Γιάννης Γρηγορίου
Ψυχίατρος. Υπεύθυνος της
Μονάδας Απεξάρτησης από Αλκοόλ,
Φάρμακα και Τυχερά Παιχνίδια του ΨΝΘ
σύναψις 01a [2005]
Σύμφωνα με τις θεωρίες των Κοινωνικών Συστημάτων, τα οργανωμένα Συστήματα είναι προϊόντα της δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των τμημάτων τους και όχι απλό άθροισμα αυτών και των επιμέρους ιδιοτήτων τους. Όλος ο ορατός και μη ορατός μας κόσμος είναι γεμάτος από αλληλένδετα συστήματα, ιεραρχικά δομημένα, που διαθέτουν αλληλοεξαρτώμενη οργάνωση, ενώ το κάθε ένα τους αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου συστήματος (supra system), περιέχοντας άλλα μικρότερα (sub system).
Τα Οικογενειακά Συστήματα, ειδικότερα, είναι τμήματα του κοινωνικού τους περιβάλλοντος, ταυτόχρονα όμως περιλαμβάνουν μικρότερα τμήματα, τα μέλη τους με τις μεταξύ τους ιδιότητες και σχέσεις. Το όλον (wholeness), η μορφή δηλαδή που δείχνει, που παρουσιάζει μια οικογένεια, είναι μία συνισταμένη, ένα αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των σχέσεων, ατομικών αξιών, επιδιώξεων, αρχών των μελών της.
Η κατανόηση ενός μέλους της, ή μιας ιδιότητας ενός μέλους της, που μπορεί να είναι π.χ μια ψυχική διαταραχή ή κατάχρηση αλκοόλ, γίνεται καλύτερα κατανοητή, μόνο αν θεωρηθεί ως λειτουργία του όλου συστήματος. Ένα μέλος που παρουσιάζει μια διαταραχή θεωρείται, με την συστημική προσέγγιση, ότι αντιπροσωπεύει ένα σύστημα που δυσλειτουργεί. Από συστημικής δηλαδή πλευράς, το μέλος που φέρει την διαταραχή είναι ο εκφραστής, τρόπον τινά, της δυσλειτουργίας του οικογενειακού συστήματος. Έτσι, η εστίαση γίνεται στο οικογενειακό σύστημα και όχι μόνο στο άτομο που φέρει την διαταραχή.
Παράλληλα λαμβάνεται υπ’ όψιν πως το κάθε μέλος συνδέεται με ευρύτερα εξωοικογενειακά συστήματα, τα οποία με την σειρά τους αλληλεπιδρούν στα μέλη και στην οικογένεια.
Η κάθε λειτουργία των μελών της, είτε κοινωνική, είτε συναισθηματική, είτε ακόμη και φυσική, είναι τόσο αλληλένδετη με τις άλλες, ώστε η οποιαδήποτε αλλαγή σε ένα μέρος του οικογενειακού συστήματος να επηρεάζει και τα άλλα μέρη. Έτσι, μια διαταραχή δεν μπορεί να ειδωθεί ανεξάρτητα από όλες τις διαπροσωπικές συναλλαγές και κοινωνικές αλληλεπιδράσεις των μελών της οικογένειας.
Από συστημικής πλευράς, κατά τον Steinglas, είναι αδύνατο να αλλάξει ένα σύμπτωμα ή μια διαταραχή σε ένα μέρος του συστήματος χωρίς να υπάρξει και μια συμπληρωματική αλλαγή στο «όλο» (wholeness).
Ήδη, η παγκόσμια εμπειρία στον τομέα των εξαρτήσεων τείνει να αλλάξει το πλαίσιο παρατήρησης και παρέμβασης: το «άτομο» στο πλαίσιο «οικογένεια», «οικογενειακό σύστημα». Και αυτό γιατί, όπως προείπαμε, το κάθε μέρος του συστήματος γίνεται καλύτερα κατανοητό όταν το παρατηρεί κάποιος στην αλληλεξάρτησή του, στη συνάφεια και στη σχέση του με την όλη δομή και λειτουργία του συστήματος.
Το ότι η κάθε αλλαγή ενός μέρους επηρεάζει αναπόφευκτα και όλα τα άλλα μέρη του συστήματος, μας δίνει τη δυνατότητα ενός ευρύτατου πεδίου παρέμβασης για αλλαγές, που με την σειρά τους πυροδοτούν άλλες χρήσιμες αλλαγές στο οικογενειακό σύστημα. Ένα απλό παράδειγμα: Χρήστης δεν προσέρχεται στην θεραπεία γιατί τα μέλη του οικογενειακού συστήματος του συμπεριφέρονται σαν να είναι ένοχος για όλα όσα συμβαίνουν στην οικογένεια. Έτσι, ο ερχομός του στην θεραπεία σημαίνει γΓ αυτόν κάτι σαν δικαστήριο με κατηγορούμενο τον ίδιο. Μια αλλαγή στάσης και συμπεριφοράς των μελών του συστήματος προς τον χρήστη θα έχει ως επακόλουθο αλλαγές και στη δική του συμπεριφορά, που με την σειρά τους δημιουργούν καινούργιες αλλαγές και στα μέλη του συστήματος.
Η γνώση, βέβαια, ότι μια διαταραγμένη οικογενειακή ζωή μπορεί να είναι η αιτία για τη γένεση ψυχοπαθολογικών καταστάσεων είναι παλιά και ξεκίνησε μαζί με τις παλαιότερες ψυχαναλυτικές θεωρίες. Όλες οι ψυχοδυναμικά προσανατολισμένες θεωρίες, έβλεπαν τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια σαν την κύρια συναισθηματική βάση πάνω στην οποία αναπτυσσόταν η προσωπικότητα του ενήλικα. Είναι γνωστό ότι διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις οδηγούν με μεγαλύτερη πιθανότητα στην εμφάνιση νευρώσεων, ψυχώσεων, διαταραχών προσωπικότητας.
Αν δούμε τα πράγματα στην ιστορική τους διάσταση, θα διαπιστώσουμε ότι, σχεδόν εξαρχής, οι περισσότεροι θεραπευτές στο πεδίο των εξαρτήσεων, έβλεπαν τον σημαντικό, και πολλές φορές καθοριστικό ρόλο, που είχαν τα πρόσωπα που ζούσανε μαζί με τον εξαρτημένο, από την πλευρά της εξέλιξης και της διαιώνισης της διαταραχής. Παρόλα αυτά, συνέχιζαν να εργάζονται με πλαίσιο παρέμβασης τον χρήστη. Από την πλευρά τους, οι οικογενειακοί θεραπευτές έβλεπαν την αλκοόλ-εξάρτηση, αλλά και γενικά τις εξαρτήσεις, ως μια νοσολογική οντότητα που ανήκε στο ιατρικό μοντέλο και έτσι άργησαν να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για τις οικογένειες με εξαρτημένο μέλος, πιστεύοντας ότι οι σωματικές διαταραχές στην εξάρτηση είναι τόσο πολύ σοβαρές που θα πρέπει να έχουν μια καθαρά ιατρική αντιμετώπιση. Βέβαια, ο κάθε θεραπευτής εξαρτήσεων έβλεπε τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιζε το περιβάλλον του χρήστη και στις οποιεσδήποτε θεραπευτικές του ενέργειες έκανε και δουλειά με την οικογένεια. Πάντα όμως με εστίαση στον χρήστη.
Δύο θεωρίες που είναι αρκετά βοηθητικές για την κατανόηση του ρόλου και της συνέχισης της χρήσης από μέλος ενός οικογενειακού συστήματος, φαίνεται να είναι η αυτή του Bowen και αυτή του Steinglass.
Ο Bowen θεωρεί ότι η αλκοόλ-εξάρτηση, είναι η έκφραση μιας βαθύτερης προβληματικής της οικογένειας που στην προσπάθεια της επεξεργασίας της δημιουργείται το σύμπτωμα αλκοολισμός σαν ένα παραπροϊόν της διαδικασίας. Ένα παραπροϊόν, όμως, που καθυστερεί καθοριστικά την επίλυση άλλης βαθύτερης προβληματικής, ίσως γιατί είναι λιγότερο επώδυνο για την οικογένεια να έχει κάποιον με το σύμπτωμα της εξάρτησης παρά να βλέπει το περιεχόμενο αυτού του άλλου βαθύτερου προβλήματος, που στις φαντασιώσεις τους φαίνεται απειλητικό για τη δομή και ύπαρξη του συστήματος τους. Έτσι διαιωνίζονται πρότυπα συμπεριφοράς και επικοινωνίας (Pattern) με στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας και ισορροπίας, που δεν οδηγούν, όμως, σε αναγκαίες αλλαγές για την εξέλιξη του συστήματος, παρά μόνο στη διατήρηση της διαταραχής. Ως γνωστό, όμως, το κάθε ζωντανό σύστημα, και ακόμη περισσότερο τα κοινωνικά ζωντανά συστήματα, χρειάζονται τη συνεχή διαδικασία αλλαγών και μετασχηματισμών για την εξέλιξή τους. Έτσι, η δυσλειτουργία στην οικογένεια, που ακολουθεί αυτό το πρότυπο επιδίωξης της «μη αλλαγής», φαίνεται να είναι αναπόφευκτη. Αυτό κάνει τις οικογένειες να αποφασίζουν για την εξεύρεση μιας εξωτερικής βοήθειας. Σε αυτή τη φάση έρχονται τις περισσότερες φορές και σε μας. Με αμφιθυμία βέβαια. Από την μία, θέλουν να απαλλαγούν από το σύμπτωμα, από την άλλη, δεν είναι διατεθειμένες να αλλάξουν τίποτα. Απαλλαγή δηλαδή από το σύμπτωμα (χρήση) χωρίς αλλαγές. Πράγμα που από πλευράς συστημικής, και όχι μόνο, δείχνει να είναι ακατόρθωτο, γιατί είναι αδύνατο να εξαλειφθεί μια διαταραχή χωρίς να υπάρξει και μια συμπληρωματική αλλαγή στο «όλον».
Ο Steinglass μελέτησε την κυκλική εναλλαγή της «υγρής φάσης» (όταν ο χρήστης πίνει) και της «στεγνής» (όταν δεν πίνει) και τις δύο καταστάσεις επικοινωνίας πιωμένος-νηφάλιος. Η παρατήρηση του έδειξε ότι μέσα από αυτή την κυκλική εναλλαγή και τη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη, η κάθε οικογένεια δείχνει μια συμπεριφορά και έναν τρόπο επικοινωνίας που, ενδεχομένως, να έχει ξαναδείξει στο παρελθόν εξυπηρετώντας εξισορροπιστικούς μηχανισμούς, όπως π.χ. να βρεθεί ένας αποδιοπομπαίος τράγος πάνω στον όποιο θα προβληθούν συναισθήματα ενοχής, εχθρικές παρορμήσεις ή να διακοπεί η συναισθηματική επικοινωνία με σκοπό να μειωθεί το άγχος ή να ελαττωθούν οι εντάσεις με την εστίαση όλων των μελών σε μια επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά, αυτή του χρήστη, της μέθης δηλαδή και ό,τι την ακολουθεί. Μια συμπεριφορά που είναι σταθερή και προβλεπόμενη, που την γνωρίζουν καλά, που δεν νοιώθουν έντονα την απειλή του αγνώστου, μια συμπεριφορά που δεν περικλείει εκπλήξεις.
Έτσι, η αλκοόλ-χρήση μπορεί να πάρει μια πολύ σημαντική θέση στην εξισορροπιστική παρακαταθήκη του οικογενειακού συστήματος και να γίνει ένα απαραίτητο στοιχείο για την συνδιαλλαγή του συστήματος μεταξύ των μελών της, αλλά και στη συνδιαλλαγή του με τα περιβάλλοντα εξωσυστήματα. Καταλαβαίνετε ότι, σε αυτή την περίπτωση, η οποιαδήποτε παρέμβαση, που θα στόχευε άμεσα και μόνον στην αποχή από το αλκοόλ, θα ήταν είτε πολύ δύσκολα αποτελεσματική, είτε ακόμα και εκ των προτέρων αποτυχημένη.
Ο σκοπός της Συστημικής Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας δεν είναι μόνο η αποχή από το αλκοόλ, αλλά και η υιοθέτηση από την οικογένεια ενός διαντιδραστικού προτύπου, που στο μέλλον να αποδυναμώνει και να παραμερίζει την διαταραχή της εξάρτησης, που μέχρι πριν ήταν η κεντρική οργανωτική αρχή του οικογενειακού συστήματος.
Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις αποσκοπούν (με διαφορετικές βέβαια τεχνικές, ανάλογα με τις σχολές να διεγείρουν την οικογένεια να ψάξει ποικιλία εναλλακτικών λύσεων, αντί της συμπτωματικής που είχε υιοθετήσει να βρει και μια ασυμπτωματική εναλλακτική λύση, που της ταιριάζει περισσότερο. Βασικά πυροδοτείς μια αλλαγή στο σύστημα ιδεών και πεποιθήσεων της οικογένειας που οδήγησε στην δυσλειτουργία, διατηρώντας τη θεραπευτική ουδετερότητα, έτσι ώστε η αλλαγή αυτή να είναι επιλογή της οικογένειας, μια επιλογή που να ταιριάζει και να είναι κοντά στο πλαίσιο των αρχών της.
Θα ‘θελα πάντως να ξεκαθαρίσω ότι η συστημική οικογενειακή ψυχοθεραπεία σε οικογένειες με πρόβλημα εξάρτησης δεν είναι μια θεραπευτική παρέμβαση προς τον χρήστη, με τη συμβολή ενδεχομένως και των άλλων μελών της οικογένειας, αλλά θεραπεία όλης της οικογένειας ή του ζευγαριού, που ως ενότητα, ως σύστημα δυσλειτουργεί.
Ως εκ τούτου οι θεραπευτικές παρεμβάσεις δεν εστιάζουν στον ψυχισμό του μεμονωμένου ατόμου, όπως στις άλλες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους -χωρίς βέβαια αυτό να αποκλείεται-, αλλά στον τρόπο επικοινωνίας και συνδιαλλαγής των μελών του συστήματος. Ο στόχος, βέβαια, είναι περισσότερο η απελευθέρωση δυναμικών και ικανοτήτων στην οικογένεια, που βοηθούν στην εξέλιξή της, παρά η μείωση της ποσότητας που πίνει ο αναφερόμενος ασθενής ή η αποχή.
Οι οικογένειες παρουσιάζουν ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα συμπεριφορών, στις οποίες συμμετέχουν όλα τα μέλη. Η ανακάλυψη αυτών των επαναλαμβανόμενων προτύπων συμπεριφοράς (Patterrn) της οικογένειας, ενδεχομένων μύθων που ακολουθεί η οικογένεια για να κρατήσει την ισορροπία της στις φάσεις εξέλιξής της, είναι πολύ σημαντικά θεραπευτικά βήματα που βοηθούν στην υιοθέτηση από το σύστημα άλλων τρόπων πιο λειτουργικών για την διατήρηση της ισορροπίας, χωρίς να χρειάζονται απαραίτητα και έναν «άρρωστο».
Με την υιοθέτηση της Συστημικής Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας σε ένα Πρόγραμμα αντιμετώπισης της αλκοόλεξάρτησης, έχουμε τη δυνατότητα να παρεμβαίνουμε θεραπευτικά και στις περιπτώσεις εκείνες που ο χρήστης δεν είναι κινητοποιημένος να προσέλθει σε θεραπεία, παρόλο που το χρειάζεται, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ανησυχούν και είναι διατεθειμένα να δραστηριοποιηθούν. Οι περιπτώσεις που ο χρήστης δεν είναι διατεθειμένος να προσέλθει σε θεραπεία ξεπερνούν, ακόμα και σήμερα, το 35% των περιπτώσεων περίπου. Με την Συστημική Μέθοδο υπάρχει η δυνατότητα να δημιουργηθούν τέτοιες αλλαγές στο οικογενειακό σύστημα που είτε θα κάνουν τον χρήστη να προσέλθει και ο ίδιος στην θεραπεία ή ακόμη και να σταματήσει να πίνει.
Ένας άλλος θετικός λόγος της υιοθέτησης αυτού του τρόπου θεραπευτικής παρέμβασης είναι πως αποφεύγεται η μακρόχρονη απουσία του χρήστη από το οικογενειακό και εργασιακό του περιβάλλον. Πλην μίας ενδεχόμενης ολιγοήμερης νοσηλείας για τυχόν στερητικά συμπτώματα, δεν αποκόπτεται από το περιβάλλον του. Οι αλκοόλεξαρτημένοι που προσέρχονται για θεραπεία είναι συνήθως σε ηλικία, που ήδη έχουν μια εργασιακή σχέση και στις περισσότερες των περιπτώσεων και δική τους οικογένεια. Σκεφτείτε δε πόσο παρακινδυνευμένη είναι μια μακρά απουσία του χρήστη από την ήδη επαπειλούμενη, τις περισσότερες φορές, εργασιακή του σχέση.
Η Συστημική μας έδινε και μας δίνει τη δυνατότητα να βλέπουμε οικογένειες και από άλλες απομεμακρυσμένες περιοχές εκτός της Θεσσαλονίκης, λόγω των μεσοδιαστημάτων των συνεδριών, που είναι 3-4 εβδομάδες, σε αντίθεση με άλλες ατομικές ή ομαδικές πρακτικές που είναι σε καθημερινή ή εβδομαδιαία βάση.
Μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας διαπιστώσαμε, επίσης, πως η Συστημική Θεραπευτική Παρέμβαση δεν είναι πανάκεια για όλες τις περιπτώσεις αλκοόλ-εξάρτησης. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μια γενική φροντίδα, να κάνει δηλαδή ο χρήστης τη σωματική του αποτοξίνωση, να τακτοποιήσει ενδεχόμενα ιατρικά προβλήματα υγείας, να βοηθηθεί η οικογένεια σε προβλήματα που σχετίζονται με τις κοινωνικές υπηρεσίες ή, ακόμη, μια αρχική επικέντρωση στο πρόβλημα ή μια ατομική υποστηρικτική ψυχοθεραπευτική παρέμβαση με συμπεριφορικά στοιχεία, να είναι χρησιμότερη από ό,τι οι οικογενειακές συνεδρίες. Επίσης, ενδεχομένως, παράλληλα με την οικογενειακή, να χρειασθεί μακρόχρονη θεραπεία στο πλαίσιο μιας θεραπευτικής κοινότητας, είτε μια παράλληλη συμμετοχή σε ομάδες ανωνύμων αλκοολικών. Σκοπός είναι να πάει καλά ο χρήστης και η οικογένεια του και όχι μια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδος.
Το σύμπτωμα αλκοόλ-εξάρτηση είναι στενά συνδεδεμένο με διαντιδραστικά πρότυπα και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές που είτε έχουν να κάνουν με την οικογένεια είτε όχι. Η οικογένεια, όμως, είναι το πεδίο παρατήρησης όπου μπορούν να γίνουν αυτά τα πράγματα αντιληπτά και να πυροδοτήσει ο θεραπευτής
αλλαγές. Με απλά λόγια λοιπόν, η οικογένεια είναι απαραίτητη για την κατανόηση του συμπτώματος, καθώς επίσης και απαραίτητη σαν προληπτική ασπίδα σε τυχόν υποτροπές. Ακόμη και 2-3 συνεδρίες έχουν τουλάχιστον τη δυνατότητα να κάνουν την οικογένεια να υιοθετεί άλλους τρόπους συναλλαγής μεταξύ τους. Δύσκολα κάνουν τα ίδια πράγματα που έκαναν πριν. Ήδη, δηλαδή, κτίζεται μια βάση έστω κινητοποίησης για αλλαγή.
Η θεραπευτική ομάδα με τον ομαδικό τρόπο αντιμετώπισης ενός ζητήματος, με την εξωτερίκευση των σκέψεων και των υποθέσεων του κάθε μέλους, την ανταλλαγή συναισθημάτων και βιωμάτων, βοηθιέται στην κατανόηση της έννοιας της εξάρτησης, καθώς και του ρόλου της. Διευρύνεται η οπτική γωνία του θεραπευτή, ο ίδιος δε, βρίσκεται αναγκαστικά σε εγρήγορση, που δεν τον αφήνει να παγιώσει την σκέψη του σε μια άποψη, που μπορεί να την κάνει πεποίθηση, ότι μόνο έτσι μπορεί να είναι τα πράγματα.
Το πόσο εύκολα κάποιος καινούργιος στον χώρο των εξαρτήσεων αρχίζει να κατανοεί πράγματα σε σχέση με το ρόλο της εξάρτησης στον ψυχισμό των ανθρώπων, δείχνει την εκπαιδευτική ικανότητα αυτής της μεθόδου.
Είναι γνωστό ότι η θεραπευτική ενασχόληση στο χώρο της εξάρτησης φθάνει τον κάθε θεραπευτή, όσο δουλεμένος και να είναι, σε έναν βαθμό κούρασης και κορεσμού. Το ονομαζόμενο Σύνδρομο Επαγγελματικής Εξουθένωσης (Burn out). Αυτός ο χρόνος κυμαίνεται σύμφωνα με παρατηρήσεις του εξωτερικού στα 2 με 3 χρόνια , ίσως και γρηγορότερα. Από εκεί και πέρα καλό θα ήτανε ο κάθε θεραπευτής να κάνει έναν απεθισμό, ψυχικό και σωματικό, για 6 μήνες περίπου, ασχολούμενος με κάποιο άλλο αντικείμενο θεραπείας. Αυτό φαίνεται να μην είναι τόσο απαραίτητο στη συστημική οικογενειακή θεραπεία γιατί υπάρχει ο βοηθητικός και στηρικτικός ρόλος της συνθεραπευτικής ομάδας. Η πιθανότητα δε ανάπτυξης μιας εξαρτητικής σχέσης θεραπευτή με θεραπευόμενο ή θεραπευόμενου και υπηρεσίας, ελαχιστοποιείται λόγω της συνθεραπευτικής ομάδας πίσω από τον καθρέπτη.
Βιβλιογραφία
1. Bross Al. Family Therapy. Principles of Strategic practice
2. Bowen M. Family Therapy in clinical practice.
3. Steinglass Reter: a) Familientherapie mit Alkoolabhangigen, b) Ein lebensgeschichtliches Model der Alkoolismuwfamilie. Famileindynamik.
4. Berenson David. Die Beziehung des Therapeuten zu Ehepaaren, von denen ein Partner alkoolabhangig ist.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.