας και της ζωής, παρά ξεκινώντας από το σφάλμα».3
Γ. Η συνισταμένη των απαντήσεων. Ως κοινή συνισταμένη των διαφόρων σημασιών με τις οποίες νοηματοδοτείται η έννοια του σφάλματος αναδύεται η θέση πως κινητήριος μοχλός του γίγνεσθαι είναι η πόλωση ανάμεσα σε στάσεις, συμπεριφορές και επιστημολογικές προσεγγίσεις, μια πόλωση που εμφανίζεται, όπως θα δούμε, με ποικίλες μορφές, στις διάφορες όψεις της εξέλιξης μιας πρακτικής και λειτουργεί ανάλογα με τη συγκυρία, άλλοτε προωθητικά, άλλοτε ανα- σχετικά σε σχέση με τους ιδιαίτερους στόχους της πρακτικής αυτής.
Με όσα ακολουθούν θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω το ρόλο του σφάλματος στην ερευνητική μεθοδολογία και τα συμπεράσματα που διατυπώνονται στα δύο επίπεδα του έργου του Canguilhem: α) το γενικό επι- στημολογικό-γνωσιοθεωρητικό και β) την ειδική επιστημολογία των επιστημών της ζωής. Ως παραδειγματική εφαρμογή του ρόλου αυτού, θα πάρω τη σχέση μεταξύ υγείας-φυσιολογικού-κανονικού, και αρρώ- στιας-παθολογικού-μη-κανονικού, όπως αυτή απεικονίζεται στη νοσολογία και την προ- κύπτουσα παθο-φυσιολογία. θα προσπαθήσω δηλαδή να ανιχνεύσω τα όρια ισχύος της θέσης του Foucault που προανάφερα και να στηρίξω με επιχειρήματα την άποψη πως η έννοια του σφάλματος είναι το εργαλείο για να καταδειχθεί ο ρόλος της πόλωσης ως κοινή αναφορά όλων των παραλλαγών της έννοιας του σφάλματος, η κοινή απαντητική κατεύθυνση στο θεμελιακό ερώτημα-κίνητρο για το σύνολο του έργου του, το ερώτημα δηλαδή της υπόστασης της τας.
2. Το σφάλμα στο γενικό γνωσιοθεωρητικό επίπεδο
Σύμφωνα με την αντίληψη του Canguilhem, το σφάλμα αποτελεί για τον επιστήμονα, τον ιστορικό της επιστήμης, τον επιστημολόγο, ένα ουσιαστικό στοιχείο της πρακτικής τους με διττό, μάλιστα, χαρακτήρα: αΙ ως αντικείμενο και β) ως στοιχείο του υποκειμένου. αΙ Ως γνωστόν, ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής πρακτικής του επιστήμονα είναι να μελετά, να διορθώνει κατά το δυνατόν, αλλά κυρίως να εξάγει γόνιμα συμπεράσματα από τα σφάλματα των προηγουμένων. Αυτή η διαδικασία αποτελεί εγγενές στοιχείο του γίγνεσθαι σε κάθε επιστήμη, στο μέτρο που «η αλήθεια, ή το -αληθές-λέγειν της
επιστήμης δεν συνίσταται στην πιστή αναπαραγωγή κάποιας αλήθειας εγγεγραμμένης από πάντα στα πράγματα ή στο νου. Το αληθινό είναι το λεχθέν του επιστημονικού λέγειν. Σε τι θα το αναγνωρίσουμε; Στο ότι δεν είναι το πρωταρχικά λεχθέν. Μια επιστήμη είναι ένας λόγος ρυθμιζόμενος από την κριτική του επανόρθωση».4
Σε ό,τι αφορά το ρόλο που διαδραματίζει ο ιστορικός της επιστήμης ως επιστημολό- γος, αυτός γίνεται σαφέστερος στη συνέχεια του ίδιου συλλογισμού: «Αν ο λόγος αυτός έχει μια ιστορία -την πορεία της οποίας ο ιστορικός πιστεύει ότι μπορεί να ανα- σκευάσει- είναι γιατί πρόκειται για ιστορία το νόημα της οποίας οφείλει να επαναδραστη- ριοποιήσει ο επιστημολόγος».5
Ο ιστορικός των επιστημών καλείται, λοιπόν, να εντάξει τα σφάλματα στο ιστορικό τους πλαίσιο και να υπερβεί κατά το δυνατό την, ως ένα βαθμό εγγενή, αδυναμία του επιστήμονα να ξεπεράσει το πλαίσιο της συγκυρίας. Εδώ βρίσκεται, κυρίως, η επιστημολογική συνιστώσα του έργου του. Ταυτόχρονα, το έργο αυτό επιτρέπει να δούμε καλύτερα την πόλωση ανάμεσα σε δύο στάσεις: i) στη διαδικασία κριτικής αποτίμησης των προηγουμένων ενός επιστημονικού παρόντος, έναν επιστημολόγο με ιστορικά θεμελιωμένη συνείδηση της ιστορικότητας των επιστημονικών αληθειών της εποχής του, και ii) στη συστηματική εφαρμογή ενός «σταθερού» παραδείγματος, από έναν επιστήμονα, ο οποίος, με αυτό ως παραγωγικό αλλά και αξιολογικό θεμέλιο, κρίνει, επικρίνει και αφο- ρίζει επιλεκτικά το παρελθόν ή, ακόμη χειρότερο, αστυνομεύει ασφυκτικά τις θεωρίες του παρόντος.
β) Μελετώντας το σφάλμα ως στοιχείο του υποκειμένου-επιστήμονα, διαφαίνεται πως τα πράγματα δεν είναι ίσως τόσο απλά όσο περιγράφονται παραπάνω. Το σφάλμα εμπεριέχεται στην κρίση του επιστήμονα, στο βαθμό που η καθημερινή πρακτική της ενεργούς επιστήμης το περικλείει σε κάθε φάση της ερευνητικής, αποδεικτικής, πειραματικής διαδικασίας. Το πρόβλημα βρίσκεται στο αν και σε ποιο βαθμό έχει συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του σφάλματος και, κυρίως, την επίδρασή του στην πορεία και τα αποτελέσματα της έρευνας, όχι μόνο των προγενέστερων αλλά και του ίδιου. Το πρόβλημα, δηλαδή, βρίσκεται στο μέτρο της ιστορικής ή, ευρύτερα, της επιστημολογικής του επίγνωσης. Στο σημείο αυτό ο Canguilhem δεν είναι απόλυτος. Εγγράφει, μάλιστα, ως ένα από τα στοιχεία της ματιάς του επιστημολό- γου, το γεγονός πως «αυτός δεν αγνοεί ότι, αν υπήρξαν και θα υπάρξουν επιστήμονες που αναπαύονταν μακριά από κάθε δημιουργική σχέση με την ενεργητική επιστήμη, κατασκευάζοντας αφηγηματικές ιστορίες της επιστήμης τους σε αδράνεια, υπήρξαν και θα υπάρξουν και επιστήμονες που κατά- φεραν να συνθέσουν κριτικές ιστορίες, ικανές να παρέμβουν θετικά στο γίγνεσθαι της ίδιας της επιστήμης, στηριγμένοι σε μια επιστημολογία με τις έννοιες της οποίας συμφωνούσαν».6
Ακόμη περισσότερο, ένας ιστορικός των επιστημών έχει βιωματική σχέση με το σφάλμα στο μέτρο που, κάνοντας ιστορία, διακινδυνεύει κρίσεις και εκτιμήσεις σε γεγονότα τα οποία ανασύρει και από δεύτερογενείς ή και τριτογενείς πηγές, επομένως -είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι- «από την πλευρά της κρίσης, το λάθος αποτελεί μια δυνατότητα, από την πλευρά της μνήμης, η αλλοίωση αποτελεί τον κανόνα».7
Τελικά, όλα αυτά τα στοιχεία τα συγχωνεύει στην αναλυτική παρακαταθήκη του ο επιστημολόγος, ο οποίος, έχοντας ιστορικά διαμορφωμένη επίγνωση του γεγονότος πως «σε ένα θεωρητικό ιμάντα μερικά σχοινιά μπορεί να είναι εντελώς καινούργια, ενώ άλλα προέρχονται από παλιούς ιστούς»,8 καλείται κατ’ αρχάς να αναδείξει τις διάφορες μορφές της πόλωσης που προκαλούνται στη ροή της πρακτικής των διαφόρων πεδίων:
Ανάμεσα στους επιστήμονες που δια- πνέονται από κριτική αντίληψη της ιστορίας και αυτούς που την κατασκευάζουν ως ευθύ- γραμμη πορεία προς τις απόλυτες αλήθειες του σήμερα.
Ανάμεσα στους «ενεργούς» επιστήμονες και τους ιστορικούς της επιστήμης. Οι πρώτοι έχουν την τάση να υποτιμούν την επίδραση που ασκεί στην πρακτική τους η ιστορική διαδρομή του πεδίου τους. Οι δεύτεροι θέλουν, αντίστοιχα, να ενισχύσουν την κοινω- νική-θεσμική τους νομιμοποίηση με την υπέρ το δέον συστηματική υπογράμμιση της σημασίας της ιστορικής αυτής πορείας.
Ανάμεσα στα σφάλματα του παρελθόντος και τις αλήθειες του παρόντος, όταν η ένταξη των σφαλμάτων αυτών στο ιστορικό τους πλαίσιο και η ανάδειξη της συχνά θετικής δυναμικής τους διαμορφώνουν συνθήκες για μια ακόμη πιο θετικά δυναμική τάση αμφισβήτησης της κυριαρχίας των συγχρόνων αληθειών.
Ανάμεσα στην επιστημολογία της συνέχειας και την επιστημολογία των ρήξεων. Χωρίς να απορρίπτεται καμία από τις δύο, επισημαίνονται δυνατότητες και όρια και αναγνωρίζονται και στις δύο διακριτοί αλλά δια- πλεκόμενοι ρόλοι. «Η επιστημολογία των ρήξεων ταιριάζει στην περίοδο που επιταχύνεται η ιστορία των επιστημών, περίοδο στην οποία το έτος, ακόμα κι ο μήνας, αποτελούν μονάδα μέτρησης της μεταβολής. Η επιστημολογία της συνέχειας ανακαλύπτει στις απαρχές ή στο ξύπνημα μιας γνώσης τα αντικείμενα αναφοράς της. Η επιστημολογία των ρήξεων δεν περιφρονεί καθόλου την επιστημολογία της συνέχειας, αν και ειρωνεύεται τους φιλοσόφους που δεν πιστεύουν παρά σ’ αυτή».9
Ακολούθως, όλες αυτές οι μορφές πρέπει, όχι τόσο να εξισορροπηθούν κατευναστι- κά για την τρέχουσα συγκυρία σε κάθε πεδίο έρευνας, όσο να επεξεργαστούν κανονιστικά, κατά τρόπο που να ενισχυθεί η προωθητική τους λειτουργία στην καθημερινή πρακτική, στο γίγνεσθαι της επιστήμης. Η ενίσχυση αυτή μπορεί να επιτευχθεί με την κανονιστική επίδραση της επιστημολογικής ματιάς, είτε με προσπάθεια εξισορρόπησης είτε ακόμη και με προσπάθεια όξυνσης των αντιθέσεων ανάμεσα στους πόλους.
Με όσα συνοπτικά αναφέρθηκαν παραπάνω προκύπτει πως στη ματιά του Canguilhem, το σφάλμα με τις ποικίλες πτυχές του και η εξ αυτού προκύπτουσα πολωτική λειτουργία αποτελούν σημαντικούς μοχλούς κίνησης της καθημερινής πρακτικής του επιστήμονα, του ιστορικού της επιστήμης, του επιστημολόγου. Το αν αυτή η κίνηση συνιστά προώθηση ή ανάσχεση, πρόοδο ή οπισθοδρόμηση, επιτάχυνση ή επιβράδυνση στην εξέλιξη κάθε πεδίου, είναι ζήτημα που κρίνεται συνεχώς, σε έναν αγώνα όπου κυριαρχεί ως κίνητρο το ερώτημα για τη μορφή και το περιεχόμενο της ορθολογικό- τητας. Το διακύβευμα είναι αν και κατά πόσο η έννοια αυτή μπορεί να αποκτήσει κοινό ή, ακόμη περισσότερο, διαχρονικό περιεχόμενο, ανεξάρτητα από τις μορφές που εμφανίζει στις διάφορες εποχές ή και στα διάφορα επιστημονικά πεδία.
3. Ο ρόλος του σφάλματος στις επιστήμες της ζωής.
3.1. Η σχέση στη διαπλοκή των επιπέδων
Ένα ιδιαίτερο, πιο εξειδικευμένο, περιεχόμενο αποκτά η αναφορά στο σφάλμα όταν ο Canguilhem αναλύει τις επιστήμες της ζωής.
Η αναφορά αυτή εκτείνεται σε τρία αλληλέν- δετα επίπεδα:
Το δομικό επίπεδο: Πρόκειται για το εγγενές στοιχείο της εξελικτικής διαδικασίας με τη μορφή κάποιας τυχαίας παρέκκλι- σης-μετάλλαξης από την οποία προκύπτουν, αναπτύσσονται, προσαρμόζονται, αλλάζουν και τελικά εξαλείφονται οι διάφορες βιολογικές δομές. Η τύχη κάθε ζωντανού όντος είναι δεμένη με τον τρόπο που μπορούν όλα αυτά να ελεγχθούν μέσα από διαδικασίες τις οποίες ο επιστήμονας καλείται να αναδείξει, να τροποποιήσει, να ενισχύσει ή να αναστείλει, στην κατεύθυνση της προωθητικής για τη ζωή αξιοποίησης του πολωτικού δυναμικού τους: «η ζωή ενός φυσικού πληθυσμού εικο- νίζεται ως σάκος του λόττο και οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί των επιστημών της ζωής έχουν το καθήκον να επαληθεύσουν την κανονικότητα των αριθμών πριν επιτραπεί στους παίκτες να τους τραβήξουν από το σάκο και να γεμίσουν τα χαρτιά τους. Στην αρχή αυτού του ονείρου έχουμε τη γενναιόδωρη φιλοδοξία να απαλλάξουμε τις αθώες και αδύναμες ζωντανές υπάρξεις από το φρι- κτό βάρος να παράγουν σφάλματα της ζωής. Στο τέλος είναι η γενετική αστυνομία, ντυμένη με την επιστήμη των γενετιστών».10
Το λειτουργικό επίπεδα Πρόκειται για το ιδιαίτερο περιεχόμενο της παρατηρούμενης απόκλισης των παραμέτρων που προσδιορίζουν τη λειτουργία του οργανισμού ενός έμβιου όντος από το μέσο όρο, για το είδος στο οποίο ανήκει. Αναφέρομαι εδώ στη διαπίστωση πως η απόκλιση αυτή δεν είναι απλή ποσοτική διαφοροποίηση από μια μέση τιμή, αλλά ποιοτική παρέκκλιση από τον κανόνα που έχει τη φύση σφάλματος. Όπως θα γίνει σαφέστερο από το παράδειγμα της σχέσης φυσιολογικού-παθολογικού που θα συζητηθεί στην επόμενη ενότητα, για τον Canguilghem, οι έννοιες της μέσης τιμής και του κανόνα είναι ποιοτικά διαφορετικής σημασίας, με τη διαφορά αυτή να διαδραματίζει καίριο σημασιολογικό αλλά και πρακτικό ρόλο.
Το αξιακό επίπεδο: Δεν είναι άλλο από το κοινωνικό-πολιτιστικό, το σύμφυτο με το ίδιο το περιεχόμενο της ανθρώπινης ζωής, όχι μόνο σε βιολογικό αλλά και σε ψυχολογικό επίπεδο. Για τον Canguilhem, ο άνθρωπος είναι δεμένος με το σφάλμα, καθώς αυτό περιέχεται στην ουσία της ανθρώπινης σκέψης, της ιστορίας, των αντιπαραθέσεων, των συγκρούσεων, σε κάθε μορφή δράσης. Όπως εκτιμά με το δικό του εκφραστικό τρόπο ο Foucault, «το σφάλμα είναι για τον Canguilhem η μόνιμη τύχη γύρω από την οποία αναπτύσσεται η ιστορία της ζωής καθώς και η ιστορία του ανθρώπου. Είναι αυτή η ιδέα του σφάλματος που του επιτρέπει να συνδέσει αυτά που γνωρίζει για τη βιολογία με τον τρόπο που δουλεύει την ιστορία της, χωρίς ποτέ του να θελήσει, όπως συνέβαινε στην εποχή του εξελικτισμού, να παραγάγει τη δεύτερη από την πρώτη. Αυτή η ιδέα είναι που του επιτρέπει να επισημαίνει τη σχέση ανάμεσα στη ζωή και τη γνώση για τη ζωή και να ακολουθεί, όπως μια κόκκινη κλωστή, την παρουσία της αξίας και της νόρμας».11
Όπως θα διαφανεί στα επόμενα, η σχέση του σφάλματος με τις επιστήμες της ζωής δεν είναι απλά μια ειδικής υφής σχέση που αφορά μόνο στην ιδιαιτερότητα των τελευταίων, γεγονός που υπογραμμίζεται σαφώς από τη διαπλοκή των τριών προαναφερθέ- ντων επιπέδων. Είναι και σχέση γενική, στο μέτρο που εντάσσεται στη γενικότερη προβληματική του Canguilhem για το περιεχόμενο και τη λειτουργία της έννοιας της ορθολο- γικότητας στην επιστημονική πρακτική. Ως εκ τούτου, στη σχέση αυτή περιέχονται όλες οι πτυχές της υπόστασης του σφάλματος ως εννοιολογικού εργαλείου και της πόλωσης ως κινητήριου μοχλού της πρακτικής αυτής.
3.2. Μια παραδειγματική εφαρμογή. Το σφάλμα, η πόλωση και οι έννοιες της παθο- φυσιολογίας
θα δούμε στη συνέχεια πώς ο Canguilhem αναλύει τις έννοιες που αποτελούν τη βάση της συγκρότησης του πεδίου της παθο- φυσιολογίας και πώς κρίνει την επιστημονι- κότητά του. Πιο συγκεκριμένα, θα διαφανεί πως τα τρία επίπεδα ανάλυσης του ρόλου του σφάλματος διαπλέκονται στη διαμόρφωση των εννοιών του φυσιολογικού, του παθολογικού, της υγείας και του νοσήματος. Αφετηρία της συζήτησης αποτελεί η έννοια του παθολογικού, η οποία, είτε ως απόκλιση από ένα στατιστικό μέσο όρο, είτε ως ρητή ή άρρητη παρέκκλιση από τη νόρμα (ως ποιοτική βιο-ψυχο-κοινωνική κατασκευή), συνιστά το πλαίσιο εντός του οποίου η έννοια του νοσήματος αποκτά δομικό και λειτουργικό ρόλο.
Για την αναζήτηση του περιεχομένου αυτής της έννοιας ο Canguilhem ξεκινά θέτοντας ένα συνδυασμό καίριων ερωτημάτων: «είναι η έννοια του νοσήματος μια έννοια της αντικειμενικής πραγματικότητας, προ- σβάσιμη από την ποσοτική επιστημονική γνώση; Είναι η διαφορά στην αξία, την οποία καθιερώνει μια ζωντανή ύπαρξη ανάμεσα στη φυσιολογική και την παθολογική του ζωή, μια απατηλή εικόνα, την οποία ο επιστήμονας έχει τη νόμιμη υποχρέωση να αρνηθεί;»12
Για να στοιχειοθετήσει την αρνητική απάντησή του στα ερωτήματα αυτά, ο Canguilhem επιχειρεί να διερευνήσει το επιστημολογικό πλαίσιο της εννοιολογικής ανάλυσης, ώστε να καλύψει έννοιες και γεγονότα με αξιακή φόρτιση, όπως θεωρεί πως είναι οι βασικές έννοιες και διαδικασίες των επιστημών της ζωής. Η διεύρυνση αυτή αφορά, κυρίως, την ποιοτική συνιστώσα του παθολογικού, που εκφράζεται ως σφάλμα στην εφαρμογή ενός συνόλου κανόνων, και την αρνητική αξία που περικλείεται σ’αυτήν. Στόχος του είναι να δείξει την ανεπάρκεια ή, ορθότερα, την ακαταλληλότητα της άποψης πως η νοσηρή κατάσταση μιας ζωντανής ύπαρξης ανάγεται σε απλή ποσοτική διαταραχή δεικτών που προσδιορίζουν την “κανονική” κατάσταση.13 Για το σκοπό αυτό θα προβάλλει δύο κύρια επιχειρήματα:
Η αρχή της « κανονικής κατάστασης» βλέπει το σώμα απλά ως φυσιολογικό μηχανισμό που εξηγείται στη βάση μιας φυσικής συνέχειας ανάμεσα στη φυσιολογία, τη χημεία και τη φυσική. Όμως, βάσει αυτής της αρχής, «αυτό που κατανοείται ως παθολογική κατάσταση είναι ένα απλό άθροισμα ποσοτήτων, χωρίς βιολογική αξία, ένα απλό γεγονός ή σύστημα από φυσικά και χημικά γεγονότα, αλλά ως τέτοια κατάσταση δεν έχει ζωτική ποιότητα, δεν μπορεί να λέγεται υγιής ή κανονική ή φυσιολογική. Το φυσιολογικό και το παθολογικό δεν έχουν νόημα σε μια κλίμακα στην οποία το βιολογικό αντικεί-
μενο ανάγεται σε ισορροπία κολλοειδών και ιοντικών διαλυμάτων».14 Η βιολογική αξία εννοείται εδώ ως θετική αξία υγείας, αρνητική αξία παθολογικής κατάστασης. Πολλα- πλώς επαναλαμβανόμενη κεντρική θέση στην επιχειρηματολογία του Canguilhem κατέχει, κατά τη γνώμη του, η ιστορικά θεμελιωμένη διαπίστωση πως η έννοια του κανονικού και η συνυφασμένη με αυτό έννοια της υγείας είναι φορτισμένες με θετική αξία, ενώ οι έννοιες του παθολογικού και της αρρώστια με αρνητική: «Πιστεύουμε πως η Ιατρική υπάρχει ως η τέχνη της ζωής, επειδή η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη αποκαλεί παθολογικές ορισμένες τρομερές καταστάσεις ή συμπεριφορές (επομένως, επιδεχόμενες αποφυγή ή διόρθωση) σε σχέση με τη δυναμική πόλωση της ζωής, με μορφή αρνητικής αξίας. Πιστεύουμε πως, κάνοντας αυτό, η ανθρώπινη ύπαρξη, με περισσότερο ή λιγότερο ξεκάθαρο τρόπο, επεκτείνει μια αυθόρμητη προσπάθεια, ιδιομορφία της ζωής σε μάχη ενάντια σε ό,τι εμποδίζει τη διατήρηση και ανάπτυξή της και το οποίο εκλαμβάνεται ως κανόνας».15 Οι αξίες αυτές αποκλείουν τη διατύπωση προτάσεων γι αυτές τις έννοιες με «ουδέτερο», «καθαρά επιστημονικό» -με τη θετικιστική σημασία του όρου- περιεχόμενο.
Ακόμη και αν αγνοηθούν τα παραπάνω και θεωρήσουμε προς στιγμή πως είναι δυνατό να δεχθούμε ένα καθαρά ποσοτικό ορισμό του κανονικού, τότε αυτός θα τίθεται συνεχώς υπό αμφισβήτηση, υπονομεύοντας την όποια ορθολογικότητα επιχειρείται να κατοχυρωθεί μέσα από αυτόν για την κλινική πράξη, στο μέτρο που «υπάρχει αμφιβολία στην έννοια του κανονικού, ανάμεσα σε αυτό που είναι συνηθισμένο και σε αυτό που πρέπει να είναι.16 Αυτή η αμφιβολία επεκτείνεται στην Ιατρική που βασίζεται στη φυσιολογία, όπου η κανονική κατάσταση προσδιορίζει και τα δύο. […] Δεν μπορεί να υπάρξει καθαρά επιστημονικός (με τη θετικιστική έννοια) ορισμός του κανονικού που θα γεφύρωνε το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη χωρίς να παίρνει υπ’ όψη του αυτή την αμφιβολία, κάτι το οποίο σημαίνει πως ο ορισμός της υγείας ως [ποσοτικά προσδιορισμένης] κανονικότητας είναι αδύνατος».17
Ο Canguilhem οδηγείται λοιπόν σε κανονιστική προσέγγιση18 των εννοιών του φυσιολογικού, του παθολογικού και της σχέσης ανάμεσα τους. Αναγνωρίζει βέβαια στη βιολογία την αναγκαιότητα να προσδιορίζει κανονικότητες για τα διάφορα όντα. Αυτές όμως, στο μέτρο που αναφέρονται σε ζωντανές υπάρξεις, είναι αναπόδραστα αξιακά
φορτισμένες. Ειδικά μάλιστα όταν αφορούν ανθρώπους, δεν έχουν καθαρά βιολογικό χαρακτήρα αλλά αποτελούν αντανάκλαση τρόπων ζωής και έκφραση των ανθρώπινων πολιτιστικών και κοινωνικών προτύπων. Στο βαθμό που είναι αλήθεια πως «το ανθρώπινο σώμα είναι κατά μια έννοια προϊόν κοινωνικής δραστηριότητας, δεν είναι ανόητο να υποθέσουμε πως η σταθερότητα ορισμένων χαρακτηριστικών που αποκαλύπτεται από ένα μέσο όρο, εξαρτάται από τη συνειδητή ή ασυνείδητη εμπιστοσύνη σε κάποιους κανόνες ζωής. Συνεπώς, στο ανθρώπινο είδος, η στατιστική συχνότητα εκφράζει, όχι μόνο ζωτική, αλλά και κοινωνική κανονικότητα. Ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό μπορεί να μην είναι κανονικό επειδή είναι συχνό, αλλά να είναι συχνό επειδή είναι κανονικό, που σημαίνει κανονιστικό για ένα ορισμένο είδος ζωής».19
Για τον Canguilhem είναι σαφής η διάκριση ανάμεσα στο κανονικό και το μέσο όρο. Το πρώτο σημαίνει έκφραση προσδιορισμού ποσοτικών βιολογικών παραμέτρων, ενώ το δεύτερο οδηγεί σε μια διαμόρφωση των εννοιών της Ιατρικής διαποτισμένη από τις αξίες, τις συνθήκες ζωής, τον πολιτισμό κάθε κοινωνίας, κάθε κοινωνικής ομάδας, κάθε ξεχωριστού ατόμου: «Πιστεύουμε πως οι έννοιες του κανόνα και του μέσου όρου πρέπει να θεωρούνται ως δύο διαφορετικές έννοιες. Φαίνεται μάταιο να προσπαθήσουμε να τις αναγάγουμε σε μια, εξαλείφοντας την αυθεντικότητα της πρώτης. Έχουμε την γνώμη πως η φυσιολογία έχει κάτι καλύτερο να κάνει από το να ερευνά για ένα αντικειμενικό ορισμό του κανονικού, κι αυτό είναι να αναγνωρίσει τον αυθεντικό κανονιστικό χαρακτήρα της ζωής».20
Ζητείται λοιπόν από τη φυσιολογία να ξεφύγει από το στενό θετικιστικό πλαίσιο πρακτικής το οποίο υπαγορεύει την πλήρη και γενικευτική αντικειμενικοποίηση και δη την ποσοτικοποίηση των εννοιών και των διαδικασιών της, και να αναγνωρίσει την κανονι- στικότητα της ζωής, δηλαδή την εγγενή ικανότητα της ζωντανής ύπαρξης να παρεμβαίνει στη ροή της δικής της ζωής, όχι μόνο διορθώνοντας τις προσωρινές παρεκκλίσεις- σφάλματα, αλλά και κανονιστικά, διαμορφώνοντας τους κανόνες με βάση τους οποίους αυτές χαρακτηρίζονται ως τέτοιες. Στην κατεύθυνση αυτή, το κύριο πρόβλημα που καλείται να επιλύσει είναι να διαμορφώσει ένα ενιαίο πλαίσιο ορισμών για τις βασικές της έννοιες το οποίο να ενσωματώνει την πολωτική διάκριση ανάμεσα στη βιολογική κανονικότητα και την ανθρώπινη αίσθηση φυσιολογικής ισορροπίας. Κατά συνέπεια, «ο ορισμός της υγείας πρέπει να είναι τέτοιος ώστε α) να έχει νόημα στο επίπεδο του ατόμου και β) να είναι σε πλήρη συμφωνία με τη βιολογική αντίληψη του ανθρώπου ως ζωντανής ύπαρξης».21 Διατυπώνοντας με αυτές τις προδιαγραφές το δικό του ορισμό για την υγεία, ο Canguilhem αισθάνεται πως πρέπει να αποδώσει σε αυτόν το δυναμικό, και μάλιστα πολωτικό, χαρακτήρα της σχέσης κάθε ανθρώπου με το περιβάλλον του: «υγεία είναι ένα περιθώριο ανοχής στις αστάθειες του περιβάλλοντος […] αυτό που χαρακτηρίζει την υγεία είναι η δυνατότητα υπέρβασης του κανόνα που ορίζει το στιγμιαία κανονικό, η δυνατότητα ανοχής παραβιάσεων του συνήθους κανόνα και καθιέρωσης νέων κανόνων σε νέες καταστάσεις I…] το να είσαι σε καλή υγεία σημαίνει να είσαι ικανός να αρρωστή- σεις και να αναρρώσεις, είναι μια βιολογική πολυτέλεια».22
Ξεκαθαρίζοντας ακόμη περισσότερο το στίγμα της φυσιολογίας μέσα στο πεδίο των επιστημών της ζωής, διακρίνει τη φυσιολογική κατάσταση από τη στατική κανονικότητα ως μια δυναμικού χαρακτήρα υγιή ισορροπία η οποία «επιτρέπει μετάβαση σε νέους κανόνες. Ο άνθρωπος είναι υγιής στο βαθμό που είναι κανονιστικός σε σχέση με τις διακυμάνσεις του περιβάλλοντος του. Κατά τη γνώμη
μας, οι φυσιολογικές σταθερές έχουν, ανάμεσα σε όλες τις δυνατές ζωτικές σταθερές, μια προωθητική αξία».23
Αυτό που προκύπτει ή, τουλάχιστο, συνάγεται από αυτές τις διατυπώσεις είναι μια ματιά “που διακρίνει σφάλματα”. Όλα όσα συγκροτούν, κατά τον Canguilhem, τη βιολογική πολυτέλεια της υγείας, εκφράζουν μια και μόνη δέσμη δυνατοτήτων του υγιούς: να προσαρμόζεται στο σφάλμα-αστάθεια, να αντέχει στο σφάλμα-παραβίαση του συνήθους κανόνα και, κυρίως, να υπερβαίνει το σφάλμα στην όποια μορφή του και να αποκα- θιστά μια νέα ισορροπία, επανακαθιερώνο- ντας τους κανόνες με τους οποίους το σφάλμα αυτό πιστοποιείται. Από την άλλη, η παθολογική κατάσταση είναι μια εντελώς νέα, ποιοτικά διαφορετική πραγματικότητα. Η διαφορά εντοπίζεται, όχι μόνο στη μείωση της προσαρμοστικότητας και των περιθωρίων ανοχής στη διακύμανση, αλλά και στην αναστολή των δυνατοτήτων υπέρβασης των σφαλμάτων και, κατά συνέπεια, στη διαμόρφωση μιας νέας, υποβαθμισμένης, και συνεχώς απειλούμενης, ευαίσθητης ισορροπίας: «Η παθολογική κατάσταση, από την άλλη, εκφράζει τη μείωση των κανόνων ζωής που ανέχεται η ζωντανή ύπαρξη, την επισφάλεια του κανονικού που καθιερώνεται από το νόσημα. Οι παθολογικές καταστάσεις έχουν ένα απωθητικό και αυστηρά συντηρητικό χαρακτήρα».24
Το νόσημα, ως ιδιαίτερη κατά περίπτωση έκφραση της παθολογικής κατάστασης, δεν αποτελεί απλή διαφοροποίηση βιολογικών παραμέτρων, αλλά σφάλμα στην εφαρμογή κάποιων κανόνων με σύνθετο βιο-ψυχο-κοι- νωνικό περιεχόμενο, ήτοι ένα σύνθετο σφάλμα με ποσοτική, αλλά κυρίως με ποιοτική συνιστώσα. Χαρακτηρίζεται «από το γεγονός της μείωσης των περιθωρίων ανοχής στις αστάθειες του περιβάλλοντος […], μείωση η οποία συνίσταται στην ικανότητα να ζεις μόνο σε ένα άλλο περιβάλλον και όχι σε κάποια μέρη του προηγουμένου. […] Κάθε νόσημα μειώνει την ικανότητα αντιμετώπισης των άλλων, εξαντλεί την βιολογική σιγουριά χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε ακόμη και η ζωή».25
Το νόσημα αναγνωρίζεται εδώ ως ολιστική έννοια, ως ένα σφάλμα που δεν εντοπίζεται οργανικά ή λειτουργικά ή, ορθότερα, δεν απομονώνεται από τη συνολική εικόνα της ατομικής ύπαρξης, δεν τεμαχίζεται. Το να αναζητούμε το νόσημα στο επίπεδο των κυττάρων «σημαίνει πως συγχέουμε το επίπεδο της συμπαγούς ζωής, όπου η βιολογική πόλωση διακρίνει μεταξύ υγείας και νοσήματος, με το επίπεδο της αφηρημένης επιστήμης, όπου ένα πρόβλημα αναζητά τη λύση του. Δεν εννοούμε πως ένα κύτταρο δεν μπορεί να είναι άρρωστο, αν ως κύτταρο θεωρήσουμε ένα ολοκληρωμένο ζωντανό πράγμα, όπως για παράδειγμα το πρωτόζωο [μονοκύτταρος οργανισμός], αλλά εννοούμε πως το νόσημα της ζωντανής ύπαρξης δεν εντοπίζεται σε μέρη του οργανισμού. […] Το πρόβλημα της ατομικότητας τίθεται εδώ. Το ίδιο βιολογικό δεδομένο μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος ή ως όλον. Ισχυριζόμαστε πως μόνο ως όλον μπορεί να ονομασθεί άρρωστο ή όχι».26
Οι διάφορες μορφές με τις οποίες η πολωτική λειτουργία υλοποιείται και εντάσσεται στην προωθητική προοπτική της υγείας, στη συντηρητική προοπτική του νοσήματος, εν τέλει στη δυναμική της ζωής εμφανίζονται ανάγλυφα ως εκφράσεις δίπολων. Τα δίπολα υγεία-νόσημα, φυσιολογικό-παθολο- γικό, ισορροπία-διαταραχή, υπέρβαση- συντήρηση, εκφράζονται σε κάθε ατομική περίπτωση με σειρά από εντάσεις που οδηγούν σε κατευθύνσεις προωθητικές, συντηρητικές ή ακόμη και κατάρρευσης, ανάλογα με το ποιος συνδυασμός πόλων εμφανίζεται να υπερέχει σε κάθε συγκυρία. Η δυναμική που υποδηλώνεται πηγάζει από «το θεμελιώδες γεγονός πως η ζωή δεν είναι αδιάφορη για τις συνθήκες στις οποίες είναι δυνατή, πως η ζωή είναι πόλωση και, ως εκ τούτου, ακόμη και ασύνειδη θέση αξίας. Με λίγα λόγια η ζωή είναι στην πραγματικότητα μια κανονιστική δραστηριότητα».27
Σε επιστημολογικό επίπεδο, είναι ρητή από πλευράς του Canguilhem, η αντίθεση στη θετικιστική αξίωση που θέλει τη φυσιολογία να είναι επιστήμη της «κανονικής λειτουργίας» και την παθολογία επιστήμη της απόκλισης απ’ αυτήν. Μια τέτοια αξίωση θα είχε ως προαπαιτούμενο ένα καθαρά ποσοτικό ορισμό του κανονικού: «η φιλοδοξία να κάνεις παθολογία και, κατά συνέπεια, θεραπευτική πλήρως επιστημονική, η οποία να προκύπτει από μια αντίστοιχη φυσιολογία, θα είχε νόημα μόνο αν, πρώτον, το κανονικό μπορούσε να ορισθεί με καθαρά αντικειμενικό τρόπο ως γεγονός και, δεύτερον, όλες οι διαφορές φυσιολογικής και παθολογικής κατάστασης μπορούσαν να εκφραστούν με ποσοτικούς όρους, καθώς μόνον η ποσότητα μπορεί να ελέγξει από κοινού ομογένεια και διακύμανση».28
Τέτοιος ορισμός όμως, σύμφωνα με όσα έχουν προαναφερθεί, δεν μπορεί να επιτευχθεί. Κατά συνεπεία, η φυσιολογία μπορεί να γίνει νοητή μόνο ως επιστήμη των “σταθεροποιημένων τρόπων ζωής”. Ο ρόλος της είναι να καθορίζει προδιαγραφές αναγνώρισης του φυσιολογικού, το οποίο αντιστοιχεί σε ένα σταθεροποιημένο τρόπο ζωής σε κάθε συγκυρία. Οι προδιαγραφές αυτές βρίσκονται υπό διαρκή έλεγχο και προοπτική αναπροσαρμογής δεδομένου ότι:
Αντίστοιχα, η παθολογία είναι η επιστήμη που διερευνά το παθολογικό, ως ποιοτική παρέκκλιση από το φυσιολογικό με χαρακτήρα σφάλματος, και καταγράφει τα νοσήματα ως τις κλινικές εκφράσεις του. Στη διαμόρφωση της εικόνας του κάθε νοσήματος συνδυάζονται οι στατιστικά και εργαστηριακά προσδιοριζόμενες ποσοτικές παράμετροι με τα στοιχεία που προκύπτουν από την κλινική παρατήρηση, με πανταχού παρούσα την αξιακή φόρτιση.
Ο επιστημολόγος που διερευνά τη δομή και την πρακτική των πεδίων της παθο-φυσιο- λογίας καλείται να αναδείξει τα στοιχεία που ενοποιούν τα πεδία αυτά σε σύνθετο μόρφωμα που να ξεχωρίζει από τη φυσική και τη χημεία, αλλά και από τους άλλους κλάδους των βιολογικών επιστημών. Όλα αυτά τα στοιχεία υποκαθορίζονται από το γεγονός πως ο άνθρωπος είναι υποκείμενο και αντικείμενο της μελέτης και οι αξίες του είναι ενσωματωμένες σ’ αυτή, μορφοποιώντας εν μέρει τις εξελισσόμενες πρακτικές. Το γεγονός αυτό καθιστά αναπόφευκτη την πόλωση ανάμεσα στην επιδίωξη της αντικειμενικότητας της έρευνας του παθο-φυσιολόγου και την εγγενή αξιακή φόρτιση των εννοιών, των διαδικασιών και των δεδομένων που έχει στη διάθεσή του για να την υλοποιήσει.
Η πολωτική λειτουργία του σφάλματος, αναδεικνύεται λοιπόν και στην «ειδική» επιστημολογική κριτική των επιστημών της ζωής. Από τη διαμόρφωση των βασικών εννοιών μέχρι την αναζήτηση των παραγόντων που υπεισέρχονται όταν καθορίζονται μεθοδολογικές προδιαγραφές για τις επιστημονικές διαδικασίες, ακόμα και στην διε- ρεύνηση της πρακτικής των επιστημόνων στα διάφορα πεδία, παντού, υπεισέρχεται το σφάλμα:
Οι πολώσεις που προκαλούνται από τις διάφορες εκφράσεις του σφάλματος, όπως εκφράστηκαν σε διάφορα σημεία του παρόντος, αποτελούν πρόκληση για τον επιστημο- λόγο, καθώς συνιστούν το πεδίο μέσα στο οποίο καλείται να ερευνήσει, να αναλύσει, να συνθέσει και, εν τέλει, να διαμορφώσει μια κοινή απάντηση στο ερώτημα για τη φύση της ορθολογικότητας και το ρόλο της στην επιστημονική πρακτική. Προς αυτή την κατεύθυνση επιχειρούν να συμβάλουν οι σκέψεις που θα διατυπώσω στη συνέχεια.
4. Η φιλοσοφία του σφάλματος στα άκρα. Η διαλεκτική του σφάλματος ως λειτουργική υπόσταση της ορθολογικότητας.
Σε όσα ακολουθούν, με αφετηρία πάντα τις αναλύσεις του Canguilhem για τη σχέση σφάλματος-πόλωσης στις επιστημονικές πρακτικές, επιχειρείται να συγκροτηθεί ένα μοντέλο που να δίνει δυναμική πρόταση-απά- ντηση στο κεντρικό μας ερώτημα για το λειτουργικό περιεχόμενο της έννοιας της ορθο- λογικότητας. Το μοντέλο εκφράζεται με τον όρο διαλεκτική του σφάλματος και μπορεί να απεικονιστεί αδρά από το παρακάτω σχήμα.

Μια επιγραμματική γενική περιγραφή της λειτουργίας του σφάλματος: Ένας ήδη διαμορφωμένος κανόνας παραβιάζεται. Αυτή η παραβίαση, παρέκκλιση από μια κανονική διαδικασία ή και απόκλιση από μια συγκεκριμένη προδιαγραφή, εκλαμβάνεται ως προσωρινό ή μόνιμο σφάλμα. Η νέα κατάσταση που δημιουργείται βρίσκεται σε πόλωση με την προηγούμενη και η πολωτική διεργασία μπορεί να είναι προωθητική, συντηρητική ή και ανασχετική για το πεδίο, την πρακτική, τη λειτουργία στην οποία αναφέρεται, ανάλογα με τις συνθήκες της συγκυρίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οδηγεί στο να διαμορφωθεί ένας νέος κανόνας με ανάλογη λειτουργία για τη συνέχεια. Το μοντέλο αυτό μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο ερμηνευτικό εργαλείο καθώς συνδυάζει τέσσερις ιδιότητες:
Με εργαλείο το μοντέλο αυτό μπορούμε να συνοψίσουμε τα όσα έχουν αναφερθεί για τη σχέση του σφάλματος και της πόλωσης στα δύο επίπεδα όπου επεκτάθηκε η ανάλυση μας:
Με ατομικές προσαρμογές, η διαλεκτική του σφάλματος, όπως εφαρμόζεται στη σχέση φυσιολογικού και παθολογικού, μπορεί να αναδείξει τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης, καθώς ο νέος κανόνας αφορά με το περιεχόμενό του πρώτα και κύρια το ίδιο το υποκείμενο που νοσεί, βιώνει την πόλωση και υφίσταται τις συνέπειές της.
Στο μέτρο που το σφάλμα διορθωθεί με τρόπο κοινά αποδεκτό στο πλαίσιο της κοινότητας, οδηγώντας πιθανώς σε αναδιατυπώσεις της γενίκευσης, διαμορφώνεται ένας νέος προωθητικός για την επιστημονική διαδικασία κανόνας στον οποίο ενσωματώνεται η αναδιατυπωμένη γενίκευση, χωρίς να θίγονται τα βασικά χαρακτηριστικά της.
Αν όμως το σφάλμα επιμένει και ενισχύε- ται στην κοινότητα η πεποίθηση για τη σημασία του, η πόλωση θα οδηγήσει σε κατάρρευση της θεωρητικής βάσης της γενίκευσης, ωθώντας σε διεργασίες πλήρους αναθεώρησής της. Μια νέα κατάσταση δημιουρ- γείται, ένα τελείως νέο κανονιστικό πλαίσιο αναδύεται. Η λειτουργία της πόλωσης εδώ είναι διττή: αφ’ ενός μεν ανασχετική για τη θεωρητική βάση της συγκεκριμένης γενίκευσης, αφ’ ετέρου δε προωθητική για το σύνολο επιστημονικό γίγνεσθαι εντός του πεδίου, στο μέτρο που το νέο κανονιστικό πλαίσιο ενέχει μια τέτοια δυναμική.
Το σχήμα της διαλεκτικής του σφάλματος δεν πρέπει να εκληφθεί ως η σπερματική έκφραση για μια δομή που φιλοδοξεί να αναλύσει τις ανθρώπινες πρακτικές, δίνοντάς τους μια κοινή συγκροτητική γι’ αυτές μεθοδολογική βάση. Η αναζήτηση τέτοιων δομών, στο βαθμό που δεν είναι μάταιη, υπερβαίνει τις προσδοκίες μας. Μπορεί -και αυτό ας θεωρηθεί ως η μέγιστη επιδίωξη μας-να διαβαστεί ως μια σχηματική ανιχνευτική κατάθεση σκέψεων που έχει ως κίνητρο τη διερεύ- νηση της υπόθεσης πως κάθε απάντηση στο ερώτημα για τη μεθοδολογική υπόσταση της ορθολογικότητας πρέπει να περιέχει μια συνιστώσα με αφετηρία το σφάλμα. Ξεκινώντας από τη σκέψη του Canguilhem, θεωρώ πως το σφάλμα, όπως αναδύεται με διάφορες εκφάνσεις στις ανθρώπινες πρακτικές, προκαλεί πολωτικές διεργασίες και συνιστά μοχλό ώθησης για τις διάφορες μεθοδολογίες οι οποίες υλοποιούν τις πρακτικές αυτές.
5. Αντί για συμπέρασμα. Προς μια ιστορικά εντοπισμένη ορθολογικότητα
Η επιγραμματικά διατυπωμένη εδώ πρότασή μας για μια διαλεκτική του σφάλματος, οδηγεί, αν μη τι άλλο, τη σκέψη μας κοντά σ’ αυτή του Foucault, στην αναδιατύπωση δηλαδή του κεντρικού ερωτήματος για την αλήθεια, τη γνώση και τη σχέση της με το υποκείμενο: «Δεν θα πρέπει ολόκληρη η θεωρία του υποκειμένου να ξαναδιατυπωθεί, από ιη στιγμή που η γνώση, αντί να ανοίγεται στην αλήθεια του κόσμου, βρίσκεται ριζωμένη στα σφάλματα της ζωής;»31
Όπως σε αρκετά σημεία του παρόντος έχει αναφερθεί, η σκέψη του Canguilhem, το έργο του στις επιστήμες της ζωής, μας ωθεί να επαναπροσδιορίσουμε τις παραδοσιακές απαντήσεις σε ερωτήματα όπως αυτό που επικεντρώνεται στην ουσία του ζητήματος της ορθολογικότητας. Στην κατεύθυνση αυτή επιχειρείται να συμβάλλουν οι θέσεις που διατυπώνονται στη συνέχεια.
Όπως εύστοχα το θέτει ο Foucault, «το σφάλμα βρίσκεται στη ρίζα αυτού που φτιάχνει την ανθρώπινη σκέψη».32 Κατά συνέπεια, η ορθολογικότητα γίνεται επίδικη, ριζωμένη στο σφάλμα επιστημολογική κατηγορία, και επομένως, δεν είναι δυνατό να διαμορφωθεί, ενιαίο διαχρονικό και καθολικής αποδοχής σώμα κριτηρίων με το οποίο να μπορεί να κρι- θεί η ορθολογικότητα μιας πρακτικής, μιας μεθόδου, ενός συλλογισμού ή μιας γενίκευσης. Διατυπώνεται στο σημείο αυτό ρητά και τίθεται προς συζήτηση η θέση πως η ορθο- λογικότητα αυτή μπορεί να κριθεί μόνο πλαι- σιακά, δηλαδή μέσα στα όρια του συγκεκριμένου πλαισίου πρακτικής. Οι βεβαιότητες, οι συναφείς αλήθειες, με άλλα λόγια οι οντολο- γικές και μεθοδολογικές παραδοχές, εμποτισμένες με το πλέγμα αξιών που επιβάλλεται στις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, συγκροτούν ένα πλαισιακά καθορισμένο σώμα κριτηρίων με το οποίο κρίνεται η ορθο- λογικότητα. Η δομή και το περιεχόμενο των κριτηρίων καθορίζονται με βάση τις προδιαγραφές που διαμορφώνουν οι ιδιαίτερες εκφάνσεις των διαφόρων στοιχείων του κανόνα εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης πρακτικής. Όποιο κι’ αν είναι αυτό το περιεχόμενο, είναι ιστορικά εντοπισμένο· κι αν σε κάτι διαθέτει διαχρονικότητα, αυτό είναι η σχέση του με το σφάλμα είτε ως αντικείμενο μελέτης, είτε ως στοιχείο του υποκειμένου, είτε ως μέρος της διαδικασίας που χαρακτηρίζεται ορθολογική. Σε κάθε πτυχή αυτής της διαδικασίας η πολωτική διεργασία υπεισέρχεται αναπόφευκτα με διάφορες εκφράσεις ως αναπόσπαστο τμήμα.
Σημειώσεις
¹ Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι οι Bachelard, Koyré, Foucault, Althusser και άλλοι, των οποίων το έργο συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της Γαλλικής Σχολής στην ευρωπαϊκή ιστορία και φιλοσοφία της επιστήμης στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
² Κουζέλης Γ. (Επιμέλεια). Επιστημολογικά, Αθήνα, Νήσος 1993, 426
³ ό.π., 440
⁴ στο ίδιο, 412
⁵ στο ίδιο, 412
⁶ στο ίδιο, 407
⁷ στο ίδιο, 413
⁸ στο ίδιο, 416
⁹ στο ίδιο, 417
¹⁰ Canguilhem G. The Normal and the Pathological, 1966 (μτφρ. CR. Fawcett). Zone Books, N.Y. 1989, 280
¹¹ Κουζέλης Γ. ό.π., 440
¹² Canguilhem G. ό.π., 76
¹³ Ο Canguilhem αντιπαρατίθεται κυρίως στην αντίληψη του Claude Bernard, ο οποίος, στηριγμένος στην πεποίθηση πως οι βασικοί νόμοι που κυβερνούν τους ζωντανούς οργανισμούς είναι ίδιοι με αυτούς που ισχύουν για τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο, αναζητούσε να θεμελιώσει αιτιοκρατικά μια «γνήσια ορθολογική» –και ως ένα βαθμό, ποσοτική– πειραματική φυσιολογία, απαλλαγμένη από ατομικές οπτικές. Για αυτόν, «κάθε νόσημα έχει μια αντίστοιχη φυσιολογική λειτουργία της οποίας είναι μόνο η διαταραγμένη, υπερβολική, μειωμένη ή εκμηδενισμένη έκφραση. Αν είμαστε ανίκανοι να εξηγήσουμε όλες τις εκδηλώσεις του νοσήματος σήμερα, οφείλεται στο ότι η φυσιολογία δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένη ώστε να υπάρχουν ακόμη αρκετές κανονικές λειτουργίες άγνωστες σε μας» (αναφέρεται στο Canguilhem [1966] 1989, 68). Κατά τον Canguilhem, υπάρχουν δύο σημαντικές επιρροές στη σκέψη του Claude Bernard, που επέδρασαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του σκεπτικού του: α) από τον A. Comte, που αξιώνει την ύπαρξη μιας ομοιογενούς πραγματικότητας, με συνεχή αρμονική εξέλιξη και ενιαία δομή στην κοινωνία, την επιστήμη, τον οργανισμό. Η δομή αυτή λειτουργεί κανονικά, όταν οι διακυμάνσεις στο πλαίσιό της κυμαίνονται εντός ορισμένων ορίων. Όταν αυτά τα ποσοτικά όρια παραβιάζονται, τότε επαναφέρεται με επιστημονικές μεθόδους η ουσιαστική σταθερή τάξη, η οποία ουδέποτε διαταράσσεται ποιοτικά εντός ενός σταθερού συστήματος. β) από τον Laplace, ο οποίος, μέσα στο νευτώνειο πλαίσιο, «διαμόρφωσε τη θεωρία της κλειστής αιτιοκρατίας. Ο Claude Bernard δεν την συνέλαβε με κάποιον άλλο τρόπο και σ’ αυτό οφείλεται το ότι δεν πίστευε πως η συνεργασία παθολογίας και φυσιολογίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε προοδευτική παγιοποίηση φυσιολογικών εννοιών […] Ως αποτέλεσμα της αιτιοκρατικής εξήγησης, προκύπτει η αναγωγή της ποιότητας στην ποσότητα που συνεπάγεται ουσιαστική ταύτιση φυσιολογίας και παθολογίας». (αναφέρεται στο Canguilhem, ό.π., 109).
¹⁴ ό.π., 110
¹⁵ στο ίδιο, 126
¹⁶ Ο Canguilhem αναφέρεται εδώ στη διαμάχη που σοβεί από την αρχαιότητα, σχετικά με το περιεχόμενο της έννοιας της υγείας, ανάμεσα στην αντίληψη της θετικής υγείας και την προσέγγιση του μέσου όρου: Σύμφωνα με την πρώτη, η υγεία είναι το ιδανικό της πλήρους ευκρασίας, της δομικής και λειτουργικής τελειότητας, που πρέπει να επιδιώκεται συνεχώς. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η υγεία συνάδει με τη συμμόρφωση στον στατιστικά προσδιοριζόμενο κανόνα, που αφορά στον πληθυσμό του είδους στο οποίο ανήκει το κρινόμενο άτομο. Όπως θα φανεί στη συνέχεια, η προσέγγιση του Canguilhem αποτελεί, κατά μια έννοια, υπέρβαση του διλήμματος που τίθεται σε αυτή τη διαμάχη.
¹⁷ Tiles M., The Normal and the Pathological: The Concept of a Scientific Medicine. British Journal for the Philosophy of Science 1993, 44, 729-742, 734
¹⁸ Διευκρινίζεται πως με τον όρο κανονιστική, καλύπτονται οι προσεγγίσεις στο πλαίσιο των οποίων, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, οι γενικεύσεις θεωρούνται ως ιστορικά εντοπισμένες πραγματικότητες με κανονιστικό ρόλο, οι οποίες προκύπτουν από θεωρητικά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αξιακά εμποτισμένες παρατηρήσεις των γεγονότων της εμπειρίας. Τα γεγονότα αυτά αποτελούν εκδηλώσεις επιμέρους συνόλων οντοτήτων, των οποίων η ανεξάρτητη από τον παρατηρητή ύπαρξη δεν γίνεται πάντα δεκτή χωρίς επιφυλάξεις. Οι προσεγγίσεις αυτές αντιπαρατίθενται στη νατουραλιστική-θετικιστική οπτική, στο πλαίσιο της οποίας θεωρείται πως οι έννοιες και οι διαδικασίες που διακινούνται εντός της επιστημονικής πρακτικής, είναι διυποκειμενικά ελέγξιμες γενικεύσεις που στηρίζονται σε απροκατάληπτες, αξιακά και θεωρητικά, παρατηρήσεις γεγονότων της εμπειρίας, τα οποία θεωρούνται ως εκδηλώσεις αντικειμενικά υπαρκτών οντοτήτων μιας ανεξάρτητης του παρατηρητή φύσης.
¹⁹ Canguilhem G. ό.π., 160
²⁰ ό.π., 177-178
²¹ Tiles M. ό.π., 738
²² Canguilhem G. ό.π., 196
²³ ό.π., 223
²⁴ στο ίδιο, 223-224
²⁵ στο ίδιο, 197-199
²⁶ στο ίδιο, 223-224
²⁷ στο ίδιο, 126
²⁸ στο ίδιο, 57
²⁹ Η συγκρότηση της έννοιας του νοσήματος είναι αντικείμενο μιας διαμάχης με μεγάλη ιστορία που συνεχίζει να εξελίσσεται στο πλαίσιο της Φιλοσοφίας της Ιατρικής. Στη διαμάχη αυτή αντιπαρατίθενται προσεγγίσεις που μπορούν σχηματικά να ενταχθούν σε δύο ρεύματα. Το πρώτο, θεωρεί πως το νόσημα έχει οντολογική ταυτότητα, αξιακά και πολιτισμικά ουδέτερη, που συγκροτείται αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τα δεδομένα της συγκυρίας. Το δεύτερο, εκλαμβάνει το νόσημα ως έννοια που το περιεχόμενό της είναι αξιακά φορτισμένο και καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από τις κοινωνικο-πολιτισμικές συνθήκες της συγκυρίας. Για μια σαφή, λεπτομερή και εμπεριστατωμένη ανάλυση του διαλόγου για το νόσημα, βλ. Reznek The Nature of Disease, Routledge & Kegan Paul, London, New York 1987, όπου εκτίθεται πληρέστατη βιβλιογραφία. Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής και για τις ανάγκες της, επιγραμματικά εκφράζω την άποψη πως το νόσημα είναι αξιακά φορτισμένη, κανονιστική έννοια που συγκροτείται, σε κάθε περίπτωση, ως πλοκή σφαλμάτων που παραβιάζουν τους κανόνες οι οποίοι διαμορφώνουν το περιεχόμενο του φυσιολογικού στη δεδομένη περίσταση. Αναλυτικότερα βλ. Πεφάνης Παναγιώτης Ο Διαγνωστικός Συλλογισμός ως Επιστημονική Ανακάλυψη. Διδακτορική διατριβή ΕΜΠ 2000 κεφ. 4.
³⁰ Τα όσα επιγραμματικά εκτίθενται στη συνέχεια πρέπει να αντιμετωπιστούν ως περίγραμμα γενικών σκέψεων για το πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί η διαλεκτική του σφάλματος ώστε να περιγραφούν όψεις του γίγνεσθαι μιας επιστήμης. Στη φιλοσοφία της επιστήμης έχει αναπτυχθεί ένας έντονος όσο και ευρύς διάλογος για την έννοια του σφάλματος και τη σχέση του με τις πρακτικές της επιστήμης. Για του λόγου το αληθές, απλά αναφέρω μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές προσεγγίσεις όπου το σφάλμα, με διάφορες νοηματικές παραλλαγές, διαδραματίζει καίριο ρόλο: α) τη διαψευσιοκρατία του Popper, στην οποία το σφάλμα ανατρέπει τη θεωρία, β) την επιστημονική επανάσταση ως αλλαγή Παραδείγματος του Kuhn, στην οποία το σφάλμα είναι κίνητρο για την αλλαγή αυτή, γ) την εναλλαγή ερευνητικών προγραμμάτων του Lakatos, με το σφάλμα να υποκαθορίζει, ανάλογα με το πού εντοπίζεται, τη μοίρα του ερευνητικού προγράμματος. Για μια εμβριθή και συστηματική διερεύνηση του ρόλου του σφάλματος στην ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης στις πειραματικές επιστήμες βλ. Mayo D. Error and the Growth of Experimental Knowledge. University of Chicago Press, Chicago 1996, όπου εκτίθεται αναλυτική βιβλιογραφία.
³¹ Κουζέλης Γ. ό.π., 441
³² ό.π.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.