Παναγιώτης Ανδριόπουλος
Γενικός Γιατρός και πτυχιούχος του
Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και
Θεωρίας των Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 01 [2005]
Από την εποχή του Γαληνού και μέχρι την αναγεννησιακή περίοδο, η εισαγωγή και αξιολόγηση των θεραπευτικών μέσων βασιζόταν κατά κύριο λόγο στη θεωρία των χυμών και την κλινική παρατήρηση. Η αμφισβήτηση της γαληνικής αυθεντίας από τους γιατρούς της Αναγέννησης οδήγησε στην εισαγωγή νέων ουσιών και τη διατύπωση νέων θεωριών για τη δράση τους, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στη χημική επεξεργασία και τη χρησιμοποίηση του εργαστηρίου για την παραγωγή θεραπευτικών μέσων.
Στο κείμενο που ακολουθεί θα εκθέσουμε την πορεία της φαρμακολογίας, από τις αρχικές απόπειρες εισαγωγής πειραματικών μεθόδων στην αξιολόγηση των φαρμάκων μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν πια η σύνθεση νέων ουσιών στο εργαστήριο και η επακόλουθη εισαγωγή τους στη θεραπευτική —και την ψυχιατρική, που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα— αποτελεί μια αυτόνομη και διαρκώς αναπτυσσόμενη επιστημονική δραστηριότητα. Φυσικά, η χρήση φαρμάκων για τη θεραπεία ασθενειών αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας.
Μεθοδολογικές αρχές, πείραμα, παρατήρηση και αξιολόγηση πριν τον 19ο αιώνα
Ο 19ος αιώνας θεωρείται γενικά ως η εποχή θεμελίωσης της σύγχρονης θεραπευτικής:
1805: Ο Friedrich Wilhelm Sertürner, ένας Γερμανός φαρμακοποιός, πρωτοδημοσιεύει την απομόνωση της μορφίνης από το όπιο.
1821: Ο François Magendie εκδίδει το πρώτο σύγγραμμα περί των χημικά κατασκευασμένων φαρμάκων (Formulaire pour la Préparation et l’Emploi de Plusieurs Nouveaux Médicaments).
1835: Ο Pierre Louis χρησιμοποιεί στατιστικές μεθόδους για να αποδείξει τις καταστροφικές συνέπειες των αφαιμάξεων (Recherches sur les Effets de la Saignée).
1847: Το πρώτο εργαστήριο πειραματικής φαρμακολογίας ιδρύεται στο πανεπιστήμιο του Dorpat από τον Rudolf Buchheim.
Αυτή η αφήγηση, η οποία ανευρίσκεται σε πολλές μελέτες του θέματος 3 , θεωρείται σήμερα πως απομονώνει μια σειρά γεγονότων, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση ότι πριν τον 19ο αιώνα δεν υπήρχε ούτε παρατήρηση, ούτε θεωρητική επεξεργασία, ούτε πειραματισμός και αξιολόγηση. Μάλιστα, φτάνουμε σε σημείο να συναντούμε απόψεις που αναφέρονται σε μια «επικίνδυνη» θεραπευτική ή επιστρατεύουν εξηγήσεις του φαινομένου placebo για τις περιγραφόμενες περιπτώσεις αποτελεσματικής θεραπείας4
Με την προσέγγισή μας θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε την αλλαγή σε έννοιες, μηχανισμούς και θεωρητικά εργαλεία, τα οποία, μετά την επιστημονική επανάσταση, οδήγησαν τη θεραπευτική στη μορφή που απέκτησε τον 19ο αιώνα.5
Έως και την Αναγέννηση η ιατρική κυριαρχείται ακόμη από τις γαληνικές θεωρίες, θεωρίες που διατυπώθηκαν στην πρώτη τους μορφή τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Ο γαληνισμός, ως ιατρική φιλοσοφία, διατυπωμένος στα πολυάριθμα έργα του ίδιου του Γαληνού, αποτελεί ένα πλήρες εξηγητικό —με τελεολογικό χαρακτήρα— νοσογραφικό και θεραπευτικό σύστημα.
Βασισμένος στις Ιπποκρατικές αρχές:
Των τεσσάρων στοιχείων: φωτιά, γη, νερό, αέρας
Των τεσσάρων χυμών: κίτρινη χολή, μαύρη χολή, φλέγμα, αίμα
Των εντοπίσεών τους: ήπαρ, σπλήνας, εγκέφαλος, καρδιά
Των ποιοτήτων τους: ξηρό, ψυχρό, υγρό, θερμό
Καθώς και στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους αλλά και τις επιδράσεις εξωτερικών παραγόντων (δίαιτας, κλίματος, τρόπου ζωής, φαρμακευτικών παραγόντων), σε συνδυασμό με το πλήθος των παρατηρήσεων του Γαληνού, αποτέλεσε για αιώνες σύστημα αναφοράς.6 Η μελέτη των αρχαίων συγγραφέων, τόσο με την αναζήτηση πλήρων κωδίκων στην ανατολική Μεσόγειο, όσο και με την άφιξη στη Δύση Βυζαντινών λογίων, πήρε νέες διαστάσεις στην Αναγέννηση.
Η μετάφραση και η ευρεία κυκλοφορία, μέσω της τυπογραφίας, των πρωτότυπων κειμένων έφερε τους λογίους μπροστά σε μεγάλο αριθμό έργων, αναζωπυρώνοντας ταυτόχρονα το ενδιαφέρον για τις μυστικιστικές και νεοπλατωνικές ανησυχίες της ύστερης αρχαιότητας. Η ανακάλυψη και μετάφραση των Ερμητικών Απάντων από τον Marsilio Ficino7 το 1463, αποτελεί κομβικό σημείο στη θεολογικο-μυστικιστική ερμηνεία της φύσης.
Τα ερμητικά κείμενα αποτελούν ένα σύνολο 15 πραγματειών (τις 14 πρώτες γνώριζε ο Ficino), οι οποίες την εποχή της μετάφρασής τους αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, έναν Αιγύπτιο σοφό ιερέα, που θεωρήθηκε αρκετά παλαιότερος του Πλάτωνα και του Πυθαγόρα. Το έργο αποτελείται από σειρά φιλοσοφικών-θεολογικών κειμένων περί γενέσεως, φύσεως και γνώσης, αλλά και αλχημικών, θεολογικών και «μαγικών» θεωριών: μέσω μιας γενικής συνάφειας με όλα τα μέρη του σύμπαντος, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα, ως ο ανώτερος κρίκος της δημιουργίας, να επηρεάζει και να επηρεάζεται από την «ανώτερη φύση».
Η ερμητική κληρονομιά οδηγεί τον Marsilio Ficino, αλλά και τους Pico della Mirandola, Cornelius Agrippa of Nettesheim και Giambattista della Porta (και πολλούς άλλους) στην δημιουργία, την ανάδειξη (προσθέτοντας διαφορετικά στοιχεία ο καθένας) και την ανάπτυξη της έννοιας της «φυσικής μαγείας» (magia naturalis), ως την οδό για την αναζήτηση της γνώσης και την ερμηνεία των φαινομένων της φύσης8.
Η αναζήτηση αυτή περιελάμβανε βέβαια και τον ίδιο τον άνθρωπο: ο Ficino, ως ιερέας και ιατρός, συνέγραψε μια πραγματεία περί ιατρικής, στην οποία έχουμε σειρά αναφορών για την επίδραση κοσμικών παραγόντων στο ανθρώπινο σώμα, αλλά και μια περιγραφή της παρέμβασης του «σοφού μάγου» σε αυτές.
Σε αυτό το περιβάλλον εμφανίζεται ο Παράκελσος (Theophrastus Bombast von Hohenheim, 1493-1541). Η παρουσία του και η τομή που επιφέρει στην ιατρική της εποχής είναι τεράστιο ζήτημα, εδώ όμως θα ασχοληθούμε μόνο με τη συμβολή του στην αναμόρφωση της φαρμακολογίας. Απορρίπτοντας κάθε παλαιότερο συγγραφέα, πλην του Ιπποκράτη και του Ficino, ουσιαστικά εισάγει ένα νέο θεωρητικό σχήμα περί νόσου, θεραπείας, φαρμάκων και θεραπευτή: Η απόκτηση της γνώσης είναι θεόπνευστη, δοσμένη από τον Θεό-Δημιουργό μέσω του βιβλίου της φύσης και του βιβλίου των γραφών, δηλαδή η γνώση αποκτάται με τη μελέτη των ιερών κειμένων και τη συνεχή παρατήρηση της φύσης. Η μελέτη της φύσης οδηγεί στην κατανόηση της αλληλεπίδρασης μικρόκοσμου-μακρόκοσμου και, όσον αφορά στα φάρμακα, τόσο η αναζήτηση και η χρησιμοποίηση ουσιών και θεραπειών, πέρα από τις καθιερωμένες φυτικής προέλευσης, όσο και η πίστη στην πνευματική διάσταση της θεραπείας, παράλληλα με την απόρριψη της χυμικής παθολογίας και την υιοθέτηση αλχημικής μεθοδολογίας για την παρασκευή των σκευασμάτων, είναι προφανές πως ισοπεδώνουν κάθε γαληνική ιατρική επιταγή και μεθοδολογία.⁹
Η παρακελσιανή αυτή τομή, η οποία διογκώνεται μετά τη δημοσίευση των έργων του, δημιουργεί αναταραχή στην ιατρική κοινότητα. Με τον Παράκελσο και τους ιατρούς που ακολουθούν τις απόψεις του εισάγονται στη θεραπευτική ποικίλες ουσίες: ενώσεις αρσενικού, θείου, σιδήρου, χαλκού, αργύρου, χρυσού, αντιμονίου, ψευδαργύρου, κ.ά. Η συστηματική χρήση ορυκτών –αν και δεν αποτελεί πρωτοτυπία του Παράκελσου– διαφοροποιεί τη μορφή αλλά και την προσέγγιση της έννοιας του φαρμάκου, καθώς απαιτείται πλέον πλήθος νέων μεθοδολογικών αρχών, τόσο κατά την παρασκευή όσο και κατά τη χορήγησή του.
Η επεξεργασία των μεταλλευμάτων, μέσω σειράς αλχημικών διεργασιών με στόχο τον διαχωρισμό και την καθαρότητα της επιθυμητής ουσίας, αλλά και οι έννοιες της ειδικής θεραπείας για κάθε νόσο και της δράσης σε συγκεκριμένα όργανα,¹⁰ διαφοροποιούν τη θεραπευτική προσέγγιση, οδηγώντας στις μεγάλες διαμάχες μεταξύ γαληνιστών και παρακελσιανών στα τέλη του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα. Οι ιδέες του Παράκελσου για την εντόπιση της νόσου σε συγκεκριμένα όργανα του σώματος (με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που σήμερα αποκαλούμε εντόπιση¹¹) και η διαμάχη περί θεραπευτικών μεθόδων δημιουργούν ρήγματα στη γαληνική αυθεντία, ρήγματα τα οποία θα διογκωθούν με την αναθεώρηση και της γαληνικής ανατομίας και φυσιολογίας.¹²
Η παρακελσιανή προσέγγιση θα οδηγήσει συγγραφείς, όπως ο Jean Baptiste van Helmont και ο Franz de la Boë (γνωστός και ως Sylvius), να μιλήσουν για τη «ζύμωση»¹³ ως διεργασία του ανθρώπινου σώματος κατά την οποία τα διάφορα όργανα του σώματος, σαν «χημικά εργαστήρια», επεξεργάζονται τις διάφορες ουσίες, συνεπώς και τα φάρμακα.¹⁴ Μετά τη δυνατότητα καθορισμού του αλκαλικού ή όξινου χαρακτήρα μιας ουσίας (είτε φυσικής είτε χημικής) από τον Robert Boyle το 1664,¹⁵ η ιατροχημική αρχή της νόσου –ως ανισορροπίας μεταξύ των όξινων και αλκαλικών υγρών του σώματος και της αντίστοιχης κατανόησης της θεραπευτικής ικανότητας μιας ουσίας βάσει αυτών των χαρακτήρων της– οδήγησε στον πειραματισμό και καθορισμό τέτοιων χαρακτηριστικών.¹⁶
Αυτή η εννοιολογική στροφή στην αναζήτηση ιδιοτήτων, που παρατηρούνται στο εργαστήριο και στις οποίες οφείλεται η δραστικότητα των ουσιών, αν και έχει σαφή αφετηρία την αλχημική κοσμοθεωρία, στην πορεία χάνει τον μυστικιστικό της χαρακτήρα. Ωστόσο, ο πειραματισμός θα συνεχιστεί εστιασμένος στη μελέτη των αντιδράσεων και την περιγραφή των αποτελεσμάτων τους: αλλαγές χρωμάτων διαλυμάτων, δημιουργία ιζημάτων, αποστάξεις, κ.ά.¹⁷ Η αλχημική ιδέα της έντονης αντίδρασης οξέων με αλκάλια, οδήγησε στην πραγματοποίηση πειραμάτων στα υγρά του σώματος in vitro, ιδιαίτερα στο αίμα – ο Robert Boyle με τον Christopher Wren το 1656 θα επιχειρήσουν για πρώτη φορά ενδοφλέβια έγχυση διαλυμάτων οπίου και crocus metallorum¹⁸ σε σκύλους.¹⁹ Αυτό δεν σημαίνει πως όλοι οι ερευνητές ασπάζονται την αλχημική αφετηρία· ο ίδιος ο Boyle μάλιστα θα απορρίψει κάθε έννοια μυστικών δυνάμεων δράσης των φαρμάκων και θα θέσει καθαρά εμπειρικές βάσεις στην προσπάθεια μελέτης των ουσιών, προσπαθώντας να διατυπώσει φυσικούς νόμους με μαθηματική γλώσσα που διέπουν τις αντιδράσεις τους.²⁰
Μια ακόμη σημαντική αμφισβήτηση της γαληνικής θεραπευτικής θα έρθει με την εισαγωγή φαρμακευτικών φυτών από τις εξερευνήσεις του Νέου Κόσμου και τη χρησιμοποίησή τους στη θεραπευτική. Ανάμεσά τους η ιπεκακουάνα και «ο φλοιός του Περού» – η Cinchona Officinalis από την οποία απομονώθηκε αργότερα η κινίνη. Το δεύτερο από αυτά, με τη δράση του κατά της ιδιαίτερα διαδεδομένης τον 16ο και 17ο αιώνα ελονοσίας, οδήγησε στην δυνατότητα να διακριθούν οι διάφορες μορφές πυρετού – συνεχείς και διαλείποντες – αλλά και να επικυρωθεί η ιδέα πως μπορεί να υπάρχει μια ειδική νόσος και η θεραπεία, χωρίς την απαραίτητη για τους γαληνιστές αποκατάσταση της ισορροπίας των χυμών μέσω κάθε μορφής «κενώσεων».21 Ο «φλοιός του Περού» θεράπευε μόνο μια κατηγορία πυρετών, αποτελώντας έτσι μια ειδική θεραπεία, η οποία έγινε αφετηρία εμπειρικής προσέγγισης και πειραματισμού στη θεραπευτική, αν και στην πρώτη της εποχή ήταν καθαρά συμπτωματική, καθώς δεν ήταν γνωστός ο μηχανισμός δράσης της και δεν ακολουθούσε τις γαληνικές ποιότητες που περιγράψαμε στην αρχή.22
Στις αρχές του 17ου αιώνα (1618) πραγματοποιήθηκε η πρώτη έκδοση της Φαρμακοποιίας του Λονδίνου (Pharmacopoeia Londinensis), η οποία αποτελέσε μια συστηματική προσπάθεια καταγραφής των θεραπευτικών μέσων και περιγραφής της παρασκευής τους από την επίσημη ιατρική κοινότητα.23 Η πρώτη έκδοση περιείχε περίπου 1960 προτεινόμενες θεραπείες από τις οποίες οι 1028 αποτελούσαν απλά φάρμακα, σε αντίθεση με τα γαληνικά μείγματα του παρελθόντος.24 Μέσα από τις διαδοχικές εκδόσεις (1650, 1677, 1721, 1746, 1788, 1809) έχουμε την εικόνα για την χρονολογική πορεία της αποδοχής των νεώτερων φαρμάκων, αλλά και την προοδευτική εξαφάνιση διαφόρων «εξωφρενικών» προσεγγίσεων του παρελθόντος: ο «φλοιός του Περού» εμφανίζεται στην τρίτη έκδοση, η ιπεκακουάνα στην τέταρτη, ενώ οι ιστοί αράχνης και το κέρας του μονόκερου εξαφανίζονται στην πέμπτη έκδοση.25 Οι φαρμακοποιίες αυτές, αν και εμφανίζουν χρονική καθυστέρηση στην εισαγωγή ή την απαλοιφή θεραπευτικών μέσων σε σχέση με την καθημερινή πράξη, μας αποκαλύπτουν ωστόσο γλαφυρά τον «θεραπευτικό πλουραλισμό» του 17ου αιώνα: φαρμακευτικά φυτά, γαληνικά μείγματα, χημικά σκευάσματα, ζωικά υγρά, απόβλητα και ολόκληρα μέρη, αποκυήματα μεσαιωνικών θρύλων, μέχρι και ανθρώπινα οστά παρελαύνουν στις σελίδες τους· ένα θεραπευτικό χάος που αντικατοπτρίζει παραστατικά το θεωρητικό χάος της ιατρικής σκέψης της εποχής, με τις διαμάχες γαληνιστών και παρακελσιανών, ιατρομηχανικών και ιατροχημικών, διαμάχες που συχνά οδηγούν στην αυθαίρετη χρήση θεραπευτικών μέσων, η οποία συνεχίζεται εν πολλοίς και τον επόμενο αιώνα.
Ο 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από προσπάθειες αναμόρφωσης της θεραπευτικής στο πλαίσιο ενός θεωρητικού συστήματος, αλλά και από την εισαγωγή μέσων και μεθόδων της λαϊκής εμπειρίας που διαφοροποιούν δραματικά το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Από τον H. Boerhaave και τον E. Hoffman, μέχρι τον G. Stahl, τον J. Brown και τον S. Hahnemann και την ομοιοπαθητική, οι αιτίες των νόσων και η δράση των φαρμάκων εξηγούνται από ένα κεντρικό θεωρητικό σχήμα, βάσει του οποίου απορρίπτονται και εισάγονται τα διάφορα θεραπευτικά μέσα.26 Ωστόσο, η τοποθέτηση αυτή, η οποία συχνά κινείται σε αντιδιαμετρικές θέσεις, δεν τερματίζει σε καμιά περίπτωση, ούτε την εκτεταμένη εφαρμογή αφαιμάξεων, ούτε και την ανεξέλεγκτη χορήγηση αμφιβόλου συστάσεως και αξίας μειγμάτων στην καθημερινή πράξη. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι πύκνωναν οι απόψεις για την ανάγκη αναθεώρησης και αξιολόγησης των θεραπευτικών μέσων,27 και παρά την εκ παραλλήλου επικρατούσα, μετά τον T. Sydenham τάση, να παρακολουθούν την πορεία της νόσου και να εφαρμόζουν ήπιες θεραπευτικές μεθόδους, σύμφωνα με τις Ιπποκρατικές επιταγές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Σχολή του Montpellier στη Γαλλία. Η Σχολή αυτή, τα επόμενα χρόνια, θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην υιοθέτηση και εφαρμογή των ιδεωδών του Διαφωτισμού στο ιατρικό πεδίο.28
Παραδειγματική κατάθεση εμπειρισμού στην καταγραφή της δράσης των φαρμάκων αποτελεί το έργο του W. Cullen A Treatise of the Materia Medica29 (1789), όπου ο συγγραφέας ταξινομεί τις ουσίες «ανάλογα με την συμφωνία τους με κάποιες γενικές ιδιότητες». Η ταξινομική αυτή απόπειρα του Cullen θα αποτελέσει κανόνα για τον επόμενο αιώνα: τα φάρμακα διακρίνονται σε στυπτικά, τονωτικά, διεγερτικά, ναρκωτικά, καθαρτικά, κ.ο.κ., δίδοντας έτσι την δυνατότητα στο γιατρό να συνταγογραφεί ανάλογα με την κατάσταση στην οποία ήθελε να οδηγήσει τον ασθενή του. Αυτή η προσέγγιση, αν και αρκετά παλαιότερη του Cullen, προσέφερε ένα τρόπο ταξινόμησης της δράσης των φαρμάκων και – εμπλουτιζόμενη με σχόλια περί του πειραματισμού σε ζώα και περί της αποτελεσματικότητας, σε σχέση με τον κατάλληλο χρόνο και την απαιτούμενη δοσολογία για το κάθε ένα – οδήγησε ουσιαστικά στον τρόπο προσέγγισης της φαρμακολογίας που επικράτησε τον επόμενο αιώνα.30
Αυτή η προσπάθεια κατανόησης της δράσης, μέσω παρατήρησης και ελεγχόμενου πειράματος, θα επεκταθεί και στην αξιολόγηση των διαφόρων λαϊκών θεραπειών, θεραπειών δηλαδή που δεν είχαν την αναγνώριση της επίσημης ιατρικής κοινότητας. Κάποιες από αυτές αποτελούν ορόσημα της θεραπευτικής – η δακτυλίτιδα, ο δαμαλισμός, η θεραπεία του σκορβούτου, κ.ά. – και η διαδρομή μέχρι την αναγνώρισή τους και την εισαγωγή τους είναι λίγο πολύ γνωστή.31 Θα προσπαθήσουμε εδώ να σκιαγραφήσουμε κάποιες μεθοδολογικές τομές που οδήγησαν στην αποδοχή τους, έτσι ώστε να κατανοήσουμε το πνεύμα του πειραματισμού και την καινοτομία της σκέψης των ερευνητών της εποχής. Το έργο An account of the foxglove, and some of its medical uses: with practical remarks on dropsy and other diseases,32 του W. Withering, εκδόθηκε το 1785, αφού είχαν περάσει 10 περίπου χρόνια δοκιμασίας και χρήσης του φαρμάκου. Ο Withering, μετά από μια πλήρη περιγραφή των βοτανολογικών χαρακτήρων και των χημικών ιδιοτήτων του φυτού (δακτυλίτις), καταγράφει συστηματικά όλα τα περιστατικά όπου το χρησιμοποίησε (περίπου 170) και εξηγεί μέσω των ιστορικών των ασθενών του πώς από τα αφεψήματα και τα εγχύματα κατέληξε στη σκόνη ως την καταλληλότερη μορφή χορήγησης και πώς τιτλοποίησε την κατάλληλη δοσολογία για να πετύχει το απαιτούμενο διουρητικό αποτέλεσμα. Δεν θα παραλείψει να περιγράψει ούτε τα προβλήματα υπερδοσολογίας, τις μορφές οιδήματος33 στις οποίες δεν αποδίδει η θεραπεία, ακόμη και τις περιπτώσεις με θανατηφόρα κατάληξη. Η ιδιαίτερη παρατηρητικότητα του Withering θα επισημάνει ακόμη και τις επιδράσεις του φαρμάκου στον καρδιακό ρυθμό, τις οποίες θα θεωρήσει ευνοϊκές, χωρίς να επιχειρήσει να εξηγήσει αυτό που παρατηρεί. Τα συμπεράσματα με τα οποία κλείνει τη μελέτη του αποτελούν υπόδειγμα για το πώς η παρατήρηση οδηγεί σε χρήσιμα συμπεράσματα, όταν ο ερευνητής παραμένει ψύχραιμος και εξετάζει με κριτικό τρόπο τα αποτελέσματα των δοκιμών του: Μέσα σε εννέα προτάσεις δίνει το περίγραμμα της δράσης της δακτυλίτιδας, των ενδείξεών της, των αδυναμιών και των δράσεων που μένει να κατανοηθούν,34 οριοθετώντας έτσι την εμπειρική προσέγγιση ενός φαρμάκου, μέσω αντικειμενικής, κατά το δυνατόν, παρατήρησης και αξιολόγησης των δεδομένων.
Η εισαγωγή των δύο άλλων θεραπειών που αναφέρθηκαν παραπάνω συνοδεύονται από την εφαρμογή νέων μεθόδων αξιολόγησης, μεθόδων οι οποίες αναδείχθηκαν κυρίαρχες τα επόμενα χρόνια, αν και η πρώτη τους εφαρμογή συνάντησε ποικίλες αντιρρήσεις. Ο J. Lind, στο έργο του A treatise of the Scurvy35 του 1753, περιγράφει τον πειραματισμό πάνω στη χορήγηση εσπεριδοειδών στους ναυτικούς, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κλινικό πείραμα, καθώς χωρίζει τους ασθενείς του σε έξι ομάδες στις οποίες χορηγεί διαφορετικές αγωγές, αποδεικνύοντας έτσι την ανωτερότητα των εσπεριδοειδών στο θεραπευτικό αποτέλεσμα. Η αποδοχή του ελεγχόμενου κλινικού πειράματος θα γίνει καθολική περίπου έναν αιώνα αργότερα, ωστόσο η δοκιμασία αυτή θα ακολουθηθεί στην αξιολόγηση του δαμαλισμού τα επόμενα χρόνια, τόσο στη Βρετανία όσο και στη Γαλλία. Στην περίπτωση αυτή μάλιστα θα χρησιμοποιηθεί, από τον Bernoulli το 1760, για πρώτη φορά, η μέθοδος των πιθανοτήτων για την αξία του προστατευτικού αποτελέσματος.36
Δραστικές ουσίες, μηχανισμοί δράσης και η ανάπτυξη της φαρμακευτικής βιομηχανίας
Στα τέλη του 18ου αιώνα ο σκεπτικισμός και η αμφισβήτηση της θεραπευτικής αξίας των πολύπλοκων συνταγών είχαν ισχυροποιηθεί στις κλινικές Σχολές του Παρισιού και της Βιέννης. Ο σκεπτικισμός αυτός άλλοτε είχε μηδενιστικό χαρακτήρα: «είμαι πεπεισμένος πως αν το σύνολο της ιατρικής ύλης, όπως χρησιμοποιείται σήμερα, πεταγόταν στον πάτο της θάλασσας, αυτό θα ήταν πολύ καλό για την ανθρωπότητα και πολύ κακό για τα ψάρια»,37 και άλλοτε προσπαθούσε να οδηγήσει στην αναμόρφωση της θεραπευτικής: «απλοποιήστε στο μέγιστο την ιατρική ύλη, περιοριστείτε στη χρήση φυτών γνωστής δράσης ή απλών χημικών ουσιών».38 Ταυτόχρονα, οι εξελίξεις στον χώρο της χημείας οδήγησαν στην απομόνωση των δραστικών συστατικών των φαρμακευτικών φυτών, όπως η μορφίνη από το όπιο από τον Sertürner το 1804.39
Ακολούθησε η ανακάλυψη μιας σειράς άλλων ουσιών, τα αλκάλια φυτικής προέλευσης, στα οποία θα αποδοθεί η δράση των φαρμακευτικών φυτών από τα οποία προέρχονται.40 Οι ενώσεις αυτές θα ονομάζονται στο εξής, σύμφωνα με την εισήγηση του Γάλλου χημικού Guy-Lussac, χρησιμοποιώντας την κατάληξη -ίνη, (που έδωσε και το όνομα μορφίνη στην ένωση που περιέγραψε ο Sertürner), ενώ η ονομασία της κατηγορίας ως αλκαλοειδή, αν και θα προταθεί το 1818 από τον Κ. Meissner, θα υιοθετηθεί δεκαετίες αργότερα. Η κατηγορία αυτή θα αποκαλείται οργανικά αλκάλια ή φυτικές βάσεις και θα εμπλουτίζεται με νέα μέλη για περισσότερο από έναν αιώνα.
Η ενασχόληση του Magendie με τη φαρμακολογία θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην προσπάθεια να ερμηνευτεί η δράση των ουσιών που απομονώνονται τότε με βάση τη φυσιολογία, επιχειρώντας δηλαδή να κατανοηθεί ο μηχανισμός δράσης τους στον ανθρώπινο οργανισμό. Ο Magendie, έχοντας ήδη ασχοληθεί με τις λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, αλλά και πιστεύοντας σε μια ιατρική ως «science à faire» (Μια επιστήμη εν τω γίγνεσθαι),41 επιχειρεί να εξηγήσει τις παρατηρούμενες δράσεις των αλκαλοειδών με βάση τους πειραματισμούς του σε διάφορα ζώα.42 Το σύγγραμμα του 1821, που προαναφέραμε, θα αποτελέσει αναφορά για την παρασκευή και χρήση, πειραματική και θεραπευτική, ενώσεων όπως η μορφίνη, η εμετίνη (το ενεργό αλκαλοειδές της ιπεκακουάνας), η βερατρίνη (του λευκού ελλέβορου), η στρυχνίνη (του φυτού nux vomica), τα άλατα της κινίνης (του φλοιού του Περού), κ.ά. Οι εργασίες αυτές, μαζί με το έργο των Pierre-Joseph Pelletier και Joseph-Bienaimé Caventou, θα οριοθετήσουν τον προσανατολισμό της φαρμακολογικής έρευνας του 19ου αιώνα, καθώς θα στραφεί πλέον στην απομόνωση και σύνθεση δραστικών ουσιών και στη διατύπωση θεωριών για τη δράση τους· θεωριών με θεμελιώδη κριτήρια τις χημικές ιδιότητες και τους μηχανισμούς δράσης του οργανισμού, όπως αυτοί παρατηρούνται σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον κατ’ αρχήν, το εργαστήριο.
Η επικοινωνία μεταξύ φαρμακολογίας και χημικών εργαστηρίων θα οδηγήσει στη σύνθεση σειράς νέων ουσιών τις επόμενες δεκαετίες, ουσιών που θα δοκιμαστούν ευρύτατα, τόσο στη θεραπευτική όσο και για να κατανοηθούν οι βιοχημικοί μηχανισμοί του ανθρώπινου σώματος. Νέες κατηγορίες, όπως οι γλυκοσίδες (με χαρακτηριστικά μέλη τη διγιτοξίνη και τη σαλισίνη43), οι αρωματικοί υδρογονάνθρακες, τα αναισθητικά αέρια, τα παράγωγα του οπίου, οι ενώσεις τύπου κουραρίου, τα αντισηπτικά και διάφορες ακόμη ενώσεις μελετήθηκαν εκτενώς τον 19ο αιώνα, με αποτέλεσμα τη φαρμακολογία που γνωρίσαμε τον 20ό. Τα εργαστήρια που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τη φαρμακολογία, πανεπιστημιακά και μη, αφορούσαν το σύνολο του Δυτικού κόσμου: Το εργαστήριο στο Dorpat, που αναφέραμε, το ακολούθησε μια σειρά από άλλα στο Στρασβούργο, το Παρίσι, το Εδιμβούργο, κ.ά., που συνέχισαν να συνθέτουν και να μελετούν νέες ουσίες, διατυπώνοντας ενδιαφέρουσες θεωρίες για τον τρόπο δράσης τους. Η αναλυτική παράθεση των ουσιών και των πειραμάτων ξεφεύγει από τους στόχους αυτής της εργασίας, ωστόσο πιστεύουμε πως παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συζήτηση για τους προτεινόμενους μηχανισμούς δράσης και τη διαδρομή μέχρι τη διατύπωσή τους, καθώς αποδίδει σε γενικές γραμμές τη μεθοδολογία της έρευνας και τη φιλοσοφική προδιάθεση του επιστημονικού κόσμου του 19ου αιώνα.
Ξεκινώντας από τον Magendie, έχουμε τα πρώτα δείγματα γραφής μιας καθαρά εμπειριστικής προσέγγισης της φαρμακολογίας. Πιστεύοντας σε μια «επιστήμη εν τω γίγνεσθαι», όπως έχουμε ήδη πει, προσπαθεί να εξηγήσει τα αποτελέσματα των πειραμάτων του μέσω των αρχών της φυσικής και της χημείας, απορρίπτοντας κάθε βιταλιστική αρχή των προηγούμενων ερευνητών της Γαλλικής Σχολής. Ο Magendie θεωρεί τον εαυτό του «ρακοσυλλέκτη» που περιπλανιέται στο επιστημονικό πεδίο συλλέγοντας ό,τι βρει, αποφεύγοντας τις υποθέσεις και τις θεωρητικές γενικεύσεις. Οι έρευνές του, τόσο στη φυσιολογία όσο και τη φαρμακολογία, οριοθετούν την απομάκρυνση από την αναζήτηση τελικών αιτίων στη λειτουργία του ανθρώπινου σώματος και η επιρροή του Formulaire44 (όπως αποδεικνύουν οι εννέα συνολικά εκδόσεις του τις επόμενες δεκαετίες) είναι προφανές πως διαφοροποιεί την προσέγγιση της πειραματικής μεθόδου, απομακρύνοντάς την από τα θεωρητικά συστήματα του 18ου αιώνα, διανοίγοντας έτσι το δρόμο για την «πειραματική ιατρική» που θα εισηγηθεί ο Claude Bernard αργότερα.45
Οι υποθέσεις για τη δράση των φαρμάκων με βάση τα εργαστηριακά δεδομένα άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στα μέσα του αιώνα. Οι υποθέσεις αυτές, αρχικά μάλλον απλοϊκές και στη συνέχεια αρκετά πολύπλοκες, έδωσαν νέα ώθηση στην πειραματική έρευνα για τη σύνδεση χημικής δομής και φαρμακολογικής δράσης. Η υπόθεση του James Blake περί «ισομορφισμού» των ενώσεων αποτελεί την πρώτη απόπειρα τέτοιας συστηματοποίησης: Δύο ουσίες είναι «ισόμορφες» όταν οι μακροσκοπικές κρυσταλλικές δομές τους είναι παρόμοιες. Ομάδες τέτοιων ενώσεων εμφανίζουν παρόμοιες δράσεις.46 Η υπόθεση αυτή του Blake, βασισμένη στα ανόργανα άλατα αποτελέσε μια ταξινομητική αρχή στο φαρμακολογικό χάος, αν και ήταν, αφενός μεν, αρκετά χονδροειδής, αφετέρου δε, αδυνατούσε να επεκταθεί στις οργανικές ενώσεις. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που ο Buchheim (ιδρυτής του πρώτου πανεπιστημιακού εργαστηρίου φαρμακολογίας) αναφέρεται στον μεγάλο αριθμό παρατηρησιακών σφαλμάτων και την ανάγκη στατιστικής επεξεργασίας των πειραματικών δεδομένων, πριν από την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων και τη χρήση των νέων ουσιών στην κλινική πράξη.47
Όταν πλέον στην δεκαετία του 1860 οι γνώσεις για την δομή, αλλά και οι δυνατότητες σύνθεσης οργανικών ουσιών, επέκτειναν το πειραματικό πεδίο, η φαρμακολογική έρευνα διατύπωσε τις πρώτες θεωρίες περί των βιοχημικών μηχανισμών του οργανισμού. Τα πειράματα του Oswald Schmiedeberg απέδειξαν πως ουσίες που παράγονται στο εργαστήριο είναι δυνατόν να παραχθούν και στο ανθρώπινο σώμα.48 Η θεωρία αυτή του «βιομετασχηματισμού» των ουσιών, πέρα από τις μελέτες της φυσιολογίας, οδήγησε στο συμπέρασμα πως τα φάρμακα υφίστανται κάποιας μορφής τροποποίηση κατά την είσοδό τους στον οργανισμό, τροποποίηση η οποία αλλάζει δραματικά την δραστικότητά τους, έτσι ώστε να προϋποτίθεται η γνώση τέτοιων μηχανισμών για την πρόβλεψη του θεραπευτικού αποτελέσματος.
Οι έρευνες δε του Benjamin Richardson με το νιτρώδες αμύλιο (nitrite of amyle) τον οδήγησαν στην υπόθεση ότι η δραστικότητα των οργανικών ενώσεων πιθανόν να μην οφείλεται σε ολόκληρο το μόριο αλλά σε κάποια συγκεκριμένη δομή του, υπόθεση η οποία, εκτός από την ομαδοποίηση των ενώσεων αυτών, προκάλεσε και την μελέτη ολόκληρων των ομάδων και όχι μεμονωμένων ουσιών για την αναζήτηση πιθανού θεραπευτικού αποτελέσματος.49 Ο πειραματισμός πάνω στις ομάδες των ενώσεων με μικρές τροποποιήσεις του αρχικού μορίου, βοήθησε στην παραγωγή νέων ουσιών, ουσιών οι οποίες, εφόσον είχαν ένα πιο ασφαλές τοξικολογικό προφίλ, αντικαθιστούσαν τις παλαιότερες στη θεραπευτική: Η ανιλίνη, η φαινόλη και το σαλικυλικό οξύ, μέσω μιας απλής ακετυλίωσης έδωσαν τη θέση τους στην φαινακετίνη και την ασπιρίνη.50
Η αλληλεπίδραση και η ανταγωνιστική δράση στον οργανισμό κάποιων φαρμάκων διερευνήθηκαν εκτενώς από τον Thomas Richard Fraser και τον Alexander Crum Brown, οι οποίοι, μελετώντας τα αλκαλοειδή, παρατήρησαν την αντίθετη δράση ατροπίνης και φυσοστιγμίνης. Οι έρευνές τους έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην στροφή της ερμηνείας της δράσης των φαρμάκων από την χημική σύσταση στην δομή του φαρμάκου, καθώς, μελετώντας τα αλκαλοειδή και παρατηρώντας πως έχουν παρόμοια μοριακά βάρη και σύσταση, προσπάθησαν να εξηγήσουν τις φαρμακολογικές τους ιδιότητες (τις οποίες έβλεπαν ανταγωνιστικές) ως αποτέλεσμα διαφορετικής δομής.51 Η υπόθεση αυτή θα ισχυροποιηθεί τα επόμενα χρόνια και θα αποτελέσει την βάση των περαιτέρω πειραματισμών.
Η εισαγωγή καθαρών ενώσεων στην θεραπευτική διαφοροποίησε και την αγορά των φαρμάκων. Είναι σαφές πως υπήρχε δίκτυο διανομής και διαφήμιση ιδιοσκευασμάτων πολύ πριν τον 19ο αιώνα και σίγουρα οι πρακτικές αυτές συνεχίστηκαν και συνεχίζονται ακόμη,52 ωστόσο η ανάγκη πρώτα για μεγάλη παραγωγή αλκαλοειδών και στη συνέχεια των υπόλοιπων ενώσεων, είχε ως αποτέλεσμα την οργάνωση και γιγάντωση της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Τις επόμενες δεκαετίες, η ζήτηση κινίνης αποτέλεσε την αφετηρία για την στροφή των φαρμακοποιών53 στην μαζική παραγωγή της και κατόπιν στην παραγωγή αναισθητικών, ενώ παράλληλα αποτελέσματα είχε και η ανάπτυξη της βιομηχανίας οργανικών χρώσεων, καθώς το πεδίο έρευνας των ενώσεων συχνά ήταν κοινό.54
Η μαζική παραγωγή φαρμάκων ήταν καθοριστική για την μορφή που θα έπαιρνε η θεραπευτική τα επόμενα χρόνια, αλλά η βιομηχανική ανάπτυξη είχε και μια δεύτερη, ιδιαίτερα σημαντική παράμετρο, την καθιέρωση της πρωτότυπης σύνθεσης (της πατέντας) και την αξίωση αποκλειστικής διακίνησης της ουσίας, φαινόμενο το οποίο, πέρα από την επίδρασή του στην αγορά, οδήγησε και στη περαιτέρω έρευνα για νέα φάρμακα, καθώς οι περιορισμοί εμπόδιζαν την είσοδο στην αναπτυσσόμενη αγορά. Θα δούμε παρακάτω πως επέδρασε αυτό στην ανάπτυξη των υπνωτικών ουσιών.
Τα ψυχοτρόπα φάρμακα του 19ου αιώνα
Η χρήση θεραπευτικών μέσων για τους ψυχικά ασθενείς είναι προφανές πως τροποποιήθηκε ιδιαίτερα σημαντικά τον 19ο αιώνα, αν αναλογιστούμε τις αλλαγές τόσο στην φαρμακολογία, όσο και στην διαμόρφωση της ψυχιατρικής νοσολογίας. Η θεραπευτική απόπειρα δεν περιοριζόταν βέβαια μόνο στην χρήση φαρμάκων, καθώς δεν πρέπει να λησμονούμε πως η καθιέρωση και γιγάντωση του θεσμού του ασύλου ήταν θεωρητικά επενδυμένη με την χρήση του ως αποτελεσματικού θεραπευτικού μέσου.55 Ωστόσο η θεραπευτική απόπειρα ήταν πάντα συνυφασμένη με την χορήγηση φαρμάκων και αυτήν την πλευρά της στην πορεία του 19ου αιώνα θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε, σε σχέση με όσα έχουμε ήδη αναφέρει για την ανάπτυξη της πειραματικής φαρμακολογίας.
Οι γαληνικές απόψεις περί ανισορροπίας των χυμών και περί ποιοτήτων των φαρμακευτικών σκευασμάτων είχαν υποχωρήσει από τις αρχές του 18ου αιώνα. Οι θεραπευτικές πρακτικές όμως, πρακτικές που εφαρμόζονταν επί σειρά αιώνων, συνέχισαν να ακολουθούνται για αρκετές δεκαετίες ακόμη. Έτσι, στις αρχές της περιόδου που μας απασχολεί, οι ψυχικά ασθενείς αντιμετωπίζονταν με εκτεταμένες αφαιμάξεις, καθαρτικά και εμετικά σκευάσματα, παράλληλα με την ακινητοποίηση, τα κρύα ντους και διάφορες άλλες «πρωτότυπες» μεθόδους καταστολής των συμπτωμάτων.56
Για να περιγράψουμε την πορεία της θεραπευτικής προσέγγισης πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν πως στις αρχές του αιώνα μανία σημαίνει τρέλα, έτσι: «ο μανιακός ασθενής απαιτεί απομόνωση, απομόνωση που δρα κατευθείαν στον εγκέφαλο και προκαλεί το όργανο να αντιδράσει, αποστρέφοντας τον ασθενή από διεγερτικά ερεθίσματα, καταστέλλοντας την ζωτικότητα και κινητικότητά του και μετριάζοντας την ένταση ιδεών και συναισθημάτων».57 Η προσπάθεια του Esquirol να «επιβληθεί» στον ασθενή, προσπάθεια «επίθεσης» στην ψυχική νόσο, συνεπικουρείται από την αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών διαβίωσης του ασθενή, της διατροφής και ενδυματολογίας του, την εφαρμογή λουτρών με χρήση φαρμακευτικών ουσιών, όπως παρασκευασμάτων σιδήρου, υοσκύαμου, βαλεριάνας, ελλέβορου, λαβδάνου και παραγώγων οπίου,58 είτε μόνα είτε ως μείγματα, συνήθως ως τμήμα και όχι ως αποκλειστικό στοιχείο της θεραπείας.59 Οι θέσεις αυτές του Esquirol ακολουθούνται πρακτικά από ολόκληρη την Γαλλική Σχολή των αρχών του 19ου αιώνα.60
Η αναφορά στα ψυχοτρόπα φάρμακα του 19ου αιώνα ξεκινά από το όπιο και τα παράγωγά του, μιας και αφ’ ενός, η χρήση του διατρέχει όλη την χρονική περίοδο που εξετάζουμε, αφ’ ετέρου, η μορφίνη είναι το αλκαλοειδές που απομονώθηκε πρώτο, οδηγώντας έτσι την φαρμακολογία στα μονοπάτια που περιγράψαμε παραπάνω. Η χρήση του οπίου στην θεραπευτική ξεκινά από την αρχαιότητα και περιγράφεται σε όλους τους αρχαίους συγγραφείς. Η χρήση του στην θεραπεία «μανιακών» ασθενών (δηλαδή ψυχασθενών) περιγράφεται από τον Παράκελσο,61 ενώ, αν και ο όρος λάβδανο υπάρχει στην παρακελσιανή θεραπευτική, ο Παράκελσος μάλλον δεν χρησιμοποιούσε όπιο σε αυτό το παρασκεύασμα.
Το λάβδανο που χρησιμοποιήθηκε στον 17ο και τον 18ο αιώνα ήταν κατά κύριο λόγο το Laudanum Liquidicum του Thomas Sydenham, ένα διάλυμα οπίου σε ισπανικό κρασί,62 ενώ τα παράγωγα οπίου αποτελούσαν βασικό μέρος της θεραπευτικής και στον W. Cullen, έναν αιώνα αργότερα. Το όπιο ήταν η πρώτη θεραπευτική ουσία που χορηγήθηκε ενδοφλέβια σε πειραματόζωα (σκύλους)63 και η μελέτη της δράσης του τον 18ο αιώνα απασχόλησε ιδιαίτερα την ιατρική κοινότητα.64
Έτσι, όταν ο W. Sertürner πειραματιζόταν στην απομόνωση της μορφίνης, οι δράσεις του οπίου ήταν κατά κύριο λόγο γνωστές: υπνωτικές, ηρεμιστικές, αντιβηχικές, εφιδρωτικές, αντιδιαρροϊκές και θερμαντικές, αν και ο μηχανισμός δράσης παρέμενε κατά βάση άγνωστος.65 Η απομόνωση της μορφίνης και η απόδοση της ναρκωτικής δράσης του οπίου σε αυτήν οδήγησε στην προοδευτική υιοθέτηση της χρήσης όλων των παραγώγων του σε μια σειρά ψυχιατρικών παθήσεων. Έτσι, εκτός της μανίας, το όπιο θα χρησιμοποιηθεί σε μελαγχολικούς, υστερικούς και υποχονδριακούς ασθενείς, σε ασθενείς με τρομώδες παραλήρημα και επιλόχεια ψύχωση, ενώ η κατασταλτική του δράση θα χρησιμοποιηθεί ως μέσο αποφυγής του μηχανικού περιορισμού των ασθενών. Παράλληλα, με την εισαγωγή της υποδερμικής σύριγγας το 1855,66 η χρήση μορφίνης θα πάρει τεράστιες διαστάσεις και θα αποτελέσει ουσιαστικά τον τρόπο θεραπευτικής χορήγησης των παραγώγων οπίου τα επόμενα χρόνια.
Εδώ είναι το κείμενό σας με πλήρως διορθωμένη τη γραμματοσειρά (αποκατάσταση των ελληνικών χαρακτήρων), διορθωμένους τους χωρισμούς λέξεων/συλλαβισμό και διατήρηση των υποσημειώσεων με τη μορφή εκθετών:
Το πρόβλημα του εθισμού στα οπιοούχα είχε αρχίσει να γίνεται προφανές από τις αρχές του αιώνα. Η «οπιοφαγία», μια αρκετά διαδεδομένη και νόμιμη συνήθεια των αρχών του 19ου αιώνα στην Αγγλία,67 έγινε σύντομα μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας καθώς οι ποσότητες οπίου που καταναλώνονταν διογκώνονταν προοδευτικά σε εξωφρενικό βαθμό ξεπερνώντας τις 60.000 λίμπρες τη δεκαετία του 1850, αλλά και καθώς πλήθαιναν επικίνδυνα οι αναφορές για θανάτους προκαλούμενους από τη χρήση οπίου, μόνου του ή σε συνδυασμό με αλκοόλ.68
Η προσπάθεια ελεγχόμενης εμπορίας οπίου θα ξεκινήσει τη δεκαετία του 1860, με τον χαρακτηρισμό του ως δηλητηρίου, αν και ο πλήρης έλεγχος θα επιτευχθεί στα τέλη του αιώνα, μιας και οι εμπλεκόμενοι δεν ήταν διατεθειμένοι να απεμπολήσουν τη δυναμική μιας τόσο προσοδοφόρας αγοράς. Ο εθισμός στη μορφίνη μάλιστα, θα αντιμετωπιστεί, μεταξύ άλλων, και με προσπάθεια σύνθεσης ουσιών παρόμοιας δράσης και μικρότερης εθιστικής δύναμης. Η ηρωίνη αποτέλεσε μια τέτοια, καταστροφική προσπάθεια, ενώ η απομορφίνη, ουσία χωρίς τις ευφορικές δράσεις αλλά ισχυρά εμετική, χρησιμοποιήθηκε στην ψυχιατρική θεραπευτική ως μέσο καταστολής των διεγερτικών ασθενών: Χορηγώντας απομορφίνη σε μεγάλες δόσεις και προκαλώντας αλλεπάλληλους εμέτους, ήταν δυνατόν να επιτευχθεί η πολυπόθητη ηρεμία στους αποκαμωμένους, εξαντλημένους μανιακούς και λοιπούς ψυχωσικούς.69
Η θεραπεία αυτή, αν την εξετάσουμε μεθοδολογικά, αποτελεί εφαρμογή κλινικής παρατήρησης στην πράξη –οι φαρμακευτικά προκαλούμενοι αλλεπάλληλοι έμετοι οδηγούν στην ηρεμία– η οποία όμως αφ’ ενός δεν μπορεί να εξηγηθεί με βάση κάποιο θεωρητικό σχήμα, αφ’ ετέρου αποτελεί ουσιαστικά μια γαληνική πρακτική προσαρμοσμένη στα δεδομένα του 19ου αιώνα, πρακτική που επιβιώνει αιώνες μετά την κατάρρευση του θεωρητικού πλαισίου που τη στήριζε. Μπορούμε άραγε να ισχυριστούμε κάτι παρόμοιο για τα υπόλοιπα οπιοούχα; Τα παράγωγα οπίου, η μορφίνη καθώς και οι άλλες ουσίες που απομονώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν,70 αν και αποτελούν συμπτωματική αντιμετώπιση των ψυχικών νόσων,71 δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η δραστικότητά τους, καθώς μέσω αυτών αντιμετωπίζονταν οι αϋπνίες, η διέγερση, οι καταθλιπτικές και υστερικές εκδηλώσεις, οι φοβίες, και τα άλγη, με τρόπο ιδιαίτερα αποτελεσματικό, αλλά μάλλον προβληματικό όσον αφορά στο θέμα του εθισμού και της ανεξέλεγκτης δημόσιας χρήσης τους. Έτσι, προοδευτικά, θα υιοθετηθούν και άλλες θεραπευτικές προτάσεις, αρκετές από τις οποίες θα αποδειχθούν εξαιρετικά δημοφιλείς τα επόμενα χρόνια.
Η δεύτερη ομάδα αλκαλοειδών ουσιών που χρησιμοποιήθηκε στην ψυχιατρική ήταν οι ενώσεις που απομονώθηκαν από το φυτό Hyoscyamus Niger (υοσκύαμος). Η κατασταλτική δράση του φυτού ήταν γνωστή72 και, όταν στα 1833 οι Philip Lounz Geiger και Germain Henri Hess απομόνωσαν στη Χαϊδελβέργη την υοσκυαμίνη, η θεραπευτική απέκτησε ένα ακόμη μέσο, το οποίο αρχικά χρησιμοποιήθηκε σε σειρά παθήσεων, κατά κύριο λόγο μη ψυχιατρικών,73 διακινούμενη μάλιστα ως σκεύασμα της Merck. Η κατασταλτική και υπνωτική της δράση έγινε ευρέως αποδεκτή γύρω στο 1868 και η εισαγωγή της στην ψυχιατρική θεραπευτική ξεκίνησε στα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Η υοσκίνη, που συντέθηκε από την υοσκυαμίνη το 1880, θα αποτελέσει βασικό συστατικό των ηρεμιστικών «κοκτέιλ», μαζί με μορφίνη και ατροπίνη, για την αντιμετώπιση των διεγερτικών μανιακών ασυλικών ασθενών μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.74
Η εισαγωγή αναισθητικών 75 παραγόντων αποτελέσε τεράστια καινοτομία της φαρμακολογίας του 19ου αιώνα, καθώς έδωσε τη δυνατότητα για τη δραματική αναμόρφωση της χειρουργικής. Αν και η εισαγωγή τους στην ιατρική πρακτική αποτέλεσε αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων, καθώς θεωρήθηκε ως αντιχριστιανική η αναλγησία κατά τη διάρκεια του τοκετού, περί τα μέσα του αιώνα η χρήση τους είχε γίνει αποδεκτή. Οι ουσίες που χρησιμοποιήθηκαν αρχικά ήταν ο αιθέρας, το υποξείδιο του αζώτου, η αιθυλική αλκοόλη και το χλωροφορμιο.
Το χλωροφόρμιο συντίθεται ταυτόχρονα σε Ευρώπη και Αμερική από τους Samuel Guthrie, Eugène Soubeiran και Justus von Liebig 76 –ο τελευταίος, την επόμενη χρονιά θα απομονώσει μια ουσία η οποία παράγει χλωροφόρμιο σε αλκαλικό περιβάλλον, την οποία θα ονομάσει χλωράλη. Το χλωροφόρμιο θα εισαχθεί στη θεραπευτική το 1847 από τον James Simpson και πέρα από τη χρήση του στην αναισθησία θα δοκιμαστεί και στην ψυχιατρική ως ηρεμιστικό. Ο Griesinger, μάλιστα, στο κεφάλαιο της θεραπευτικής του βιβλίου του,77 αφού εξηγεί γιατί απαιτείται η ηρεμία και η αποφυγή ερεθισμάτων στους ψυχιατρικούς ασθενείς, γράφει για τη χρήση των αναισθητικών παραγόντων:
«Μεγάλες προσδοκίες συνδέθηκαν με τον αιθέρα και το χλωροφόρμιο όταν πρωτοανακαλύφθηκε η αναισθησία, και σίγουρα πλήρης και γρήγορη ανάρρωση επιτεύχθηκε σε αρκετές περιπτώσεις πρόσφατης, ενεργού μελαγχολίας. Ωστόσο, πολυάριθμες παρατηρήσεις έχουν δείξει πως συχνά (αν και όχι πάντοτε) μια προσωρινή ύφεση της μελαγχολίας και μανίας και μερικές φορές ένα φωτεινό διάλειμμα ακολουθεί την έγερση από την υπνωτική δράση του χλωροφορμίου, αλλά λίγο μετά τα παθολογικά συμπτώματα επιστρέφουν και με κάθε εισπνοή οι υφέσεις σταδιακά μικραίνουν σε χρονική διάρκεια μέχρι να μην μπορούν να επιτευχθούν πλέον. Σίγουρα υπάρχουν περιπτώσεις, όπως μια βίαιη επιλόχεια μανία, στις οποίες είναι εξαιρετικής σημασίας η επίτευξη μικρής περιόδου ηρεμίας και σε αυτές τις περιπτώσεις η αναισθησία μπορεί να χρησιμοποιηθεί. (…) Συχνά όμως δεν παρατηρείται καταπραϋντική δράση, αντίθετα φαίνεται να αυξάνεται η διέγερση. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να επιδεικνύεται η μέγιστη προσοχή κατά τη χορήγηση».78
Η χρήση του χλωροφορμίου είχε πια περιοριστεί στην αναισθησία όταν ο Oscar Liebreich ξεκίνησε τις έρευνές του με την ένυδρη χλωράλη το 1869.79 Ο Liebreich θα ξεκινήσει από λάθος υπόθεση, θεωρώντας πως ο αλκαλικός χαρακτήρας του αίματος είναι αρκετός για την in vivo σύνθεση χλωροφορμίου με τη χορήγηση χλωράλης. Έτσι, θα επιχειρήσει να προκαλέσει ύπνωση και αναισθησία πρώτα σε πειραματόζωα και κατόπιν σε ανθρώπους. Η υπνωτική δράση της χλωράλης θα αποκτήσει προοδευτικά τεράστια δημοτικότητα, καθώς το φάρμακο έχει σταθερό θεραπευτικό αποτέλεσμα, εύκολη χορήγηση, τόσο από στόματος όσο και υποδόρια, και σχετικά ασφαλές προφίλ.80 Η χλωράλη είναι η πρώτη χημική ουσία η οποία θα χρησιμοποιηθεί ως υπνωτικό και θεραπευτικό μέσο στην ψυχιατρική, εντός και εκτός ασύλου, τροποποιώντας σε μεγάλο βαθμό την αντιμετώπιση των ασθενών με λειτουργικές νευρώσεις, μανιακά και καταθλιπτικά επεισόδια. Αν αναλογιστούμε τη μορφή που είχαν τα άσυλα το δεύτερο μισό του αιώνα, αλλά και τις θεωρίες περί εκφυλισμού που είχαν διατυπωθεί, η αποφυγή του στίγματος της εισαγωγής σε κάποιο ίδρυμα, με τη χορήγηση μιας τέτοιας αξιόπιστης θεραπείας, αποτελούσε πλέον εναλλακτική λύση.
Η υπόθεση αυτή του «βιομετασχηματισμού» σε χλωροφόρμιο, ως εξήγηση του μηχανισμού δράσης του φαρμάκου, θα αμφισβητηθεί έντονα τα επόμενα χρόνια, καθώς διάφοροι ερευνητές θα αποτύχουν να απομονώσουν χλωροφόρμιο από το αίμα, τα ούρα και τον εκπνεόμενο αέρα πειραματόζωων μετά από την χορήγηση χλωράλης.81 Το ερώτημα θα παραμείνει ανοικτό για δεκαετίες, καθώς η ποσοτική εκτίμηση του αλκαλικού ή όξινου χαρακτήρα ενός διαλύματος αποτελεί επίτευγμα του 20ού αιώνα. Ωστόσο, οι πρώτες αναφορές για έναν μεταβολίτη του φαρμάκου στα ούρα έγιναν τη δεκαετία του 1870 από τον Joseph von Mering, ο οποίος το 1882 θα τον αναγνωρίσει ως γλυκουρονίδιο της τριχλωροαιθανόλης. Ο von Mering θα ασχοληθεί εκτενώς με τις έρευνες για τη δομή των υπνωτικών φαρμάκων, έρευνες οι οποίες θα οδηγήσουν στην σύνθεση των βαρβιτουρικών στις αρχές του επόμενου αιώνα. Ήδη όμως στην περίοδο που εξετάζουμε θα περιγράψει, βάσει της χημικής δομής, την υπνωτική δράση της χλωράλης, της παραλδεΰδης, της ουρεθάνης, του ένυδρου αμυλαινίου και των ύστερων προτάσεων της θεραπευτικής του 19ου αιώνα: της υπνάλης (παράγωγο χλωράλης και αντιπυρίνης), της χλωριαλαμίδης, της μεθυλάλης, της σομνάλης (αιθυλ-χλωριαλο-ουρεθάνης), της υπνόνης (οξυφαινόνης), της θειονάλης (οξονο-διαιθυλοθειόνιου)82 και της τριονάλης.83
Οι ουσίες αυτές, απλές ενώσεις με μικρές μεταβολές της χημικής τους δομής όπως μεθυλίωση ή ακετυλίωση αμιδίων, αλκοολών και κετονών, ήταν το αποτέλεσμα πειραματισμών που ξεκινούσαν από την ανάγκη σύνθεσης αποτελεσματικών και ασφαλών υπνωτικών ουσιών, αλλά και από την ανάπτυξη της φαρμακοβιομηχανίας η οποία αναζητούσε αποτελεσματικά προϊόντα αποκλειστικής διάθεσης, πολιτική η οποία θα γιγαντωθεί τον επόμενο αιώνα και συνεχίζεται ως τις μέρες μας.
Η τελευταία ουσία που θα μας απασχολήσει στην σύντομη αναδρομή μας στα ψυχοτρόπα φάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν τον 19ο αιώνα είναι τα άλατα βρωμίου και ιδιαίτερα το βρωμιούχο κάλιο. Το βρώμιο απομονώθηκε την δεκαετία του 1820 στο Montpellier και δοκιμάσθηκε αρχικά ως υποκατάστατο του ιωδίου, γρήγορα όμως αναγνωρίσθηκαν οι διαβρωτικές του ιδιότητες και έτσι η εναλλακτική επιλογή ήταν η χορήγησή του σε μορφή αλάτων, κυρίως βρωμιούχου καλίου. Η εισαγωγή του στην ψυχιατρική θεραπευτική έγινε το 1857 από τον Charles Locock, ο οποίος το χρησιμοποίησε σε ασθενείς με «υστερική επιληψία» και υστερία, επιτυγχάνοντας ύφεση των συμπτωμάτων, την οποία και απέδωσε στην ηρεμιστική του δράση.
Το βρωμιούχο κάλιο χρησιμοποιήθηκε τόσο σε επιληπτικούς –μια ενδιαφέρουσα συζήτηση αναπτύχθηκε τότε για την ικανότητά του να μετατρέπει την επιληψία σε ψύχωση84– όσο και σε ψυχιατρικούς ασθενείς. Αποτέλεσε ιδιαίτερα δημοφιλές φάρμακο, κυρίως στα δημόσια άσυλα, καθώς ήταν αρκετά φθηνότερο από την χλωράλη και τα άλλα υπνωτικά και είχε ταχεία κατασταλτική δράση, αν και μάλλον απαίσια γεύση. Αναφέρεται μάλιστα πως την δεκαετία του 1890 πάνω από ένας τόνος βρωμιούχου καλίου καταναλωνόταν ετησίως από δημόσια άσυλα στο Παρίσι.85 Η δημοτικότητά του θα συνεχιστεί μέχρι την εισαγωγή των βαρβιτουρικών στην θεραπευτική που θα επικρατήσουν λόγω ασφαλέστερου προφίλ και αποτελεσματικότερης δράσης. Ωστόσο, το βρωμιούχο κάλιο θα είναι η ουσία που θα πρωτοχρησιμοποιηθεί για την παρατεταμένη υπνοθεραπεία στην αντιμετώπιση των οξέων μανιακών επεισοδίων, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την φαρμακευτική «θεραπευτική» αντιμετώπιση των ψυχώσεων.86
Οι ψυχοτρόπες φαρμακευτικές ουσίες του 19ου αιώνα αποτέλεσαν μια καινοτομία στην ιστορία της ιατρικής, η οποία είναι ενδεικτική της μεταστροφής της επιστημονικής σκέψης και της αλλαγής της ιατρικής πράξης που έλαβε χώρα την περίοδο αυτή: Η ανάπτυξη του εργαστηρίου, οι νέες φαρμακολογικές έννοιες, η δημιουργία της φαρμακοβιομηχανίας, οι μέθοδοι αξιολόγησης, αλλά και ο συνεχής πειραματισμός για την ανεύρεση μιας θεραπείας η οποία θα μπορούσε να ανακουφίσει τους ψυχιατρικούς ασθενείς από την αναστάτωση, την διέγερση και την αυτοκαταστροφή, προκάλεσαν την άνευ προηγουμένου σύνθεση ουσιών που αποτέλεσαν για δεκαετίες τις μόνες φαρμακευτικές λύσεις, οι οποίες τροποποίησαν και την προσέγγιση και αντιμετώπιση των ψυχιατρικών ασθενών. Οι περισσότερες από αυτές τις ουσίες απομακρύνθηκαν προοδευτικά από την θεραπευτική φαρέτρα,87 ωστόσο δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι επί πολλά χρόνια υιοθετήθηκαν από την επίσημη ιατρική κοινότητα, κατέχοντας έτσι μια σημαντική θέση στην ιστορία της φαρμακολογίας και της ιατρικής του 19ου αιώνα.
Σημειώσεις
1 Συνταγολόγιο παρασκευής και χρήσης διαφόρων νέων φαρμάκων.
2 Έρευνες για τα αποτελέσματα της αφαίμαξης. Η δημοτικότητα των αφαιμάξεων ήταν τέτοια που ο Louis αξιολογούσε τη διαφορά μεταξύ περιορισμένων και εκτεταμένων αφαιμάξεων [Bynum W.F. 1994, 43-44].
3 Βλ. α) Ackerknecht EH. 1973, 94-115, β) Ackerknecht EH. (1992). 1998, 189-196, γ) Mann R. 1984, 389-508 και δ) Leake C. 1975, 119-139, μεταξύ άλλων.
4 Weatherall M. Drug Therapies. Στο: Bynum WF. & Porter R. (eds). 1994, 915-937.
5 Ο Temkin είχε διατυπώσει ήδη από το 1964 [Temkin 1964] τις ενστάσεις του για την συλλήβδην απόρριψη των παλαιών θεραπευτικών μεθόδων, ενώ νεώτερες απόπειρες προσεγγίζουν την πορεία της φαρμακολογίας πιο «ψύχραιμα» και συνολικά [Βλ. α) Bynum WF. 1970, 44, 518-538, β) Lesch J. 1981, 11, 2, 305-328, γ) Porter R & Teich M. (ed) 1995 και δ) Maehle AH. 1999, 1-54].
6 Βλ. α) Ackerknecht E. 1998, 79-86, και β) Temkin O. 1973, 10-94
7 Η μετάφραση των ερμητικών κειμένων προηγείται ακόμη και των έργων του Πλάτωνα.
8 Yates Fr. 1964, 1-156.
9 Paracelsus (1538). Βλ και την εξονυχιστική Εισαγωγή του μεταφραστή Γ. Παπαδόπουλος, 99-140.
10 Επισημαίνουμε πως ο αλχημικός διαχωρισμός δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με τις μεθόδους της χημείας των επόμενων αιώνων, καθώς αποσκοπεί στην απόκτηση ανώτερων φαρμάκων (των arcana–κρυφίων), των οποίων η αποτελεσματικότητα πηγάζει από τις ουράνιες δυνάμεις, ενώ και η ειδικότητα της θεραπείας αποκτά κοσμικές ερμηνείες [ό.π., 9].
11 Η έννοια της εντοπισμένης νόσου και δράσης των φαρμάκων στον Παράκελσο δεν έχει βέβαια σχέση με την ιστική βλάβη του 19ου αιώνα και το κλινικο-ανατομικό πρότυπο, αλλά με τις αναλογίες μικρόκοσμου–μακρόκοσμου και τον πνευματικό χαρακτήρα της θεραπείας. [Βλ. α) ό.π., 9 και β) Pagel W. Paracelsus. 1982, 134-140].
12 Debus A. 1997, 127-293.
13 Η ζύμωση του Van Helmont παίρνει κοσμοθεωρητικές διαστάσεις, ενώ του Boe είναι μάλλον μια καθαρά χημική διεργασία [Debus A. 1977, 341-343, 529-560].
14 Pogliano C. 1987, 193-225.
15 Ο Boyle χρησιμοποίησε χυμό από βιολέτες που γίνεται κόκκινος σε όξινη αντίδραση και πράσινος σε αλκαλική [Debus A. 1977, 491].
16 Maehle AH, 1999, 1-54.
17 Στο ίδιο, 18.
18 Προϊόν αντίδρασης του ορυκτού αντιμονίου με νιτρικό κάλιο, το οποίο σε υδατικό περιβάλλον παράγει οξείδια του αντιμονίου.
19 Βλ α) Mann R, 1984, 241-242 και β) Ackerknecht E, 1998, 145.
20 Debus A, 1977, 473-492.
21 Ackerknecht E, 1998, 131.
22 Ackerknecht E, 1973, 73-74.
23 Εκδόθηκε από το Κολλέγιο των Ιατρών (College of Physicians) στα λατινικά (την επιστημονική γλώσσα της εποχής), ενώ η μετάφραση και συμπλήρωσή της στην καθομιλουμένη αγγλική από τον φαρμακοποιό N. Culpeper προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση και τον χλευασμό των εκδοτών [Mann R, 1984, 275-276].
24 Για τις φαρμακοποιίες βλ. α) Mann R, 1984, 273-274, β) Garrison F. (1924). 1924, 199-201 και γ) Leake C. 1975, 112-113.
25 Leake C. 24. Η πρώτη επίσημη φαρμακοποιία θεωρείται το Nuovo Receptario του 1498, εκδοθέν στη Φλωρεντία [Holmstedt B. & Liljestrand G. (eds) 1981, 30-32]. Αντίστοιχες εκδόσεις εμφανίζονται και στη Γαλλία, η πρώτη το 1637.
26 Ackerknecht E, 1973, 78-92.
27 Π.χ. Η πραγματεία του W. Heberden On Mithridaticum and Theriaca του 1745 ή οι απόψεις του von Haller περί της «υπερτροφικής» Βρετανικής φαρμακοποιίας (1771). [Βλ. α) Garrison F, 1924, 359-360 και β) Ackerknecht E, 1973, 26].
28 Για μια αναλυτική παρουσίαση της σχολής του Montpellier και των σχέσεων διαφωτισμού και ιατρικής βλ. Williams E. 1994.
29 Πραγματεία περί Ύλης Ιατρικής [Βλ. Temkin O, 1964].
30 Στο ίδιο, 29 βλ και Bynum WF, 1994, 16-24
31 Βλ. α) Ackerknecht E, 1973, 85-88, β) Mann R, 1984, 341-365, γ) Garrison F, 1924, 356-358 και 372-375 και δ) Leake C, 1975, 106-114.
32 Ένας απολογισμός της δακτυλίτιδας και κάποιων ιατρικών χρήσεών της, με πρακτικές αναφορές στο οίδημα και άλλες νόσους.
33 Αυτό που ο Withering περιγράφει ως οίδημα τον 18ο αιώνα αποτελεί νοσολογική οντότητα και όχι σύμπτωμα [Ackerknecht E, 1973, 85-88].
34 Περιγράφει την διουρητική δράση, την σημασία της κατάλληλης δόσης, την αποτυχία του σε «εγκυστωμένο» οίδημα, την πιθανή του υποβοηθητική δράση σε άλλες νόσους και την δράση του στην «κίνηση της καρδιάς». Για τα αποσπάσματα από το έργο του Withering Βλ. α) Mann R, 31, β) Holmstedt B & Liljestrand G, 1981, 55-61 και γ) Clendening L, (1942). 1960, 421-427.
35 Πραγματεία περί Σκορβούτου.
36 Για τα πειράματα αυτά βλ. Clendening L, 1960, 26.
37 Δήλωση στις αρχές του 19ου αιώνα του Holmes OW., Αμερικανού ιατρού, ο οποίος σπούδασε στο Παρίσι και περιέγραψε, μεταξύ άλλων, τον λοιμώδη χαρακτήρα του επιλόχειου πυρετού [Ackerknecht E, 1973, 98].
38 Από την Nosographie philosophique, ou la méthode d’ analyse appliquée à la médecine του P. Pinel, το έργο του για την διαγνωστική και μεθοδολογική προσέγγιση της ιατρικής, με περιεχόμενο εμφανώς ευθυγραμμισμένο με τις επιταγές του Διαφωτισμού. Η θεραπευτική αυτή πρόταση αποτελεί άποψη του X. Bichat, μέντορά του και θεμελιωτή της ιστικής παθολογίας [Ackerknecht E, 1973, 100-101].
39 Lesch J, 1981.
40 Ο Serturner θα πρωτοανακοινώσει την απομόνωση της μορφίνης το 1805, ωστόσο η αποδοχή των ερευνών του θα γίνει μετά τις δημοσιεύσεις του 1816 και 1817. Βλ. παρακάτω για την χρήση του οπίου στην θεραπευτική του 19ου αιώνα.
41 Garrison F, 1924, 465.
42 Holmstedt B, & Liljestrand G, 1981, 62-68.
43 Γλυκοσίδες ονομάστηκαν οι ουσίες καθώς έχουν την ιδιότητα να αποδίδουν μονοσακχαρίτη, συχνά γλυκόζη, μέσω μιας συγκεκριμένης χημικής επεξεργασίας. Σαλισίνη ήταν η γλυκοσίδη που απομονώθηκε από την ιτιά, Salix spp., από την οποία συνετέθη αργότερα το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, η ασπιρίνη [Mann R, 1984, 472-74].
44 Formulaire pour la Préparation et l’Emploi de Plusieurs Nouveaux Médicaments (Συνταγολόγιο παρασκευής και χρήσης διαφόρων νέων φαρμάκων).
45 Εισαγωγή στην μελέτη της πειραματικής ιατρικής το έργο του 1865. Πειραματική ιατρική στόχος της οποίας είναι η κατανόηση των παθοφυσιολογικών μηχανισμών μέσω αναπαραγωγής της νόσου στο εργαστήριο [Garrison F, 1924, 544-547].
46 Bynum WF, 1970.
47 Holmstedt B, & Liljestrand G, 1981, 62-110.
48 Στο ίδιο, 47. Ο Schmiedeberg χρησιμοποίησε το παράδειγμα του ιππουρικού οξέος.
49 Ό.π., 46.
50 Mann R, 1984, 470-484.
51 Στο ίδιο, 46.
52 Bynum WF, 1994, 164-168.
53 Όπως οι Merck, Schering, Nestle για παράδειγμα.
54 Π.χ. Bayer, Boehringer.
55 Shorter E. 1997, 33-68.
56 Η διάρροια πολύ συχνά αποδεικνύεται φυσική θεραπεία της τρέλας, ισχυριζόταν ο John Haslam, διευθύνων ιατρός του ασύλου του Bedlam στο Λονδίνο [Shorter E, 1997, 196]. «Ηρεμιστικές καρέκλες», μανδύες, κλειδωμένα δωμάτια, κ.ά., χαρακτηριστικά των αντίστοιχων Βρετανικών ιδρυμάτων [Scull A. et al Masters of Bedlam. 1996, 10-47].
57 Esquirol JED, (1838). (Αγγλική μτφ. 1845) 78-79.
58 Η βαλεριάνα είναι φαρμακευτικό φυτό με υπνωτική και ηρεμιστική δράση, ενώ ο ελλέβορος είναι ισχυρό εμετικό. Για το λάβδανο και τα άλατα του οπίου Βλ. παρακάτω.
59 Esquirol JED, 1838, 226-233.
60 Ουσιαστικές διαφορές, αν εξαιρέσει κανείς την πορεία του μαγνητισμού, την οποία ο Ellenberger H. [1970, 53-181] αναγνωρίζει ως πρώιμη ψυχοθεραπεία, δεν υπάρχουν σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο.
61 Μεταξύ άλλων, μανδραγόρας, καμφορά, κ.ά. [Sigerist H, (1941). 1996, 175-176].
62 Porter R & Teich M. (ed) 1995, 52-76.
63 Στο ίδιο, 19.
64 Maehle AH, 1999, 127-222.
65 Στο ίδιο, 54.
66 Carlson E. & Simpson M. 1963.
67 Καράβατος Αθ., Αμπατζόγλου Γ., Αλετρά Ε. 2003, 24-33.
68 Lomax E. 1973, 47, 167-176
69 Shorter E, 1997, 199. Η απομορφίνη αποκτά νέα ένδειξη στις αρχές του 21ου αιώνα ως διεγερτικό της σεξουαλικής λειτουργίας που δρα κεντρικώς.
70 Δηλαδή η ναρκεΐνη, παπαβερίνη, κοδεΐνη, κ.λπ.
71 Αιτιολογική θεραπεία των ψυχικών νόσων αποτελούν τα ψυχοτρόπα φάρμακα των τελευταίων δεκαετιών, μόνο αν δεχθούμε την αναγωγή των ψυχιατρικών διαταραχών σε βιοχημικούς μηχανισμούς.
72 Shorter E, 1997, 197.
73 Leake C, 1975, 121. Η υοσκυαμίνη χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως αναλγητικό.
74 Η περιγραφή των σκευασμάτων υοσκίνης στην πρώτη έκδοση του Merck Manual του 1899 μιλά για υπνωτικά, ηρεμιστικά φάρμακα που ενδείκνυνται για να καταπραΰνουν και να κοιμίσουν τους ψυχασθενείς [Merck’s Manual of the Materia Medica. 1899, 41-42].
75 Ο όρος αναισθησία χρησιμοποιείται από τον Διοσκουρίδη για την περιγραφή της ανακούφισης από τον πόνο, ενώ η επανεισαγωγή του προτάθηκε από τον O.W. Holmes [Leake C, 1975, 132-136].
76 Στο ίδιο, 75.
77 Griesinger W. (1861). (Αγγλ. μτφ. 1867) 459-522.
78 Griesinger W, 1861, 478. Στο ίδιο κεφάλαιο ο Griesinger περιγράφει και την χρήση των οπιούχων, της δακτυλίτιδας, της κινίνης, του υδροκυανίου, της ντατούρας, των καθαρτικών, των εμετικών και της καμφοράς, πάντα με μια αμφίθυμη προσέγγιση της αποτελεσματικότητας και θεραπευτικής αξίας των ουσιών.
79 Holmstedt B, & Liljestrand G, 1981, 122-126.
80 Shorter E, 1997, 198-199.
81 Butler TC. 1970, 44, 168-172
82 Η Sulfonal, όπως ήταν η εμπορική ονομασία με την οποία καθιερώθηκε.
83 Holmstedt B, & Liljestrand G, 1981, 126-134.
84 Lund M. 1997, 6, 61-71
85 Shorter E, 1997, 200-201.
86 Αν και βέβαια κάτι τέτοιο θα επιτευχθεί δεκαετίες αργότερα [στο ίδιο, 85].
87 Αν όχι όλες, μιας και τα οπιούχα δεν χρησιμοποιούνται πλέον για αυτό τον σκοπό.
Βιβλιογραφία
Ackerknecht E.H. Therapeutics. From the Primitives to the 20th Century. Hafner Press, 1973
Ackerknecht E.H. (1992). Ιστορία της Ιατρικής. Μαραθιάς 1998
Butler T.C. 1970. The Introduction of Chloral Hydrate into Medical Practice. Bulletin of the History of Medicine, 1970, 44, 168-172
Bynum W.F. & Porter R. (eds). Companion Encyclopedia of the History of Medicine. Routledge 1994
Bynum W.F. Chemical Structure and Pharmacological Action: A Chapter in the History of 19th Century Molecular Pharmacology. Bulletin of the History of Medicine, 1970, 44, 518-538
Bynum W.F. Science and the Practice of Medicine in the Nineteenth Century. Cambridge University Press 1994
Carlson E. & Simpson M. Opium as a Tranquilizer. 119th Annual meeting of the American Psychiatry Association, St. Louis, Mo. USA 1963
Clendening L. (1942). Source Book of Medical History. Dover 1960
Debus A. The Chemical Philosophy. Dover 1997
Ellenberger H. The Discovery of the Unconscious. The History and Evolution of Dynamic Psychiatry. Basic Books 1970
Esquirol J.E.D. 1838. Des maladies mentales considérées sous les rapports médical, hygiénique et médico-légal. (αγγλική μτφ. 1845)
Garrison F. (1924). An Introduction to the History of Medicine (with Medical Chronology, Suggestions for Study and Bibliographical Data). 4th ed. W.B. Saunders & Co 1924
Griessinger W. (1861). Die Pathologie und Therapie der Psychischen Krankheiten für Ärzte und Studierende. (αγγλική μτφ. 1867)
Holmstedt B. & Liljestrand G. (eds) Readings In Pharmacology. Raven Press 1981
Leake C. An Historical Account of Pharmacology to the Twentieth Century. Thomas Books 1974
Lesch J. Conceptual Change in an Empirical Science: The Discovery of the First Alkaloids. Historical Studies in the Physical Sciences 1981, 11, 2, 305-328
Lomax E. The Uses and abuses of Opiates in Nineteenth Century England. Bulletin of the History of Medicine, 1973, 47, 167-176
Lund M. Does Bromide Cause Conversion of Epilepsy to Psychosis? Journal of the History of the Neurosciences 1997, 6, 61-71
Maehle A.H. Drugs on Trial: Experimental Pharmacology and Therapeutic Innovation in the Eighteenth Century. Rodopi 1999
Mann R. Modern Drug Use. An Enquiry on Historical Principles. MTP Press 1984
Manquat A. Traité Élémentaire de Thérapeutique, de Matière Médicale et de Pharmacologie. Paris 1897
Merck’s Manual of the Materia Medica. Merck & Co New York 1899
Pagel W. Paracelsus. An introduction to Philosophical Medicine in the Era of the Renaissance. 2nd Revised edition. Karger 1982
Paracelsus (1538). Ο Λαβύρινθος των πλανημένων γιατρών. Μτφ. Εισαγωγή Γ. Παπαδόπουλος. Παπαζήσης 2002
Porter R & Teich M. (ed) Drugs and Narcotics in History. Cambridge University Press 1995
Scull A. et al Masters of Bedlam. The Transformation of the Mad-Doctoring Trade. Princeton University Press 1996
Shorter E. A History of Psychiatry. From the Era of the Asylum to the Age of Prozac. John Wiley & Sons, Inc 1997
Sigerist H. (1941). Paracelsus: Four Treatises. Johns Hopkins University Press 1996
Temkin O. The Historiography of Ideas in Medicine. In The Double face of Janus and Other Essays in the History of Medicine. Johns Hopkins University Press 1977
Temkin O. Galenism. Rise and Decline of a Medical Philosophy. Cornell University Press 1973
Warner J.H. Physiological Theory and therapeutic Explanation in the 1860s: The British Debate on the Medical Use of Alcohol. Bulletin of the History of Medicine, 1980, 54, 235-257
Williams E. The Physical and the Moral. Anthropology, Physiology and Philosophical Medicine in France 1750-1850. Cambridge University Press 1994
Yates Fr. Giordano Bruno and the Hermetic Tradition. Univ. Chicago Press 1964
Zanca A. (ed) Pharmacy Through the Ages. From the beginnings to Modern Times. Farmitalia Carlo Erba 1987
Καράβατος Αθ, Αμπατζόγλου Γ, Αλετρά Ε. 2003. Euphorica–Phantastica, Όνειρο και Ψυχοπαθολογία. Εξάντας/Προσεγγίσεις-2, 2003
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.