Δημήτρης Ν. Πλουμπίδης
Αν. Καθηγητής Ψυχιατρικής
στο Παν/μιο Αθηνών
σύναψις 01a [2005]
Ο Λογοτέχνης Μιχαήλ Μητσάκης (1863-1916)(1) παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα, καθώς η πορεία της ζωής του άλλαξε ριζικά το 1896, μετά την εκδήλωση σοβαρής ψυχικής νόσου, που τερμάτισε την ιδιότυπη και λαμπρή του παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Άρχισε να γράφει, σε ελεύθερο στίχο, ποιήματα στα γαλλικά ή στα «ελληνο-γαλλικά», που στην πλειοψηφία τους δεν μπορούν να θεωρηθούν παραληρητικά, παρά τη διαρκή παρουσία λογοπαιγνίων ή και νεολογισμών. Τα έγραψε σε ιδιότυπες συνθήκες και εμφανίστηκαν μετά το θάνατό του. Θα αναφερθώ τόσο στο έργο του «υγιούς» Μητσάκη, όσο και σε αυτά τα ποιήματα που έρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο και ανακινούν θεμελιώδη ερωτήματα, σε ό,τι αφορά την απόσταση που χωρίζει την ψυχική πάθηση του συγγραφέα από το έργο του.
Βιογραφικά
Ο Μιχαήλ Μητσάκης μεγάλωσε στη Σπάρτη [1]. Δεύτερος γιος του Αριστείδη Μητσάκη, που αναφέρεται ως καθηγητής και ανώτερος υπάλληλος [4] και της Μαριγώς Γιατράκου (1830-1910), κόρης του Παναγιώτη Γιατράκου [5]. Σε ηλικία 17-18 ετών, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Χωρίς συνέχεια στις σπουδές του, άρχισε να δημοσιεύει τα σύντομα και πυκνά του κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Γνωρίζουμε μόνο ένα μέρος από αυτά τα γραπτά που γράφτηκαν από το 1880 ως το 1894 [7] και μειώθηκαν δραματικά ως το 1896. Διακρίθηκε γράφοντας για την καθημερινή ζωή, τα ήθη των συγχρόνων του, αλλά και λογοτεχνική κριτική. Επίσης, κείμενα «δημοσιογραφικά», σύντομα και διεισδυτικά, με έντονη τη φροντίδα της βαθύτερης προσέγγισης διαμέσου της πολύπλευρης περιγραφής. Βασικά αυτοδίδακτος, με εκπληκτική μνήμη, καταβρόχθιζε βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά στα ελληνικά και τα γαλλικά, κινούμενος με ευχέρεια ανάμεσα στη φιλολογική, την ιστορική αλλά και τη φιλοσοφική παραγωγή των δύο χωρών [2, 4, 6]. Παρά την αρχοντική καταγωγή της μητέρας του (αισθητή στα γραπτά του, μαζί με απόηχους του 1821) ζούσε δύσκολα από την πένα του.
Κίνησε πολύ γρήγορα το λογοτεχνικό ενδιαφέρον των συγχρόνων του, αλλά επίσης πολύ γρήγορα έγινε γνωστός και για την παράξενη συμπεριφορά του που απέπνεε την ιδιοτυπία και τη μοναχικότητά του. Κομψός, μύωψ (που αρνήθηκε τα γυαλιά από φιλαρέσκεια), δεξιοτέχνης του λόγου και των λογοπαιγνίων, εντυπωσίαζε με την καθημερινή πρωινή του γυμναστική και το ντους (χάρη σε ένα σύστημα κρεμαστών δοχείων, δικής του εφεύρεσης) και το ότι μπορούσε να δεχτεί γυμνός τους φίλους του [2, 6]. Βρισκόταν σε διαρκή μετακίνηση, σε περιπάτους, ταξίδια και μετακομίσεις.
Η ιδιορρυθμία του μάλλον δεν επέτρεπε μακροχρόνιες συνεργασίες και αυτό εξηγεί, ίσως, τη μεγάλη διασπορά των κειμένων του σε περιοδικά και εφημερίδες. Το 1894, απαντώντας σε αίτημα του εκδότη του για ένα κείμενο σύντομο, «τηλεγραφικό», του το στέλνει από την Κέρκυρα με τηλεγραφήματα που κόστισαν μια περιουσία. Λίγο αργότερα νοσηλεύτηκε για 15 ημέρες (20/12/1894 – 5/1/1895) στο εκεί ψυχιατρείο.

Ενώ ήταν και ο ίδιος εκδότης, των βραχύβιων εντύπων «Θόρυβος» και «Πρωτεύουσα», το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να εκδώσει βιβλίο, πέρα από ελάχιστα ανεξάρτητα φυλλάδια, αποτέλεσε για αυτόν μεγάλη πηγή απογοήτευσης και, αργότερα, πηγή παθολογικών ιδεών δίωξης και υπονόμευσης από τους φιλολογικούς κύκλους.
Ολοένα και πιο ταραγμένος, επιτέθηκε επικίνδυνα σε γνωστό του, όταν έκανε κάποια παρατήρηση σε κείμενό του [2, 4] με αποτέλεσμα την πρώτη εισαγωγή στο «Δρομοκαΐτειο». Έμεινε εκεί για 5 μήνες (17/4/1896 – 21/9/1896), με τη διάγνωση της «φρενοπάθειας των εκ-φύλων» –ιδέες μεγαλείου, ψυχαναγκαστικές φοβικές κρίσεις και αόριστες ιδέες καταδίωξης [2].
Από το 1896 ως το 1911, προοδευτικά βυθίστηκε στην αρρώστια και την εξαθλίωση. Κατά καιρούς υπήρχαν «φωτεινά διαλείμματα» –δημοσίευσε μόνο ένα κείμενο το 1910 [2]–, αλλά κυρίως περιπλανήσεις, νυκτερινές επισκέψεις σε γραφεία εφημερίδων, όπου του πρόσφεραν ένα κομμάτι ψωμί ή και ένα καναπέ για να ξαπλώσει. Τότε άρχισε να αφήνει τα χαρτιά με τα γαλλικά του ποιήματα, σε γραφεία συναδέλφων, ενώ εξακολουθούσε να επιδίδεται στα λογοπαίγνια.
Έχουμε αρκετές περιγραφές του άρρωστου Μητσάκη, αλλά μία από τις τραγικότερες είναι αυτή του Δ. Π. Ταγκόπουλου:
• «Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια ο Μητσάκης δεν εζούσε πιά. Είχεν αποθάνει πνευματικώς. Το πνεύμα του που κυριολεκτικά σπινθήριζε…ένα πρωί θόλωσε απότομα, θόλωσε βαρειά, όσο που τελειωτικά έσβυσε…Από τότε που έπαθε, απέφευγα να τον συναντήσω. Μια λύπη βαθειά έσφιγγε την ψυχή μου μόλις τον αντίκρυζα και άλλαζα αμέσως δρόμο. Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ μια τραγική μου συνάντηση. Ανέβαινα βράδυ-βράδυ προς το Σύνταγμα, όταν εκεί έξω από του Ζαχαράτου βλέπω τον Μητσάκη και κάτι λούστρους που τονέ σταυρώνανε. Ο Μητσάκης αγριεμένος έλεγε λόγια ασυνάρτητα, έβγαζε άναρθρες κραυγές και μ’ ένα μικρό μπαστουνάκι που κρατούσε, προσπαθούσε να αμυνθεί κατ’ αυτών των λύκων…Έδιωξα τους λούστρους κι’ έφυγα καταλυπημένος, δίχως να σταθώ που με φώναζε για να μ’ ευχαριστήσει. Άλλοτε πάλι, γιατί είχε και φωτεινά διαλείμματα, με αναγνώριζε και με σταματούσε, μα πάλι του ξέφευγα κρυφά, γιατί δεν μπορούσα να τόνε βλέπω….» [6].
Η αμηχανία, ο φόβος απέναντι στην τρέλα (που εξομοιώνεται με πρόωρο θάνατο), περιγράφονται εδώ με ειλικρίνεια, το χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα στον άρρωστο και αυτούς που ήταν το περιβάλλον του, καθώς δεν ξέρουν πώς να φερθούν, ταλαντευόμενοι ανάμεσα στη συμπόνια και την απόρριψη. Στη Γαλλία, το 1840, ο έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική G. de Nerval, έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας σε εφημερίδα που είχε δημοσιεύσει την «πρόωρη νεκρολογία» του [8].
Η δεύτερη νοσηλεία στο «Δρομοκαΐτειο», του εξαθλιωμένου πια Μητσάκη, έγινε στις 8/9/1911, σχεδόν ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας του, με τη διάγνωση της “dementia praecox” (πρωτογενούς άνοιας).
Στο βιβλίο εισαγωγών διαβάζουμε:
• «Ο ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση ελαφράς ψυχοκινητικής διεγέρσεως και παρουσίαζε αδυναμία των λειτουργιών της μνήμης. Βρισκόταν συνεχώς σε ταραχή και ήταν διαρκώς απορροφημένος από την έμμονη ιδέα να δραπετεύσει…και απαντούσε πάντα στη γαλλική γλώσσα στις ερωτήσεις μας…Απ’ ότι μπορούσε κανείς να κρίνει, δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι βρισκόταν σε νοσοκομείο. Και επίμονα επίστευε ότι είχε έλθει…μόνο και μόνο για να παντρευτεί την κυρία που τυχαία είχε ερωτευτεί και η οποία δέχτηκε, τη παρακλήσει των δικών του, να τον συνοδεύσει ως το άσυλο. Δεν συνειδητοποιούσε την παρούσα κατάστασή του και η γενική του συμπεριφορά ήταν παθολογική. Δεν εκφραζόταν με παράφορες ιδέες. Η μόνη κλινική ένδειξη που παρουσίαζε ήταν ότι μέσα στο κελί του, συχνά μονολογούσε…». [2, 9].
Πέθανε από «περιπνευμονία» στις 6/6/1916. Το σχόλιο της «Πατρίδας» είναι εύγλωττο: «Η χθεσινή μελαγχολική πομπή δεν ήτο αναμφιβόλως η κηδεία του… Ειπέτε καλύτερα ότι ήτο μια επιμνημόσυνος δέησις, εις την οποίαν συνέβη τούτο το περίεργον, να έχωμεν μαζί μας και τον νεκρόν» [4]. Μία τέτοια νεκρολογία εξηγεί γιατί τα «τρελά» του ποιήματα στα γαλλικά αγνοήθηκαν από τους περισσότερους των συγχρόνων του.
Δείγματα γραφής του «υγιούς» Μητσάκη
Ο Δ. Π. Ταγκόπουλος, εξέδωσε πρώτος δύο τόμους με τα ελληνικά του κείμενα το 1920 και το 1922. Ο τόμος για τον Μητσάκη, της σειράς «Η πεζογραφική μας παράδοση» των εκδόσεων «Νεφέλης» [6] περιλαμβάνει πολλά από τα κείμενα αυτής της έκδοσης. Στην εισαγωγή του Δ. Π. Ταγκόπουλου εκφράζεται η βαθιά εκτίμηση και ο θαυμασμός του για τον συγγραφέα, ενώ στο απόσπασμα, που ήδη παραθέσαμε, φάνηκε η αμηχανία, αν όχι και οι τύψεις του, απέναντι στον περιφερόμενο τρελό Μητσάκη. Ο Γ. Κατσίμπαλης έσωσε αρκετά από τα χειρόγραφά του και εξέδωσε μία πρώτη βιβλιογραφία του [10]. Ο Μ. Περάνθης, ακολούθησε το 1956 με μια επιλογή από τα ελληνικά του κείμενα [4].
Μερικά αποσπάσματα από έργα του θα μας δώσουν μια γεύση της γραφής του:
Ένας Αθηναίος χρυσοθήρας. (Πρώτη έκδοση 1890, σε ανεξάρτητο τομίδιο) [6].
Περιγράφοντας ένα τύπο της Αθήνας που πίστευε ότι είχε βρει κοιτάσματα χρυσού σε ένα κτήμα του, δίνει μια διεισδυτική περιγραφή των «Λαυριακών».
«Υπήρχαν λοιπόν ακόμη λείψανα του περίεργου εκείνου καιρού… Την έναρξιν… εσημείωσεν η ανόρυξις των μεταλλουργείων του Λαυρίου. Εις ιταλοελληνικήν τινά εταιρείαν κερδοσκόπων, εχόντων φαίνεται και αρχαιολογικάς γνώσεις, είχεν επέλθει κατά το σωτήριον έτος 1869 η αρκετά πρωτότυπος ιδέα ότι τα υπό των αρχαίων συγγραφέων περιγραφόμενα εν Λαυρίω μεταλλεία αργύρου δεν είχαν ίσως ολοσχερώς εξαντληθή υπ’ εκείνων, αφού δε οι νεώτεροι χρόνοι είδαν το έκτακτον φαινόμενον ολοκλήρου λαού, τεθαμμένου τέως ως διαπαντός υπό την δουλείαν, ανισταμένου εκ νεκρών, δεν θα ήτο όλως παράβολος πιθανώς η σκέψις ότι δια καταλλήλου εργασίας θα ηδύνατο ν’ ανευρεθώσι και οι θησαυροί ούς είχεν άλλοτε υπό την γην του κεκρυμμένους…και ήρχισαν να αγοράζουν αφειδώς των χωρικών τα κτήματα. Συγχρόνως έστησαν προχείρως κι’ εργαστήρια τινά και επεχείρησαν ανασκαφάς…. Εις τας Αθήνας έγινε γνωστόν πως εις το Λαύριον εξάγεται ασήμι, ο κόσμος συνεκινήθη ως εικός δια το καινότροπον άγγελμα …Αιφνιδία δίψα πλουτισμού κατέλαβε τα πλήθη, ην εκμεταλλευόμενοι οι έξωθεν επί τη ευκαιρία ταύτη επελθόντες τότε χρηματισταί υπεξέκαυσαν όλα τα μωρά ένστικτα του όχλου κι’ έδωκαν να πιστεύση εις αυτόν, ότι εκεί πέραν εις την Σουνιακήν άκραν, εκρύπτοντο θησαυροί αμύθητοι. Ολιγώτερα δε βεβαίως τούτων ήρκουν δια να μεταβληθούν αι τέως ήσυχαι Αθήναι, αι τέως ανατολίτισσαι Αθήναι, αι Αθήναι των νοικοκυρέων, των παντοπωλών και των τραμπούκων, εις είδος τι αμερικανικής πόλεως μαινομένων χρυσοθήρων…. Έξωθεν της Ωραίας Ελλάδος εγκαθιδρύθη το πρώτον πρόχειρον χρηματιστήριο και εμυήθη η τέως απλοϊκή Ελλάς, η Ελλάς των οικογενειών του ’21 και των αναμνήσεων του αγώνος, η Ελλάς ήτις ήταν ακόμη εν είδος οικογενείας και αυτή, τα θαυμάσια της ζωής των πεπολιτισμένων κοινωνιών, τον περί το χρήμα αγώνα, τον δια παντός τρόπου πλουτισμόν, τα μυστήρια της κυβείας…Και έφερον τας οικονομίας αυτών, ετών πολλάκις ολοκλήρων, ζωής όλης… παν εί τι πολύτιμον … και τα έρριπτον εκεί εις το μεγάλο χωνευτήριο, εις το καζάνι του χρυσού, όπερ διεδίδετο ακαταπαύστως ότι έβραζεν, παράγον το παμπόθητον το μέταλλον, που να πλουτίση την Ελλάδα πάσα… Κι’ ηγόραζον, ηγόραζον αντί του χρήματος των του πολλού αυτού, του αληθούς, ηγόραζον οι άνθρωποι χαρτί, μετοχών χαρτί με το καντάρι…Ήτο αλήθεια λοιπόν ότι εκεί πάνω εις το Λαύριο, εις των βουνών τα έγκατα, χρυσός υπήρχε…Αφού δ’ εκεί υπήρχε, να μην υπάρχει τάχα διατί κι’ αλλού;…Καραβάνια ολόκληρα εξεκίνουν από των πόλεων προς ανιχνεύσεις ανά τας ερημίας… Αλλ’ όπως όλα, εξητμίσθη βαθμηδόν και αυτή η ορμή και κατηυνάσθη το μυστηριώδες πάθος και ησύχασαν τα εξαφθέντα νεύρα κι’ εκόπασεν ο πάταγος ο άλογος, πεισθέντος κατά μικρόν μετά πολλά του πλήθους ότι αυταπάτης θύμα ήν και ανοήτου ουτοπίας είχε γίνει παίγνιον…».
Ο Μητσάκης οδηγεί ως το τελικό αδιέξοδο και την περίπτωση του όψιμου «χρυσοθήρα» του.
Εις τον οίκον των τρελλών. Δημοσιεύτηκε το 1887 στην Εστία [11]. Ένα απόσπασμά του, με τον τίτλο Είς τρελλός, δημοσιεύτηκε στη συλλογή του Μ. Περάνθη (4).
Διπλό κείμενο, καθώς περιγράφει έναν «τρελό του χωριού», δείχνοντας ότι η ζωή του δεν είχε τίποτα το ειδυλλιακό, αλλά και το πρώτο ελληνικό ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Η μαρτυρία του Μητσάκη έχει το πρόσθετο ενδιαφέρον ότι απεικονίζει και τη δική του μοίρα.
«Μεταξύ των ολίγων περιέργων θεαμάτων της μικράς επαρχιακής πόλεως, εν ή διήλθον την παιδικήν μου ηλικίαν, κατελέγετο και εις παράφρων, ούτινος η ανάμνησις έμεινε βαθέως εγκεχαραγμένη εις το πνεύμα μου…Άλλοτε εμονολόγει βαδίζων ως να συνδιελέγετο μετ’ αοράτων ομιλητών και τινασσόμενος υπ’ αιφνιδίων ορμών αναιτίου θυμού εγρονθοκόπει βιαίως τον αέρα ως επιτιθέμενος κατ’ αφανών εχθρών. Άλλοτε ήδεν ακαταλήπτου στιχουργίας και μέλους άσματα, κατελαμβάνετο υπ’ εκρήξεων αλλοκότου ευθυμίας…Αβλαβής άλλως κατά πάντα άνθρωπος, ήρεμος ως αρνίον… Αλλ’ ίσα-ίσα διότι ήταν αβλαβής υφίστατο τα πάντα εκ μέρους πάντων. Τα παιδιά των σχολείων παρηκολούθουν αυτόν αλαλάζοντα κατόπιν του, έσυρον εκ των όπισθεν τα εσχισμένα του φορέματα ή τον ελιθοβόλουν κατά βούλησιν. Οι χαριτωμένοι νεανίαι του γυμνασίου εδοκίμαζον την δύναμιν των βραχιόνων των επί της ράχεώς του, τον εκύλιον εις την λάσπην όταν έβρεχε και εις τον κονιορτόν όταν δεν έβρεχεν, τον ηνάγκαζον ν’ ασχημονή παντοιότροπως έμπροσθεν των…Τουρκουεμάδες μύρια και απανθρωπότατα επινοούντες προς βασανισμόν αυτού μαρτύρια…Μόναι αι γυναίκες περιέθαλπον αυτόν κατά τι, οσάκις εζήτει άσυλον εις τας αυλάς των οικειών, ενώ απέπεμπον συνήθως μετ’ οργής τους άλλους δύο πλανόδιους της πόλεως, ένα ειδεχθή κωφάλαλον και μία ανάπηρον επαίτιδα…Ξένος προς τον κύκλον του κόσμου, ούτινος δεν εφαίνετο ή κατ’ αραιότατα διαλείμματα αντιλαμβανόμενος συγκεχυμένως την ύπαρξιν ως να εταξίδευε τον περισσότερον καιρό μακράν, εις σφαίρας άλλες και μόνο τυχαίως επανήρχετο δι’ ολίγον κάποτε…»
Ο βίαιος θάνατος του τρελού της Σπάρτης και η σκηνή που περιγράφει ο Δ. Ταγκόπουλος με τον ίδιο τον άρρωστο Μητσάκη, αποτελούν μια αυστηρή προειδοποίηση απέναντι σε απλουστευτικές αντιλήψεις (και) των ημερών μας, που προβάλλουν μια ρομαντική και ειδυλλιακή εικόνα της ζωής αυτών των ανθρώπων κατά κάποιο τρόπο «ενταγμένων στο κοινωνικό σύνολο», πριν να υπάρξει η δυνατότητα εισαγωγής τους σε ψυχιατρικά νοσοκομεία.
Τα όσα γράφει για το ψυχιατρείο της Κέρκυρας δίνουν επίσης μία εικόνα που δεν χρειάζεται πολλά σχόλια.
«Παρ’ ημίν, μετά πεντηκονταετή από της συστάσεως του βασιλείου βίον, μόλις ήδη κατωρθώθη να γίνη αισθητή η ανάγκη και η υπό του πολιτισμού επιβαλλόμενη υποχρέωσις της υπάρξεως ενός ασύλου των δυστυχών τούτων… Και η θέα των εγκλείστων δεν παρέχει εκ πρώτης όψεως την ιδέαν εις τον παρατηρητήν ότι ευρίσκεται εν οικήματι τρελλών…Πολλοί συνομιλούν, τινές αναγιγνώσκουν άλλοι ίστανται απλώς παρατηρούντες σιωπηλοί, άλλοι αποτελούσι πολυαρίθμους ομάδας, άλλοι περιπατούσι μακράν των λοιπών εν υπερηφάνω απομονώσει. Με τινάς εξ αυτών πρέπει να συνομιλήσης επί πολλήν ώραν δια να εννοήσης ότι είναι πράγματι παράφρονες…Επί δε της μορφής πάντες σχεδόν φέρουσιν αποτυπωμένην του παθήματός των την σφραγίδα, οφθαλμούς απλανείς, χρώμα ωχρόν, χείλη τρέμοντα. Ικανοί μεταξύ αυτών είναι γνωστά της κοινωνίας μέλη. Η ενδυμασία αυτών δεν είναι ομοιόμορφος, εκτός εκείνων εις ους, όταν καταλαμβάνωνται υπό εξάψεων, φορούσι τον επί τούτο ωρισμένον μανδύα. Τα προς ίασιν μέτρα φαίνεται ότι καθυστερούσιν. Αυτής της υδροθεραπευτικής σπάνια γίνεται χρήσις. Το συνηθέστερον είναι το απλούστερον –το ξύλον. Προς τους διευθύνοντας το κατάστημα, τους επιστάτας και εν γένει τους υπηρετούντας εν αυτώ δεικνύουσιν οι παράφρονες βαθύ σεβασμόν σύμμικτον φόβω…».
Πόσοι τόλμησαν, πριν και μετά, να γράψουν ότι η ησυχία στα ψυχιατρεία βασιζόταν κυρίως στον φόβο αν όχι στο ξυλοφόρτωμα;
Ο αυτόχειρ (Ακρόπολις, 1895) [1, 6]. Γαλλική μετάφραση του G. Ortlieb, το 1997 [12].
«-Είχαμεν και μίαν αυτοκτονίαν σήμερα… εμάθατε βέβαια… -…Άφησε και ένα χαρτί μάλιστα…
Και ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο, άπλωσε το χέρι του παν’ από τα πιάτα και μου τώδωκε να το διαβάσω…άγραφο όλο και μονάχα εις την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά-λεπτά γραμμένες, με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις : «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθή κανείς»… Μέσα στη νύχτα…η φράσις του χαρτιού το οποίο είχα ιδή προ μικρού έπληξεν έξαφνα το πνεύμα μου και πάλιν, βαρεία, ως σφύρα επί άκμονος, επανήλθε δια μιάς απροσδοκήτως εκ νέου εις αυτό, εν εισβολή ακάθεκτω και βιαία εν τω λακωνισμώ της τω παράδοξω και τραχεία.
Ας μην ενοχληθή κανείς! Ωσάν να ενοχλείτο κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η χειρ του Θανάτου σημειώνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενοχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον δι’ όσους η αρπαγή του Πάθους, της Νόσου ή της Ανάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Μοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Χίμαιράν των δεν προφθασαν να σκεφθούν πως έμελλαν ν’ αποθάνουν! …Ποιος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγένειάν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα;»
Ο Μητσάκης δίνει ένα μακρύ κατάλογο της θάλασσας, των βουνών, της πόλης και των ανθρώπων που δεν δείχνουν καμία ενόχληση από την αυτοκτονία του αγνώστου.
«’Ή μήπως τυχόν ήθελα ενοχληθώ εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωίας, επάνω εις το ύψωμα του Κάστρου; Και μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο…»
Αποδίδει με ιδιοφυή τρόπο τα αντιφατικά αισθήματα που γεννά μια αυτοκτονία, χωρίς καμία έλξη προς αυτή, κάνοντας τον Μητσάκη να ξεχωρίζει από μεταγενέστερους συγγραφείς [13]. Η ιδιαίτερα σαρκαστική του διάθεση, για την υπερβολική σπουδαιότητα που ένας αυτόχειρας μπορεί να δίνει στην πράξη του, δεν τον εμποδίζει να δείξει την ταραχή του, περπατώντας και παρατηρώντας την Πάτρα και τους Πατρινούς για μία ολόκληρη νύχτα.
Η σταδιακή απομάκρυνση του Μητσάκη από τον κόσμο
Α) «Σήτωσαν αι παραλλαγαί των εννοιών»
Η φράση αυτή ανήκει στον Μητσάκη και ανήκει σε μία σειρά γραπτών του, τα «Γιατί», που τουλάχιστον ένα μέρος τους γράφτηκε κατά την ίδια «τρελή» περίοδο με τα γαλλικά του ποιήματα. Μαζί με άλλα χαρτιά του Μητσάκη, δόθηκαν από τον Γ. Κατσίμπαλη στον Α. Καράκαλο, που έχει προγραμματίσει την έκδοση του συνόλου των «Γιατί». Εδώ παραθέτω ένα μικρό δείγμα από προγενέστερη δημοσίευση [14]:
«-Γιατί ο Γκούτεμβεργ δεν εφεύρισκε καλλίτερα την ουσιογραφία;
-Γιατί συμμορία και όχι εγωπνεύμα; (συ μωρία)
-Γιατί Κυβέλη κι όχι εδώ τόξα;
-Γιατί επιλοχίας …να φωνάζεις το γιατρό; (επί λοχείας)
-Γιατί Ανδραβίδα κι όχι Γυναίκας λόξα;
-Γιατί η γλώσσα μας παίζει τόσο ιδιοτρόπως με τας λέξεις ώστε να θυμηθή τον Αμφιτρύωνα και να χαρακτηρίζη το κόμμα των άλλως λεγομένων και κοινωνιστών ως Σωσίαληστών;»
Τα δυο επόμενα αναφέρονται στην διαμάχη του με τον Κ. Παλαμά:
«-Γιατί πολλοί προτιμούν και αυτήν την μητρομανίαν από την μετρομανίαν (του Παλαμά ή άλλου στιχουργού μας αδιάφορο, διότι εγώ δεν αποπειρώμαι να τους εξευτελίσω και προσωπικώς, θεός φυλάξει!);»
«-Γιατί ο αγαπητός φίλος Παλαμάς του ήρθε ύστερα από τόσων χρόνων σωφροσύνη να προβάλει τελευταία και ως ιαμβιαστής και γιατί δεν καταδιώκεται ως πρέπει;»
Τα λογοπαίγνια, η ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας, κάπου-κάπου και νεολογισμοί που παραπέμπουν σε ψυχοπαθολογικές διεργασίες, χαρακτηρίζουν αυτά τα γραπτά. Η ικανότητά του να παίζει με τις έννοιες και το λόγο δημιουργεί φράσεις που στροβιλίζονται γύρω από τις έννοιες, πότε λαμπερές, πότε κοινές και συχνά επιθετικές. Απομακρυνόμαστε όμως από τον στιβαρό λόγο, τη διεισδυτική ματιά, την παρουσία της ζώσας κοινωνίας, του Αυτόχειρα ή των Αθηναϊκών Σελίδων.
Β) Τα γαλλικά ποιήματα
Ο Α. Καράκαλος [2] περιγράφει την τυχαία ανακάλυψη, το 1943, σε παλαιοπωλείο, ενός τόμου της «Ιλιάδος», που τα περιθώρια των σελίδων του, αλλά και το ίδιο το κείμενο ήταν σκεπασμένα με ποιήματα στα γαλλικά και τα ελληνο-γαλλικά, διάφορα σχόλια, καθώς και σχέδια, με μαύρο και κόκκινο μολύβι. Αργότερα μπόρεσε να αποδώσει αυτά τα ποιήματα στον Μητσάκη, συγκρίνοντάς τα με άλλα που είχε γράψει σε κομμάτια χαρτιού και εγκαταλείψει δεξιά και αριστερά, για παράδειγμα αυτά που είχε εκδώσει ο Ν. Ποριώτης [3]. Τα δημοσίευσε σε ένα τόμο, στα γαλλικά, το 1957 [2] και αποτελούν την κύρια πηγή γραπτών του Μητσάκη, από τα «τρελά» του χρόνια.
Δεν είναι εύκολη η χρονολόγησή τους. Στον τόμο της Ιλιάδος αναγράφεται μόνο μία ημερομηνία: «25 Μαρτίου 1903, 9.30», σε κείμενο που επιγράφεται «Mémoires de guerre» (πολεμικές αναμνήσεις) και μιλάει για τον Mitsaky! στο πεδίο της μάχης [2]. Μια πιθανή «χαλαρή» χρονολόγηση (από το φθινόπωρο του 1896 ως το καλοκαίρι του 1911, μεταξύ των δύο εισαγωγών του στο «Δρομοκαΐτειο») δεν μπορεί να αποκλείσει ότι έγραψε και μέσα στο ίδρυμα. Ο Α. Καράκαλος αναφέρει την πληροφορία, ότι στη διάρκεια της Κατοχής καταστράφηκαν μεγάλες ποσότητες από τα «χαρτιά» που είχε φυλάξει ο αδελφός του Παναγιώτης (1859-1934), αρχίατρος του πολεμικού ναυτικού.
Ο ψυχίατρος και λογοτέχνης Θ. Χατζόπουλος απέδωσε μερικά από αυτά στα ελληνικά [15], ενώ κάποια άλλα αποδίδω, εκ των ενόντων:


Δεν έχουν βέβαια όλα τα ποιήματα τη δύναμη των προηγούμενων. Για παράδειγμα το επόμενο με τίτλο «le rat» (ο αρουραίος):


Τόσο τα γαλλικά ποιήματα όσο και τα «Γιατί» δεν συμπεριλαμβάνονται στις πρώτες συλλογές έργων του Μητσάκη. Γράφτηκαν και γνωστοποιήθηκαν σε λίγους δημοσιογράφους ή συγγραφείς σε πολύ ιδιότυπες συνθήκες [3], για να μην μιλήσουμε για τη χρήση της γαλλικής γλώσσας. Ακόμα και αν ήταν τότε γνωστά, μάλλον θα περνούσαν ως προϊόν τρέλας του εξαθλιωμένου και περιφερόμενου στους δρόμους συγγραφέα.
Το ενδιαφέρον των πρώτων που ασχολήθηκαν με αυτά, του Γ. Κατσίμπαλη (που περιέσωσε πολλά από αυτά τα «χαρτιά»), του Ν. Ποριώτη και του Α. Καράκαλου έχει σαφή φιλολογική και «ανθρώπινη» βάση και δεν είναι με κανέναν τρόπο το προϊόν οίκτου για τον άρρωστο συγγραφέα. Το μεταγενέστερο ενδιαφέρον για αυτά ανήκει σε περιόδους όπου η καλλιτεχνική παραγωγή των «τρελών» καλλιτεχνών μπορούσε να γίνει ευκολότερα αποδεκτή και να συγχωρεθούν, αν όχι να εξυμνηθούν, ιδιομορφίες στη μορφή και το περιεχόμενο, για να μην μιλήσουμε για την προσδοκία ανακάλυψης «κρυμμένων θησαυρών» της ανθρώπινης ύπαρξης με οδηγό τον άρρωστο καλλιτέχνη, ρόλο που έπαιξαν αλλού ο «αγνός χωρικός» ή ο «προλετάριος». Μέχρι σήμερα, όσοι έχουν ασχοληθεί με τον Μητσάκη είναι γιατί συγκινήθηκαν από τη δύναμη, την πρωτοτυπία, τη δυνατότητά του να μιλάει για πράγματα που τους αφορούν, ακόμα και μέσα από την τρέλα του.
Τα γαλλικά ποιήματα έχουν, χρονικά, σαφή σχέση με την ψυχική του νόσο. Εμφανίζονται όταν η προηγούμενη μορφή συγγραφής, ιδιαίτερα προσεκτικής και κριτικής για τον κοινωνικό περίγυρο, εξαφανίζεται, όταν ο συγγραφέας κλείνεται όλο και περισσότερο στο δικό του κόσμο. Διαθέτουν όμως «ανοίγματα» στα όσα συμβαίνουν γύρω του, καταφέρνουν να εκφράσουν τον εσωτερικό κόσμο και την οδύνη του Μητσάκη, που μπορεί και μέσα στην αρρώστια του να χειρίζεται, κάποτε αριστοτεχνικά, το λόγο και να ακολουθεί ένα σχέδιο γραφής άνισο, ημιτελές και βέβαια σημαδεμένο από την ψυχική του κατάσταση.
Διακρίνεται σε αυτά τα ποιήματα κάποιο φιλολογικό σχέδιο; Η απάντηση είναι θετική στη βάση των επιχειρημάτων που ακολουθούν.
Α) Η κατασκευή των ποιημάτων και η χρήση του ελεύθερου στίχου. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από ένα ποίημά του:

Η ποίηση δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα στα «υγιή» του χρόνια, αλλά η γαλλική ποιητική του παραγωγή μετά την εκδήλωση της νόσου δεν ξεφύτρωσε από το τίποτα. Αυτό το είχε ήδη τονίσει ο Θ. Χατζόπουλος, ότι δηλαδή η φιλολογική παραγωγή ενός άρρωστου συγγραφέα δεν γεννιέται από το μηδέν, αλλά υπάρχει εν σπέρματι και στα προηγούμενα γραπτά του και επίσης ότι έναν ξεχασμένο συγγραφέα δεν τον ανακαλύπτουμε παρά στο βαθμό που εκφράζει και δικές μας ανάγκες [16].
Ο Μητσάκης είχε μιλήσει για «τους άγραφους και μυστικούς νόμους της αρμονίας και του ρυθμού…που διέπουν την ποιητικήν πεζογραφίαν», καλώντας τους αληθινούς ποιητές και πεζογράφους στον εκλεκτικισμό, παίρνοντας απ’ όπου μπορούν λέξεις, τύπους, σημασίες, σχήματα και ονόματα, προσέχοντας όμως να είναι ικανοί να τους εμφυσήσουν «την πνοήν την κινούσαν και την δονούσαν» [7]. Το 1891 απορρίφθηκαν τα εννέα του ποιήματα, σε ελεύθερο και ανομοιοκατάληκτο στίχο, που είχε υποβάλει στον «Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό», με σχόλια μάλιστα του Άγγελου Βλάχου για την πνευματική του ισορροπία (7). Στη συνέχεια η έλλειψη ενδιαφέροντος από τον Κ. Παλαμά για ένα ποίημα που του αφιέρωσε, προκάλεσε την οξύτατη επίθεση του Μητσάκη εναντίον του [1, 2, 4]. Το τελευταίο αυτό επεισόδιο αποκαλύπτει κάποιες πλευρές της προσωπικότητάς του, που έγιναν προβληματικότερες στη συνέχεια, όταν συνδυάστηκαν με τα συμπτώματα της νόσου.
Υπάρχουν επίσης οι ειρωνείες σε βάρος του Κ. Παλαμά στα «Γιατί», που συνηγορούν υπέρ μιας αντίληψης για τον ελεύθερο στίχο, η αναφορά του στον Α. Κάλβο, στο λεξικό Μπαρτ και Χιρστ [6], όπου αναφέρει ότι οι είκοσι «Ωδές» του δεν έχουν εκτιμηθεί σύμφωνα με την πραγματική τους αξία «Ως αίτιον δε τούτου προβάλλεται το ιδιότροπον δήθεν και αυθαίρετον και ασυνήθιστον των μέτρων και των ρυθμών οους μεταχειρίζεται και της γλώσσης του το καινοφανές, το ανυπότακτον εις τους παραδεδεγμένους και γνωστούς νόμους και κανόνας και το τολμηρόν…» [4].
Το οποιοδήποτε φιλολογικό του σχέδιο φαίνεται όμως να προσκρούει σε εσωτερικά, ανυπέρβλητα εμπόδια. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η εμπλοκή της ποιητικής του παραγωγής με την άγρια, και συχνά επιθετική του επιθυμία για τη γυναίκα (μια γυναίκα χρησιμοποιήθηκε και σαν δόλωμα για να κλειστεί στο ψυχιατρείο), όπως στα «Ηφαίστεια», ή το ποίημά του για τον «Αυνανισμό» [2] (ανήκει στην ομάδα των ποιημάτων “Rimes sans sauge” –στίχοι χωρίς φασκόμηλο– λογοπαίγνιο στο “Rimes sans cause” –στίχοι χωρίς αιτία). Ο Θ. Χατζόπουλος έθεσε επίσης αυτό το ζήτημα μιλώντας για «αιμορραγούντα ερωτισμό» [16]. Υπάρχουν επίσης ποιήματα που θεωρήθηκαν σκατολογικά, ενώ η επιθετικότητα και η ωμότητα ορισμένων από αυτά ενόχλησε αναγνώστες λιγότερο συγκαταβατικούς στην ιδιαιτερότητά του [17].
Β) Σκόρπισε τα ποιήματά του, δεξιά και αριστερά, ακολουθώντας κάποιο σχέδιο; Απαντώ καταφατικά, μεταφράζοντας από τα γαλλικά ένα απόσπασμά του: «Τα καλύτερα έργα σε όλες τις χώρες είναι αυτά που συγγραφείς κυνηγημένοι από τις κοινωνικές έχθρες, πολιτικές δυσκολίες και κάθε είδους ανοησίες εναποθέτουν στα περιθώρια των βιβλίων τους ή σε τυχαία κομμάτια χαρτί, που ανίδεοι συγγενείς, συμφεροντολόγοι γείτονες ή συνάδελφοι βιαστικοί και ελαφροί πωλούν σε μικρούς ανθρώπους για οποιαδήποτε άλλη χρήση (έχοντας ανάγκη, ζητώντας τα ή ψάχνοντάς τα) έξω από τον προορισμό τους». Υπογραφή Μ.Μ.Μ. [2]
Ενώ δεν έχει την παραμικρή εμπιστοσύνη στις προθέσεις των άλλων, συγχρόνως εναποθέτει στα γραφεία τους τα γραπτά του, δηλαδή στην διακριτική τους διάθεση, ή τα γράφει στα περιθώρια ενός τόμου της Ιλιάδας που μπορεί να βρεθεί στα χέρια «ανίδεων συγγενών» ή και άλλων. Απεικονίζεται εδώ η θεμελιώδης αντίφαση της σχέσης των ψυχωτικών ασθενών με τους άλλους ανθρώπους, ότι δηλαδή τους φοβίζουν τρομακτικά και ταυτόχρονα επιζητούν απελπισμένα να τους πλησιάσουν [18].
Γ) Η χρήση της γαλλικής γλώσσας Η γνώση και η χρήση της γαλλικής γλώσσας, παγκόσμιας γλώσσας του πολιτισμού στην εποχή του, προϋπήρχε στον Μητσάκη. Όμως τα ποιήματά του στα γαλλικά και γενικότερα η χρήση της γαλλικής γλώσσας στην Αθήνα, ακόμα και στο ψυχιατρείο, δεν εξυπηρετούν κάποιο είδος σνομπισμού. Η χρήση μιας ξένης γλώσσας σε ένα άτομο με τόσο βαθιά υπονομευμένη την προηγούμενη ψυχική του οργάνωση, έχει μία σαφή ψυχο-προφυλακτική λειτουργία. Του δίνει μια ψευδαίσθηση ελέγχου της επικοινωνίας με τους άλλους, της δυνατότητας να απευθύνεται σε όσους αυτός θέλει και να αποκλείει τους κακούς και τους επικίνδυνους, να δημιουργεί την αίσθηση ελέγχου μιας ιδιωτικής σφαίρας. Έχουμε και από την Μακρόνησο μια σχετική μαρτυρία, «Παραπέρα, σ’ άλλο κρεβάτι, ο Β.Κ. από την Πύλο, που του ‘χε στρίψει ποιητικά! Απάγγελλε στίχους στα λατινικά» [19]. Σε ακραίες παθολογικές περιπτώσεις φτάνουμε και στην «ιδιωτική γλώσσα», που περιγράφει ο Μ. Μαρκίδης [20].
Σε ότι αφορά τον Μητσάκη, η αποκοπή του από τον κόσμο δεν φτάνει στα άκρα. Διατηρεί μια ιδιότυπη επικοινωνία με τους άλλους και μπορεί να εκφράσει κομμάτια της εσωτερικής του ζωής, ενός δικού του τρόπου να αισθάνεται τον γύρω κόσμο, έστω και αν η αρρώστια τον έχει κάνει απειλητικό.
Τα περισσότερα από αυτά τα ποιήματα μπορούν να είναι ημιτελή ή αποσπασματικά αλλά δεν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ως παραληρητικά.
Ένα άλλο σημαντικό πεδίο έρευνας αποτελούν τα πολυποίκιλα ψευδώνυμα στα κείμενα του Μητσάκη, που συνήθιζε και πριν αρρωστήσει (Μ.Μ.Μ, Michelet, M’HIRE MIE DONC, ΜΙΣΩΡΙΣ, Trilby Brelan, Méllodiè RX κ.ά). Είναι δυνατοί πολλοί άξονες ανάγνωσής τους, από το λογοπαίγνιο και την ψυχοπαθολογία ως τις φιλολογικές του επιρροές, για τις οποίες αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία.
Τα γαλλικά ποιήματα του Μητσάκη έρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο. Την έκδοση των γαλλικών ποιημάτων το 1957, ακολούθησε η δημοσίευση του κειμένου του A. Pierre de Mandiargues, το 1958 [17] και τον ίδιο χρόνο του J. J. Leveque [21], στο φιλολογικό περιοδικό Entretiens της πόλης Rodez. (Χωρίς να γνωρίζουμε πως συνδέονται τα γεγονότα, ο J. J. Leveque είχε περάσει από το Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, ενώ το ψυχιατρικό νοσοκομείο του Rodez διηύθυνε ο P. Ferdière, γιατρός του A. Artaud και αποδιοπομπαίος των σουρεαλιστών –επειδή είχε χρησιμοποιήσει τα ψυχιατρικά μέσα της εποχής του στον άρρωστο καλλιτέχνη. Ο Α. Καράκαλος τον είχε συναντήσει και του είχε μιλήσει για τα ποιήματα του Μητσάκη). Τα δύο αυτά κείμενα επέτρεψαν μια πρώτη προσέγγιση των γαλλικών φιλολογικών του επιρροών.
Το 1989 ο Α. Καράκαλος επανήλθε στη «Λέξη» με ένα κείμενο [7] που συμπληρώνει την εισαγωγή του 1957 και επιπλέον παρουσίασε μια πρώτη επιλογή από τα «Γιατί» [14]. Εκεί βρίσκουμε επίσης τις μεταφράσεις του Θ. Χατζόπουλου [15], αλλά και το εξαιρετικό κείμενό του Τα όρια της ποιητικής σωφροσύνης –με αφορμή τις πρώιμες υπερρεαλιστικές ποιητικές δοκιμές του πεζογράφου Μιχαήλ Μητσάκη [16]–, όπου θέτει μια σειρά από καίρια ζητήματα από φιλολογική και ψυχοπαθολογική σκοπιά.
Το πιο πρόσφατο ενδιαφέρον προήλθε από τη Γαλλία, διαμέσου του Α. Καράκαλου: από τον J. Garrabé –ψυχίατρο και συγγραφέας– χάρη στο ενδιαφέρον του για τους νεολογισμούς, από ψυχοπαθολογική και λογοτεχνική άποψη [22] και από τον G. Ortlieb, που έχει εκδώσει δύο τόμους, με τον Αυτόχειρα και άλλα κείμενα του Μητσάκη [12].
Θα κλείσω τονίζοντας ορισμένα σημεία.
Αποτελούν φιλολογική επιρροή για τον Μητσάκη, ο Β. Ουγκώ (που τον σχεδιάζει σαν «ρουμάνικο ερπετό» σε μια σελίδα της Ιλιάδας) ή ο Α. Ρεμπό που τον αναφέρει; Η μελέτη των ποιημάτων του Μητσάκη με γνώμονα τις πιθανές φιλολογικές επιρροές και η συσχέτισή τους με φιλολογικές σχολές του ελεύθερου στίχου, και ακόμα περισσότερο του σουρεαλισμού, έχει προταθεί, αλλά τα κενά είναι πολλά. Μια ευρύτερη φιλολογική μελέτη του έργου του είναι λοιπόν απαραίτητη.
Σε ότι αφορά την, πολλαπλά ναρκοθετημένη, συσχέτιση της καλλιτεχνικής παραγωγής με την ψυχιατρική σημειολογία, οι προσεγγίσεις που έχουν προταθεί χαρακτηρίζονται από την έντονη φόρτιση της εκάστοτε οδηγού θεωρίας, αλλά και διάχυτων αντιλήψεων καιρευμάτων. Η φόρτισή τους αυτή τις καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτες σε φαινόμενα μόδας (συρμού), με αποτέλεσμα την ευθραυστότητα και τις ασυνέχειες.
Από πολλά χρόνια ξέρουμε ότι η καλλιτεχνική έκφραση συμβάλλει στην ανασυγκρότηση της ψυχικής οργάνωσης ενός ατόμου. Σε εποχές σαν τη δική μας, όπου η «πρωτογενής» καλλιτεχνική έκφραση, η ποίηση του καθημερινού, ο αισθητικός υπονοηγμός, και το ημιτελές κυριαρχούν σε αυτό που θεωρούμε ως τέχνη, είναι προφανές ότι η καλλιτεχνική παραγωγή των ψυχικά ασθενών αναβαθμίζεται αισθητά.
Αυτό που θεωρούμε σήμερα ως δεδομένο είναι ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να παράγει έργο που σημαδεύεται από την ψυχική πάθηση, αλλά αυτό δεν του απαγορεύει να μιλά για πράγματα που μας αφορούν ή ακόμα και μας δονούν.
Το έργο του Μητσάκη γεννά ερωτήματα που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από τη σημειολογία του γραπτού λόγου, ως την ψυχοπαθολογία. Η χρήση της γαλλικής γλώσσας του επέτρεψε να εκφράσει τις πιο ιδιωτικές του σκέψεις και φαντασιώσεις, ειδικά σε ότι αφορά τον ερωτισμό του, με τρόπο περιχαρακωμένο και «ελεγχόμενο», χωρίς όμως ποτέ να γίνει απρόσιτος. Η οξυδερκής περιγραφή σκηνών από την κοινωνία της εποχής του εξαφανίζεται μετά την εγκατάσταση της νόσου, αλλά τα «Γιατί» και η χαλαρότερη γραφή των γαλλικών ποιημάτων διατηρούν γέφυρες με τον έξω κόσμο, ενώ καταγράφει, με ιδιαίτερη ένταση, εσωτερικά του βιώματα.
Τα ντοκουμέντα που διαθέτουμε για τον «υγιή» Μητσάκη –εγωκεντρικό, αυτοδίδακτο, υπερήφανο, ιδιόρρυθμο με δύσκολη την συναλλαγή με τους γύρω του– επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε κάποιες συνέχειες πριν και μετά την κατάρρευση της ψυχικής του οργάνωσης. Θα διακινδύνευα να πω ότι η προσωπικότητά του δεν δείχνει ότι μπορούσε να είχε αποδεχτεί κάποιο βιώσιμο συμβιβασμό με τον γύρω κόσμο μετά την εκδήλωση της νόσου, αλλά αυτό είναι κοινή μοίρα των ευάλωτων ατόμων με ιδιαίτερα χαρίσματα, που έχουν θέσει πολύ ψηλά τον πήχη των φιλοδοξιών τους.
Ένα άλλο κεντρικό ζήτημα είναι τα ίχνη από την επέλαση της τρέλας που καταγράφει ο Μητσάκης, ενώ μένει να μελετηθούν και όσα από τα πιο «άρρωστα» και αποδιοργανωμένα γραπτά του έχουν σωθεί, για να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Μ. Μητσάκη, Ο αυτόχειρ. Φιλολογική επιμέλεια Μ. Σαββίδη. Έρευνα Δ. Δρακοπούλου. Ιστός, Αθήνα 1996. Στην εισαγωγή, η Δ. Δρακοπούλου προτείνει, μετά από έρευνα στο Λύκειο της Σπάρτης, ως έτος γεννήσεως το 1865. Αυτό που φαίνεται το λιγότερο πιθανό είναι το 1868, που αναφέρεται στα παλαιότερα βιογραφικά σημειώματα.
A. Caracalos. Oeuvres inédites de Michel Mitsakis. Athènes, Imprimerie Taroussopoulos, 1957.
Ν. Ποριώτης. «Ανέκδοτοι στίχοι του Μ. Μητσάκη». Νέα Γράμματα, 1935, 86–99.
Μιχ. Περάνθης. Μιχ. Μητσάκης, Το έργο του. Εστία, Αθήνα 1956.
Αθ. Θ. Φωτόπουλος. Οι Γιατράκοι του 1821. Τόμος Α΄ (Ιστορικά), Τόμος Β΄ (Αρχείο Παναγιώτη Γιατράκου). Αθήνα 2001.
Μιχαήλ Μητσάκης. Πεζογραφήματα. Σύμβουλος έκδοσης Μ. Αναγνωστάκης. Νεφέλη, Αθήνα 1988.
Α. Καράκαλος. «Αναζητώντας τον Μιχαήλ Μητσάκη (1863-1916)». Λέξη, 1989, 90, 990-998.
L. Murat. La maison du Dr Blanche – Histoire d’un asile et de ses pensionnaires de Nerval à Maupassant. Paris : J.C. Lattès ; 2001. Στο βιβλίο της L. Murat παρακολουθούμε όλη την πορεία του G. de Nerval, από τη στιγμή που η ψυχική νόσος σημάδεψε τη ζωή του, αλλά και μία πλήρη περιγραφή του πατερναλιστικού-οικογενειακού μοντέλου λειτουργίας μιας διάσημης ιδιωτικής ψυχιατρικής κλινικής του 19ου αιώνα.
Μ. Σ. Φαφαλιού. Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο. Κέδρος, Αθήνα, 1991.
Γ. Κ. Κατσίμπαλης. Βιβλιογραφία Μιχ. Μητσάκη. Αθήνα 1942, και Βιβλιογραφικά συμπληρώματα, Αθήνα 1944. Επίσης: Γ. Κ. Κατσίμπαλης. «Η ανέκδοτη σελίδα του Μητσάκη». Νέα Εστία, 1935, 17, 44.
Μ. Μητσάκης. «Εις τον οίκον των τρελών». Εστία, 1887, ΚΓ΄, 165-169.
Mitsakis M. Le suicide et autres textes. Traduction G. Ortlieb. Editions : Le temps qu’il fait. Cognac, 1997.
Π. Χαρτοκόλλης. Ιδανικοί αυτόχειρες. Έλληνες λογοτέχνες που αυτοκτόνησαν. Εστία, Αθήνα 2003.
Α. Καράκαλος. «Επιλογή από τα Γιατί». Λέξη, 1989, 90, 1000-1003.
Θ. Χατζόπουλος. «Μιχαήλ Μητσάκης». Λέξη, 1989, 90, 987-989.
Θ. Χατζόπουλος. «Τα όρια της ποιητικής σωφροσύνης – με αφορμή τις πρώιμες υπερρεαλιστικές δοκιμές του πεζογράφου Μ. Μητσάκη». Λέξη, 1989, 90, 1005-1009.
A. Pierre de Mandiargues. «M. Mitsakis». Nouvelle Revue Française, 1958, 65, 913-14.
Δ. Πλουμπίδης. «Η διδασκαλία του P.C. Racamier για τις ψυχώσεις». Στο Σχιζοφρένεια, Ψυχοπαθολογικές και Ψυχαναλυτικές Προσεγγίσεις. Καστανιώτη, Αθήνα 2002.
Βασίλης Θ. Λασκαρίδης. Από το Δεκέμβρη στον Εμφύλιο. Η Εποχή, Αθήνα 2003.
Μ. Μαρκίδης. «Η γλώσσα της ψύχωσης». Στο Λογοδοσία. Εξάντας/Τρίadvance Λόγος, Αθήνα 1999, 175-188.
J. J. Levéque. «Essai sur Mitsakis». Entretiens, 1958, 13, 11-21.
J. Garrabé. «Néologismes et néomorphies». Confrontations Psychiatriques, 1993, 34, 147-167.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.