Ηλίας Κούβελας
Καθηγητής Φυσιολογίας
στο Παν/μιο Πατρών 

σύναψις 01a [2005]

Σύγχρονες έρευνες για τη γλώσσα

Θα αρχίσω με μία ιστορία, που βρίσκεται στο βιβλίο του Αμπούλ Φάζι «Ακμπαρνάμα» και αφορά τον Μογγόλο Αυτοκράτορα των Ινδιών Ακμπάρ τον Μέγα. Ο Αυτοκράτορας φαίνεται πως είχε πνευματικές ανησυχίες και το ερώτημα που ήθελε να απαντήσει ήταν κατά πόσο τα νεογέννητα παιδιά είναι σε θέση να μιλήσουν μια γλώσσα, αν αμέσως μετά τη γέννησή τους τοποθετηθούν μέσα σε χώρο όπου δεν είναι δυνατόν να ακούσουν κανένα ήχο και κυρίως καμιά ανθρώπινη ομιλία. Ο χώρος ονομάστηκε «το βουβό σπίτι» (Γκάν Μαχάλ), απ’ έξω τοποθετήθηκαν πιστοί στον αυτοκράτορα φρουροί και μέσα επιτρεπόταν να μπαίνουν μόνο βουβές τροφοί. Τέσσερα χρόνια μετά, στις 9 Αυγούστου 1582, ο αυτοκράτωρ βγήκε κυνήγι. Την επόμενη ημέρα, μαζί με λίγους ειδικούς συνοδούς πήγε στο σπίτι του πειράματος. Καμιά ομιλία δεν ακούστηκε από εκείνο το σπίτι της σιωπής. Παρά τα τέσσερά τους χρόνια, τα παιδιά δεν εμφάνισαν καμιά ικανότητα λόγου και τίποτε άλλο δεν ακούστηκε παρά ο ήχος της βουβαμάρας λέει ο Αμπούλ Φάζι.

Εικόνα 1
Εικόνα 1

Ανέφερα αυτή την ιστορία για να πω ότι ένα πολύ παλιό ερώτημα ήταν το κατά πόσον η γλωσσική ικανότητα είναι εγγενές χαρακτηριστικό ή είναι κάτι που μαθαίνεται κατά τα πρώτα στάδια της ζωής του ατόμου. Αναμφίβολα, η γνώση μιας φυσικής γλώσσας είναι αποτέλεσμα μαθησιακών διαδικασιών. Εντούτοις, δεδομένα από την ανατομία, την εμβρυολογία και από την πορεία απόκτησης των γλωσσικών ικανοτήτων από τα παιδιά, υποστηρίζουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό των γλωσσικών ικανοτήτων είναι εγγενές. Έτσι κι αλλιώς, τα κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν και είναι τα εξής: α) υπάρχει ένα συγκεκριμένο γνωστικό όργανο μοναδικό για τον άνθρωπο το οποίο είναι εξειδικευμένο για τη γλώσσα; β) οι κανόνες της γλώσσας που έχουν νευρωνική βάση, είναι ειδικοί για τη γλώσσα ή μήπως πρόκειται για γενικότερους γνωστικούς κανόνες; γ) οι νευρωνικοί μηχανισμοί για την αντιπροσώπευση της γλώσσας είναι τελείως διαφορετικοί από όλες τις άλλες γνωστικές διεργασίες;

Στα ερωτήματα αυτά ο Noam Chomsky απαντά υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος έχει μία έμφυτη συσκευή γλώσσας δηλαδή, ένα νευρικό πρόγραμμα που τον προετοιμάζει για την εκμάθηση της γλώσσας. Σύμφωνα με τον Chomsky, ένα νήπιο μαθαίνει μία γλώσσα ελέγχοντας ό,τι ακούει καθημερινά με ένα γενετικά καθορισμένο σύστημα κανόνων, δηλαδή με μια καθολική γραμματική. Όταν ακούει μία γλώσσα η οποία διαθέτει αυτούς τους κανόνες της καθολικής γραμματικής την μαθαίνει γρήγορα και με ευχαρίστηση. Αντιθέτως φυσικές γλώσσες που δεν συμφωνούν με τους κανόνες της καθολικής γραμματικής δεν είναι δυνατόν να μαθευτούν. Στη θεωρία αυτή του Noam Chomsky αντιτίθεται ένας σημαντικός αριθμός ψυχολόγων, με βασικό επιχειρήματα ότι ο εγκέφαλος του βρέφους είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται απαραίτητες για την απόκτηση της γλώσσας αφηρημένες έννοιες και να πραγματοποιεί έναν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό πράξεων, πριν ακόμη προφέρει την πρώτη σωστά επιλεγμένη λέξη και πολύ πριν μπορέσει να δημιουργήσει προτάσεις, δηλαδή να κάνει ουσιαστική χρήση της γλώσσας. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια σειρά επιχειρήματα που στηρίζουν την υπόθεση Chomsky. Τα επιχειρήματα αυτά είναι τα ακόλουθα:

  • Τα δεδομένα που προέρχονται από τη μελέτη των κρεολικών γλωσσών. Το δουλεμπόριο και η μαζική μεταγωγή εργατών έστησαν άθελά τους ένα αλλόκοτο πείραμα: Στα τέλη του 19ου αρχές του 20ού αιώνα έγινε στη Χαβάη μαζική εισροή εργατών από την Κίνα, τις Φιλιππίνες, την Πορτογαλία και το Πόρτο-Ρίκο. Εκείνη την εποχή τα αγγλικά ήταν η επικρατούσα γλώσσα στο νησί. Οι ξένοι εργάτες δεν είχαν κοινή γλώσσα και για να συνεννοούνται αυτοσχεδίασαν μία πρόχειρη διάλεκτο την αποκαλούμενη «πίτζιν» με περιορισμένο λεξιλόγιο και με ανύπαρκτη γραμματική. Ενώ όμως η διάλεκτος πίτζιν ήταν εξαιρετικά φτωχή, η κρεολική γλώσσα που δημιουργήθηκε από τα παιδιά των μεταναστών έχει πληρέστερη δομή και πλούσια σύνταξη. Οι κρεολικές γλώσσες είναι βασικά δημιουργήματα των παιδιών. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο μελετητής των κρεολικών γλωσσών Derek Bickerton, αλλά και άλλοι ερευνητές έχουν εντοπίσει γραμματικές ομοιότητες μεταξύ των κρεολικών γλωσσών που ομιλούνται από την Καραϊβική μέχρι το Νότιο Ειρηνικό και από τη Μαλαισία μέχρι τη Δυτική Αφρική. Οι μαρτυρίες αυτές είναι από τις ισχυρότερες που έχουμε ως προς το ότι οι άνθρωποι έχουν στον εγκέφαλό τους τον εγγενή μηχανισμό δημιουργίας της γλώσσας. Έτσι ο Derek Bickerton συμπεραίνει: «Οι ενήλικοι που φτιάχνουν τη διάλεκτο πίτζιν δεν είναι ικανοί να της δώσουν μία δομή. Η κρίσιμη ηλικία όπου αναπτύσσεται η σύνταξη έχει παρέλθει γι’ αυτούς. Αλλά όχι για τα παιδιά. Το συντακτικό αναπτύσσεται σε αυτά φυσιολογικά όπως οποιοδήποτε μέρος του σώματός τους. Είναι φυσικό, είναι ενστικτώδες, και δεν μπορείς να επέμβεις και να το σταματήσεις. Νομίζω ότι η σύνταξη είναι γραμμένη στη σκληρή καλωδίωση του εγκεφάλου». Παρόμοια συμπεράσματα εξάγονται και από τη διάλεκτο πίτζιν (Lenguaje de Signos Nicaraguense – LSN) και την κρεολική διάλεκτο (Idioma de Signos Nicaraguense – ISN) που ανέπτυξαν τα κωφάλαλα παιδιά της Νικαράγουας όταν επιδιώχθηκε η εκπαίδευσή τους σε μια ενιαία γλώσσα κωφαλάλων από τη κυβέρνηση των Σαντινίστας. «Η σύνθετη γλώσσα είναι καθολική επειδή τα παιδιά στην πραγματικότητα την επινοούν εκ νέου, γενιά προς γενιά όχι γιατί τους την διδάσκουν, όχι επειδή είναι γενικώς έξυπνα, όχι γιατί τους είναι χρήσιμη, αλλά επειδή απλώς δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς» υποστηρίζει ο ψυχογλωσσολόγος του Πανεπιστημίου MIT Steven Pinker.

  • Η ικανότητα της γλώσσας και η συνολική νοημοσύνη είναι τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά όπως δείχνουν διάφορες παθολογικές καταστάσεις. Υπάρχουν πολλά συγκεκριμένα παραδείγματα που δείχνουν ότι ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από τη συγγενή Ειδική Γλωσσική Διαταραχή (Specific Language Impairment, SLI) εμφανίζουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης και επίσης άτομα με νοητική ανεπάρκεια είναι δυνατόν να εμφανίζουν υψηλές γλωσσικές ικανότητες.

  • Η γλώσσα έχει μία ιδιότυπη δομή που δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί με λογικούς κανόνες. Το ακόλουθο παράδειγμα που προέρχεται από την αγγλική γλώσσα εικονογραφεί αυτό το επίχειρημα. Ενώ χρησιμοποιείται η φράση «the child seems to be sleepy» δεν χρησιμοποιείται η φράση «the child seems to be sleeping» παρ’ όλο ότι είναι γραμματικά σωστή.

Το επόμενο θέμα που πρόκειται να παρουσιάσω βασίζεται σε δύο εργασίες που αφορούν στη μελέτη ορισμένων διαταραχών της γλώσσας που εμφανίζονται σε πάσχοντες από τη νόσο Parkinson (PD) και τη νόσο Alzheimer (AD). Το σκεπτικό της πρώτης εργασίας (Ullman et al., 1997) που αφορά αγγλόφωνα άτομα είναι το ακόλουθο:

Θεωρώντας ότι οι λέξεις έχουν, όπως και τα γεγονότα, το χαρακτηριστικό του αυθαίρετου και του αυθόρμητου, είναι δυνατόν να υπάρχουν, όπως και για τα γεγονότα, θέσεις αποθήκευσης λέξεων στο κροταφο-βρεγματικό σύστημα, και η δημιουργία του νοητικού λεξικού να ελέγχεται από τους μηχανισμούς και τις περιοχές του εγκεφάλου που ελέγχουν και το σύστημα της δηλωτικής μνήμης. Από την άλλη πλευρά, θεωρώντας ότι η απομνημόνευση γραμματικών κανόνων μοιάζει με την απομνημόνευση κινητικών ικανοτήτων, όπου απαιτείται η επανάληψη συντονισμένων διαδικασιών σε πραγματικό χρόνο (διαδικαστική μνήμη), τότε μπορεί το σύστημα βασικά γάγγλια-μετωπιαίος φλοιός να ελέγχει και να επεξεργάζεται τους γραμματικούς κανόνες, όπως και τις κινητικές ικανότητες. Έχει διαπιστωθεί ότι τα βασικά γάγγλια προβάλλουν στη περιοχή Broca και αυτό ενισχύει την υπόθεση ότι τμήματα των βασικών γαγγλίων επιβλέπουν τη γραμματική διαδικασία, με μηχανισμούς παρόμοιους με αυτούς που ελέγχουν τις κινητικές ικανότητες.

Οι Antonio και Hanna Damasio, σημειώνοντας τις ανατομικές συνδέσεις των βασικών γαγγλίων με τις φλοιϊκές περιοχές του λόγου, έχουν υποστηρίξει ότι με δεδομένο ότι τα «βασικά γάγγλια χρησιμεύουν στο να συνθέτουν τα συστατικά των περίπλοκων κινήσεων σε ένα ομαλό σύνολο, φαίνεται λογικό (reasonable) να επιτελούν μία ανάλογη λειτουργία στο να συλλέγουν λέξεις σε φράσεις».

Με δεδομένα τα παραπάνω και υποθέτοντας: α) ότι τα ανώμαλα ρήματα είναι αποθηκευμένες λέξεις μέσω της δηλωτικής μνήμης που εδράζεται στο κροταφο-βρεγματικό σύστημα και β) ότι η κλίση των ομαλώνρημάτων είναι προϊόν γραμματικών κανόνων που στηρίζονται στο σύστημα της διαδικαστικής μνήμης των βασικών γαγγλίων-μετωπιαίου λοβού, προέβησαν στη μελέτη παραγωγής του αορίστου 20 ομαλών και 20 ανώμαλωνρημάτων σε 28 πάσχοντες από τη νόσο Alzheimer (AD) και 24 πάσχοντες από τη νόσο Parkinson (PD) και τους αντίστοιχους μάρτυρες. Οι εξεταζόμενοι διάβαζαν δυνατά φράσεις όπως η παρακάτω και συμπλήρωναν το κενό: Every day I dig a hole. Just like every day, yesterday I ____ a hole.

Τα αποτελέσματα της μελέτης ήταν τα ακόλουθα:

  • Οι ασθενείς AD: α) εμφανίσαν θετική συσχέτιση μεταξύ του μεγέθους της αδυναμίας να θυμούνται λέξεις και γεγονότα (Blessed Dementia Scale) και της δυσκολίας τους να παράγουν τον αόριστο ανώμαλων ρημάτων ($p=0.005$), β) πραγματοποιούσαν υπεργραμματικοποίηση (dig-diged, αντί-dug) και γ) δεν διαπιστώθηκε δυσκολία στη δημιουργία του αορίστου ομαλών ρημάτων.

  • Οι ασθενείς PD: α) εμφανίσαν θετική συσχέτιση μεταξύ του μεγέθους της υποκινησίας στη δεξιά πλευρά και της δυσκολίας να παράγουν τον αόριστο ομαλών ρημάτων, β) δεν διαπιστώθηκε δυσκολία στη δημιουργία του αορίστου ανώμαλων ρημάτων.

Φαίνεται λοιπόν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης ήταν σύμφωνα με την αρχική υπόθεση.

Η δημιουργία του αορίστου των ομαλών και ανώμαλων ρημάτων, όπως επίσης και η κατανόηση της παθητικής φωνής μελετήθηκε σε 25 ελληνοφωνους ασθενείς, πάσχοντες από την νόσο του Parkinson, και στον ίδιο αριθμό μαρτύρων (Terzi et al., 2005). Διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς PD εμφάνισαν στατιστικά σημαντική μείωση της ικανότητας δημιουργίας του αορίστου ομαλών και ανώμαλων ρημάτων και της ικανότητας κατανόησης της παθητικής φωνής σε σχέση με τους μάρτυρες. Εντούτοις, και σε αντίθεση με τα αποτελέσματα στους αγγλόφωνους ασθενείς, οι ελληνόφωνοι παρκινσονικοί δεν εμφάνισαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ της ικανότητας δημιουργίας του αορίστου ομαλών και ανώμαλων ρημάτων.

Οι συγγραφείς του άρθρου υποστηρίζουν ότι οι διαταραχές στη γλώσσα που διαπίστωσαν στους παρκινσονικούς ασθενείς εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο των γνωσιακών διαταραχών που εμφανίζουν οι πάσχοντες από τη συγκεκριμένη νόσο. Επίσης, το γεγονός ότι οι διαταραχές στη δημιουργία του αορίστου στους ελληνόφωνους παρκινσονικούς δεν είναι οι ίδιες με αυτές των αγγλόφωνων ασθενών ερμηνεύεται ενδεχομένως από το ότι σε ελάχιστα ελληνικά ανώμαλα ρήματα (όπως το βλέπω-είδα) ο αόριστος διαφέρει ουσιαστικά από τον αόριστο των ομαλών ρημάτων.

*

Το τρίτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η ιστορία για το περίφημο «γονίδιο της γλώσσας» (για ένα πολύ κατατοπιστικό άρθρο βλέπε Lai et al., 2001). Το 1990 περιγράφηκε για πρώτη φορά η KE, μια μεγάλη οικογένεια μερικών γενεών, στην οποία τα μισά περίπου μέλη της έπασχαν από σοβαρές διαταραχές της γλώσσας. Αυτή η διαταραχή φαίνεται ότι κληρονομείται μέσα στην οικογένεια από ένα γονίδιο ή μία ομάδα γονιδίων κατά τον επικρατούντα αυτοσωμικό χαρακτήρα. Μετά από αυτή την ανακάλυψη πολλοί μίλησαν για το «γονίδιο της γλώσσας» ενώ άλλοι υπέθεσαν ότι οι γλωσσικές διαταραχές οφείλονταν στη χαμηλή νοημοσύνη των ατόμων που έπασχαν ή ότι η νόσος δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα artefact της διαλέκτου της αγγλικής εργατικής τάξης.

Εντούτοις, ψυχογλωσσολογικές μελέτες, όπως αυτές της Δρ. Vargha-Khadem, έδειξαν ότι τα πράγματα ήταν πολύ πιο περίπλοκα από ό,τι υπέθεταν οι δύο ακραίες αυτές απόψεις. Πράγματι, τα προσβεβλημένα άτομα τείνουν να έχουν χαμηλότερες αποδόσεις σε διάφορα τεστ ευφυΐας, αλλά η γλωσσική διαταραχή δεν είναι δυνατόν να οφείλεται σε αυτό το λόγο διότι μερικοί από τους πάσχοντες εμφανίζουν νοημοσύνη μέσα στα φυσιολογικά πλαίσια και μερικοί εμφανίζουν υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης από τους μη πάσχοντες συγγενείς τους.

Οι πάσχοντες εμφανίζουν σοβαρές διαταραχές στην επιλογή των κατάλληλων κινήσεων προσώπου και γλώσσας για τη σωστή εκφορά του λόγου. Οι διαταραχές όμως δεν περιορίζονται μόνο σε προβλήματα εκφοράς του λόγου: έχουν δυσκολίες στο να διασπούν μία λέξη στα συστατικά της φωνήματα, στο να κατανοούν φράσεις, στα να χρησιμοποιούν γραμματικούς κανόνες. Ως ενήλικες δυσκολεύονται σε δοκιμασίες που αφορούν λέξεις χωρίς νόημα στις οποίες διεξέρχονται πολύ επιτυχώς παιδιά ηλικίας τεσσάρων ετών, όπως «Every day I plam: yesterday I ___».

Το 1998, η Dr. Cecilia Lai και οι συνεργάτες της συνέδεσαν τη νόσο με τη βλάβη σε μία μικρή περιοχή του χρωμοσώματος 7, την οποία ονόμασαν περιοχή SPCH1. Δύο χρόνια αργότερα η ίδια ερευνητική ομάδα θα περιγράψει μία χρωματοσωμική αναδιάταξη που αφορούσε την περιοχή SPCH1 ενός ατόμου άσχετου με την οικογένεια KE (CS) και το οποίο εμφάνιζε τις ίδιες διαταραχές του λόγου με τα άτομα της οικογένειας. Αυτή η ανακάλυψη βοήθησε στο να εντοπισθεί ότι η βλάβη στα πάσχοντα μέλη της οικογένειας αφορούσε ένα γονίδιο, το FOXP2. Πρόκειται για μια σημειακή μετάλλαξη στο γονίδιο: μία γουανίνη έχει αντικατασταθεί από μία αδενίνη, γεγονός που οδηγεί σε αντικατάσταση στην αντίστοιχη πρωτεΐνη ενός αμινοξέος, μιας αργινίνης από μία ιστιδίνη στη θέση «forkhead» της πρωτεΐνης. Η μετάλλαξη αυτή εμφανίζεται σε όλα τα πάσχοντα άτομα της οικογένειας KE και σε κανένα από τα υγιή όπως επίσης και σε κανένα από τα 364 υγιή άτομα της Καυκάσιας φυλής που έχουν ελεγχθεί.

Ας δούμε τώρα ορισμένα στοιχεία για το FOXP2. Η πρωτεΐνη που κωδικοποιεί το γονίδιο FOXP2 ανήκει στην οικογένεια των λεγόμενων μεταγραφικών παραγόντων, δηλαδή πρωτεΐνες οι οποίες συνδεόμενες με ειδικές θέσεις του DNA προκαλούν τη μεταγραφή γονιδίων σε mRNA και τη σύνθεση αντίστοιχων πρωτεϊνών. Το FOXP2 ανήκει στους μεταγραφικούς εκείνους παράγοντες που η σύνδεσή τους με το DNA πραγματοποιείται με την περιοχή forkhead η οποία είναι η περιοχή που τροποποιείται στα πάσχοντα άτομα με αποτέλεσμα την αδυναμία επιτέλεσης της μεταγραφικής του λειτουργίας. Το FOXP2 εκφράζεται σε μεγάλες ποσότητες στις διάφορες περιοχές του εγκεφάλου (των βασικών γαγγλίων συμπεριλαμβανομένων) κατά το στάδιο της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Και στα πάσχοντα άτομα της οικογένειας KE και στο CS το ένα από τα δύο αλληλόμορφα γονίδια του FOXP2 έχουν υποστεί την μετάλλαξη. Έτσι έχει υποτεθεί ότι, κατά μία κρίσιμη περίοδο της εμβρυϊκής ανάπτυξης του εγκεφάλου, οι πάσχοντες εκφράζουν μόνο το ήμισυ της φυσιολογικής ποσότητας του μεταγραφικού παράγοντα, ποσόν ανεπαρκές για τη φυσιολογική ανάπτυξη των εγκεφαλικών κυκλωμάτων που σχετίζονται με τη γλώσσα και ενδεχομένως και με άλλες εγκεφαλικές λειτουργίες.

Σε πρόσφατη εργασία (Liegeois et al., 2003) μελετήθηκε, με τη τεχνική fMRI, σε 5 μέλη πάσχοντα και 5 φυσιολογικά της οικογένειας KE όπως επίσης και σε 10 φυσιολογικά μη ανήκοντα στην οικογένεια άτομα, το ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια διαφόρων τεστ, όπως η δημιουργία και εκφορά ρημάτων από ουσιαστικά. Διαπιστώθηκε [εικ. 1] ότι και οι δύο κατηγορίες φυσιολογικών ατόμων έδειξαν την τυπική ενεργοποίηση πρόσθιων περιοχών του αριστερού ημισφαιρίου ιδίως της περιοχής Broca. Αντιθέτως οι πάσχοντες έδειξαν την ενεργοποίηση μιας μεγάλης ομάδας περιοχών που βρίσκονται στα οπίσθια τμήματα δεξιού και αριστερού ημισφαιρίου.

Εικόνα 2
Εικόνα 2

Τελειώνω με την πληροφορία ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι το γονίδιο FOXP2 του σύγχρονου ανθρώπου σταθεροποιήθηκε με τη σημερινή του μορφή στο ανθρώπινο γονιδίωμα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 200.000 ετών, ενδεχομένως πριν από 100.000 χρόνια, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα που οι ανθρωπολογικές έρευνες δείχνουν ότι εμφανίστηκε και η γλώσσα του ανθρώπου υπό τη σύγχρονη δόκιμη μορφή της (Zhang et al. 2002). Θεωρώ ότι αυτή η ανακάλυψη είναι μία από τις πλέον σημαντικές που αφορούν τη γενετική της συμπεριφοράς του ανθρώπου.

Πριν από μερικούς αιώνες ο René Descartes διατύπωσε την άποψη ότι η «γλώσσα ανήκει μόνο στον άνθρωπο». Χωρίς αμφιβολία, κανένας άλλος τρόπος επικοινωνίας δεν διαθέτει τον σημασιολογικό πλούτο, την περιπλοκότητα, την εκζήτηση της ανθρώπινης γλώσσας. Όμως εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: η γλώσσα, ως χαρακτηριστικό του ανθρώπου, εξαρτάται από μία εξαιρετική οργάνωση του εγκεφάλου, προγραμματισμένη από γονίδια, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονται και σε άλλα ζώα. Από τη δαρβινική λοιπόν σκοπιά, δεν είναι δυνατόν μια τέτοια οργάνωση και λειτουργία να είναι προϊόν μιας εξελικτικής διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνο κατά τη διάρκεια των αιώνων εξέλιξης του ανθρώπινου είδους. Ο χιμπατζής είναι το κοντινότερο στον άνθρωπο ζώο και προφανώς ο άγριος χιμπατζής δεν «μιλάει». Ορισμένοι, ωστόσο, ερευνητές υπέθεσαν ότι τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι αυτά τα ζώα δεν είχαν τη δυνατότητα να ζήσουν σε μία κοινωνία, όπως η ανθρώπινη, όπου η εκμάθηση μιας γλώσσας είναι το κύριο χαρακτηριστικό της. Έτσι, ήδη από τη δεκαετία του 1930, αλλά κυρίως κατά τη δεκαετία του 1960 και κατόπιν, έχει πραγματοποιηθεί ένας σημαντικός αριθμός μελετών, που είχαν ως στόχο να διδάξουν στους χιμπατζήδες ένα είδος συμβολικής γλώσσας, όπως η γλώσσα των κωφαλάλων. Τα αποτελέσματά τους έδειξαν ότι, πράγματι, τα ζώα αυτά ήταν σε θέση να εκμάθουν μια συμβολική γλώσσα και να τη χρησιμοποιήσουν για την έκφραση ακόμη και συναισθημάτων, ή και πολύπλοκων σχέσεων αιτίου-αιτιατού.

Εντούτοις, το λεξιλόγιό τους ήταν πολύ πιο φτωχό από το αντίστοιχο ενός παιδιού τεσσάρων ετών και, ίσως ακόμη πιο σημαντικό, αποδείχθηκε ότι ο εγκέφαλος των χιμπατζήδων δεν διαθέτει τις λειτουργίες που σχετίζονται με τις γνωσιακές διαδικασίες της γραμματικής και του συντακτικού. Με άλλα λόγια, οι γλωσσικές ικανότητές των, κατά τα άλλα ευφυών, πρωτευόντων σε σχέση με τη δημιουργική χρήση της γλώσσας είναι πολύ πιο περιορισμένες από ό,τι στον άνθρωπο. Τι είναι όμως εκείνο που δίνει αυτή τη μοναδική ικανότητα στον άνθρωπο; Πρόκειται για την εξέλιξη ενός προϋπάρχοντος στον εγκέφαλο των πρωτευόντων γλωσσικού προγράμματος, ή μήπως η ανθρώπινη γλώσσα είναι αποτέλεσμα της δημιουργίας μιας εντελώς νέας νευρωνικής δομής;

Νομίζω ότι οι μελέτες που πραγματοποιούνται στο Εργαστήριο Φυσιολογίας του Ανθρώπου στο Πανεπιστήμιο της Πάρμας υπό την καθοδήγηση του Giacomo Rizzolatti μπορούν ν’ ανοίξουν ένα παράθυρο απάντησης προς ερωτήματα αυτού του είδους (Rizzolatti G., Arbib M.A., 1998). Αυτή η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι στην περιοχή F5 του προκινητικού φλοιού του πιθήκου [εικ. 2] υπάρχει μια ειδική κατηγορία νευρικών κυττάρων (καθρεπτικοί νευρώνες), οι οποίοι διεγείρονται όταν ο πίθηκος επιτελεί μια πράξη, αλλά και όταν ο πειραματιστής υποδεικνύει στον πίθηκο τι να κάνει επιτελώντας την ίδια πράξη. Με άλλα λόγια οι καθρεπτικοί νευρώνες αποτελούν ένα μέσον επικοινωνίας μεταξύ του πειραματιστή και του εκπαιδευόμενου πιθήκου. Δηλαδή συμμετέχουν στην επιτέλεση μιας γνωστικής διαδικασίας διαλόγου που με απλά λόγια μπορεί να περιγραφεί ως εξής: «Αυτό που πριν από λίγο έκανες εσύ, τώρα το κάνω εγώ».

Η εγκατάσταση όμως αυτού του διαλόγου προϋποθέτει ότι ο πίθηκος, όπως ελπίζω και ο πειραματιστής, κάνει διάκριση του «εαυτού» ως προς τον «άλλο». Τα φαινόμενα αυτά που ως εδώ περιέγραψα, όσο γίνεται πιο περιληπτικά, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν προστεθεί η πληροφορία ότι για τους περισσότερους ερευνητές η περιοχή F5 του εγκεφάλου του πιθήκου είναι η ανάλογη της έλικας Broca του εγκεφάλου του ανθρώπου (homo habilis).

Φαίνεται λοιπόν ότι η μετάβαση στις πρώτες μορφές του ανθρώπου, όπως έχει δείξει η παλαιοανθρωπολογία, συμπίπτει με τη μεγέθυνση του καθρεπτικού συστήματος του προγόνου του και τη δημιουργία της περιοχής Broca. Η νέα αυτή περιοχή αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το καθρεπτικό σύστημα του ανθρώπου, το οποίο λόγω της νέας πολυπλοκότητας που δημιουργείται είναι σε θέση να ελέγχει περίπλοκες σκόπιμες διαδικασίες, όπως είναι η κατασκευή εργαλείων κατ’ αρχάς και η εκφορά του λόγου αργότερα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάδυση στη φύση της ανώτερης τάξης συνείδησης.

Βιβλιογραφία

1. Lai C.S.L., Fisher S.E., Hurst J.H., Khadem-Vargha F.,Monaco A.P. (2001) A forkhead-domain gene is mutated in a severe speech and language disorder. Nature 413, 519-523.

2. Liegeois F., Baldeweg T., Connelly A., Gadian, D.G., Mishkin M., Vargha-Khadem F. (2003). Language fMRI abnormalities associated with gene mutation. Nature Neuroscience, 6, 1230-1237.

3. Rizzolati G., Arbib M.A, (1998) Language within our grasp. Trends of Neurosciences, 21, 5, 188-194.

4. Terzi A., Papapetropoulos S., Kouvelas E.D. (2005) Past tense formation and comprehension of passive sentences in Parkinson’s disease: evidence from Greek. Brain and Language, In Press.

5. Ullman M., Corkins S., Coppola M., Hickok G., Growdon J.H., Koroshetz W.J., Pinker S. (1997) A neural dissociation within language: evidence that the mental dictionary is part of declarative memory, and that grammatical rules are processed by the procedural system.J. Cogn. Neurosci. 9, 289-299.

6. Zhang J., Webb D.M., Podlaha O. (2002) Accelerated protein evolution and origins of human-specific features: FOXP2 as an example. Genetics 162, 1825-1835.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.