Βασίλης Μποζίκας 

σύναψις 02 [2005]

Ολίγα τινά ... περί του καπνίσματος των ψυχικά πασχόντων

Αποκαταστάθηκε η γραμματοσειρά και η μορφοποίηση του κειμένου. Αφαιρέθηκαν τα σπασίματα λέξεων, τα περιττά κενά και οι λανθασμένες αλλαγές γραμμών, ενώ διατηρήθηκε πλήρως η επιστημονική ορολογία, η δομή και οι παραπομπές.

  1. Κατά την τελευταία δεκαετία η έρευνα σχετικά με το κάπνισμα και τη νικοτίνη έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα σε όγκο αλλά και σε στόχους που αφορούν πεδία τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όσο η μοριακή βιολογία και η δημόσια υγεία. Το φαινόμενο περιγράφεται από τους Perkins και συν.¹ ως εάν να πρόκειται για μια «διήγηση» που αναφέρεται σε «δύο» δρόμους:

    • α) τη νικοτίνη ως βασικό κλειδί σε ένα μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας,

    • β) τη νικοτίνη ως ένα κλασικό ερευνητικό εργαλείο στο πεδίο της φυσιολογίας και της φαρμακολογίας.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η δεύτερη εκδοχή παραμένει πάντοτε ενεργός και εξελισσόμενη, ενώ η πρώτη και συμφυής με τη χρήση της εκδοχή εμφανίζεται με εξάρσεις και υφέσεις στην ιστορική της διαδρομή. Ας σημειωθεί ότι οι εξάρσεις υπήρξαν ιδιαίτερα σημαντικές τα τελευταία χρόνια. Αποτελούν πλέον ένα ευρύτατο πεδίο εντός του οποίου διατυπώνονται οι αναγκαίες πολιτικές και εκδηλώνονται πρόσφορες αλλά και υπερβολικές δράσεις, που αποσκοπούν στη διακοπή ή τον περιορισμό του καπνίσματος, αντλώντας δεδομένα από τη βιολογία και την ιατρική, την ψυχολογία και την ψυχιατρική, την κοινωνιολογία και την εθνολογία.

  1. «Φαρμακολογικό νυστέρι», λοιπόν, από τη μια, η νικοτίνη, που επέτρεψε στον Henri Dale να διαφοροποιήσει το 1914 τους χολινεργικούς υποδοχείς σε μουσκαρινικούς και νικοτινικούς,² κι από την άλλη, βασικός «στόχος» σήμερα όλων των πολιτικών για τη βελτίωση της δημόσιας υγείας. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στη τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα κυκλοφόρησαν και δύο εξειδικευμένα περιοδικά, το Tobacco Control (από το 1996), πρωτοπόρο στον αγώνα κατά του καπνίσματος, και το Nicotine and Tobacco Research (από το 1999), ένα forum για τη συζήτηση των αποτελεσμάτων της σχετικής έρευνας.

  2. Όλα τα σύγχρονα δεδομένα συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι είναι ιδιαίτερα αυξημένος ο αριθμός των καπνιστών μεταξύ των ψυχικά ασθενών, ιδιαίτερα μεταξύ των σχιζοφρενών. Έχουν διατυπωθεί διάφορες ερμηνείες για τον αυξημένο επιπολασμό του καπνίσματος στους σχιζοφρενείς. Υποστηρίχθηκε η ύπαρξη μιας βιολογικής σχέσης του καπνίσματος και της σχιζοφρένειας. Μια άλλη θεωρείται πως αφορά στην τροποποίηση που το κάπνισμα ασκεί στα συμπτώματα της νόσου ή στις ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιψυχωσικών φαρμάκων και στην προσπάθεια των ασθενών να μετριάζουν τις επιπτώσεις τους.

Παράλληλα, διαπιστώθηκε η επαγωγική δράση του καπνού στον ηπατικό μεταβολισμό διαφόρων φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών ψυχοφαρμάκων. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η γνώση ότι η ιδιότητα αυτή του καπνού μπορεί να συμβάλλει στη μη επίτευξη θεραπευτικού αποτελέσματος, παρά τη χορήγηση επαρκών δόσεων του φαρμάκου, αλλά και στον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών κατά τον περιορισμό ή διακοπή του καπνίσματος.³

  1. Το κάπνισμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για νοσήματα με αυξημένη θνητότητα (π.χ. καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνοι κ.ά.). Είναι γνωστό, επίσης, ότι η θνητότητα από φυσικά αίτια είναι ιδιαίτερα αυξημένη στους ψυχικά ασθενείς γενικώς, αλλά και στους σχιζοφρενείς ιδιαίτερα. Η προσπάθεια επιβολής αντικαπνιστικών κανόνων στα ψυχιατρικά νοσοκομεία, από τη δεκαετία του 1980, παρά τα θετικά αποτελέσματα που είχε, δεν ήταν άμοιρη προβλημάτων αλλά και προβληματισμών για το «δικαίωμα» των ψυχικά αρρώστων στο κάπνισμα ή σχετικά με την κοινωνική διάσταση του καπνίσματος μεταξύ των χρόνιων αρρώστων.

Το κάπνισμα αποτελεί μια συνιστώσα της ζωής στο Ίδρυμα, όντας και ένα σύστημα ανάλυσης των διαπροσωπικών σχέσεων που αναπτύσσονται εκεί: κάποιες φορές οι καπνιστικές συναλλαγές αποτελούν ένα ολόκληρο υποσύστημα στις νοσηλευτικές φροντίδες, ένα σύστημα πέρα από τα συνήθη, όπου το κάπνισμα γίνεται ο προνομιακός διαμεσολαβητής στην ανάπτυξη των σχέσεων, εξού και η ανοχή, αν όχι η ενθάρρυνση του καπνίσματος, τουλάχιστον παλιότερα, από τους καπνιστές γιατρούς και νοσηλευτές. Ως προς την προσπάθεια περιορισμού ή διακοπής του καπνίσματος σε ασθενείς που δυσκολεύονται ακόμη και να ελαττώσουν το κάπνισμα, όπως είναι οι νοσηλευόμενοι σχιζοφρενείς, απαιτείται κατ’ αρχάς η σαφής οριοθέτηση των χώρων της απαγόρευσης και η συνεπής εφαρμογή ενός προγράμματος που όχι μόνο απαγορεύει αλλά και παρέχει εναλλακτικές λύσεις, όπως η διαμόρφωση ιδιαίτερου χώρου για καπνιστήριο.⁴

Σημειώσεις

  • Perkins KA, Benowitz N, Henningfield J, Newhouse P, Pomerleau O, Swan G. Society for research on nicotine and tobacco. Addiction 1996, 91:129-144.

  • Jean-Claude Dupont. Histoire de la neurotransmission. Paris, PUF 1999, 53.

  • Bozikas V, Niopas I, Papakosta M, Kafantari A, Karavatos A, Mirtsou-Fidani V. Smoking Impact on CYP1A2 Activity in a Group of Patients With Schizophrenia. European Neuropsychopharmacology, 2004, 14, 39-44.

  • Μποζίκας Β, Καφαντάρη Α, Ανδρέου Χρ, Ονσούνογλου Ι, Καράβατος Α. Πρόγραμμα περιορισμού-διακοπής του καπνίσματος σε ψυχιατρικό τμήμα μακράς νοσηλείας…

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.