Γκάρο Εσαγιάν
Ψυχίατρος. Δρ του ΔΠΘ.
Εργάζεται στην Κομοτηνή και είναι
υπεύθυνος του Κέντρου Πρόληψης Ν. Ροδόπης
σύναψις 01a [2005]
Θα προσεγγίσω το πρόβλημα του αλκοολισμού κάτω από το πρίσμα της ψυχοπαθολογίας. Μολονότι η κυρίαρχη τάση της σύγχρονης ψυχιατρικής -αναφέρομαι στην αμερικανική ταξινόμηση των ψυχιατρικών παθήσεων- τείνει να αναδείξει την ψυχική διαταραχή κυρίως ως σύμπτωμα, η παραδοσιακή ψυχιατρική, που έχει τις καταβολές της στην κεντρική Ευρώπη, συνεχίζει να επεξεργάζεται αιτιο-παθογενετικά μοντέλα των ψυχικών νοσημάτων, λαμβάνοντας υπ’ όψιν, μεταξύ άλλων, την κλασική και θεμελιώδη έννοια της προσωπικότητας και τη διαπλοκή της με το οικογενειακό και κοινωνικοπο- λιτισμικό περιβάλλον (να προσθέσω και τη διαπλοκή της με το βιολογικό της υπόστρωμα). Και βέβαια μια τέτοια προσέγγιση των ψυχικών διαταραχών, δηλαδή η μελέτη της ψυχικής νόσου σε συνάρτηση με την προσωπικότητα του πάσχοντος, αποτελεί βασικό εργαλείο στο πεδίο της ψυχοπαθολογίας η οποία, σε σχέση με την ψυχιατρική, θα μπορούσε σχηματικά να οριστεί ως η αντίστοιχη επιστήμη της παθολογίας σε σχέση με την ιατρική.
Προσπερνώντας το γεγονός ότι ένας τέτοιος ορισμός συρρικνώνει το εύρος της επιστήμης της ψυχοπαθολογίας (ενδεικτικός είναι ο προβληματισμός που ανάδειξε ο Minkowski τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα για το κατά πόσο η ψυχοπαθολογία συμπίπτει με την παθολογία του ψυχικού ή με την ψυχολογία της ψυχικής νόσου),1 αξίζει να επισημάνουμε ευθύς αμέσως τους λόγους για τους οποίους μας ενδιαφέρει η κατανόηση του αλκοολικού υπό το πρίσμα της ψυχοπαθολογίας της εξάρτησης.
Η άποψή μου είναι ότι μια τέτοια προσέγγιση ανταποκρίνεται όχι μόνο σε μια από τις βασικές διαστάσεις της προβληματικής του αλκοολικού αλλά, επίσης, αναδεικνύει και εκείνες τις ψυχολογικές ιδιαιτερότητες της προσωπικότητάς του οι οποίες, αν ληφθούν υπ’ όψιν, μπορούν να συμβάλλουν στην ουσιαστική θεραπευτική του αντιμετώπιση. Να λοιπόν, πέρα από το θεωρητικό ενδιαφέρον, και η «θεραπευτική» χρησιμότητα της ψυχοπαθολογικής μελέτης.
Τα φαινομενολογικά γνωρίσματα που συναντώνται συχνά στην προσωπικότητα των αλκοολικών είναι η ανωριμότητα, η ανασφάλεια, η έλλειψη αντοχής στις ματαιώσεις και η εξάρτηση. Η ψυχοδυναμική ψυχοπαθολογία έδωσε έμφαση στις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας των αλκοολικών η οποία ως ψυχική δομή τοποθετείται μεταξύ των νευρώσεων και των ψυχώσεων, στο πλαίσιο της παθολογίας του ναρκισσισμού. Μολονότι μια τέτοια προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο να περιορίσει την πολυπλοκότητα και το εύρος των ψυχολογικών γνωρισμάτων που διέπουν τον αλκοολισμό, εντούτοις συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση του αλκοολικού ατόμου, των σχέσεών του με την οικογένεια του και κατ’ επέκτασιν συμβάλλει σημαντικά στην εγκαθίδρυση μιας ψυχοθεραπευτικής σχέσης μαζί του η οποία, ως γνωστόν,
αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση οποιοσδήποτε ψυχιατρικής θεραπείας του.
Προσεγγίζοντας τον αλκοολισμό ως διαταραχή που έχει ναρκισσιστικές καταβολές, με προεξάρχουσα την προβληματική της εξάρτησης, αναδεικνύουμε τις ομοιότητές του με την τοξικομανία, η οποία σύμφωνα με την σύγχρονη ψυχοδυναμική ψυχοπαθολογία αποτελεί μια ναρκισσιστική εξαρτητική ψυχοπαθολογία.
Σ’ αυτό το σημείο θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ εν συντομία σε τι συνίσταται η παθολογία του ναρκισσισμού. Αυτή η παθολογία συνδέεται με τη διαμόρφωση της ταυτότητας του ατόμου και εκφράζει, σε κάθε της εκδήλωση, κάποια ρωγμή στη συγκρότησή της (μια «θεμελιώδη έλλειψη» σύμφωνα με τον Balintl. Εκδηλώνεται δε, κυρίως μέσω της παθολογίας της σχέσης αντικειμένου, δηλαδή μέσω της παθολογίας της σχέσης που έχει το υποκείμενο με τον κόσμο του. Στην περίπτωση της τοξικομανίας, αλλά συχνά και στον αλκοολισμό η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται από την τοξικότητα της.
Η ψυχοπαθολογία του αλκοολισμού και της τοξικομανίας εμπεριέχει χαρακτηριστικά που δικαιολογούν την ένταξή τους στην ομάδα της παθολογίας του ναρκισσισμού. Προσδιορίζονται από συμπεριφορές όπου κυριαρχεί η εξάρτηση από μία ουσία και η ακατανίκητη ανάγκη για την αναζήτησή της. Αυτή η ουσία αποτελεί και το αντικείμενο απόλαυσης του ατόμου.
Η ψυχοπαθολογία τους χαρακτηρίζεται από τη μετάθεση των σχέσεων επιθυμίας που αφορούν πρόσωπα ή φαντασιωσικές αναπαραστάσεις τους, σε σχέσεις επιθυμίας που αφορούν ένα υλικό αντικείμενο της εξωτερικής πραγματικότητας : τη ναρκωτική ουσία (τον ίδιο ρόλο μπορεί να έχει και το αλκοόλ).
Πρόκειται για άτομα με προεξάρχουσες στοματικές καθηλώσεις και με αντικειμενοτρόπες σχέσεις που έχουν δυαδικό χαρακτήρα με το μητρικό αντικείμενο όπου η μεσολαβητική σχέση ενός τρίτου πατρικού αντικειμένου είναι ανεπαρκής.
Το υλικό αντικείμενο είναι πάντοτε στη διάθεση του τοξικομανή κι αυτό του δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς. Εδώ όμως έγκειται και η σοβαρότητα του προβλήματος: το υλικό αντικείμενο είναι αναλώσιμο και ο τοξικομανής, μετά την κατανάλωσή του, μένει τελικά μόνος, άδειος και ακόρεστος.
Αυτό έχει σημασία και στη θεραπευτική αντιμετώπιση του προβλήματος: όταν το εξαρτημένο άτομο διακόπτει τη χρήση της ουσίας, έχει ανάγκη από ουσιαστική ψυχοθεραπευτική υποστήριξη για να αντιμετωπίσει την απώλεια του αντικειμένου, η οποία μπορεί να το οδηγήσει σε σοβαρή κατάθλιψη, στην αυτοκτονία ή στην ψυχωσική αποδιοργάνωση του.
Η κατανόηση της ψυχοπαθολογίας του αλκοολισμού και της τοξικομανίας μας βοηθά στη διαμόρφωση ενός κατάλληλου θεραπευτικού πλαισίου το οποίο, έστω κι αν δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά τον ασθενή, τον βοηθά τουλάχιστον στην προσπάθεια του για απεξάρτηση. Έτσι, η θεραπευτική στάση πρέπει να χαρακτηρίζεται από: τη σταθερή παρουσία του θεραπευτή η οποία, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της θεραπευτικής σχέσης, καθησυχάζει τον εξαρτημένο στη διαρκή αναζήτηση του. Αυτή, όμως, η σταθερή παρουσία πρέπει να έχει και τα όριάιης έτσι ώστε ο θεραπευτής να μπορεί να βάλει όρια και στη «λαιμαργία» που χαρακτηρίζει τη σχέση του τοξικομανή με το αντικείμενο.
Οι διαφορές μεταξύ αλκοολισμού και τοξικομανίας έχουν υπογραμμιστεί εδώ και καιρό. Αφορούν τον τρόπο χρήσης (τα οινοπνευματώδη καταναλώνονται ελεύθερα, η χρήση των τοξικών ουσιών περιορίζεται από τη νομοθεσία), την οδό χορήγησης, την εξάρτηση (ραγδαία και έντονη στους τοξικομανείς, βραδεία στους αλκοολικούς), τις δόσεις (ταχέως αυξανόμενες στις τοξικές ουσίες, σταθερές συνήθως στο οινόπνευμα, η κατανάλωση του οποίου ελαττώνεται όψιμα), το ρυθμό αύξησης της ανοχής (ταχύς στις τοξικές ουσίες, ποικίλος και συχνά βραδύς στο οινόπνευμα), την αρχική ψυχική κατάσταση (σοβαρές διαταραχές της προσωπικότητας στους τοξικομανείς, πιο ελαφρές διαταραχές στους αλκοολικούς), τη στάση της κοινωνίας.
Ωστόσο, σήμερα η ψυχιατρική επιστήμη δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις σημαντικές ομοιότητες των δυο αυτών διαταραχών από άποψη αιτιολογίας και θεραπευτικής, γεγονός που έχει επισημανθεί ήδη και από μια σχετική έκθεση του Π.Ο.Υ. (1967): «φαίνεται ότι τα άτομα ή οι ομάδες που εμφανίζουν ψυχολογικές αδυναμίες, προσφεύγουν συχνά στο οινόπνευμα και τις άλλες τοξικές ουσίες προκειμένου να ικανοποιήσουν ατομικές ή ομαδικές ανάγκες. Από εκεί και πέρα η επίδραση του περιβάλλοντος (π.χ. η ευκολία να προμηθευτούν τοξικές ουσίες, τα τοπικά έθιμα, οι νόμοι, η θρησκεία, η στάση της κοινής γνώμης) θα καθορίσει την ή τις ουσίες των οποίων θα κάνει κατάχρηση το άτομο». Γ αυτή την αλλαγή στάσης έχει συμβάλλει ουσιαστικά, όπως προαναφέρθηκε, η ψυχοπαθολογική μελέτη των δύο αυτών διαταραχών.
Έχει εντούτοις ενδιαφέρον να επισημάνουμε εδώ ότι λίγοι είναι οι συγγραφείς οι οποίοι ασχολήθηκαν επισταμένα με τους λόγους που κάνουν κάποιον εξαρτημένο να επιλέξει την τάδε ουσία και όχι τη δείνα. Και, επίσης, αξίζει να τονίσουμε ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς προέρχονται από το πεδίο της ψυχοδυναμικής ψυχιατρικής.
Για μερικούς εξ’ αυτών η επιλογή της τοξικής ουσίας σχετίζεται με την ποιότητα των συναισθημάτων που αδυνατεί να καθυποτάξει ο ασθενής: έτσι, κατασταλτικές ναρκωτικές ουσίες και υπναγωγό χρησιμοποιούνται για την οργή, την ντροπή, την ζήλια και ιδιαίτερα για το άγχος που συνοδεύει αυτά τα συναισθήματα, διεγερτικές ουσίες χρησιμοποιούνται για να αντιμετωπιστεί η κατάθλιψη και η αίσθηση ασημαντότητας, τα παραισθησιογόνα για την πλήξη και την απογοήτευση που προκαλεί η στερητική πραγματικότητα. Τέλος, το αλκοόλ ενάντια στην ενοχή, τη μοναξιά και το συνοδό άγχος.
Ολοκληρώνοντας, όσο χρήσιμη και ενδιαφέρουσα θεωρητικά και κλινικά μπορεί να είναι η παραπάνω προσέγγιση που αναδεικνύει τις κοινές σταθερές στην ψυχοπαθολογία του αλκοολισμού και της τοξικομανίας, οφείλουμε να μην ξεχνάμε την ιδιαιτερότητα όχι μόνο της κάθε διαταραχής αλλά ακόμη περισσότερο την ιδιαιτερότητα του κάθε ασθενούς στην προσέγγιση του προβλήματος του. Σ’ αυτό το τελευταίο έχει συμβάλλει σημαντικά με την συνεισφορά της και η υπαρξιακή ψυχοπαθολογία για την οποία γίνεται ακόμη λιγότερη μνεία στις μέρες μας.
Σημειώσεις
1 Εσαγιάν Γκάρο. Εισαγωγή στην ψυχοπαθολογία. Εντός, Εκτός και Επί της Ψυχιατρικής, Εκδ. University Studio Press, 2004, 4, 21-40.
Βιβλιογραφία
Αλκοολισμός
Abraham Κ. Les relations psychologiques entre la sexualite et Γ alcoolisme. 1908. Oeuvres Completes (Tome 11 Paris, Payot 1965, 48-55.
Bales R.F. The Fixation Factor in alcohol addiction an hypothesis derived from a comparative study of Irish and Jewish social normes. Harvard : These Harvard University, 1944.
Bergler E. La nevrose de base. Paris, Payot, 1963, 259-271.
Fenichel 0. Perversions et nevroses impulsives: La theorie psychanalytique des nevroses 1945 (Tome 2). Paris, PUF, 1953, 456-460.
Ferenczi S. Oeuvres Completes [Tome 1). Paris, Payot, 1970: 182-193.
Me Dougall J. The «disaffected» patients, reflections on affect pathology. Psychoanal Q1984, 53, 386-409.
Mijolla A de, Shentoub SA. Pour une psychanalyse de T alcoolisme. Paris, Payot, 1973.
Pellet J. Cottraux J. Alcoolisme et structure psychotique. Confront Psychiatr, 1972, 8, 21-65.
Rado S. The psychic effect of intoxication: attempt at a psychoanalytic theory of drug addiction. Int. J. Psychoanal. 1926, 7, 396.
Τοξικομανία
Aulagnier P. Les destins du plaisir. Alienation ; amour, passion. Paris. PUF, 1979.
Bergeret S. La depression et les etats-limites, Paris, Payot, 1975.
Bergeret S. Le psychanalyste a I ecoute du toxicomane, Paris, Dunod, 1981.
Bergeret S. Les conduites addictives. In Venisse JL ed. Les novelles addictions, Paris, Masson, 1991.
Bergeret S. Toxicomanie, autoerotisme et autothanatise. Rev Fr Psychanal 1977, 5-6, 973-977.
Charles-Nicolas A. Un etat limite dans Γ etat-limite : la toxicomanie. Actual Psych iatr 1979, 8, 54-57.
Ferbs C, Magoudi A. Approche psychanalytique des toxicomanies. Paris : PUF, 1986.
Freud S. De la cocaine, ecrits reunis par Bye K R. Bruxelles: Complexe, 1976.
Jeammet P. Adolescence et dependance, Interventions, ANIT, 1991, 32, 3 -10.
Khantzian EJ. An ego/self theory of substance dependence: a contemporary psychoanalytic perspective. In : Lettieri DJ, Sayers M, Pearson Hw eds. Theories on Drug Abuse: Selected Contemporary perspectives (DHHS Publication ADM 84-967). Washington: US Government Printing Office, 1980.
Le Poulichet S. Toxicomanies et psychanalyse. Paris, PUF, 1987.
Marcelli P. De lien precoce au lien d’ addiction. Neuropsychiatr Enfance Adolesc 1994, 42, 279-284.
Me Dougall J. Theatres du corps. Paris: Gallimand, 1989.
Olievenstein C. La drogue. Paris : Editions Universitaires, 1970.
Olievenstein C. Destin du toxicomane. Paris : Fayard, 1983.
Olievenstein C. Dependance toxicomaniaque. Adolescence 1987, 5, 7-16.
Rosenfeld H.A. On drug addiction IntJ Psychoanal 1960,41, 467-475.
Roux JM, Touzean D. Hantzherg P. Toxicomanies autres que I’ alcoolisme. EMC- Psychiatrie, 37-396-A-10, 1983 (Elsevier, Paris).
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.