Ελένη Τζαβάρα
Ψυχολόγος-Ψυχαναλύτρια.
Εργάζεται στην Αθήνα

σύναψις 01a [2005]

Ο λόγος δόθηκε στους ψυχαναλυτές για να τον χρησιμοποιούν ψυχαναλυτικά ή Περί του καλού συγκερασμού σιωπής, στίξης, ερμηνείας και συνάρμοσης

Η συσσωρευμένη ορμή δύο επαναστάσεων, του μαρξισμού και της ψυχανάλυσης, θα είναι η κινητήρια δύναμη της πένας του Andre Breton στο Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, όταν θα γράψει: «Ο λόγος, η γλώσσα, δόθηκε στον άνθρωπο για να τον χρησιμοποιεί υπερρεαλιστικά». Παραφθορά αυτής της ρήσης είναι η πρώτη εκδοχή του τίτλου, που αυθόρμητα έδωσα, όταν ο Θανάσης ο Καράβατος με κάλεσε να βρεθώ μαζί σας, κάνοντάς μου την τιμή να περιληφθεί η ομιλία μου σε αυτό το τραπέζι στη μνήμη του Μάριου Μαρκίδη.

θα έπρεπε να απολογηθώ στο Μάριο Μαρκίδη, αν ήταν παρών, για αυτή την παραφθορά, θα ήταν περισσότερο σύμφωνος, νομίζω, με έναν τίτλο που θα σεβόταν το «υπερρεαλιστικά», δηλαδή αν ο τίτλος ήταν «Ο λόγος δόθηκε στους ψυχαναλυτές για να τον χρησιμοποιούν υπερρεαλιστικά» ή έστω ποιητικά.

Αυτή όμως είναι η μοίρα μας, ημών των επιζώντων, αφού ζούμε ακόμη, ενώ οι φίλοι μας ήδη έχουν αρχίσει να μας αφήνουν· αυτή είναι η μοίρα μας, να προχωρούμε παρόντες στην απουσία τους, μόνοι μας, δίνοντας το δικαίωμα στον εαυτό μας, στην προσπάθεια να συνεχισθεί ο διάλογος που τόσο πολύ θα θέλαμε να συνεχιζόταν μαζί τους, να τους ερμηνεύουμε, να υποθέτουμε αυτό που θα έλεγαν. Συνεχίζω, λοιπόν, σήμερα με ζωντανή τη μνήμη του, από εκεί που είχα μείνει εδώ και μερικά χρόνια, την τελευταία φορά που τα λόγια μας διασταυρώθηκαν σε συνάντηση που είχαν οργανώσει φίλοι γλωσσολόγοι.1

Σε ένα πρόσφατο άρθρο μου του 2003, στο περιοδικό Εκ των Υστέρων, με τίτλο «Από τις φροϋδικές νουβέλες στη λακανική άλγεβρα», επεχείρησα ένα βήμα πιο πέρα ως προς αυτά που επεξεργαζόμουν τότε. Κατέληγα, λοιπόν, λέγοντας ότι «για μας σήμερα, στο πεδίο της ψυχανάλυσης, παραμένει το ερώτημα που αφορά στη χρήση της γλώσσας στην καθημερινή μας κλινική πρακτική και τις όποιες προσπάθειες καταγραφής της θεωρητικής γραφής».2

Για σήμερα, θα αφήσουμε κατά μέρος το θέμα της γραφής, του κειμένου της θεωρίας, της θεωρητικής επεξεργασίας ή απλώς και μόνο της καταγραφής της κλινικής εμπειρίας. Θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε κάποιες διευκρινίσεις που θα μας προχωρούσαν κάπως στην κατανόησή μας σχετικά με την παρέμβαση του ψυχαναλυτή, με τη χρήση που οφείλει να κάνει του μόνου εργαλείου που διαθέτει, εκτός από την παρουσία του και το ψυχαναλυτικό πλαίσιο, του λόγου.

Για τον Φρόυντ, από την αρχή, από το πρώτο του κείμενο, του 1890, πριν ακόμη δημοσιεύσει τις Μελέτες για την Υστερία (1893,1895), μέχρι το τέλος ήταν σαφές ότι το μόνο εργαλείο, αλλά ισχυρό εργαλείο, που διαθέτει η Ψυχανάλυση είναι τα λόγια, οι λέξεις, ο Λόγος. «Οι λέξεις αποτελούν το ουσιαστικό εργαλείο της ψυχικής θεραπείας», γράφει το 1890.3 «Δεν συμβαίνει τίποτε άλλο, θα γράψει το 1926, ανάμεσα στον αναλυτή και τον αναλυόμενο, μόνο αυτό: μιλάνε… Δεν είναι ένα ισχυρό εργαλείο (ο λόγος), το μέσον δια του οποίου αποκαλύπτουμε ο ένας στον άλλο τα συναισθήματά μας, ο δρόμος μέσω του οποίου επιδρούμε πάνω στον άλλο; Λόγια μπορούν να κάνουν ανείπωτο καλό ή να γίνουν αιτία τρομερών πληγών».4

Το 1937, δύο χρόνια πριν το θάνατό του, ο Φρόυντ γράφει ένα κείμενο σημαντικό, καθώς εισάγει την έννοια της Konstruktion.5 Έρχεται να συμπληρώσει την παρουσίαση της αναλυτικής εργασίας, εστιάζοντας αυτή τη φορά τη μελέτη του στα λόγια του ψυχαναλυτή. Ο ψυχαναλυόμενος καλείται να πει ό,τι του περνάει από το νου, «ποια είναι όμως η αποστολή του αναλυτή;» Ο ψυχαναλυτής καλείται παράλληλα με τις ερμηνείες που αφορούν μεμονωμένα στοιχεία, να εκθέτει, να προσφέρει εκτενέστερες διηγήσεις που καλύπτουν «μέρη της ξεχασμένης προϊστορίας», καθώς το ζητούμενο είναι να αρθεί η παιδική αμνησία και να αποκτηθεί «μία αξιόπιστη πλήρης εικόνα των ξεχασμένων χρόνων της ζωής του ασθενούς». Ο ψυχαναλυόμενος, λέει ο Φρόυντ, «πρέπει να θυμηθεί ορισμένα βιώματα (Erlebnisse) και τα συναισθήματα (Affektregungen) που αυτά του προκάλεσαν», και ο αναλυτής «πρέπει να μαντέψει το ξεχασμένο υλικό από τα σημάδια που άφησε πίσω του ή πιο σωστά να το κατασκευάσει». Έτσι, με τη «συμπλήρωση (Ergan-zung) και τη συναρμολόγηση (Zusamnnen-fijgung) των σωζόμενων υπολειμμάτων» ο ψυχαναλυτής προτείνει κατασκευές, όπως: «έως το νιοστό έτος της ηλικίας σας θεωρούσατε τον εαυτό σας μοναδικό και κάτοχο χωρίς περιορισμούς της μητέρας σας. Τότε γεννήθηκε δεύτερο παιδί, μια βαθιά απογοήτευση για σας. Η μητέρα σας, σας εγκατέλειψε για ένα διάστημα, αλλά και αργότερα δεν ήταν αφοσιωμένη σε σας. Τα συναισθήματά σας για την μητέρα έγιναν αμφιθυμικά, ο πατέρας σας απέκτησε άλλη σημασία για σας» (σελ. 6).

Jacques Lacan, 1901-1981
Jacques Lacan, 1901-1981

Στο κείμενο αυτό, λοιπόν, επισημαίνονται δύο προβλήματα. Το πρώτο «πρέπει να εξετασθεί ιδιαίτερα και να εξηγηθεί». Βρισκόμαστε μπρος σε κάτι που «παραμένει ένα θέμα για μεταγενέστερη έρευνα: κάτω από ποιες συνθήκες και πώς είναι δυνατό, ενώ η κατασκευή του αναλυτή δεν κινητοποιεί πάντα την ανάμνηση του ξεχασμένου απωθημένου υλικού, παρόλα αυτά, αυτό το «φαινομενικά ατελές υποκατάστατο να έχει πλήρη θεραπευτική επίδραση;». Το δεύτερο σημείο-πρόβλημα ανήκει και αυτό στο χώρο του αγνώστου και είμαστε υποχρεωμένοι να συνδιαλεγόμαστε με αυτό το άγνωστο και ας προσκρούουμε σε αυτό: «το ψυχικό αντικείμενο είναι (εξαιρετικά) πολύπλοκο και […] οι γνώσεις με τις οποίες είμαστε εξοπλισμένοι δεν επαρκούν για αυτό που οφείλουμε να βρούμε, καθώς η εσωτερική δομή του (intime Struktur) κρύβει ακόμη πολλά μυστικά».

Ο Λακάν, ενδελεχής και πιστός σχολιαστής του Φρόυντ, θα αναδείξει στη δεκαετία του ’50 την φροϋδική στόχευση της αναμνημόνευσης, εισάγοντας τα σημαίνοντα της ιστορίας και της ιστορικοποίησης και θα αποδώσει στη γλώσσα την υπόσταση του υλικού σώματος. «Το ουσιαστικό δομικό στοιχείο της αναλυτικής προόδου είναι η συνολική ανασύνθεση της ιστορίας του υποκειμένου… Η ιστορία όμως δεν είναι το παρελθόν. Η ιστορία είναι το παρελθόν στο βαθμό που εξιστορείται στο παρόν, γιατί έχει βιωθεί στο παρελθόν. […] Αυτή η παρούσα σύνθεση του παρελθόντος που ονομάζουμε ιστορία είναι το κέντρο βάρους του υποκειμένου».6 «Η ομιλία είναι όντως ένα δώρο του λόγου και ο λόγος δεν είναι άυλος. Είναι σώμα λεπτοφυές (ευφυές, οξύ, διεισδυτικό), αλλά είναι σώμα».7

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν ο Λακάν, με την επιστροφή του στο Φρόυντ, ξαναδιαβάζοντας τα κείμενα της πρώτης περιόδου -πριν δηλαδή από τη διατύπωση του 1923, όπου ο Φρόυντ εισάγει τη διάκριση μεταξύ Αυτό, Εγώ και Υπερεγώ- θα υποστηρίξει την επανεστίαση του ψυχαναλυτικού διαβήματος σε αυτό που θεωρεί το ουσιαστικό στοιχείο της ψυχαναλυτικής ανακάλυψης, την άλλη σκηνή, το Αυτό. Στόχος της ψυχαναλυτικής εργασίας δεν είναι ούτε η ενδυνάμωση του Εγώ, ούτε και ο ψυχαναλυτής καλείται να συνδιαλλαγεί με το Εγώ, το ταλαίπωρο άλλωστε Εγώ, όπως το χαρακτήριζε ο Φρόυντ. Ο ψυχαναλυτής οφείλει να ακούσει αυτό που μιλά: _α parle. Οφείλει να ακούσει το λόγο του Ασυνειδήτου, γιατί το ασυνείδητο δεν είναι εν τω βάθει. Άσχετα αν ο Φρόυντ με αφετηρία τη μορφολογία του νευρικού συστήματος χρησιμοποιούσε τη διάκριση περιφέρεια/ επαφή με τον έξω κόσμο- κέντρο/εσωτερικό και έτσι μεταφορικά μιλούσε για Ψυχολογία του Βάθους. Το Ασυνείδητο, λοιπόν, όντας έτσι κι αλλιώς άγνωστο και απροσπέλαστο, μόνον μέσα από τα μορφώματά του, το σύμπτωμα, το λεκτικό γλίστρημα, το όνειρο, μέσα από ό,τι δηλώνεται στα λόγια του αναλυομένου -ανατρέποντας και τορπιλίζοντας τις συνειδητές του προθέσεις- γίνεται προσβάσιμο.

*

Ο Λακάν, υιοθετώντας τις θεωρητικές προκείμενες και τη μεθοδολογία του Levi-Strauss, έτσι όπως ο γάλλος ανθρωπολόγος τις δοκίμασε στην ανάλυση των μύθων,8 θα στραφεί όλο και περισσότερο στις συνειρμικές διασυνδέσεις του ψυχαναλυομένου μεταξύ σημαινόντων, επιβάλλοντας συγχρόνως στον ψυχαναλυτή όχι μόνον τη φροϋδική ουδετερότητα, αλλά και μια εξαιρετικά φειδωλή διαχείριση των λόγων. Δουλειά του ψυχαναλυτή δεν είναι να καταλάβει, ούτε χρειάζεται να βιασθεί να καταλάβει, αφού ξέρουμε ότι οι άμυνες του αναλυόμενου είναι εκεί για να ακυρώσουν και να καταστήσουν ανενεργό κάθε άκαιρη ερμηνεία. Ο ψυχαναλυτής οφείλει να σιωπά και έτσι να αφήνει αναπάντητο το ερώτημα του αναλυόμενου, κινητήρια δύναμη της ψυχανάλυσης, «τι θέλει από μένα;». Παρεμβαίνει επαναλαμβάνοντας μία λέξη, απλά ή ερωτηματικά. Μπορεί να διακόψει τη συνεδρία ακόμη και στα μέσα μιας φράσης, εφόσον κρίνει ότι η τομή, εγκαθιστώντας μια άλλη στίξη από αυτή του κοινού λόγου, δρα ερμηνευτικά για τον αναλυόμενο.

Έτσι στις δεκαετίες ’60 και 70, στον γαλλικό χώρο, θα ατονήσει γενικά η αναφορά στο φροϋδικό δίπολο Ερμηνεία-Κατασκευή (Deutung- Konstruktion). Θεωρήθηκε ότι μια κατασκευή, σαν αυτή στο παράδειγμα του Φρόυντ, δεν θα ωφελούσε καθόλου στην πρόοδο μιας ψυχανάλυσης, καθώς το φροϋδικό παραμύθι του οιδιπόδειου ήταν γνωστό σε όλους. Είχε αφομοιωθεί εν πολλοίς στα εκφερόμενα της κοινωνίας μας σχετικά με τα συναισθήματα (ζήλια, αμφιθυμία, αντιπαλότητα) μεταξύ των πρωταγωνιστών του οιδιπόδειου δράματος και ως εκ τούτου αυτή η ίδια η ψυχαναλυτική γνώση είχε τροφοδοτήσει τις άμυνες στη νέα γενιά των μεταφροϋδικών υποψηφίων για ψυχανάλυση.

Θα αναπτυχθεί, ωστόσο, μία ένταση και μια διάσταση ανάμεσα στους υποστηρικτές μιας φροϋδικής κλασικής τεχνικής, που δεν εξοβελίζει τις κατασκευές, δηλαδή τις παρεμβάσεις αφηγηματικού τύπου, και της λακανικής τεχνικής, όπου οι ερμηνείες θα είναι λιγοστές και κατά κύριο λόγο διατυπωμένες ελλειπτικά και με υπαινικτικό τρόπο.

Απόρριψη του αφηγήματος, λοιπόν, στο βαθμό που κινητοποιεί την σκηνικότητα, αυτό που ο Φρόυντ ονομάζει Darstellung, και που βρίσκεται σε άμεση σχέση με τη νοητική δραστηριότητα της εικονοποίησης και ως εκ τούτου παραπέμπει στο Εικονικό-φαντασιακό, το Imaginaire -εξοβελιστέο και αυτό για τον Λακάν, εφόσον η στόχευση της Ψυχανάλυσης δεν μπορεί παρά να είναι το Συμβολικό.

Εν τέλει, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι οι υπερρεαλιστικές νεανικές καταβολές του Λακάν, συναντώντας τον λεβιστρωσσιανό κατακερματισμό του αφηγήματος, θα μεταφέρουν από το πεδίο της λογοτεχνίας στο πεδίο της κλινικής πρακτικής την αντίθεση ανάμεσα σε ποίηση και μυθιστόρημα.

Η ομάδα των υπερρεαλιστών είχε συσπειρωθεί με άξονα ένα είδος ηθικής και αισθητικής προσταγής, τη βαθιά αναζήτηση ενός «υπέρτατου σημείου», του υπερρεαλιστικού, που είναι η σύνθεση του πραγματικού (reel) και του μη πραγματικού (irreel), κινητοποιώντας την αληθινή ανθρώπινη πνοή που δεν είναι άλλη από την ποίηση. «Ας κάνουμε μόνο τον κόπο να ασκήσουμε την ποίηση» γράφει ο Breton στο Μανιφέστο. Δεν πρόκειται εδώ απλά για την αυτόματη γραφή, αλλά για την προσέγγιση «όλο και πιο καθαρά αυτού που υφαίνεται ερήμην του ανθρώπου στα βάθη του πνεύματός του».9 Ελευθερία, έρωτας, ποίηση ήταν η σταθερή επιταγή των υπερρεαλιστών αποπέμποντας κάθε επιβεβλημένη περιοριστική τάξη: της λογικής, της αστικής κοινωνίας, των περιορισμών που εμποδίζουν την άμεση επικοινωνία με ό,τι πιο πηγαίο και πραγματικό αλλά και άγνωστο υπάρχει μέσα μας. Έτσι, η κλασική μυθιστορηματική γραφή γίνεται πολλαπλά στόχος της ανατρεπτικής κριτικής των υπερρεαλιστών, οι οποίοι θεωρούν ότι το μυθιστόρημα βρίσκεται στον αντίποδα του υπερρεαλιστικού διαβήματος: «το ένα είναι αλήθεια και ελευθερία, το άλλο τέχνασμα και εξαναγκασμός».10 Τέχνασμα το μυθιστόρημα, καθώς ο συγγραφέας οφείλει να κατασκευάσει έναν ήρωα και ένα αφήγημα τα οποία αμφότερα δεσμεύονται από μια συγκεκριμένη αιτιότητα και τελεολογία, όπου «όλες οι πράξεις και οι αντιδράσεις προβλέπονται θαυμάσια».

Να λοιπόν ποιο είναι το νόημα της ρήσης «ο λόγος δόθηκε στον άνθρωπο για να τον χρησιμοποιήσει υπερρεαλιστικά».

Βέβαια, στη δεκαετία του ’20 ήταν σχεδόν αυτονόητο ότι η λογοτεχνική γραφή θα επεδίωκε να απαλλαγεί από τρόπους προγενέστερων καιρών που την βάραιναν, όπως παραδείγματος χάρη η περιγραφή. Οι υπερρεαλιστές χλεύαζαν ακόμη και τον Ντοστογιέφσκι για τις περιγραφές του. Η στάση αυτή ήταν απόλυτα θεμιτή στο βαθμό που ήδη είχαν περάσει πάνω από ογδόντα χρόνια από τότε που η τεχνολογία επέτρεψε την «πιστή» αποτύπωση της πραγματικότητας με την ανακάλυψη της φωτογραφίας.11 Άλλωστε αυτή η τέχνη με τη δυνατότητα που είχε να καθηλώνει το φευγαλέο, αποκαλύπτοντας αθέατες όψεις της πραγματικότητας, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στο περιβάλλον των υπερρεαλιστών.

Πώς τίθεται όμως σήμερα για μας τους ψυχαναλυτές στην κλινική μας πρακτική το θέμα;

Ξέρουμε, λοιπόν, στο εκ των υστέρων της λακανικής προσέγγισης, της οποίας άλλωστε η αποτίμηση μένει να γίνει πέρα από κάθε σύνδρομο προσχώρησης οπαδού, ξέρουμε, ότι τα αρχικά ερωτήματα του Φρόυντ όχι μόνον παραμένουν, δηλαδή αποτελούν ακόμη σήμερα «υλικό για περαιτέρω έρευνα» (das bleibt ein Stoff fijr spatere Forschung), αλλά, κατά τη γνώμη μου, οφείλουμε να προσθέσουμε ακόμη ένα.

Αν, όπως είπαμε και προηγουμένως, ο Φρόυντ το 1937 καταθέτει δύο «άγνωστα», πρώτον την άγνοιά του ως προς το πώς μια κατασκευή που τελικά είναι ένα ατελές υποκατάστατο έχει θεραπευτική επίδραση, καθώς και την άγνοιά του ως προς την «εσωτερική δομή του ψυχικού αντικειμένου», ο άγνωστος X τον οποίο σήμερα είμαστε σε θέση να τον αναγνωρίσουμε ως τέτοιο και που συνδέεται άμεσα με τους δύο προηγούμενους, είναι η ουσιαστική και πλήρης άγνοιά μας σχετικά με την intime φύση της γλώσσας. Έχει δίκιο ο Λακάν όταν λέει ότι η γλώσσα δεν είναι άυλη, αλλά είναι σώμα διεισδυτικό, λεπτοφυές, ευφυές, οξύ -για να χρησιμοποιήσουμε όλο το σημασιολογικό φάσμα της γαλλικής λέξης subtil. Όμως δεν ξέρουμε τίποτα για αυτήν την υλικότητα. Έχουμε, βέβαια, την εμπειρία των επιπτώσεών της. Γιατί έχουμε νοιώσει όλοι στο πετσί μας είτε το χάδι της, το «ανείπωτο καλό» από τα καλά λόγια, είτε το ράπισμά της που ανοίγει «τρομερές πληγές».

Δεν ξέρουμε τίποτα, ξέρουμε όμως κάτι περισσότερο από αυτά που ο Φρόυντ διέθετε όταν έγραφε το 1891 το δοκίμιο για τις Αφασίες)12

Η θεώρηση της γλώσσας ως συστήματος με τις συνακόλουθες διακρίσεις μεταξύ σημαίνοντος-σημαινόμενου, μεταξύ γλώσσας, λόγου και ομιλίας και η εστίαση στη δημιουργικότητα της γλωσσικής παραγωγής, χάρη στην ύπαρξη των μετασχηματιστικών νόμων που διέπουν τη σύνταξη, θα έρθουν να φωτίσουν αυτό που ο γάλλος γλωσσολόγος Emile Benveniste ονομάζει διπλή σημειότητα (Double significance).13 Η πρωτοκαθεδρία της γλώσσας ως σημαίνοντος συστήματος, ερμηνευτή όλων των σημαινόντων συστημάτων, οφείλεται στο ότι η γλώσσα συνδυάζει δύο ξεχωριστούς τρόπους σημειότητας: τη σημειωτική (semiotique) και τη σημασιολογική (semantique). Η σημειότητα της γλώσσας αρθρώνεται σε δύο διαστάσεις: τη διάσταση του σημείου και τη διάσταση του ρηματικού λόγου (discours). Το προνόμιο της γλώσσας είναι ότι περιλαμβάνει τη σημειότητα των σημείων και ταυτόχρονα τη σημειότητα της εκφώνησης. Στην πρώτη διάσταση τίθεται το θέμα της αναγνώρισης, στη δεύτερη της κατανόησης, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτή η διπλή σημειότητα καθιστά το λόγο σώμα ευφυές. Σε αυτά τα δύο επίπεδα άλλωστε θα μπορούσαμε να αντιστοιχίσουμε και τη φροϋδική διάκριση ανάμεσα σε ερμηνεία και κατασκευή. Μένει όμως να συμπληρώσουμε ένα τρίτο στοιχείο που θα εξηγούσε γιατί η γλώσσα είναι διεισδυτική, οξεία.

Για αυτό το τρίτο στοιχείο θα παραπέμψω μόνον, λόγω του περιορισμένου χρόνου, στις πρόσφατες μελέτες Ελλήνων γλωσσολόγων, του Τάσου Χρηστίδη και της Μαρίας θεοδωροπούλου, που αναδεικνύουν με τρόπο εξαιρετικά σαφή, πειστικό, για όσους είναι δύσπιστοι, τον δεικτικό, βιωματικό ιστό της γλώσσας, έτσι όπως εκδηλώνεται στη μεταφορά.14

Εβδομήντα χρόνια μετά το κείμενο του Φρόυντ για τις κατασκευές, ποια θα ήταν σήμερα η απάντηση στο φροϋδικό ερώτημα: «ποια είναι η αποστολή του αναλυτή»; Αν σήμερα γράφαμε ένα νέο εγχειρίδιο για την ψυχαναλυτική τεχνική με κεντρικό θεωρητικό άξονα την αναφορά στη γλώσσα και στη χρήση της από τη μεριά του ψυχαναλυτή, πιστεύω ότι ο τίτλος του θα όφειλε να είναι «Περί του καλού συγκερασμού σιωπής, στίξης, ερμηνείας και συνάρμοσης»15

Ο ψυχαναλυτής, με βάση αυτά που ακούει και αυτά που ξέρει, οφείλει για κάθε περίπτωση και σε κάθε στιγμή της συνεδρίας να αποφασίζει μεταξύ αυτών των τεσσάρων δυνατοτήτων, αρκεί να μη φοβάται ούτε τη σιωπή, ούτε το αφήγημα. Στην άσκηση αυτής της συγκεκριμένης Τέχνης (bestimmte Kunst), όπως έλεγε ο Φρόυντ, που είναι η Ψυχανάλυση, η κατάθεση της «νοητικής εργασίας» του ψυχαναλυτή, με τη μορφή ερμηνειών ή συναρμόσεων, θα επιτρέψει στον αναλυόμενο, χάρη στην κοινή τους αναφορά στην «Αγάπη για Αλήθεια» (Wahrheitsliebe) που τους ενώνει (τον ψυχαναλυτή και τον αναλυόμενο), να ανακτήσει χαμένα κομμάτια της ιστορίας του, να αποκαταστήσει παραφθορές των αρχείων της μνήμης, να ερμηνεύσει αινιγματικά συμβάντα και συμπεριφορές δικές του ή και των άλλων πρωταγωνιστών της ιστορίας του, να εγκαταλείψει μύθους φτιαγμένους με παραμορφωμένα από την ασυνείδητη επιθυμία υλικά, να ξαναγράψει την ιστορία του, για να συνεχίσει σε ένα ανυποθήκευτο μέλλον.

Σημειώσεις

  1. Η συνάντηση έγινε το Μάιο του 1997 και οι εισηγήσεις δημοσιεύθηκαν στο συλλογικό τόμο, Κατή, Δ., Κονδύλη, Μ. και Νικηφορίδου Κ. (επιμ.). Γλώσσα και Νόηση, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1999.
  2. Τζαβάρα, Ε., Από τις φροϋδικές νουβέλες στη λακανική άλγεβρα. Εκ των Υστέρων, 2003,10, 67-86.
  3. Freud, S. (1890), Traitement psychique (traitement de I’ame), στο: Freud (1890- 1920), Resultats, idees, problemes, Paris, PUF, 1984, 1-23.
  4. Freud, S. (1926), La question de I’analyse profane, Paris, Gallimard, 1985, 34.
  5. Freud, S. (1937), Κατασκευές στην Ψυχανάλυση, στο Εκ των Υστέρων^997, 1, 5- 16.
  6. Lacan, J. (1953-1954), Le seminaire, livre I. Les ecrits techniques de Freud, Paris, Seuil, 1975,19
  7. Lacan, J. (1953), Fonction et champ de la parole et du langage en psychanalyse, στοEcrits, Paris, Seuil, 1966, 301.
  8. Levi-Strauss Cl (1955), La structure des mythes, στοAnthropoiogie Structural, Paris, Plon, 1958, 227-255.
  9. Breton A. Manifestedusurrealisme, Paris, Idees, 1963, 118, όπου δημοσιεύονται το πρώτο και δεύτερο Μανιφέστο (1924,1930).
  10. Βλ. Dictionnaire general du surrealisme et de ses environs, (dir. A. Biro & R. Passeron), Paris, PUF, 1982, στο λήμμα Roman, 367.
  11. Valery P. (1939), Centenaire de la photographie, στοVues, Paris, Le Table Ronde, 1994, 365-375.
  12. Freud S. Για την Ερμηνεία των Αφασιών (1891). Μτφ Α. Πάταγα, Κ. Πάταγα, Εισαγωγικά Κείμενα Κώστα Πάταγα, Θανάση Καράβατου και Θανάση Τζαβάρα. Εξάντας/Τρίαψις Λόγος 2002
  13. Benveniste Ε. (1969). Semiologie de Ια langue, στοProblemes de linguistique generate, 2, Paris, Gallimard (tel), 1974, 43-66.
  14. Χρηστίδης A. Όψεις της γλώσσας, Νήσος/Επιχειρήματα, Αθήνα, 2002 και θεοδωροπούλου Μ. Στα γλωσσικά μονοπάτια του φόβου (ψυχισμός και γλώσσα), Νήσος/Επιχειρήματα, Αθήνα, 2004.
  15. Συνάρμοση είναι ο όρος που προτείνουμε ως μετάφραση του γερμανικού Konstruktion (γαλ. Construction) αντί για τον καθιερωμένο, κατασκευή. Για τους λόγους που δικαιολογούν αυτή την επιλογή, Βλ. το άρθρο μας που παρατίθεται στη σημ. 2.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.