Χρυσούλα Στέκα
Φαρμακοποιός. Δρ του Παν/μίου Αθηνών.
Εργάζεται στην Αθήνα.
σύναψις 01a [2005]
(Ψυχ)ιατρικές φροντίδες
Είναι κοινός τόπος στην Ελλάδα πως η μελέτη και πρόσληψη της έννοιας του φύλου στα θέματα της υγείας των γυναικών σπάνια έχουν κριθεί άξια να απασχολήσουν τις αναλύσεις στο χώρο της ιατρικής και της ψυχιατρικής. Οι όποιες απόπειρες να ενταχθεί η διάδοση του κοινωνικού φύλου (gender) ως αναλυτικού εργαλείου στην κλινική και την έρευνα προσκρούει, ακόμα και σήμερα, σε μεγάλες αντιστάσεις και δυσκολίες, ενώ κάποιες φορές δεν θεωρείται καν επιστημονική έλλειψη. Αντίθετα, στο διεθνή χώρο, όχι μόνον έχουν αυξηθεί οι ανάγκες για παραπέρα μελέτη, διερεύνηση και κατανόηση της ιδιαίτερης σχέσης των γυναικών με αυτό που λέγεται «ψυχική νόσος», αλλά έχει αναγνωριστεί πως οι δυσλειτουργίες που ταλαιπωρούν κάποιες γυναίκες στην καθημερινότητά τους δεν είναι αποκλειστικά απόρροια ενδοψυχικών συγκρούσεων και ατομικής ψυχοπαθολογίας, καθώς εντείνονται από κοινωνικές πιέσεις.
Η εκτεταμένη χρήση ηρεμιστικών (κυρίως βενζοδιαζεπινών) μεταξύ των γυναικών σε όλο το δυτικό κόσμο, κατά τη δεκαετία του 70, συνδέθηκε με τη μεγαλύτερη συχνότητα διάγνωσης «νευρωτικών» διαταραχών, ψυχοσωματικών συμπτωμάτων και την αυξημένη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας από τις γυναίκες.1-3 Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει δώσει στη δημοσιότητα επίσημη έκθεση για τις διαφορές φύλου στην εκδήλωση των ψυχικών διαταραχών και υπογραμμίζει πως η υγεία των γυναικών (σωματική και ψυχική) είναι άρρηκτα συνδεδε-
μένη με την κοινωνική τους θέση. Υπολογίζεται πως υπάρχουν 400 εκατομμύρια άτομα ανά τον κόσμο που πάσχουν από αγχώδεις διαταραχές και 340 εκατομμύρια από διαταραχές συμπεριφοράς. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών είναι γυναίκες, και τα τρία τέταρτα εξ αυτών ζουν στις ανεπτυγμένες χώρες4-5. Όσον αφορά στην κατάθλιψη, αυτή εμφανίζεται συχνότερα στις παντρεμένες γυναίκες και επιδεινώνεται με την ύπαρξη περισσοτέρων παιδιών στην οικογένεια, ενώ αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους παρουσιάζουν γυναίκες οι οποίες έχουν υποστεί σωματική κακοποίηση ή βιασμό, είτε στην παιδική τους ηλικία, είτε από τους συντρόφους τους.6-8 Άλλωστε, οι διαταραχές πρόσληψης τροφής (ψυχογενής ανορεξία, ψυχογενής βουλιμία) προσβάλλουν κατά κανόνα γυναίκες εφηβικής και νεαρής ηλικίας και συχνά αποδίδονται στην κατάθλιψη.9-11 Επιπλέον, είναι γνωστό πως οι γυναίκες εκδηλώνουν σωματικά συμπτώματα και φοβίες σε μεγαλύτερα ποσοστά από τους άντρες, ενώ πάσχουν συχνότερα από κόπωση, κρίσεις πανικού, αδυναμία αυτοσυγκέντρωσης, ψυχαναγκαστική και καταναγκαστική διαταραχή.
Σε ό,τι αφορά τις συναισθηματικές διαταραχές των γυναικών, η βιολογική βάση του φαινομένου εντοπίζεται κυρίως στις αλλαγές που παρατηρούνται στον ορμονικό κύκλο τους: εμμηνορρυσία, τοκετός, λοχεία, εμμηνόπαυση. Σύμφωνα με την κοινωνιολογική προσέγγιση, καθώς οι γυναίκες υφίστανται μία σειρά από κοινωνικές διακρίσεις και ψυχολογικές πιέσεις -επιβαρυνόμενες επιπλέον και από την μακρά περίοδο της ανατροφής των παιδιών και της πλημμελούς φροντίδας του εαυτού τους- ζουν συχνά κάτω από συνθήκες φτώχειας, κοινωνικά απομονωμένες και με χρονίζοντα ψυχολογικά προβλήματα.
Τα τελευταία χρόνια διεξάγονται νέες έρευνες στον τομέα της νευροψυχοφαρμακολογίας προκειμένου να εντοπιστούν οι βιολογικές διαφορές στη φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική των ψυχοφαρμάκων, αλλά και στο επίπεδο των νευρομεταβιβαστών του εγκεφάλου. Διαφορές έχουν εντοπιστεί στους πολλαπλούς μηχανισμούς που επηρεάζουν την απορρόφηση, τη βιοδιαθεσιμότητα, την κατανομή, το μεταβολισμό και την απέκκριση των ψυχοφαρμάκων στα δύο φύλα.12-14 Η επισήμανση βιολογικών διαφορών μεταξύ των δύο φύλων, συντέλεσε στη διερεύνηση των ιδιαίτερων ανεπιθύμητων ενεργειών των ψυχοφαρμάκων στις γυναίκες κατά τη διάρκεια του εμμηνορρυσιακού κύκλου, της εγκυμοσύνης και της εμμηνόπαυσης.15 Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός πως μόλις το 1993 στις ΗΠΑ θεσπίστηκε νόμος από το Κογκρέσσο ώστε να συμπεριλαμβάνονται γυναίκες και μειονότητες στις έρευνες που χρηματοδοτούνται από το κράτος. Η διστακτικότητα των φαρμακευτικών εταιρειών να συμπεριλάβουν γυναίκες στη μελέτη για νέα φάρμακα, οφειλόταν, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, στο φόβο μήπως προσφύγουν στη δικαιοσύνη με στόχο τη διεκδίκηση αποζημίωσης αν μια γυναίκα έμενε έγκυος και το νέο φάρμακο απέβαινε τερατογόνο. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει πως η γνώση που είχαν οι ιατροί μέχρι πρότινος προερχόταν από μελέτες που είχαν συστηματικά αποκλείσει τις γυναίκες από την κλινική έρευνα.
Σήμερα μου δίνεται η ευκαιρία να παρουσιάσω συνοπτικά τα αποτελέσματα τμήματος της έρευνας που διεξήχθη στο πλαίσιο της διατριβής μου το 2001 με στόχο να μελετηθούν τα δημογραφικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά γυναικών της μείζονος περιφέρειας Αθηνών που χρησιμοποιούν ψυχοτρόπες ουσίες (κυρίως βενζοδιαζεπίνες και αντικαταθλιπτικά) καθώς και οι παράγοντες εκείνοι που οδηγούν τις γυναίκες στη χρήση και κατάχρηση αυτών των ουσιών, σύμφωνα με τα λεγόμενό τους.
Η μελέτη ξεκίνησε από τη θεμελιακή παραδοχή ότι οι γυναίκες κάνουν μεγαλύτερη χρήση ψυχοφαρμάκων απ’ ό,τι οι άντρες. Η αναλογία γυναικών-αντρών (περίπου 2:1) αποτελεί σταθερό εύρημα τόσο σε διεθνείς όσο και σε ελληνικές επιδημιολογικές μελέτες.16-20 Μία διακρατική μελέτη εννέα δυτικοευρωπαϊκών χωρών το 1972, κατέγραψε πως 1 στους 10 άντρες παίρνει συνταγές για ηρεμιστικά στη διάρκεια ενός χρόνου, ενώ στις γυναίκες η αναλογία είναι 1 στις 5. Επιπλέον, οι γυναίκες επαναλαμβάνουν τις συνταγές τους συχνότερα, ενώ στη πλειοψηφία τους δεν έχουν μόνιμη απασχόληση εκτός σπιτιού.
Η συλλογή στοιχείων έγινε με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων που διαμορφώθηκαν ειδικά για τη μελέτη αυτή (344 έγκυρα συνολικά) και διακινήθηκαν από φαρμακεία της μείζονος περιφέρειας Αθηνών στη διάρκεια τριών μηνών (Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2000). Κρίθηκε προτιμότερο το δείγμα των γυναικών να ληφθεί από τον γενικό πληθυσμό (community survey) και όχι από εξειδικευμένο υποσύνολο, όπως από ψυχιατρικά ιατρεία νοσοκομείων, για να διερευνήσουμε την έκταση του φαινομένου της συνταγογράφησης ηρεμιστικών, κυρίως βενζοδιαζεπινών, υπνωτικών και αντικαταθλιπτικών από τους ιατρούς όλων των ειδικοτήτων. Στόχος ήταν να δοθούν τα ερωτηματολόγια στις είκοσι πρώτες γυναίκες, ηλικίας 20-70 ετών που θα προσέρχονταν να πάρουν ψυχοφάρμακα για δική τους χρήση, είτε με συνταγή του Νόμου 1729/87 για τις βενζοδιαζεπίνες, είτε με απλή συνταγή για τα αντικαταθλιπτικά, κάποια υπνωτικά ή φυτικά ηρεμιστικά. Γυναίκες που χρησιμοποιούσαν αντιψυχωσικά φάρμακα εξαιρέθηκαν του δείγματος, αφού ουδέποτε αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο κατάχρησης, επειδή όχι μόνον δεν προκαλούν ευφορία, αλλά προκαλούν και ανηδονία. Τα ευρήματα της έρευνας έχουν ως εξής:
Ο μέσος όρος ηλικίας των γυναικών ήταν 50,2 (11,3) έτη και το εύρος της ηλικίας 22-72 έτη. Τα μεγαλύτερα ποσοστά, παρατηρήθηκαν στις ηλικιακές ομάδες 50-59 και 40-49 (από 30%), ενώ 25% ήσαν άνω των 60 ετών. Πάνω από τις μισές ήσαν παντρεμένες και 72% είχαν παιδιά. 38% δήλωσαν εργαζόμενες, 29% συνταξιούχες, πολλές εκ των οποίων ηλικίας κάτω των 50 είχαν συνταξιοδοτηθεί πρόωρα με ανήλικα παιδιά.1 27% ήσαν νοικοκυρές, εκ των οποίων κάποιες δήλωναν με έμφαση ως επάγγελμα οικιακά-μητέρα, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να υπογραμμίσουν την πλήρη απασχόλησή τους και έμμεσα να τονίσουν τις ευθύνες που απορρέουν από τον ρόλο αυτόν. Μόνον 30% δήλωσαν πως το εισόδημά τους ήταν αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες τους, 37% δήλωσαν πως είναι σχεδόν αρκετό, και 33% ανεπαρκές. Η μεγάλη πλειοψηφία (75%) είχε μέση ή ανωτάτη παιδεία.2 Ένα μικρό ποσοστό αναλφάβητων γυναικών, 5% περίπου σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των φαρμακοποιών, δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ερωτηματολογίου και οι απαντήσεις του δεν καταγράφηκαν.
Σε ό,τι αφορά στο είδος των ψυχοφαρμάκων, 56% χρησιμοποιούσαν ένα ψυχοφάρμακο, 33% δύο ψυχοφάρμακα και ένα ποσοστό περίπου 11% τρία ή περισσότερα ψυχοφάρμακα. Στην πρώτη περίπτωση, ήταν εφικτό να προσδιορίσουμε το είδος του ψυχοφαρμάκου και την ειδικότητα του ιατρού που το χορηγούσε. Οι 134 από το σύνολο των 193, δηλαδή ποσοστό περίπου 70%, χρησιμοποιούσαν βενζοδιαζεπίνες και 30% αντικαταθλιπτικά, κυρίως εκλεκτικούς αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), και λίγα τρικυκλικά ή άλλου τύπου αντικαταθλιπτικά. Εξ όσων έκαναν χρήση βενζοδιαζεπινών, οι περισσότερες ελάμβαναν κυρίως βραχείας δράσης βενζοδιαζεπίνες (βρωμαζεπάμη, λοραζεπάμη) και λίγες ελάμβαναν μακράς δράσης βενζοδιαζεπίνες (φλουνιτροζεπάμη, διαζεπάμη, κλοραζεπάτη και κλοβαζάμη). Τις βενζοδιαζεπίνες τις συνταγογραφούσαν κατά 30% οι παθολόγοι, 29% οι ψυχίατροι, 20% οι νευρολόγοι και το υπόλοιπο 20% κατανεμόταν κατά σειρά στους καρδιολόγους, ενδοκρινολόγους, γυναικολόγους, ορθοπεδικούς, δερματολόγους και αγγειολόγους.
Οι μισές δήλωναν πως εκείνος που τις παρότρυνε να χρησιμοποιήσουν ψυχοφάρμακα για πρώτη φορά ήταν ένας ιατρός του ιδιωτικού τομέα. Ένα μικρό μόνο ποσοστό δήλωσε πως παροτρύνθηκαν από φίλους ή συγγενείς και μόνο 18% κρατούσαν μυστική τη χρήση αυτή από τον περίγυρό τους. Η συντριπτική πλειοψηφία (93%) δήλωναν πως συμμορφώνονται με τις οδηγίες του ιατρού (compliance) σε ό,τι αφορά τη χρήση και τη δοσολογία, ωστόσο, 61% δήλωναν πως έπαιρναν μικρότερες δόσεις από τη συνιστώμενη, ενώ οι περισσότερες από τις μισές είχαν αποπειραθεί να διακόψουν τη χρήση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του ιατρού από το φόβο εξάρτησης ή παρενεργειών. Βλέπουμε, δηλαδή, μια αμφιθυμία από την πλευρά τους στη χρήση των ψυχοφαρμάκων. Διαπιστώσαμε, επίσης, πως στις αλλεπάλληλες προσπάθειές τους να διακόψουν κάποια στιγμή τη χρήση, 42% είχαν σωματικό και ψυχολογικό πρόβλημα, 32% ψυχολογικό και 14% μόνο σωματικό: κυρίως πονοκεφάλους, αϋπνία, φοβίες, αστάθεια και ταχυπαλμίες. Μόνον 12% δήλωσαν πως δεν αντιμετώπισαν κανένα πρόβλημα όταν τα διέκοψαν.
Σε ό,τι αφορά τον τρόπο χρήσης: 60% έκαναν καθημερινή χρήση ψυχοφαρμάκων, οι υπόλοιπες έκαναν περιστασιακή χρήση (self- medication). Σε ό,τι αφορά τη διάρκεια της χρήσης: μόνο 35% τα χρησιμοποιούσαν μέχρι και για ένα έτος, το υπόλοιπο 65% για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, ανάμεσά τους υπήρξαν και κάποιοι (21%) που τα χρησιμοποιούσαν για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών (μέση ηλικία έναρξης χρήσης ήταν τα 45 έτη). Φαίνεται πως η σχέση με τον ιατρό δεν έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του τρόπου χρήσης των ψυχοφαρμάκων, αφού 31% δήλωναν ότι επισκέπτονται τον ιατρό τους μόνον όταν χρειάζεται να πάρουν συνταγή, ενώ οι υπόλοιπες σποραδικά σε διάστημα από 1-6 μήνες και 10% μία φορά μόνο το χρόνο. Η διάγνωση ήταν: άγχος στο 40% των περιπτώσεων, κατάθλιψη στο 28%, άγχος σε συνδυασμό με κατάθλιψη στο 12% και στο υπόλοιπο 13% δεν είχε γίνει καμία διάγνωση. Ερωτηθείσες για το ποιο ήταν το κύριο πρόβλημα υγείας που ανέφεραν στον ιατρό, ώστε να συνταγογραφήσει ψυχοφάρμακα, έδωσαν κατά σειρά προτεραιότητας τις εξής απαντήσεις: άγχος, μελαγχολία, αϋπνία, νεύρα, κρίσεις πανικού, αίσθημα κούρασης και πονοκέφαλοι. Οι ίδιες απέδιδαν την αιτία των προβλημάτων τους κατά προτεραιότητα στα εξής: μοναξιά, έλλειψη επικοινωνίας με το σύντροφό τους, πένθος, οικονομικά προβλήματα, εμμηνόπαυση3 (20%) και κακοποίηση (18%) από το σύντροφο ή άλλο μέλος της οικογένειας.4 Βέβαια δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια κατά πόσο τα προβλήματα που πυροδότησαν την χρήση ψυχοφαρμάκων ευθύνονται και για τη συνέχισή τους. Πάντως, φαίνεται πως οι γυναίκες, σύμφωνα με άλλες έρευνες, έχουν μια δυσκολία να απαγκιστρωθούν από τα ψυχοφάρμακα μετά από μεγάλο διάστημα χρήσης και πολλές τα συνεχίζουν επ’ αόριστον.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης, πως 70% δεν είχαν δοκιμάσει άλλες εναλλακτικές μορφές θεραπείας. 11% εξ’ αυτών είχαν προσφύγει στην ομοιοπαθητική και 10% στον ιερέα της ενορίας τους.5 75% δεν είχαν κάνει ποτέ ψυχοθεραπεία και εξ αυτών οι μισές δήλωσαν πως δεν το είχαν καν σκεφθεί.6 Φάνηκε πως οι ιατροί της πρωτοβάθμιας περίθαλψης σπάνια παραπέμπουν στους ειδικούς ψυχικής υγείας, αλλά και όταν οι ασθενείς έφταναν να συμβουλευτούν ειδικούς, η ψυχοθεραπευτική αγωγή ήταν περιορισμένη σε διάρκεια και επικεντρωνόταν κυρίως στη χρήση ψυχοφαρμάκων, χωρίς περαιτέρω συναισθηματική ενδυνάμωση ή στήριξη των γυναικών. Στις ερωτήσεις που αφορούσαν την αντισύλληψη, την έκτρωση και τη σεξουαλική τους ζωή, οι μισές δήλωσαν πως είχαν υποστεί τουλάχιστον μια έκτρωση στη ζωή τους, 22% δήλωσαν πως δεν είχαν σεξουαλική ζωή (25% κάτω των 51) και από τις υπόλοιπες μόνον 24% είχαν κάνει χρήση αντισυλληπτικού χαπιού.7 Ο τρόπος που οι γυναίκες διαχειρίζονται τον ελεύθερο χρόνο τους είναι ενδεικτικός του τρόπου ζωής τους αλλά και της ψυχικής τους ισορροπίας. Ασχολούνταν ελάχιστες ώρες αποκλειστικά με τον εαυτό τους ή με πράγματα που τις ευχαριστούσαν αν και δεν στερούνταν ενδιαφερόντων τα οποία με επιμέλεια απαριθμούσαν. Μόνο 13% διέθεταν πάνω από 2 ώρες για τον εαυτό τους σε καθημερινή βάση, ενώ 23% δεν είχαν καθόλου ελεύθερο χρόνο. Από τις πολύ γλαφυρές παρατηρήσεις τους αναδεικνυόταν μία αίσθηση εγκλωβισμού και εμπλοκής σε μία οργάνωση της καθημερινής τους ζωής που είναι αυστηρά προδιαγεγραμμένη (εργασία-νοικοκυριό-παιδιά) και η οποία δεν άφηνε περιθώρια για ψυχαγωγία.8 Τέλος, 62% του δείγματος δήλωσαν πως νοιώθουν μοναξιά, ενώ πάνω από τις μισές κλείνονται στον εαυτό τους σε μεγάλη στεναχώρια, 20% βρίσκουν καταφύγιο στο φαγητό και μόνο 4% δήλωσαν πολύ ικανοποιημένες από τη ζωή τους.
Είναι, νομίζω, εμφανές πως πολλές από τις γυναίκες του δείγματος έχουν υπαρξιακές ανησυχίες οι οποίες εκδηλώνονται με συγκεκριμένους τρόπους: άγχος, νευρικότητα, καταθλιπτική διάθεση, κ.τ.λ. Η δυσφορία αυτή συνδέεται άμεσα με την αδυναμία επίλυσης σειράς προβλημάτων που αφορούν την καθημερινότητά τους και συχνά συνοδεύεται από παραίτηση και αδράνεια ή ενοχές. Στην απελπισία τους κατευθύνονται προς την ιατρική ή την ψυχιατρική αναζητώντας απεγνωσμένα τεχνικές λύσεις για ζητήματα υπαρξιακά. Οι ιατροί από την άλλη, καλούνται, ανταποκρινόμενοι στο αίτημα και την απαίτηση ενδεχομένως κάποιων γυναικών, να δώσουν λύση στο πλαίσιο μιας επίσκεψης, σύντομης πολύ συχνά, της οποίας κατάληξη είναι μια συνταγή ψυχοφαρμάκων (quick fix). Η αγωγή αυτή, ωστόσο, μπορεί μεν προσωρινά να επιδρά αποτελεσματικά στα συμπτώματα που παρουσιάζουν οι γυναίκες, βοηθώντας τες να επανακάμψουν προσωρινά στην καθημερινότητά τους και να συμφιλιωθούν με τους ρόλους τους, πλην όμως δεν αποτελεί ισοδύναμο θεραπείας και αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις γενεσιουργές αιτίες που τα παράγουν: ψυχικές συγκρούσεις, υπαρξιακά προβλήματα και προβλήματα που απορρέουν από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Επιπλέον, εγκυμονεί πάντα ο κίνδυνος εθισμού όταν η χρήση ψυχοφαρμάκων γίνεται επί μακράν και δεν γίνεται υπό την τακτική παρακολούθηση του ιατρού.
Βεβαίως η απάντηση στο φαινόμενο της επί μακράν χρήσης ψυχοφαρμάκων δεν μπορεί να είναι μία. Στη διαδικασία αυτή ενέχονται πολλοί παράγοντες: οι ασθενείς και οι προσδοκίες που έχουν από αυτό που λέγεται φαρμακευτική θεραπεία του άγχους, οι οποίες ενθαρρύνονται ενδεχομένως από τους ιατρούς, οι πρακτικές συνταγογραφίας των ιατρών (αναφέρομαι κυρίως στους ιατρούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης) οι οποίοι, έχει αποδειχθεί, ότι έχουν μεγαλύτερη ευκολία να συνταγογραφήσουν ψυχοφάρμακα στις γυναίκες, το σύστημα ενημέρωσης των ιατρών μέσω διαφημιστικού υλικού και ο ρόλος που παίζει η διαφήμιση, αφού τη δεκαετία του 70 η απεικόνιση γυναικών, σε στερεότυπους ρόλους, ήταν ο κανόνας στις διαφημίσεις ψυχοφαρμάκων. Σύμφωνα με τα δεδομένα μιας έρευνας στο Λονδίνο, οι διαφημίσεις ψυχοφαρμάκων απεικόνιζαν 15 φορές περισσότερο γυναίκες απ’ ό,τι άντρες. Οι εικόνες αυτές, σύμφωνα με την Chapman, αποτελούν μύθους οι οποίοι αναπαράγουν τις ιδεολογίες, κατά κύριο λόγο των ιατρών, και διαιωνίζουν το εμπορικό κέρδος αυτών που παράγουν τα διαφημιζόμενα προϊόντα.21 Πρόσφατα, οι άντρες άρχισαν να απεικονίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα στις διαφημίσεις των ψυχοφαρμάκων, η ανάγκη όμως για ψυχοφάρμακα αποδόθηκε για μεν τους άντρες στο στρες που απορρέει από τις ευθύνες στο χώρο εργασίας ή σε σωματικές διαταραχές, για δε τις γυναίκες στην πίεση που υφίστανται από τους νέους ρόλους που καλούνται να εκπληρώσουν ή σε άλλες συναισθηματικές διαταραχές.
Να σημειώσουμε επίσης την εκρηκτική παραγωγή μεγάλου αριθμού νέων ψυχοτρόπων ιδιοσκευασμάτων τα τελευταία χρόνια, το ρόλο της πολιτείας με τη θέσπιση σχετικών με τα ψυχοφάρμακα ρυθμίσεων, το ρόλο των φαρμακοποιών που πιέζονται συχνά να δώσουν ψυχοφάρμακα χωρίς συνταγή. Η έρευνα αυτή δεν θα μπορούσε να ρίξει παρά έμμεσα μόνο φως σε όλα αυτά τα προβλήματα, αφού ήταν καταρχήν σχεδιασμένη να φωτίσει μόνο τα προβλήματα των γυναικών.
Συχνά, τα προβλήματα των γυναίκες που προσέρχονται στα ιατρεία δεν εκλαμβάνονται ως έκφραση ενός γενικότερου κοινωνικού καταμερισμού, ούτε συνδέονται με συνθήκες
ζωής ή καταστάσεις που βιώνουν οι γυναίκες, αλλά συχνά ως έκφανση του γυναικείου ψυχισμού, της εγγενούς θηλυκής διαφορετικότητας. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί η Doyal, «η απαξίωση των γυναικών έχει συμπυκνωθεί στην πολύ διαδεδομένη παραδοχή ότι οι περισσότερες γυναίκες είναι νευρωτικές».22 Με τον όρο αυτό αποδίδεται η αδυναμία των γυναικών να αντιμετωπίσουν μια σειρά από δυσκολίες και αντιξοότητες της ζωής, αδιέξοδα και τραυματικές εμπειρίες. Οι ιατροί συχνά απο-προσωποποιούν την ψυχική διαταραχή, απο-βιογραφικοποιούν τα συμπτώματα χωρίς να θίγουν τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια ή την εργασία, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη πως η ανάληψη πολλαπλών κοινωνικών ρόλων έχουν επηρεάσει την επίπτωση ορισμένων ψυχικών ασθενειών και στα δύο φύλα.
Ίσως, η προσφυγή των γυναικών στα ψυχοφάρμακα να είναι ένας τρόπος απόδρασης ή υπέρβασης των διχασμών που βιώνουν. Μήπως όμως αυτή η ιατρικοποίηση των προβλημάτων αποθαρρύνει την ανάγκη να βρεθούν λύσεις σε προβλήματα που έχουν κατεξοχήν κοινωνικά αίτια; Άλλωστε, είναι η μόνη μορφή εξάρτησης (αντίθετα με το αλκοόλ που καταναλώνεται συχνότερα από τους άντρες) η οποία είναι κοινωνικά αποδεκτή, δεν παραβιάζει ηθικούς κανόνες που συνάδουν με τον κοινωνικό τους ρόλο και δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τα φυλετικά στερεότυπα που συγκροτούν την ταυτότητά τους. Επιπλέον, είναι φθηνή λύση και μπορεί να κρατηθεί για πάντα μυστική από το περιβάλλον. Σημασία έχει, πάντως, πως η διαδικασία αυτή διαμεσολαβείται από τον ιατρό και επομένως είναι άδικο να αποδίδεται η ευθύνη για τη χρήση και τη διακοπή αποκλειστικά στις ίδιες τις γυναίκες.
Εν κατακλείδι, αυτό που ορίζεται αβίαστα ως τρέλα στις γυναίκες, πέρα από τα δομικά και μορφολογικά της γνωρίσματα, μπορεί εξίσου να οφείλεται ή να παροξύνεται από κοινωνική αδικία και σκληρότητα στο πλαίσιο της οικογένειας και της ευρύτερης κοινωνίας. Το να διατηρούμε αυτές τις ιδέες, χωρίς να χάνουμε την ικανότητά μας να ανιχνεύουμε τον ψυχικό πόνο και να ανταποκρινόμαστε σε αυτόν, είναι μία από τις μεγάλες προκλήσεις όταν κάνουμε σκέψεις σχετικά με το φύλο και εργαζόμαστε με γυναίκες.
Σημειώσεις
1. Cooperstock R. Psychotropic drug use among women. *Canadian Medical Association Journal* 1976, 115, 760-763.
2. Ashton H. Psychotropic drug prescribing for women. *British Journal of Psychiatry* 1991, 158, 30-35.
3. NIDA (National Institute on Drug Abuse), *Women and Drug Abuse* 1994, NIH Pub. No. 94, 3732, Rockville MD: The Institute.
4. Seager J. *The State of Women in the World*, London: Penguin Books, 1997.
5. WHO (World Health Organization), *Mental Health of Women*, 1998.
6. Bagley C, Ramsey R. Sexual abuse in childhood: Psychosocial outcomes and implications for social work practice. *Journal of Social Work and Human Sexuality* 1986, 5, 33-47.
7. Feldhaus K, Koziol-McLain J, Amsbury H. Accuracy of three brief screening questions for detecting partner violence in the emergency department. *JAMA* 1997, 277, 1357-1361.
8. Wilsnack R, Vogeltanz N, Klassen A, Harris T. Childhood sexual abuse and women’s substance abuse: national findings. *Journal of Studies on Alcohol* 1997, 58, 264-271.
9. Rivinus T, Biederman J, Herzog D, Kemper K, Harper G. Anorexia nervosa and affective disorders: a controlled family history study. *American Journal of Psychiatry* 1984, 141, 1414-1418.
10. Herzog D, Copeland P. Medical progress: eating disorders. *New England Journal of Medicine* 1985, 313, 295-303.
11. Langer L, Warheit G, Zimmerman R. Epidemiological studies of problem eating behaviors and related attitudes in the general population. *Addictive Behaviors* 1991, 16, 167.
12. Hamilton J. Forging a Women’s Health Research Agenda Conference. Washington DC, Dec.1990 (eds) Blumenthal S, Barry S, Hamilton J, Washington DC: National Women’s Health Resource Center 1991, 1-27.
13. Wilson K. Sex-related differences in drug disposition in man. *Clinical Pharmacokinetics* 1984, 9, 189-202.
14. Yonkers K, Kando J, Cole J. Gender differences in pharmacokinetics and pharmacodynamics in psychotropic medication. *American Journal of Psychiatry* 1992, 149, 587-595.
15. Jensvold M, Halbreich U, Hamilton J. (eds) *Psychopharmacology and Women: Sex, Gender and Hormones*. Washington, DC London, England: American Psychiatric Press, Inc. 1996.
16. Ashton H. Psychotropic drug prescribing for women. *British Journal of Psychiatry* 1991, 158, 30-35.
17. Dunbar G, Perera M, Jenner F. Patterns of benzodiazepine use in Great Britain, as measured by a general population survey. *British Journal of Psychiatry* 1989, 155, 836.
18. Kokkevi A, Malliori M, Terzidou M, Mastrokoukou A, Stefanis C. Gender differences in substance use in high school students and the general population: trends between 1984-1993 in: *Pompidou Group Symposium: Women and drugs: Focus on Prevention*, Proceedings 6-7 Oct. 1995, 29-37.
19. Σέκκε Π. Ψυχολογικά χαρακτηριστικά ατόμων που κάνουν χρήση μεγάλων και μικρών δόσεων βενζοδιαζεπινών. Διδακτορική Διατριβή 1993, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Ιατρικής Παν/μίου Πατρών.
20. Cooperstock R. Sex differences in the use of mood-modifying drugs: an explanatory model. *Journal of Health and Social Behavior* 1971, 12, 238-244.
21. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για την απασχόληση, η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με χαμηλό επίπεδο απασχόλησης, εξαιτίας του χαμηλού ποσοστού απασχόλησης του γυναικείου πληθυσμού. Η συμμετοχή των αντρών ηλικίας 15-64 στο εργατικό δυναμικό είναι 77%, όσο περίπου και στην Ε.Ε., ενώ η αντίστοιχη των γυναικών βρίσκεται μόλις στο 51%, 10 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από το μέσο όρο της Ε.Ε.
22. Σύμφωνα με έρευνα του Εργατικού Δυναμικού, το β’ τρίμηνο του 2000 στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, 26% των γυναικών είναι απόφοιτες ΑΕΙ/ΤΕΙ, 37% απόφοιτες Γυμνασίου/Λυκείου, 28,5% απόφοιτες Δημοτικού, ενώ 4,5% δεν έχουν ολοκληρώσει όλες τις τάξεις του Δημοτικού.
23. Η μέση τιμή ηλικίας των γυναικών, οι οποίες θεωρούσαν ότι η εμμηνόπαυση ευθύνεται για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ήταν 54,2 με διάμεσο τιμή 52 (45-70). 25% ήταν κάτω των 50 ετών και άλλο 25% άνω των 60 ετών. Από τότε που το προσδόκιμο ζωής των γυναικών έχει αυξηθεί, το ενδιαφέρον για την αντιμετώπιση των συνεπειών της εμμηνόπαυσης έχει ενταθεί, οι ίδιες οι γυναίκες αποδίδουν πολλά από τα προβλήματα υγείας στη μέση ηλικία στην εμμηνόπαυση, ενώ η νοσολογική κατασκευή της εμμηνόπαυσης τις διευκολύνει να προσέρχονται στον ιατρό για την αναζήτηση βοήθειας.
24. Στις ηλικίες κάτω των 60 ετών, οι πιθανότητες να έχει υποστεί κακοποίηση μία γυναίκα ήταν στατιστικά σημαντικές (p=0,064). Επίσης, οι νοικοκυρές είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να υποστούν κακοποίηση από εκείνες που εργάζονταν εκτός σπιτιού (p=0,049). Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Παν/μίου Αθηνών (ΚΕΠΠΑ), στα τμήματα επειγόντων περιστατικών τριών νοσοκομείων, το ποσοστό των ατόμων που αποκάλυψαν ότι είχαν υποστεί βία από τον ερωτικό τους σύντροφο ήταν 18%, με τις γυναίκες θύματα να υπερτερούν (7:1). (Α. Γρηγορίου, *Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία* 5/9/04). Κομβικό σημείο στην αναγνώριση και αντιμετώπιση του προβλήματος στα θύματα έχει ο ιατρός εφόσον είναι ευαισθητοποιημένος και κατάλληλα εκπαιδευμένος.
25. Τα ποσοστά των γυναικών που είχαν προσφύγει στον ιερέα ήταν υψηλότερα όσο το μορφωτικό επίπεδο ήταν χαμηλότερο (p=0,004).
26. Τα ποσοστά γυναικών που είχαν κάνει ψυχοθεραπεία αυξάνονταν όσο αυξανόταν το μορφωτικό επίπεδο (p=0,021) και όσο έπεφτε η ηλικία των γυναικών.
27. Όσο υψηλότερο ήταν το μορφωτικό επίπεδο των γυναικών, τόσο μεγαλύτερες και οι πιθανότητες να έχουν κάνει χρήση αντισυλληπτικού χαπιού. Στο κατώτερο επίπεδο μόρφωσης η πιθανότητα μειώνεται αισθητά (p<0,001).
28. Σύμφωνα με μία πρόσφατη έρευνα της ΓΣΕΕ (1998), οι γυναίκες, στην Ελλάδα, ακόμη και όταν έχουν αμειβόμενη απασχόληση, αφιερώνουν σε καθημερινή βάση τετραπλάσιο χρόνο από τους άντρες για εργασία φροντίδας των μελών μιας οικογένειας. Στην Αθήνα ο χρόνος αυτός έχει υπολογιστεί σε 4 ώρες και 15 λεπτά.
29. Chapman S. Advertising and psychotropic drugs: the place of myth in ideological reproduction. *Social Science & Medicine* 1979, 13 A (6), 751-764.
30. Doyal L. *The Political Economy of Health*. London: Pluto Press, 1981.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.