Μάρθα Κούκκου & Dietrich Lehmann 

σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]

Η συναπτική πλαστικότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου ως κλειδί για την κατανόηση των σωφρόνων και των εσφαλμένων αποφάσεων*

Ο Dietrich Lehmann είναι Καθηγητής νευροφυσιολογίας στο KEY Institute for Brain-Mind Research της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης.

Η Μάρθα Κούκκου είναι Ψυχίατρος-Ψυχαναλύτρια, Καθηγήτρια ψυχοφυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης.

Μετάφραση: Μάγδα Αριμπλιά, σε συνεργασία με τους συγγραφείς.

* Martha Koukou & Dietrich Lehmann. «Human Brain Synaptic Plasticity as Key for Understanding Wise and Erroneous Decisions». Στο, The Human Predicament II Ecological Dynamics and Human Nature. The risk of a mass extinction of life on the planet. Edited by Denis V. Razis, MD Athens, Greece, 2003.

Αυτό το άρθρο έχει δύο στόχους. O πρώτος είναι να παρουσιάσει μια σύντομη σύνοψη όσων οι ερευνητές του εγκεφάλου – βασιζόμενοι σε μοντέλα σχεδιασμένα ώστε να είναι συμβατά με τα δεδομένα και τις υποθέσεις συγγενών επιστημών – πιστεύουν πως γνωρίζουν σήμερα για τις λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου οι οποίες, στη περίπτωση που ένα υγιές ανθρώπινο ον γεννιέται στο κατάλληλο περιβάλλον, διασφαλίζουν την ανάπτυξη μιας βιοψυχοκοινωνικά υγιούς συμπεριφοράς (Buonamano & Merzenich, 1998, Cairns et al., 1996, Cosmides & Tooby, 1994, Fuster, 1995, 2003, Haken, 1996, Kandel, 1999, Karli, 1991, 1996, Mesulam, 1990). Ο δεύτερος στόχος του άρθρου είναι να χρησιμοποιήσει αυτή τη γνώση προκειμένου να διαπραγματευτεί το πώς και το γιατί οι ίδιες αυτές εγκεφαλικές λειτουργίες μπορούν να οδηγήσουν στην εμφάνιση ανθρώπινων συμπεριφορών που έχουν αναγνωριστεί ως αυτοκαταστροφικές, δυσλειτουργικές, ανορθολογικές, λανθασμένες, παρανοειδείς, ακόμη και απάνθρωπες.

Επιθυμούμε να δείξουμε ότι υπάρχει πληθώρα πειραματικών αποδείξεων από ολοκληρωμένες προσεγγίσεις στη φυλογένεση και την οντογένεση της ανθρώπινης συμπεριφοράς που υποστηρίζουν τις ακόλουθες δύο θέσεις:

  • Οι χωρίς τέλος ανθρώπινες αποφάσεις και πράξεις, που οδηγούν σε δυσλειτουργικές σχέσεις των ανθρώπων με τον πλανήτη μας, με άλλους πολιτισμούς, με τα ίδια τους τα παιδιά και με τους εαυτούς τους, δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μοίρας της ανθρώπινης φύσης, όπως επανειλημμένα έχει προταθεί. Με άλλα λόγια, η πληθώρα των λανθασμένων αποφάσεων και των καταστροφικών και αυτοεπιθετικών πράξεων των ανθρώπων δεν μπορεί να είναι προϊόν πληροφοριών που μεταβιβάζονται από τα ανθρώπινα γονίδια – προφανώς τέτοιες πληροφορίες δεν παρέχουν προοπτική επιβίωσης και οι προτεινόμενοι ψυχοφυσιολογικοί μηχανισμοί είναι ασύμβατοι με τα δεδομένα και τις θεωρίες της εξελικτικής βιολογίας και των άλλων επιστημονικών κλάδων που ασχολούνται με τη γέννηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς (πρβλ., Barkow et al., 1992). Οι ακόλουθες προτάσεις από ένα σημαντικό βιβλίο, το Animal and Human Aggression του νευροβιολόγου Pierre Karli (1991), συνοψίζουν ξεκάθαρα τις εμπειρικές αποδείξεις που υποστηρίζουν την ανωτέρω θέση: «Η έννοια ενός ενστίκτου επιθετικότητας το οποίο, όπως υποστηρίζεται, αποτελεί τη βιολογική μοίρα του ανθρώπου είναι κακώς θεμελιωμένη, η ανθρώπινη επιθετικότητα δεν είναι ούτε αναπόφευκτη ούτε αμετάβλητη, έχει έρθει λοιπόν ο καιρός να απαλλαγούμε από το μύθο του κακού κτήνους μέσα μας. Όσο με αφορά, ως νευροβιολόγο, θέλω να προσθέσω εν συντομία – πριν το διαπραγματευτώ στο βιβλίο – ότι ποτέ κανείς δεν έχει βρει μέσα στον εγκέφαλο ένα κέντρο ή νευρωνικό σύστημα που θα μπορούσε να θεωρηθεί δημιουργός μιας “επιθετικότητας” η οποία υποτίθεται πως είναι (και λειτουργεί ως) μια φυσική οντότητα, μια αιτιολογική πραγματικότητα, μια ενδογενής ενορμητική δύναμη».

  • Η πληθώρα των ψυχοκοινωνικά αναγνωρίσιμων, σωφρόνων και εσφαλμένων αποφάσεων και πράξεων των ανθρώπων αποτελούν προϊόντα της εξαρτώμενης από την εμπειρία συναπτικής πλαστικότητας (των μαθησιακών διεργασιών) του νεοφλοιού. Αυτό σημαίνει πως τόσο οι σώφρονες όσο και οι εσφαλμένες ανθρώπινες αποφάσεις είναι παράγωγα των συνθετικών λειτουργιών του νεοφλοιού που οδηγούν στην εξαγωγή ενός προσωπικού νοήματος από τις εμπειρίες. Αυτές οι λειτουργίες δημιουργούν επί μέρους βιογραφίες και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργούν άτομα ως μέλη δεδομένων οικογενειών, πολιτισμών, εθνών, θρησκειών ακόμη και επιστημονικών κοινοτήτων. Μερικές φράσεις ενός άλλου σημαντικού βιβλίου, του Memory in the Cerebral Cortex του νευροφυσιολόγου Joachim M. Fuster (1995), συνοψίζουν τα εμπειρικά ευρήματα στα οποία βασίζεται αυτή η θέση: «Ο σκοπός του βιβλίου είναι ευρύς αλλά περιορισμένος σχεδόν εξ ολοκλήρου στο νεοφλοιό, επειδή ο «νέος φλοιός» είναι η έδρα της ανθρώπινης εμπειρίας… Η βασική πρόταση είναι ότι η ατομική μνήμη αποθηκεύεται και αναπαριστάνεται στο νεοφλοιό. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι η μνημονική λειτουργία περιορίζεται σε αυτό το μέρος του εγκεφάλου – αντίθετα. Γνωρίζουμε ότι η απόκτηση της γνώσης ουσιαστικά απαιτεί την παρέμβαση ορισμένων δομών του μεταιχμιακού συστήματος, όπως επίσης και των υποφλοιωδών δομών. Επιπλέον, η φυσιολογική συμπεριφορά πιθανώς καθορίζεται σε ευρεία κλίμακα από νευρωνικές αλλαγές που έχουν επέλθει στις μη φλοιώδεις δομές ως αποτέλεσμα της ατομικής εμπειρίας. Παρά ταύτα, αυτό που κοινώς αντιλαμβανόμαστε ως μνήμη – δηλαδή, το σύνολο προσωπικών εμπειριών, γεγονότων, αντικειμένων, ονομάτων, δράσεων και γνώσεων κάθε είδους, ανεξάρτητα από το αν είναι προσβάσιμη ή όχι στη συνείδηση – αναπαριστάνεται στο νεοφλοιό, ιδιαίτερα σε ό,τι κοινώς ονομάζουμε συνειρμικό φλοιό…». Αυτή η πειραματική απόδειξη μας επιτρέπει να ορίσουμε τον ανθρώπινο εγκέφαλο ως ένα προσαρμοστικό, αυτοοργανούμενο σύστημα το οποίο δημιουργεί όλες τις διαστάσεις της συμπεριφοράς βασιζόμενο στην ίδια τη βιογραφία του (π.χ., Buonamano & Merzenich, 1998, Merzenich & de Charms, 1998).

Με βάση τις πειραματικές αποδείξεις που υποστηρίζουν ξεκάθαρα τις δύο αυτές θέσεις, εστιαζόμαστε στο εξής ερώτημα: Ποιοι είναι οι παράγοντες που αναγκάζουν το προσαρμοστικό αυτοοργανούμενο σύστημα «ανθρώπινος εγκέφαλος» να συνάγει συμπεράσματα και να δημιουργεί βιογραφίες που οδηγούν τους ανθρώπους σε αυτοκαταστροφικές, παράλογες, ανεύθυνες, παρανοϊκές, ακόμη και απάνθρωπες αποφάσεις και δράσεις· σε αποφάσεις και δράσεις που όχι μόνο παρήγαγαν τη βαθιά κοινωνική και οικολογική κρίση στη γη, αλλά και τη δραματική αύξηση των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων και των προβλημάτων συμπεριφοράς των νέων, όπως επίσης και των ψυχικών ασθενειών και διαταραχών (Jekel et al., 1996);

Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι θέμα έρευνας και θεωρητικής ενασχόλησης σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους που ασχολούνται με τα φαινόμενα της ζωής, από τη φιλοσοφία και τη ψυχανάλυση μέχρι τις επιστήμες της εξέλιξης, την ιατρική, τις επιστήμες του εγκεφάλου, τη βιολογία και τη γενετική. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, φαίνεται ότι έχει επιτευχθεί συναίνεση μεταξύ των περισσοτέρων από αυτές τις επιστήμες (Magnusson & Cairns 1996) που υποδηλώνει ότι:

  • Η ανάπτυξη φυσιολογικής και μη φυσιολογικής, από ψυχοκοινωνική άποψη, ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι σύνθετη, πολυπαραγοντικά καθοριζόμενη διαδικασία η οποία μπορεί να μελετηθεί – και έχει μελετηθεί – σε όλα τα διαφορετικά επίπεδα της πολυπλοκότητάς της (από το γονιδιακό και το κυτταρικό επίπεδο στον οργανισμό, έως την κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα με την οποία το άτομο βρίσκεται σε συνεχή συνδιαλλαγή).

  • Η πρόοδος στην κατανόηση της φυσιογένεσης της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δηλαδή στην κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και κυρίως στην κατανόηση του πώς και του γιατί η ανθρώπινη φύση παράγει συμπεριφορές τις οποίες οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ως απάνθρωπες, προϋποθέτει τη χρήση ενός ευρέως αποδεκτού, θεωρητικού πλαισίου επιστημολογικών εννοιών και πολυπαραγοντικά καθοριζόμενων διαδικασιών.

Το καθήκον που μας αναλογεί είναι να περιγράψουμε ένα ολοκληρωμένο θεωρητικό πλαίσιο, ένα μοντέλο εργασίας, το οποίο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της θεωρίας της επιστήμης, θα επιτρέψει την εννοιολογική ενοποίηση. Αυτή η τελευταία αναφέρεται στην επιστημολογική αρχή σύμφωνα με την οποία οι επιστημονικοί κλάδοι που ασχολούνται με το φαινόμενο της ζωής θα πρέπει να καταστούν συμβατοί τόσο μεταξύ τους όσο και με ό,τι είναι γνωστό στις φυσικές επιστήμες (πρβλ. Barkow et al., 1992). Ένα τέτοιο θεωρητικό πλαίσιο μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε τα εμπειρικά ευρήματα διαφόρων προσεγγίσεων σχετικά με τις δομές και τις λειτουργίες του εγκεφάλου (δεδομένα που έχουν ελεγχθεί σε διαφορετικά επίπεδα πολυπλοκότητας) σαν οικοδομικούς λίθους που μπορούν να ενωθούν σε υποθέσεις εργασίας, οι οποίες μπορούν κατόπιν να ελεγχθούν πειραματικά και να αναγνωριστεί κατά πόσο και πώς συμβάλλουν στην κατανόηση της ανάπτυξης των ανθρώπινων, φυσιολογικών (βιοψυχοκοινωνικά υγιών) ή αποκλινουσών σκέψεων, συναισθημάτων, αποφάσεων και δράσεων.

Έχει διατυπωθεί η πρόταση πως ένα θεωρητικό πλαίσιο πολλαπλά καθοριζόμενων διαδικασιών, οι οποίες ικανοποιούν τις πιο πάνω αξιώσεις, είναι η εφαρμογή των προτάσεων της θεωρίας των συστημάτων στη μελέτη της οργάνωσης της συμπεριφοράς πολύπλοκων ζωντανών συστημάτων (Bertalanffy 1974, Miller 1978). Αυτή η επιστημολογική προσέγγιση έχει χρησιμοποιηθεί και από τις επιστήμες που ασχολούνται με την ανάπτυξη της συμπεριφοράς του πολύπλοκου έμβιου συστήματος «άνθρωπος» (από την εξελικτική βιολογία και τη γενετική μέχρι τις νευροεπιστήμες, τη ψυχολογία, τη κοινωνιολογία, τη ψυχανάλυση, την ανθρωπολογία και τη φιλοσοφία). Η εργασία μας στον ανθρώπινο εγκέφαλο, έτσι όπως συνοψίζεται σ’ αυτό το άρθρο, βασίζεται σε αυτό το επιστημολογικό πλαίσιο (Koukkou & Lehmann 1983, 1996, 1998, 2002, Koukkou & Gianotti 2004). Βασικές αρχές αυτής της θεώρησης (της θεωρίας των δυναμικών συστημάτων) είναι:

  • Κάθε ζωντανός οργανισμός είναι μια ολότητα αποτελούμενη από ένα σύνολο οργάνων (τα υποσυστήματά του) τα οποία, κατά τη διάρκεια της ζωής του οργανισμού, βρίσκονται σε συνεχή και δυναμική αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση, δηλαδή σε επικοινωνιακές σχέσεις. Ταυτόχρονα, οι πολύπλοκοι ζωντανοί οργανισμοί, άρα και οι άνθρωποι, είναι μέλη (υποσυστήματα) των φυσικών και κοινωνικών πραγματοτήτων εντός των οποίων ζουν και με τις οποίες βρίσκονται σε συνεχή και δυναμική αλληλεπίδραση. Αυτές οι πραγματικότητες είναι οι φυσικοί εταίροι τους (η εξωτερική τους πραγματικότητα). Η συμπεριφορά, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής κάθε πολύπλοκου ζωντανού οργανισμού, προϋποθέτει αυτές τις σύμπλοκες και παράλληλες επιδράσεις και αναδύεται από αυτές. Αυτές οι αλληλεπιδράσεις λαμβάνουν χώρα διαμέσου προγραμμάτων δράσης (συμπεριφοράς) τα οποία κάθε ζωντανός οργανισμός απέκτησε μέσω των εξελικτικών, προσαρμοστικών διεργασιών, οι οποίες οδήγησαν στη γένεση της δομής και των λειτουργιών του νευρικού συστήματος, των λειτουργιών που καθιστούν εφικτή τόσο την επιβίωση του είδους στο ιδιαίτερο περιβάλλον του όσο και την εκδήλωση των ιδιαίτερων για κάθε είδος ζωντανού οργανισμού μορφών συμπεριφοράς.

  • Κάθε πολύπλοκος ζωντανός οργανισμός και, για το πνεύμα που διέπει αυτό το άρθρο, κάθε άνθρωπος, ακολουθεί μια αναπτυξιακή πορεία (οντογένεση), διέρχεται δηλαδή διαμέσου σταδίων ανάπτυξης. Έχει επανειλημμένα αποδειχθεί ότι η οντογένεση των ανθρώπων καθίσταται πρόδηλα αναγνωρίσιμη ως η ψυχοκοινωνική προσαρμογή της ατομικής συμπεριφοράς στα χαρακτηριστικά των αλληλεπιδράσεων του ατόμου με τις κοινωνικές του πραγματικότητες. Αυτές οι προσαρμογές είναι προϊόντα των μαθησιακών λειτουργιών του νεοφλοιού, της εξαρτώμενης από την εμπειρία συναπτικής πλαστικότητας, της δημιουργίας των νευρωνικών δικτύων που αναπαριστούν τις μυριάδες των ιδιοσυγκρασιακών συνδέσεων (συνειρμών), των προσωπικών εμπειριών, των γεγονότων, των αντικειμένων, των ονομάτων, των δράσεων, των σκέψεων, των συγκινήσεων, των αποφάσεων κ.ο.κ., τα οποία χαρακτηρίζουν τους ατομικούς γνωστικο-συναισθηματικούς και συμπεριφορικούς τρόπους, δηλαδή, τα περιεχόμενα της ατομικής βιογραφίας, όπως θα δούμε παρακάτω (Fuster 1995, 2003, Merzenich & de Charms 1998).

Επομένως, στο πλαίσιο της θεωρίας των δυναμικών συστημάτων, το πολυδιάστατο φαινόμενο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, της ανάπτυξης των ατομικών σκέψεων, των συναισθημάτων, των αποφάσεων κ.ο.κ., πρέπει να μελετηθεί με όρους σχέσεων και αλληλεπιδράσεων, με όρους δομής και λειτουργιών του εγκεφάλου, οι οποίες εγκαθιστούν και διατηρούν αυτές τις αλληλεπιδράσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, και με όρους κινήτρων, τα οποία επηρεάζουν την ποιότητα της αλληλεπίδρασης και, έτσι, το περιεχόμενο της ανθρώπινης βιογραφίας. Ο Pierre Karli (1991) συνοψίζει αυτές τις αρχές, γράφοντας: «Όλες οι εκφράσεις της ανθρώπινης ζωής πρέπει να διερευνούνται με όρους σχέσεων, σχέσεων μεταξύ του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του και των συνανθρώπων του. Παρά όλα αυτά, επειδή ο εγκέφαλος διαχειρίζεται αυτές τις σχέσεις, η γνώση των λειτουργιών και των μηχανισμών του εγκεφάλου είναι απαραίτητη σε όποιον επιθυμεί να κατανοήσει το πώς αυτές οι σχέσεις εγκαθίστανται, πώς εκφράζονται, και πώς εξελίσσονται με το πέρασμα του χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σκεφτούμε πολύ προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος εμπλέκεται στη γένεση της συμπεριφοράς…».

Εντούτοις, μια ανασκόπηση των προσπαθειών που έχουν γίνει με στόχο την εξήγηση των διεργασιών εντός του οργανισμού οι οποίες ελέγχουν, κινητοποιούν και οργανώνουν τη συμπεριφορά των ατόμων και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ανθρώπινων όντων (μεταξύ των γενεών, των εθνών, των πολιτισμών, των θρησκειών), όπως επίσης και τις σχέσεις των ανθρώπων με τη φύση γύρω τους, μας δείχνει τα ακόλουθα. Υπάρχει μία σειρά από ακραίες (διχοτομικές) θεωρητικές επιστημολογικές θέσεις για την ανθρώπινη φύση και για τους παράγοντες που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά: σώμα / ψυχή, εγκέφαλος / νους, βιολογία / ψυχολογία, βιολογικό / πολιτισμικό, γενετική / περιβάλλον, έμφυτο / επίκτητο, φύση / ανατροφή, λογικές / συναισθηματικές διαδικασίες, εντοπισμένες / ολιστικές λειτουργίες του εγκεφάλου κ.ο.κ. Αυτές οι ακραίες θέσεις είναι το αντικείμενο αντιμαχόμενων συζητήσεων και θεμελιωδών συγκρούσεων μεταξύ των επιστημόνων.

Εμείς είμαστε της άποψης, και ευτυχώς δεν είμαστε οι μόνοι (για παράδειγμα, Karli, 1991, Magnusson & Cairns, 1996, Fuster 2003), ότι τέτοιες διχοτομικές επιστημολογικές προσεγγίσεις των παραγόντων που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά είναι λανθασμένες. Εμπεριέχουν την παρανόηση τόσο της εξελικτικής διαδικασίας, η οποία οδήγησε στη φυλογένεση του ανθρώπινου εγκεφάλου και τα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά που αυτός ελέγχει, όσο και των μαθησιακών λειτουργιών του νεοφλοιού, των εξαρτώμενων από τις εμπειρίες προσαρμοστικών διαδικασιών του εγκεφάλου που οδηγούν στην οντογένεση των ατόμων. Με άλλα λόγια, αυτές οι διχοτομήσεις βασίζονται στη λανθασμένη ερμηνεία:

  • του ρόλου του ανθρώπινου γονιδιώματος στην παραγωγή των ανθρώπινων όντων, άρα και των ανθρώπινων εγκεφάλων και,

  • του ρόλου των εγκεφαλικών λειτουργιών, οι οποίες δημιουργούν βιογραφίες και άτομα μέσω του σχηματισμού προσωπικών συναισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων και δράσεων.

Αυτές, όμως, οι διχοτομήσεις στο θεωρητικό στοχασμό για την ανθρώπινη φύση είναι πολύ παλιές. Μέσω των προσαρμοστικών λειτουργιών του εγκεφάλου, με τις οποίες οι άνθρωποι εσωτερικεύουν το πολιτισμικό τους περιβάλλον, αυτές οι διχοτομήσεις έγιναν αυτοενισχυόμενα μέρη, όχι μόνο της πολιτισμικής συμβατικότητας και των φιλοσοφικών θεωριών, αλλά και της επιστημονικής σκέψης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο – και παρά την πρόοδο των επιστημών του ανθρώπου – οι αντιμαχόμενες επιστημολογικές θέσεις γύρω από τους παράγοντες που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά συνεχίζουν να επηρεάζουν με αρνητικό τρόπο τις καθημερινές αποφάσεις και δράσεις των ανθρώπων. Πρώτον, δυσκολεύουν τον απαραίτητο διεπιστημονικό διάλογο μεταξύ των ειδικών. Δεύτερον, συμβάλλουν, έμμεσα ή άμεσα, στην περαιτέρω χρήση αρχαϊκών αντιλήψεων σχετικά με τις βασικές μορφές της ζωής σαν να είναι τάχα ορθολογικές αποφάσεις και δράσεις για την υγεία και την ασθένεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον πόλεμο και την ειρήνη (με τους εαυτούς μας, τα παιδιά μας, τους γείτονές μας και τη γη). Τέτοιες αρχαϊκές αντιλήψεις αφορούν, για παράδειγμα, τις προϋποθέσεις για τη βιοψυχοκοινωνικά υγιή ανάπτυξη και το ρόλο του κοινωνικού περιβάλλοντος (μητέρων, πατέρων, δασκάλων), την προέλευση των ανθρώπινων συναισθημάτων κ.τ.λ. Υποστηρίζουμε τη θέση ότι οι αρχαϊκές αντιλήψεις για τους παράγοντες που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά συνιστούν τις βασικές αιτίες των παράλογων και αυτοκαταστροφικών αποφάσεων και δράσεων του ανθρώπου.

Ο Karli (1991) τονίζει αυτό το σκεπτικό όταν γράφει για το διαχωρισμό των ορθολογικών και των συναισθηματικών διαδικασιών του εγκεφάλου: «Διαχωρίζοντας τη συναισθηματική συμπεριφορά και τους παράγοντες που την καθορίζουν από όλες τις άλλες πτυχές και διαστάσεις της συμπεριφοράς, θα φτάσουμε σ’ έναν πραγματικά λανθασμένο τρόπο για να συνεχίσουμε. Και θα είναι επίσης λάθος αν, ασχολούμενοι με τον εγκέφαλο, ο οποίος είναι μια δυναμική ολότητα, μελετούμε χωριστά τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που νομίζουμε ότι είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο των λεγόμενων λογικών και συναισθηματικών διαστάσεων της συμπεριφοράς. Εξάλλου, από τη στιγμή που δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη συμπεριφορά χωρίς τον ανθρώπινο εγκέφαλο και η εγκεφαλική λειτουργία αποκτά όλη τη σημασία της όταν γίνεται αντιληπτή μέσω του διαλόγου μεταξύ ανθρώπινου όντος και περιβάλλοντος, είναι απαραίτητο να εξετάζουμε τον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά στο πλαίσιο των μεταξύ τους σχέσεων. Επιπροσθέτως, αυτές οι σχέσεις πρέπει να θεωρηθούν εντός της δυναμικής της κοινής τους εξελικτικής πορείας».

Λαμβάνοντας υπόψη τη δυναμική της κοινής εξελικτικής πορείας του ανθρώπινου εγκεφάλου και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο Leonid Goldstein (1983) στο άρθρο του με τίτλο «Brain functions and human behavior: On the origin and evolution of their relationships» γράφει τα ακόλουθα: «Τα βασικά βήματα της εξέλιξης στον άνθρωπο ήταν η ικανότητά του να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον, να συγκρατεί στον εγκέφαλό του ανακλήσιμη γνώση για τα αποτελέσματα αυτών των αλληλεπιδράσεων, να χρησιμοποιεί αυτή τη γνώση για την οργάνωση της συμπεριφοράς και να επικοινωνεί αυτή τη γνώση με τη γλώσσα. Η ανθρώπινη συμπεριφορά σε τελευταία ανάλυση είναι το αποτέλεσμα αυτών των αλληλεπιδράσεων και των μνημονικών ιχνών τους – οποιαδήποτε και αν είναι η φύση τους – στον εγκέφαλο».

Γνωρίζουμε σήμερα ότι η απόκτηση της γνώσης, που προκύπτει ως αποτέλεσμα των αλληλεπιδράσεων στις οποίες αναφέρεται ο Goldstein, είναι παράγωγο της εξαρτώμενης από την εμπειρία συναπτικής πλαστικότητας του νεοφλοιού. Είναι κάτι που έχει επανειλημμένα αποδειχθεί, πέρα από κάθε συζήτηση, από διάφορες προσεγγίσεις και από διάφορες επιστήμες.

Συνοψίζοντας πολύ περιεκτικά το μακρύ κατάλογο των πειραματικών αποδείξεων στις οποίες βασίζονται οι προτάσεις των ολιστικών μοντέλων για τη γένεση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μπορεί να λεχθεί ότι:

  • Δεν υπάρχει κέντρο ή νευρωνικό σύστημα στον εγκέφαλο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι η ενδογενής ενορμητική δύναμη, η αιτία της ανθρώπινης επιθετικότητας και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς.

  • Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα αυτοοργανούμενο σύστημα που δημιουργεί όλες τις διαστάσεις της συμπεριφοράς των ατόμων, τις σώφρονες και τις εσφαλμένες σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αποφάσεις και τις δράσεις των ατόμων, χρησιμοποιώντας τη βιογραφία τους.

  • Η βιογραφία είναι προϊόν των λειτουργιών του νεοφλοιού που εξάγουν προσωπικά νοήματα και δημιουργούν γνώση από τις εμπειρίες και τη διατηρούν στη μνήμη ως προϊόν της συναπτικής πλαστικότητας που εξαρτάται από την εμπειρία την οποία και αντανακλά.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αυτά τα θέματα αποτελούν πολύ συχνά το επίκεντρο αντιμαχόμενων θεωρητικών απόψεων («γενετικό έναντι περιβαλλοντικού, φύση έναντι ανατροφής»). Ευτυχώς, όμως, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός βιβλίων και άρθρων, συμπεριλαμβανομένων και των δικών μας (Lehmann & Koukkou 1990, Koukkou & Lehmann 1996, 1998, 2002, Koukkou & Gianotti 2004), ενοποίησαν εμπειρικές αποδείξεις, προερχόμενες από διαφορετικές προσεγγίσεις των δομών και λειτουργιών του εγκεφάλου που παράγουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, και κατέδειξαν επιστημονικούς τρόπους ώστε να οδηγηθούμε πέρα από τέτοιες επιστημολογικές διχοτομήσεις. Ένας διεπιστημονικός και πολυεπιστημονικός διάλογος αναδύεται. Βασιζόμενοι στις προτάσεις αυτών των πολυεπιστημονικών διαλόγων, στα επόμενα τρία μέρη του άρθρου παρουσιάζουμε περιληπτικά τους παράγοντες που συνεισφέρουν στη γένεση των υγιών, επιθυμητών, ευλειτουργικών (σωφρόνων) ή αποκλινουσών (εσφαλμένων) σκέψεων, συναισθημάτων, αποφάσεων και δράσεων ατόμων, λαών, πολιτισμών κ.ο.κ. Για το σκοπό αυτό θα περιγράψουμε: α) τις λειτουργίες που φέρνει το νεογέννητο μαζί του: τον παράγοντα «πρωταρχική ανθρώπινη φύση», β) την εξαρτώμενη από την εμπειρία συναπτική πλαστικότητα του νεοφλοιού: τον παράγοντα «μάθηση» και γ) το ρόλο των κοινωνικών πραγματικοτήτων για τη διαμόρφωση του περιεχομένου της μνήμης των ατόμων, δηλαδή της βιογραφίας.

Η πρωταρχική ανθρώπινη φύση

Σύμφωνα με τις προτάσεις της θεωρίας των δυναμικών συστημάτων, η μετά τη γέννηση επιβίωση και ανάπτυξη του ανθρώπου αναδύεται από – και αντανακλά – τα αποτελέσματα των δυναμικών αλληλεπιδράσεων του αναπτυσσόμενου ατόμου με τις εξωτερικές του πραγματικότητες (τις φυσικές και κοινωνικές, δηλαδή τα λεγόμενα κοντινά, σημαντικά του πρόσωπα) και με τις εσωτερικές του πραγματικότητες (τις λειτουργικές καταστάσεις του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου). Οι δυναμικές αλληλεπιδράσεις με το κοινωνικό περιβάλλον, τα κοντινά, σημαντικά του πρόσωπα (κάτω από κανονικές συνθήκες, η μητέρα) είναι προϋπόθεση για την επιβίωση του ανθρώπινου όντος που γεννήθηκε υγιές. Το βασικό ενδιαφέρον εστιάζεται γύρω από τις φυλογενετικά καθορισμένες, προσαρμοστικές λειτουργίες του νευρικού συστήματος που καθιστούν ικανό το νεογέννητο να αρχίσει και να διατηρήσει αυτές τις σύνθετες και παράλληλες αλληλεπιδράσεις ώστε να είναι εφικτές οι βιοψυχοκοινωνικές αλλαγές οι οποίες χαρακτηρίζουν την ατομική ανάπτυξη. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι πώς οι διάφοροι παράγοντες που συμμετέχουν στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών της συμπεριφοράς (από τα γονίδια και τα κύτταρα μέχρι τα ιδιαίτερα στοιχεία του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος) αλληλεπιδρούν, ενοποιούνται προοδευτικά και καθορίζουν την πορεία, το χαρακτήρα και την ποιότητα της συμπεριφοράς των ατόμων.

Η σύνοψη των εμπειρικών αποδείξεων δείχνει τα ακόλουθα: το γενετικό πρόγραμμα που ξεδιπλώνεται κατά τη διάρκεια της κύησης (οι εξελικτικές, προσαρμοστικές λειτουργίες που οδήγησαν στη γένεση των ανθρώπινων όντων) εγγυάται με έναν άκαμπτο αλλά αξιόπιστο τρόπο ότι το νεογέννητο ανήκει στο ανθρώπινο είδος, προικίζοντάς το με δυνατότητες που αντιστοιχούν στους τρόπους δράσης και τη συμπεριφορά των ανθρώπινων όντων (Loehlin, 1990). Το ανθρώπινο νευρικό σύστημα ως προϊόν της φυλογένεσης και της γενετικής αναπαραγωγής των δομών και λειτουργιών του κεντρικού, περιφερικού και αυτόνομου νευρικού συστήματος, που κατά τη διάρκεια της κύησης εφοδιάζει το νεογέννητο με τη δυνατότητα να αρχίσει τη μετά τη γέννηση ζωή του ως δυναμική επικοινωνία με τον εαυτό του (το εσωτερικό του περιβάλλον, τις λειτουργίες των οργάνων) και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννιέται. Οι άνθρωποι γεννιούνται με:

  • αισθητήρια όργανα που είναι φυλογενετικά προσχεδιασμένα να προσλαμβάνουν τα ειδικά για το ανθρώπινο είδος σήματα που προέρχονται από το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον, π.χ. μυρωδιές, γεύσεις, ήχους, αγγίγματα, στάσεις, ανθρώπινα φωνήματα, κ.ο.κ., και

  • εγκεφαλικές δομές οι οποίες είναι φυλογενετικά προσχεδιασμένες:

    • να αναγνωρίζουν (να κωδικοποιούν) τις αισθητηριακές ποιότητες των ειδικών για τον άνθρωπο σημάτων (ένταση φυσικών ερεθισμάτων, θερμοκρασία του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος κ.ο.κ.) και να εκτιμούν τα αποτελέσματα επί της έμφυτης γνώσης (ομοιοστατικές αξίες) που αφορούν στις προϋποθέσεις της επιβίωσης και της καλής λειτουργίας, π.χ. για ό,τι είναι λειτουργικό ή, αντίθετα, δυσλειτουργικό, και

    • να ενεργοποιεί, ως αποτέλεσμα αυτής της εκτίμησης, ένα πολυδιάστατο πρόγραμμα απαντήσεων οι οποίες εγκαθίστανται ως λειτουργική προσαρμογή όλων των οργάνων, μέσω των λειτουργιών του κεντρικού, περιφερικού και αυτόνομου νευρικού συστήματος, σε όλες τις διαστάσεις της συμπεριφοράς.

Με αυτό το πρόγραμμα συμπεριφοράς τα ανθρώπινα όντα:

  1. αρχίζουν και διατηρούν τη ζωή μετά τη γέννηση ως δυναμική αλληλεπίδραση (επικοινωνία) με τις φυσικές και κοινωνικές πραγματικότητες,

  2. διατηρούν τις ομοιοστατικές αξίες στα λειτουργικά τους επίπεδα ή αποκαθιστούν μικροαποκλίσεις των ομοιοστατικών σταθερών (αλληλεπίδραση με τις εσωτερικές πραγματικότητες) και

  3. ενεργοποιούν τους μοριακούς μηχανισμούς της μάθησης και της μνήμης, που μεταφράζουν τις ειδικές για τον άνθρωπο εμπειρίες στις νευρωνικές δομές της εξαρτώμενης από την εμπειρία συναπτικής πλαστικότητας του νεοφλοιού, δηλαδή σε συνειρμικά διασυνδεδεμένα νευρωνικά δίκτυα (τις φλοιο-φλοιϊκές συνδέσεις) που αναπαριστούν τις εξαγόμενες, προσωπικές σημασίες αυτών των εμπειριών, όπως επίσης και τα δημιουργούμενα και συνειρμικά διασυνδεδεμένα πρότυπα συμπεριφοράς (δεξιότητες και γνωστικο-συναισθηματικές στρατηγικές) και τα περιεχόμενα της βιογραφίας.

Αυτά τα περιεχόμενα χαρακτηρίζουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αποφάσεις και τις δράσεις των ατόμων (Fuster 1995, 2003).

Συζητήσαμε αυτές τις λειτουργίες του νευρικού συστήματος ως λειτουργίες του ανθρώπινου κύκλου επικοινωνίας. Δείξαμε ότι αυτές οι λειτουργίες αντιστοιχούν στη δομική και λειτουργική φύση της μη ενιαίας, προσαρμοστικής απάντησης προσανατολισμού (1979), έτσι όπως πρωτοπεριγράφηκε από τον Pavlov (πρβλ. Öhman, 1979), δηλαδή στη δομή και λειτουργία του νευρικού άξονα, ο οποίος καθιστά δυνατή την επικοινωνία με τον κόσμο και την ερμηνεία του, όπως επίσης και τη δράση μέσα σ’ αυτόν (Koukkou & Lehmann 1983, 1987, 1996, 1998, 2002, Lehmann & Koukkou 1990). Ο Fuster (1995) συνοψίζει αυτές τις λειτουργίες με τον όρο «φυλετική μνήμη», μνήμη του είδους.

Η βασική πρόταση των πειραματικών αποδείξεων που είναι ενοποιημένη στα ολιστικά μοντέλα είναι: οι φυλογενετικά σχεδιασμένες δομές και λειτουργίες του εγκεφάλου, οι οποίες συντονίζουν τις συνεχείς αλληλεπιδράσεις των ανθρώπων με τα εξωτερικά και τα εσωτερικά τους περιβάλλοντα, δημιουργούν ατομική μνήμη, δηλαδή νευρωνικά δίκτυα τα οποία αναπαριστούν τη βιογραφία. Τα βιογραφικά περιεχόμενα (τα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνουν ευ- ή δυσ- προσαρμοστική γνώση) μορφοποιούν: α) όλες τις πλευρές της ατομικής συμπεριφοράς: σκέψεις, συναισθήματα, αποφάσεις, δράσεις, λόγο κ.ο.κ., και β) ατομικούς τρόπους αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας με τους άλλους και το φυσικό κόσμο.

Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αποφάσεις, τις πράξεις και το λόγο των ατόμων, γενετικά προκαθορισμένες είναι οι μαθησιακές διεργασίες που μεταφράζουν προσωπικές εμπειρίες (εν προκειμένω, οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας παίζουν έναν ειδικό ρόλο) σε νευρωνικά δίκτυα. Σ’ αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η ανάπτυξη της συμπεριφοράς ατόμων γίνεται κατανοητή ως το προϊόν αλληλεπιδράσεων, επικοινωνίας μεταξύ οργανισμού και περιβάλλοντος. Συν τω χρόνω, οι προσαρμοστικές λειτουργίες του εγκεφάλου μορφοποιούνται από εμπειρίες οι οποίες με τη σειρά τους μορφοποιούν όλες τις διαστάσεις της συμπεριφοράς. Η αιτία της ανάπτυξης – αυτό που κάνει δυνατή την ανάπτυξη της ατομικής συμπεριφοράς – είναι η ποιότητα της σχέσης των αλληλεπιδρώντων παραγόντων και όχι οι παράγοντες καθ’ εαυτοί.

Οι δυναμικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του κοινωνικού περιβάλλοντος (τα κοντινά σημαντικά πρόσωπα) και του παιδιού που γεννήθηκε υγιές συνιστούν τα προαπαιτούμενα για την επιβίωση και οδηγούν στη δημιουργία της βιογραφίας. Η ποιότητα της βιογραφίας διαμορφώνεται από την ποιότητα αυτών των αλληλεπιδράσεων. Μια βιοψυχοκοινωνικά υγιής ανάπτυξη προϋποθέτει ένα δεδομένο βαθμό συνεργατικών αλληλεπιδράσεων (την επικοινωνία, το διάλογο) μεταξύ του αναπτυσσόμενου ατόμου και των κοντινών του προσώπων. Αυτή η συνεργατικότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τις συμπεριφορές αυτών των τελευταίων.

Όπως αναφέραμε προηγουμένως, υπάρχουν πολλές αποδείξεις που φανερώνουν ότι το γενετικό πρόγραμμα που ξεδιπλώνεται κατά τη διάρκεια της κύησης δεν περιλαμβάνει τη γενετική αναπαραγωγή ανθρώπινων φυσικών ενστίκτων (ενστικτώδεις ορμές, ενδογενή κίνητρα τα οποία υποτίθεται ότι εκλύονται από συγκεκριμένα νευρωνικά συστήματα ή είναι προϊόν δεδομένων νευροχημικών παραγόντων) που προικίζουν τους ανθρώπους με τη δυνατότητα να έρθουν πρωτογενώς σε σύγκρουση με το κοινωνικό τους περιβάλλον ή να αναπτύξουν συμπεριφορές που έχουν αναγνωριστεί ως επιθετικές, εσφαλμένες ή ακόμη και απάνθρωπες. Ακριβώς το αντίθετο: οι αποδείξεις που προκύπτουν από μια ποικιλία πειραματικών μελετών και κλινικών παρατηρήσεων δείχνουν καθαρά ότι ο βασικός στόχος, ο μοναδικός κινητήριος παράγοντας για την έναρξη και τη διατήρηση της επικοινωνίας του αναπτυσσόμενου ατόμου με το κοινωνικό του περιβάλλον (ο στόχος της δράσης και της αλληλεπίδρασης) είναι η διατήρηση της ψυχοβιολογικής καλής λειτουργίας και έτσι, της ευεξίας μέσα από ενεργή επικοινωνία με τα κοντινά του πρόσωπα (Cairns, 1996). Στο επίπεδο της συμπεριφοράς, αυτός ο έμφυτος κινητήριος παράγοντας για την ανάπτυξη της συμπεριφοράς του παιδιού είναι ό,τι αναγνωρίζεται ως περιέργεια και μελετάται στη συμπεριφορά του παιδιού όταν παίζει. Αυτή η συμπεριφορά οδηγεί στην απόκτηση της γνώσης του αναπτυσσόμενου ατόμου για τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Αυτή η γνώση είναι το προϊόν της εξαρτώμενης από την εμπειρία συναπτικής πλαστικότητας του νεοφλοιού.

Περιληπτικά, οι πειραματικά ενοποιημένες αποδείξεις δείχνουν ότι οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή με ένα εγγενές (φυλογενετικά προκαθορισμένο) ρεπερτόριο γνώσεων και με ώριμες τις λειτουργίες του νευρικού συστήματος που επιτρέπουν στο νεογέννητο να αρχίσει και να διατηρήσει τη ζωή του και μετά τη γέννηση ως μια δυναμική αλληλεπίδραση με τις λειτουργίες του σώματός του και με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Το ενδογενές κίνητρο, ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος κινητοποιεί την έναρξη και τη διατήρηση της επικοινωνίας του αναπτυσσόμενου ατόμου με τα σημαντικά του πρόσωπα, είναι το περιεχόμενο της έμφυτης γνώσης.

Αυτή η έμφυτη γνώση:

  • δίνει τη δυνατότητα στο βρέφος να αντιλαμβάνεται, να εξερευνά και να εκτιμά τα ειδικά για τον άνθρωπο σήματα αναφορικά με τα αποτελέσματά τους επί των βασικών αναγκών του οργανισμού (ομοιοστατικές αξίες, καλή λειτουργία) κι έτσι να δίνει στο αναπτυσσόμενο άτομο το υπόβαθρο των αισθημάτων, την εμπειρία της ευεξίας ή της ενόχλησης.

  • εγκαινιάζει το έμφυτο σύνθετο πρόγραμμα απάντησης, το οποίο:

    • μπορεί να διατηρήσει τις ομοιοστατικές σταθερές σε ευλειτουργικό επίπεδο ή να αποκαταστήσει μικροαποκλίσεις των ομοιοστατικών αξιών,

    • πληροφορεί τα κοντινά του πρόσωπα για την κατάσταση ευεξίας και τους ζητά να φροντίσουν για να επανέλθει η ευεξία όταν η ενδογενής γνώση δεν επαρκεί και,

    • ενεργοποιεί τις μαθησιακές διεργασίες.

Έτσι, η έμφυτη γνώση είναι ο οδηγός σύμφωνα με τον οποίο οι δομές και οι λειτουργίες του εγκεφάλου «κατανοούν» τα αποτελέσματα των μηνυμάτων που προέρχονται από τα φυσικά κοντινά τους πρόσωπα για τις ομοιοστατικές αξίες (την έμφυτη γνώση σχετικά με το τι είναι λειτουργικό και τι δυσλειτουργικό), εγκαινιάζουν δηλαδή τις μαθησιακές διεργασίες. Αυτές οι διεργασίες οδηγούν σε προοδευτική αύξηση της εξαρτώμενης από την εμπειρία συναπτικής πλαστικότητας του νεοφλοιού, δηλαδή των νευρωνικών δικτύων που αναπαριστούν τόσο την εμπειρία η οποία προέρχεται από την ίδια τη συμπεριφορά όσο και τις συνέπειές της στην ποιότητα της επικοινωνίας με το κοινωνικό περιβάλλον.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το παιδί αποκτά προοδευτικά γνώση για τα δεδομένα των πραγματικοτήτων μέσα στις οποίες και με τις οποίες γεννιέται και δημιουργεί συνειρμικά διασυνδεδεμένα πρότυπα συμπεριφοράς (δεξιότητες και γνωστικο-συναισθηματικές στρατηγικές), τα οποία χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τα δημιουργημένα πρότυπα συμπεριφοράς αναπαριστούν τις «ανακαλύψεις» του αναπτυσσόμενου ατόμου, που αφορούν τόσο την ποιότητα των σχέσεων με το περιβάλλον όσο και τα εξαγόμενα προσωπικά νοήματα που αναγνωρίζονται στα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις αποφάσεις και τις πράξεις του ατόμου (για μια σχετική συζήτηση, βλ., για παράδειγμα, Morris 1996, Karli, 1996). Αποσκοπούν αρχικά στη διατήρηση και επανεγκατάσταση της βιοψυχοκοινωνικής ευεξίας, διατηρώντας την επικοινωνία με τις κοινωνικές πραγματικότητες σ’ ένα ευλειτουργικό επίπεδο και, δευτερογενώς, στην αποφυγή ή τη μείωση, την απομάκρυνση κ.τ.λ. των εμποδίων σ’ αυτόν το στόχο. Έτσι, τα δημιουργημένα πρότυπα συμπεριφοράς αρχικώς είναι λειτουργικά, σκόπιμα και ευπροσαρμοσμένα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, υπάρχει μια στοχοκατευθυνόμενη συμπεριφορά, αλλά δεν υπάρχει έμφυτη ορμή (ένστικτο) η οποία μπορεί να αναγκάσει τον εγκέφαλο του αναπτυσσόμενου ατόμου να δημιουργήσει πρότυπα συμπεριφοράς που αναγνωρίζονται ως επιθετικά, εσφαλμένα, μη ορθολογικά ή ακόμη και αυτοκαταστροφικά (Bandura 1986, Cosmides & Tooby 1994, Karli 1991, 1996, Klama 1998, Oyama 1985). Παρά όλα αυτά, η μη ορθολογική ή ακόμη και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά είναι πολύ συχνή στους ανθρώπους. Η πρόκληση είναι να κατανοήσουμε την προέλευσή της.

Η εξαρτώμενη από την εμπειρία συναπτική πλαστικότητα του εγκεφάλου: Οι λειτουργικές ιδιότητες του νεοφλοιού και ο παράγοντας «μάθηση».

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 150 ετών η συμπεριφορά των πολύπλοκων ζωντανών οργανισμών έχει συνδεθεί με τη δομή και τη λειτουργία του νεοφλοιού. Οι λειτουργίες του φλοιού μελετήθηκαν από την εντοπιστική και την ολιστική σκοπιά και τα αποτελέσματα αυτών των μελετών συζητήθηκαν μέσα στο πλαίσιο αυτών των ανταγωνιστικών θεωρήσεων.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, όμως, παρατηρείται σύγκλιση των εντοπιστικών και των ολιστικών απόψεων (Alkon, 1989, Baumgartner, 1983, Binda, 1980, Fuster, 1995, Haken, 1996, Hebb, 1980, Karli, 1991, Singer, 1995). Στο πλαίσιο τέτοιων συγκλίσεων, η προέλευση της διαφοροποιημένης συμπεριφοράς αποδίδεται στις λειτουργίες του νεοφλοιού, ενός συνεργατικού, προσαρμοστικού συστήματος με την ενδογενή ικανότητα να εργάζεται συνθετικά και ενοποιητικά για να εξάγει προσωπικά νοήματα και – ως εκ τούτου – να δημιουργεί βιογραφία.

Οι διαφορετικές νεοφλοιικές περιοχές βρέθηκε να έχουν ισοδύναμες ικανότητες, ένα εύρημα που αποδεικνύει ότι η διαφοροποίηση του νεοφλοιού κατά τη διάρκεια της οντογένεσης δεν είναι γενετικά προκαθορισμένη, όπως υποστηρίζεται από τη λεγόμενη ποιοτική συμπεριφορική γενετική. Ο νεοφλοιός απαιτεί για τη μετά τη γέννηση λειτουργική και δομική ανάπτυξή του (για την ανάπτυξη της εξαρτώμενης από την εμπειρία ενδοφλοιικής συνδετικότητας) οδηγίες διαμέσου προσαγωγών οδών. Αυτό υποδηλώνει την επίδραση του αισθητηριακού ερεθισμού στην έκφραση των γονιδίων (πρβλ. Buonamano & Merzenich, 1998, Karli, 1991, Le Doux, 2002, Loehlin, 1996, Merzenich & de Charms, 1998, O’Leary, 1996).

Το εύρημα αυτό ερμηνεύεται ως εξής: Η γενετική αναπαραγωγή των δομών και των λειτουργιών του ανθρώπινου νεοφλοιού κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αποσκοπεί «μόνο» στο να εξασφαλίσει ότι η αισθητηριακή εισροή στο νεοφλοιό θα ενεργοποιήσει τις μαθησιακές διεργασίες (τους νευρωνικούς μηχανισμούς) οι οποίες διαμορφώνουν την εξαρτώμενη από την εμπειρία πλαστικότητα, οδηγώντας έτσι στις ανατομικές αναπαραστάσεις, τις ατομικές γνώσεις των ατομικών μνημών.

Οι ατομικές μνήμες, με τα λόγια του Fuster (1995), είναι «αποθηκευμένες και αναπαριστάμενες στο νεοφλοιό,… ιδιαίτερα μέσα σε αυτό που κοινώς αποκαλούμε συνειρμικό φλοιό. Μια μνήμη είναι βασικά ένα δίκτυο από διασυνδεδεμένους νεοφλοιικούς νευρώνες που σχηματίζονται από τις εμπειρίες. Αυτό το δίκτυο είναι το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης ενεργοποίησης νευρωνικών ομάδων που αναπαριστά διαφορετικές όψεις του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος και των προγραμμάτων συμπεριφοράς. Αυτό που ορίζει καθοριστικά ένα νευρωνικό δίκτυο (μια μνημονική αναπαράσταση) είναι το σύνολο των διασυνδέσεων οι οποίες το έχουν σχηματίσει. Η σχέση είναι η ουσία και, υπ’ αυτή την έννοια, όλη η μνήμη είναι συνειρμική… ο συνειρμός … γίνεται κατανοητός ως ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των μνημών, στη ρίζα της γένεσής τους, όπως επίσης και της ανάκλησής τους».

Έτσι, ο νεοφλοιός γίνεται κατανοητός ως έδρα των ανθρώπινων εμπειριών, τόπος όπου η ατομική μνήμη, η βιογραφία, δημιουργείται και εκδηλώνεται ανατομικά, με τη μορφή συνειρμικά διασυνδεδεμένων νευρωνικών δικτύων των μνημονικών αναπαραστάσεων της αποκτημένης και δημιουργημένης ατομικής γνώσης. Βασικής σημασίας για τα θέματα αυτού του άρθρου είναι η απόδειξη ότι όλες οι κατηγορίες των μνημονικών αναπαραστάσεων κωδικοποιούνται στα ατομικά εξαγόμενα νοήματα και τις αποκτημένες γλώσσες, τόσο τις συμβολικές (λεκτικά και μη λεκτικά σύμβολα) όσο και τις συναισθηματικές γλώσσες. Αυτό σημαίνει ότι οι μνημονικές αναπαραστάσεις κωδικοποιούνται με πολύμορφο τρόπο, είναι πολυκωδικοποιημένες κι έτσι πολυδιάστατες (Oatley, 1992, Reeve, 2001).

Αυτά τα πολυκωδικοποιημένα δίκτυα (τα οποία μπορεί να αναπαριστούν ευ- ή δυσ- προσαρμοστική γνώση) χρησιμοποιούνται από τις καθοδηγούμενες από τη μνήμη λειτουργίες επεξεργασίας πληροφοριών του εγκεφάλου για να οργανώσουν την ατομική συμπεριφορά, η οποία, στο μεν ψυχολογικό επίπεδο αναγνωρίζεται ως αντιλήψεις των αντικειμένων, σχέσεις, συναισθήματα, νοήματα, σχέδια, αποφάσεις, σκέψεις, κ.τ.λ., στο δε επίπεδο της συμπεριφοράς ως λεκτικά και/ή μη λεκτικά εκδηλωμένες αποφάσεις και δράσεις. Με άλλα λόγια, η συμπεριφορά είναι η έκφραση του συνόλου των σχέσεων με τον κόσμο που σχηματίζονται στον εγκέφαλο προοδευτικά, διαμέσου της εξαρτώμενης από την εμπειρία συναπτικής πλαστικότητας, μέσω των νευρωνικών δικτύων που είναι οι νοητικές αναπαραστάσεις αυτών των σχέσεων (πρβλ., Buonamano & Merzenich, 1998, Merzenich & de Charms, 1998).

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο εγκέφαλος είναι δεκτικός, όπως και η συμπεριφορά, στη δομική επίδραση των εμπειριών του περιβάλλοντος, δηλαδή, και οι δύο είναι «ευλογημένοι» με μια τεράστια πλαστικότητα. Αυτό είναι το ανθρώπινο δυναμικό για την ανάπτυξη και των δύο: φυσιολογική ή αποκλίνουσα συμπεριφορά, ευφυείς πράξεις ή εσφαλμένες αποφάσεις. Συνοπτικά, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα σύστημα που οργανώνει τον εαυτό του και δημιουργεί ατομική συμπεριφορά, γνώση, συναίσθημα και δράση στη βάση της βιογραφίας του.

Ο ρόλος των κοινωνικών πραγματικοτήτων για την ανάπτυξη της βιογραφίας (των ανθρώπινων μνημών).

Είδαμε ότι από τη σκοπιά των ενοποιητικών προσεγγίσεων της οργάνωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο βασικός παράγοντας που καθορίζει όλες τις διαστάσεις και τις όψεις της συμπεριφοράς, – π.χ. έκδηλες συμπεριφορικές (λεκτικές και μη λεκτικές) πράξεις, σωματικές και υποκειμενικά αναγνωρίσιμες όψεις (σκέψεις, συναισθήματα, σχέδια, φαντασίες, όνειρα) – είναι η γνώση που δημιουργεί το άτομο στο νεοφλοιό ως αποτέλεσμα των αλληλεπιδράσεων με τις εσωτερικές και κυρίως τις εξωτερικές του πραγματικότητες.

Η συμπεριφορά, αυτό το πολυδιάστατο φαινόμενο της ζωής, είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς, δυναμικής, κατευθυνόμενης από την προσωπική γνώση και επιλεκτικής αλληλεπίδρασης του ατόμου με τις φυσικές και κοινωνικές πραγματικότητες μέσα στις οποίες ζει. Αντανακλά τη συνεχή, δυναμική και επιλεκτική – την εκφράζουσα το εκάστοτε περιβαλλοντικό πλαίσιο και την αποκτημένη γνώση – βιοψυχοκοινωνική αναπροσαρμογή της συμπεριφοράς στην καταλληλότητα και την επικοινωνιακή σημασία των μηνυμάτων τα οποία προέρχονται από τις εκάστοτε πραγματικότητες.

Έτσι, το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμπεριφοράς είναι η δυναμική, επιλεκτική και προσαρμοστική – εξαρτώμενη από το περιβαλλοντικό πλαίσιο και τη γνώση – αλληλεπίδραση. Αντικατοπτρίζει τα αποτελέσματα αυτών των αλληλεπιδράσεων (Bandura, 1986, Baumgardner, 1983, Buonamano & Merzenich, 1998, Fuster, 1995, Haken, 1996, Hebb, 1949, 1980, Karli, 1991, 1996, Merzenich & de Charms, 1998).

Τα υγιώς γεννηθέντα ανθρώπινα όντα αρχίζουν αυτές τις πολύπλοκες και παράλληλες αλληλεπιδράσεις (συμπεριλαμβανομένων των αλληλεπιδράσεων με τα κοντινά τους πρόσωπα, των οποίων η ενεργός εμπλοκή αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση) με τις φυλογενετικά προκαθορισμένες λειτουργίες του νευρικού συστήματος που έχουν μελετηθεί στη βιβλιογραφία ως η δομική και λειτουργική φύση μιας μη ενιαίας, προσαρμοστικά κατευθυνόμενης απάντησης προσανατολισμού (Ohman, 1979).

Αυτές οι λειτουργίες καθιστούν ικανό το νεογέννητο να προσλαμβάνει τα μηνύματα που φτάνουν στον οργανισμό συνεχώς, να εκτιμά την επίδρασή τους στις ομοιοστατικές τους αξίες, δηλαδή, στην έμφυτη γνώση σχετικά με το τι είναι λειτουργικό («καλό», «ευχάριστο», υποστηρικτικό της ευεξίας, κ.τ.λ.) ή το αντίθετο (δυσλειτουργικό) και να εγκαινιάζει το πολύπλοκο πρόγραμμα συμπεριφοράς το οποίο ενεργοποιεί τις μαθησιακές διεργασίες που οδηγούν στην απόκτηση της γνώσης και συγχρόνως πληροφορούν τα κοντινά πρόσωπα για τη «λειτουργικότητα» του παιδιού, ζητώντας τους να συμμετέχουν.

Η προϋπόθεση για τη βιοψυχοκοινωνικά υγιή ανάπτυξη, η οποία αναγνωρίζεται ως αναμενόμενη για την ηλικία και τις περιβαλλοντικές συνθήκες συμπεριφορά, είναι η συνεργατική εμπλοκή – η επικοινωνία, ο διάλογος – του παιδιού με τα κοντινά του πρόσωπα. Αυτή η συνεργασία μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν τα πρόσωπα αυτά είναι εφοδιασμένα με γνώση που τα καθιστά ικανά να ερμηνεύσουν «κατάλληλα», να καταλάβουν τα «πραγματικά νοήματα» των μηνυμάτων του παιδιού και να απαντήσουν σε αυτά με το «σωστό τρόπο».

Οι άνθρωποι όμως δεν είναι εφοδιασμένοι με έμφυτη γνώση της μητρικής ή της πατρικής συμπεριφοράς, όπως τα ζώα, δεν είναι εφοδιασμένοι με έμφυτη γνώση μιας σύνθετης συμπεριφοράς η οποία, με το που γεννιέται το παιδί, δραστηριοποιείται αυτόματα και καθιστά ικανές/ούς τις μητέρες και/ή τους πατέρες στην εκ προοιμίου κατανόηση των μηνυμάτων του παιδιού και, συνεπώς, ικανές/ούς για τη φροντίδα της καλής λειτουργικότητας.

Οι άνθρωποι, όπως είδαμε, είναι εφοδιασμένοι με την καταπληκτική πλαστικότητα του νεοφλοιού τους. Αυτή η πλαστικότητα τους καθιστά ικανούς να αποκτήσουν γνώση για όλα τα είδη των ανθρώπινων συμπεριφορών, συμπεριλαμβανομένης της γνώσης για τους γονεϊκούς ρόλους και την πρακτική της ανατροφής των παιδιών, που θεωρούνται ως «ορθές» ή ως «λάθος», στο πλαίσιο της κουλτούρας και της επιστήμης τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, εξαρτάται βασικά από την κουλτούρα τους ο τρόπος με τον οποίο, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, τα φυσικά και τα επαγγελματικά σημαντικά πρόσωπα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία (μητέρες, πατέρες, παιδίατροι και αργότερα δάσκαλοι, ψυχολόγοι, ιερείς, κ.τ.λ.) επικοινωνούν με τα παιδιά, δηλαδή, φροντίζουν ή δεν φροντίζουν για τον αναγκαίο βαθμό συνεργατικότητας (για την καλή λειτουργικότητα του παιδιού και/ή τη δική τους και, συνεπώς, για την ευεξία).

Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και αξιολογούν τη συμπεριφορά των παιδιών και επικοινωνούν μαζί τους, βασιζόμενοι στη γνώση που απέκτησαν μέσα από την κουλτούρα και/ή τις επιστημονικές τους πεποιθήσεις σχετικά με την ανθρώπινη φύση και, ιδιαίτερα, τους μητρικούς/πατρικούς ρόλους, τις φυσιολογικές δεξιότητες και ανάγκες των παιδιών, τις επιδιώξεις των αλληλεπιδράσεων με τα παιδιά, τους στόχους και τους τρόπους της εκπαίδευσης, τι είναι καλό ή κακό, φυσιολογικό ή αφύσικο, κ.τ.λ.

Όπως είδαμε, όμως, όταν αναφερθήκαμε στις διχοτομήσεις των επιστημονικών θεωρητικοποιήσεων για την ανθρώπινη φύση, υπάρχουν και λανθασμένες πεποιθήσεις για τους καθοριστικούς παράγοντες της ανθρώπινης συμπεριφοράς και, κυρίως, για τη σχέση μεταξύ εγκεφάλου και συμπεριφοράς.

Έτσι, από τη στιγμή της γέννησης, και κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, τα παιδιά, τα μελλοντικά σημαντικά τους πρόσωπα και όσοι τους μέλλει να παίρνουν αποφάσεις σε κάθε κοινωνία βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση με ενήλικες που προσπαθούν άμεσα ή έμμεσα (συνειδητά ή μη συνειδητά) να διαμορφώσουν τη συμπεριφορά των παιδιών σύμφωνα με τις ιστορικά συσσωρευμένες, ορθές ή λανθασμένες, πολιτισμικές πεποιθήσεις και επιστημονικές υποθέσεις για τις σημασίες και τους τρόπους της συμπεριφοράς του ανθρώπου.

Έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των εκβάσεων της βιοψυχοκοινωνικής ανάπτυξης και των κοινωνικών σχέσεων και ότι η ποιότητα αυτών των σχέσεων (ο τρόπος με τον οποίο τα εκάστοτε σημαντικά πρόσωπα επικοινωνούν με το αναπτυσσόμενο άτομο) παίζει αποφασιστικό ρόλο για την ποιότητα της μελλοντικής ατομικής συμπεριφοράς. Ειδικότερα, έχει αποδειχθεί ότι τα ανθρώπινα όντα γίνονται προοδευτικώς ικανά ν’ αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους, τις πραγματικότητές τους και τις σημασίες των σχέσεών τους με αυτές τις πραγματικότητες μέσω των αλληλεπιδράσεων με το κοινωνικό περιβάλλον (Cairns, 1996).

Τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς των εκάστοτε σημαντικών προσώπων στην ομαλή βιοψυχολογική λειτουργία των αναπτυσσόμενων ατόμων και, έτσι, στην ευεξία μορφοποιούν τα ευ- ή δυσ-προσαρμοστικά χαρακτηριστικά της αποκτημένης από το παιδί γνώσης και ως εκ τούτου την ευ- ή δυσ-προσαρμοστική συμπεριφορά του παιδιού.

Εν περιλήψει, η γνώση που αποκτήθηκε και δημιουργήθηκε στον εγκέφαλο του αναπτυσσόμενου ατόμου διαμορφώνει τις πραγματικότητες τις οποίες μπορεί να αντιληφθεί, να αισθανθεί, να θυμηθεί, να σκεφτεί, να σχεδιάσει, να φανταστεί, κ.τ.λ. Αυτή η γνώση διαμορφώνει τις αποφάσεις που παίρνουν τα άτομα μη-συνειδητά και συνειδητά και με αυτόν τον τρόπο οργανώνουν τις πράξεις τους και τις σχέσεις τους με τον εαυτό τους, με τα παιδιά τους και με τον κόσμο γύρω τους, στο παρόν και στο μέλλον.

Έτσι, οι αναπόφευκτες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των παιδιών και του κοινωνικού περιβάλλοντος είναι η «συνεισφορά» του κοινωνικού περιβάλλοντος στην ποιότητα της ατομικά αποκτημένης ευ- ή δυσ-λειτουργικής γνώσης. Αυτή η γνώση διαμορφώνει τη βιοψυχοκοινωνικά φυσιολογική ή αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Η αποκτημένη και δημιουργημένη γνώση στον εγκέφαλο του αναπτυσσόμενου ατόμου, που εκφράζει τα αποτελέσματα των επικοινωνιακών σχέσεων του παιδιού με το κοινωνικό περιβάλλον, τα οποία βιώνονται από όλους τους συμμετέχοντες ως βιοψυχολογική καλή λειτουργικότητα και – κατά συνέπεια – ευεξία, έχει ευπροσαρμοστικό χαρακτήρα (Ainsworth & Bell 1973, Ainsworth et. al., 1978, Stern, 1986). Υπηρετεί, συνειδητά και μη συνειδητά, τη βιοψυχοκοινωνικά φυσιολογική επικοινωνία του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τους απογόνους του (Magnusson, 1996).

Αυτό σημαίνει ότι η ευπροσαρμοστική γνώση καθιστά ικανό το αναπτυσσόμενο άτομο να κάνει δύο πράγματα:

  • Να αναγνωρίζει ανά πάσα στιγμή τις βιοψυχολογικές του προτεραιότητες και ανάγκες και συνεπώς να φροντίζει για αυτές, άλλοτε με την προσωπική του δραστηριότητα, άλλοτε με την αποτελεσματική εμπλοκή των σημαντικών προσώπων.

  • Να αναγνωρίζει «αιτήματα» των κοντινών και σημαντικών του προσώπων τα οποία παραβιάζουν τις βιοψυχοκοινωνικές προτεραιότητες και ανάγκες, και έτσι να τα αποφύγει, είτε με τη δική του δραστηριότητα είτε με την αποτελεσματική εμπλοκή αυτών των προσώπων.

Η ευπροσαρμοστική γνώση αντανακλάται στην «κατάλληλη» για την ηλικία και τις περιβαλλοντικές συνθήκες συμπεριφορά (Averill, 1973, Bandura, 1986, Mineka et. al., 1986). Παρόλα αυτά, είναι επαρκώς τεκμηριωμένο ότι για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (φτώχεια, ψυχοπιεστικές γονεϊκές συνθήκες, ασθένειες, δύσκολο φυσικό περιβάλλον, αλλά κυρίως εξαιτίας της άγνοιας και των λανθασμένων και/ή δογματικών παιδαγωγικών προσεγγίσεων, πεποιθήσεων, απόψεων ή συνηθειών διαφόρων πολιτισμών), πολύ συχνά, τόσο τα φυσικά (γονείς) όσο και τα επαγγελματικά σημαντικά πρόσωπα (γιατροί, δάσκαλοι, κ.ο.κ.) δεν είναι ικανά να επικοινωνήσουν κατάλληλα με το παιδί.

Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να φροντίσουν για τις βιοψυχοκοινωνικές προτεραιότητες και ανάγκες του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία του και τις περιβαλλοντικές συνθήκες, χωρίς να παραβιάσουν κάποιες άλλες προτεραιότητες και ανάγκες, ή ακόμη και τα όρια των παιδιών ή και τα δικά τους. Αυτό έχει αρνητικές συνέπειες και στους δύο, στα παιδιά και στα εκάστοτε συγγενικά και σημαντικά πρόσωπα.

Όταν τα πρόσωπα αυτά δεν καταφέρνουν να επικοινωνήσουν με το παιδί λειτουργικά δημιουργείται συσσώρευση αποτυχημένων εμπειριών. Κατά συνέπεια το δυναμικό των προσώπων αυτών για συνεργατική επικοινωνία με το παιδί αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο. Στο αναπτυσσόμενο άτομο, επιδρά αρνητικά το γεγονός ότι αποκτά τη γνώση πως τα σημαντικά πρόσωπα διαταράσσουν την καλή λειτουργικότητα και ευεξία του. Αυτή η γνώση «αναγκάζει» το παιδί (δηλαδή, τις εγκεφαλικές λειτουργίες, έργο των οποίων είναι η εξαγωγή προσωπικού νοήματος) να δημιουργήσει συμπεριφορικά πρότυπα (δεξιότητες και γνωστικο-συναισθηματικές στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων) που αποσκοπούν στο να τα βγάλουν πέρα με αυτές τις διαταραχές της επικοινωνίας (να τις μειώσουν, εξαλείψουν, αποφύγουν, κ.τ.λ.).

Μερικές από αυτές τις γνωστικοσυναισθηματικές στρατηγικές είναι «εφευρέσεις» του παιδιού που οδηγούν σε πραγματική αποκατάσταση της ευεξίας του, σε αυτές τις συγκεκριμένες πραγματικότητες (Averill, 1973, Miller, 1979, Mineka et. al., 1985, 1986). Πολύ συχνά, εντούτοις, αυτές οι δεξιότητες και οι γνωστικο-συναισθηματικές στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων έχουν δυσπροσαρμοστικό χαρακτήρα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν αναπτύχθηκαν με πρωταρχικό στόχο να καταστήσουν ικανό το παιδί να επικοινωνεί με το κοινωνικό του περιβάλλον, αλλά με σκοπό να τα βγάλει πέρα με την παραβίαση της καλής του λειτουργικότητας από το κοινωνικό περιβάλλον.

Τέτοιες γνωστικο-συναισθηματικές στρατηγικές αντικατοπτρίζουν την απόκτηση «διαστρεβλωμένης» γνώσης του ατόμου γύρω από τον εαυτό του και γύρω από τις πραγματικότητές του, όπως επίσης και για τις ικανότητές του να επικοινωνεί με αυτές τις πραγματικότητες κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας προτείνει: Η απόκτηση δυσπροσαρμοστικής γνώσης και τα μορφοποιητικά της αποτελέσματα στη συμπεριφορά, όπως επίσης η επίδρασή της στην ικανότητα του ανθρώπου να προβλέπει, να ελέγχει και να διερευνά τα φαινόμενα είναι οι αιτίες για όλους τους τύπους των ανθρώπινων συγκρούσεων, π.χ. συγκρούσεις μεταξύ των γενεών, των θρησκειών και των εθνών, όπως επίσης των ανθρώπων με τη φύση γύρω τους. Η δυσπροσαρμοστική γνώση είναι η κύρια αιτία των ανθρώπινων συμπεριφορών που θεωρούνται εσφαλμένες, ανορθολογικές, αυτοεπιθετικές ακόμα και απάνθρωπες.

Συμπεράσματα

Παρουσιάσαμε μια ανασκόπηση εμπειρικών αποδείξεων και εννοιών που αφορούν στις εγκεφαλικές λειτουργίες οι οποίες δημιουργούν σχέσεις μεταξύ των εμπειριών, των προσωπικών νοημάτων αυτών των εμπειριών και τη φυσιολογική ή αποκλίνουσα ανθρώπινη συμπεριφορά. Χρησιμοποιήσαμε αυτή την ανασκόπηση για να συζητήσουμε τις αιτίες της ανθρώπινης καταστροφικότητας και αυτοεπιθετικής συμπεριφοράς υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων στις νευροεπιστήμες του ανθρώπου, όπως συνοψίζονται υπό τον τίτλο «εξαρτώμενη από την εμπειρία συναπτική πλαστικότητα του νεοφλοιού».

Η πλαστικότητα είναι το προϊόν της φυλογενετικά σχεδιασμένης γνώσης του εγκεφάλου που καθιστά ικανό το άτομο να αξιολογεί τις επιδράσεις των εμπειριών επί των βασικών αναγκών του οργανισμού και να ενεργοποιεί τις μαθησιακές διεργασίες. Αυτές οι διεργασίες οδηγούν προοδευτικά στη δημιουργία της νευρωνικής συνδεσιμότητας, δηλαδή, των μυριάδων νευρωνικών (μνημονικών) δικτύων του νεοφλοιού που αναπαριστούν τα περιεχόμενα της ατομικής βιογραφίας. Τα μνημονικά περιεχόμενα είναι σαφώς διαμορφωμένα από την ποιότητα των αλληλεπιδράσεων, της επικοινωνίας του παιδιού με τα συγγενικά και σημαντικά του πρόσωπα – καθορίζουν και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνουν τη φυσιολογική ή αποκλίνουσα συμπεριφορά των ατόμων.

Καθορίσαμε την ανθρώπινη συμπεριφορά ως πολυδιάστατη «απάντηση» του εγκεφάλου στις συνεχώς προσλαμβανόμενες και αξιολογούμενες πληροφορίες, που εκφράζει την ατομική γνώση και τις εκάστοτε περιβαλλοντικές συνθήκες. Όλες οι διαστάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι προϊόντα των μνημονικών λειτουργιών του νεοφλοιού, δηλαδή, των λειτουργιών επεξεργασίας πληροφοριών που καθοδηγούνται από την ατομική εμπειρία και γνώση και παράγουν συνειδητά συμπεριφορικά αποτελέσματα (δηλαδή, οδηγούν στη συνειδητή αντίληψη των αντικειμένων, των γεγονότων, των συναισθημάτων, των λεκτικών ή μη λεκτικών δράσεων, των αναμνήσεων, των σκέψεων, των κινήτρων, των αποφάσεων, των περιβαλλοντικών συνθηκών, των σωματικών καταστάσεων, των σχέσεων, κ.τ.λ.) και μη συνειδητά τέτοια αποτελέσματα.

Πάντως, τόσο οι συνειδητές όσο και οι μη συνειδητές μνημονικές λειτουργίες, που παρεμβάλλονται μεταξύ των «εισροών» και των «εκροών» στον εγκέφαλο, εκφράζουν τα προϊόντα των φυλογενετικά προσχεδιασμένων προσαρμοστικών λειτουργιών, των μαθησιακών λειτουργιών του νευρικού συστήματος, οι οποίες καθιστούν δυνατές τις αλληλεπιδράσεις του αναπτυσσόμενου ατόμου με το κοινωνικό του περιβάλλον, οδηγώντας έτσι στην απόκτηση των περιεχομένων της ατομικής βιογραφίας, τα οποία ουσιαστικά διαμορφώνονται από την ποιότητα αυτών των αλληλεπιδράσεων.

Δείξαμε ότι, στην ανθρώπινη ιστορία, δεν υπάρχουν μόνο πολιτισμικές πεποιθήσεις, αλλά και επιστημονικές υποθέσεις για την ανθρώπινη φύση οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τη μη ορθή κατανόηση του νοήματος των σχέσεων εγκεφάλου – συμπεριφοράς. Αυτές οι μη ορθές κατανοήσεις συμπεριλαμβάνουν (πράγμα που είναι βασικής σημασίας για τις απόψεις αυτού του άρθρου) τη μη ορθή κατανόηση της σημασίας των παραγόντων που υποκινούν τις αλληλεπιδράσεις του αναπτυσσόμενου ατόμου με το κοινωνικό περιβάλλον.

Αυτές οι πολιτισμικές πεποιθήσεις και/ή οι επιστημονικές απόψεις για τα έμφυτα κίνητρα των ανθρώπων οδηγούν, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, στην παρεξήγηση των συμπεριφορικών μηνυμάτων των παιδιών και έτσι, ελαττώνουν το δυναμικό των ανθρώπων να επικοινωνήσουν ευλειτουργικά με τα ίδια τους τα παιδιά. Η μη ορθή κατανόηση των μηνυμάτων του αναπτυσσόμενου ατόμου οδηγεί σε λανθασμένες αντιλήψεις και εσφαλμένες ερμηνείες αυτών των μηνυμάτων και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε δυσλειτουργικές επικοινωνίες των ανθρώπων με τα ίδια τους τα παιδιά. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο, υπό φυσιολογικές συνθήκες, το κοινωνικό περιβάλλον συνεισφέρει στην ιστορική επανεμφάνιση τόσων πολλών ανθρώπινων συμπεριφορών οι οποίες αναγνωρίζονται ως εσφαλμένες, μη ορθολογικές, καταστροφικές και αυτο-επιθετικές.

Συνοπτικά, υπό το πρίσμα των επιστημονικών προσεγγίσεων σχετικά με τις σχέσεις εγκεφάλου – συμπεριφοράς, που υπερβαίνουν τις διχοτομήσεις, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι: η καταστροφική, αυτο-επιθετική, μη ορθολογική συμπεριφορά των ανθρώπων δεν είναι το αποτέλεσμα ενός λάθους στη βιολογική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους (βλ. Karli, 1991).

Οι αποδείξεις δείχνουν ότι οι βασικές αιτίες της αποτυχίας των επιστημών του ανθρώπου να ελέγξουν τις διάφορες δυσλειτουργικές σχέσεις των ανθρώπων με τους εαυτούς τους, με τα παιδιά τους, όπως επίσης και με τον κόσμο τους, προέρχονται από μια παρεξήγηση ως προς το ακριβές νόημα της ανθρώπινης φύσης και ιδιαίτερα των σχέσεων εγκεφάλου – συμπεριφοράς. Παρά όλα αυτά, όσο οι επιστήμονες, από όλες τις διαφορετικές επιστήμες που ασχολούνται με την ανθρώπινη συμπεριφορά, συνεχίζουν να παρεξηγούν την πραγματική φυσιογένεση των ανθρώπινων συγκρούσεων, οι προσπάθειες να βρεθούν λύσεις δεν μπορεί να είναι επιτυχημένες. Έτσι, είναι ζωτικής σημασίας, οι επιστήμονες που ασχολούνται με την ανθρώπινη συμπεριφορά να συνειδητοποιήσουν δύο πράγματα:

  • Πρώτον, ότι υπάρχουν εσφαλμένες φιλοσοφικές και επιστημονικές υποθέσεις σχετικά με τους καθοριστικούς παράγοντες της συμπεριφοράς μας μέσα στους εγκεφάλους μας. Έχουμε «κληρονομήσει» αυτές τις υποθέσεις, όχι μέσω των γονιδίων, αλλά μέσω των προσαρμοστικών λειτουργιών του εγκεφάλου με τις οποίες εσωτερικεύουμε την κουλτούρα και τις επιστήμες μας.

  • Δεύτερον, οι λανθασμένες εσωτερικευμένες υποθέσεις για τους καθοριστικούς παράγοντες της συμπεριφοράς μας επιδρούν στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αξιολογούμε τον εξωτερικό κόσμο και τους εαυτούς μας και με αυτόν τον τρόπο επιδρούν στην ποιότητα της συμπεριφοράς μας, όπως αυτή εκδηλώνεται στις ευ- ή δυσ-προσαρμοστικές λειτουργικές ή δυσλειτουργικές σχέσεις με τους εαυτούς μας, με τα παιδιά μας και με τον κόσμο.

Η πρόκληση για τις επιστήμες, συμπεριλαμβανομένων των νευροεπιστημών, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας είναι να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο οι εσωτερικευμένες υποθέσεις επηρεάζουν τις νοητικές λειτουργίες που δημιουργούν βιογραφίες. Κάτι τέτοιο μπορεί να καταστήσει δυνατή την αναγνώριση ότι οι ίδιες εγκεφαλικές λειτουργίες, που εξάγουν προσωπικά νοήματα, οι συνθετικές λειτουργίες του νεοφλοιού, οι οποίες έχουν οδηγήσει σε καλώς θεμελιωμένες και χρήσιμες επιστημονικές ανακαλύψεις, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να συλλογιστούμε εκ νέου τη φύση μας και να απαλλαγούμε από τις επιστημονικές υποθέσεις οι οποίες έχουν αποδειχθεί ότι είναι κακώς θεμελιωμένες.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα χρησιμοποιήσουμε τις συνθετικές λειτουργίες του εγκεφάλου μας για να παράγουμε λειτουργικές παρεμβάσεις και συνεπώς να παράγουμε ευεξία για τη γη και τους κατοίκους της, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών μας και των εαυτών μας. Με αυτόν τον τρόπο, θα επιδείξουμε σύνεση και σοφία.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Ainsworth MD, Bell SM. Mother–infant interaction and the development of competence, In The Growth of Competence, ed. Connolly K. & Brunner J., New York, Academic Press, 1973, 97-118.

Ainsworth MD, Blehar MC, Waters E, Walls S. Patterns of Attachment, Hillsdale NJ, Erlbaum, 1978.

Alkon DL. Memory storage and neural systems, Scientific American 261 (1989), 26-34.

Bandura A. Social Foundations of Thought and Action, Englewood Cliffs, NJ, Prentice-Hall, 1986.

Barkow JA, Cosmides L, Tooby J. The Adapted Mind, New York, Oxford, 1992.

Baumgartner G. Organization and function of the neocortex, Neuro-Ophthalmology 3 (1983), 1-14.

Bertalanffy L. General system theory and psychiatry, In American Handbook of Psychiatry, Vol. 1: The Foundations of Psychiatry, ed. Arieti S., New York, Basic Books, 1974, 1095-1116.

Bindra D. The Brain’s Mind. A Neuroscience Perspective on the Mind – Body Problem, New York, Gardner, 1980.

Buonamano DV, Merzenich MM. Cortical plasticity: from synapses to maps, Annual Review of Neuroscience 21 (1998), 149-186.

Cairns RB. Socialization and sociogenesis, In The Lifespan Development of Individuals: Behavioral, Neurobiological and Psychosocial Perspectives, ed. Magnusson D., Cambridge, Cambridge University Press, 1996, 277-295.

Cairns RB, Elder GH, Costello EJ. Developmental Science, Cambridge, Cambridge University Press, 1996.

Cosmides L, Tooby J. Beyond intuition and instinct blindness: Toward an evolutionary rigorous cognitive science, Cognition 50 (1994), 41-77.

Fuster JM. Memory in the Cerebral Cortex, Cambridge, MA, MIT Press, 1995.

Fuster JM. Cortex and Mind: Unifying Cognition, Oxford University Press, 2003.

Goldstein L. Brain functions and behavior: on the origin and evolution of their relationships, Advances in Biological Psychiatry 13 (1983), 75-79.

Haken H. Principles of Brain Functioning, Berlin, Springer, 1996.

Hebb DO. Organization of Behavior, New York, Wiley, 1949.

Hebb DO. Essays on Mind, Hillsdale, NJ, Erlbaum, 1980.

Jekel JF, Elmore JG, Katz DZ. Epidemiology: Biostatistics and Preventive Medicine, London, Saunders, 1996.

Kandel ER. Biology and the future of psychoanalysis: a new intellectual framework for psychiatry revisited, American Journal of Psychiatry 156 (1999), 505-524.

Karli P. Animal and Human Aggression, Oxford, Oxford University Press, 1991.

Karli P. The brain and socialization: A two–way mediation across the life course, In The Lifespan Development of Individuals: Behavioral, Neurobiological and Psychosocial Perspectives, ed. Magnusson D., Cambridge, Cambridge University Press, 1996, 346-356.

Klama J. Aggression: Conflict in Animals and Humans Reconsidered, Harlow, Essex, Longman, 1988.

Koukkou M, Lehmann D. Dreaming: the functional state-shift hypothesis. A neuropsychophysiological model, British Journal of Psychiatry 142 (1983), 221-231.

Koukkou M, Lehmann D. An information-processing perspective of psychophysiological measurements, Journal of Psychophysiology 1 (1987), 109-112.

Koukkou M, Lehmann D. Models of human brain functions and dysfunctional elements in human history: there is a close relation, In The Human Predicament: An International Dialogue on the Meaning of Human Behavior, ed. Razis D., Amherst, NY, Prometheus Books, 1996, 269-280.

Koukkou M, Lehmann D. Ein systemtheoretisch orientiertes Modell der Funktionen des menschlichen Gehirns, und die Ontogenese des Verhaltens: eine Synthese von Theorien und Daten, In Erinnerung von Wirklichkeiten: Psychoanalyse und Neurowissenschaften im Dialog, Vol. 1: Bestandsaufnahme, ed. Koukkou M, Leuzinger-Bohleber M, Mertens W. Stuttgart, Cotta, Verlag Internationale Psychoanalyse (VIP), 1998, 287-415.

Koukkou M, Lehmann D. Memory, adaptive orienting, and psychosomatics, Excerpta Medica International Congress Series 1241, 2002.

Koukkou M, Gianotti LRR. Plasticity of the brain’s functions and the genesis of the intrapsychic conflict, In Psychoanalysis as an Empirical, Interdisciplinary Science, Vol. 2, ed. Giampieri-Deutsch P. Stuttgart, Kohlhammer, in press.

Koukkou M, Gianotti LRR. Die Plastizität der Hirnfunktionen und die Genese des intrapsychischen Konflikts, 248-294 in P. Giampieri Deutsch (ed.), Psychoanalyse im Dialog der Wissenschaften, Volume 2: “Anglo-amerikanische Perspektiven”. [ISBN 3-17-017424-X] Stuttgart: Kohlhammer, 2004.

LeDoux J. Synaptic Self, London, Macmillan, 2002.

Lehmann D, Koukkou M. Brain states of visual imagery and dream generation, In The Psychophysiology of Mental Imagery: Theory, Research and Applications, ed. Kunzendorf RG, Sheikh AA. Amityville, NY, Baywood, 1990, 109-131.

Loehlin IC. Genes and environment, In The Lifespan Development of Individuals: Behavioral, Neurobiological, and Psychosocial Perspectives, ed. Magnusson D. Cambridge, Cambridge University Press, 1996, 38-51.

Magnusson D, Cairns RB. Developmental science: Toward a unified framework, In Developmental Science, ed. Cairns RB, Elder GH, and Costello EJ, Cambridge, Cambridge University Press, 1996, 7-30.

Merzenich MM, de Charms RC. Neural representations, experience, and change, In The Mind-Brain Continuum: Secondary Processes, ed. Llinas R, Churchland PS. Cambridge, MA, A Bradford Book, MIT Press, 1998, 61-91.

Mesulam M-M. Large–scale neurocognitive networks and distributed processing for attention, language, and memory, Annals of Neurology 28 (2002), 597-613.

Miller JG. Living Systems, New York, McGraw-Hill, 1978.

Mineka S, Gunnar M, Champoux M. Control and early socioemotional development: Infant rhesus monkeys reared in controllable versus uncontrollable environments, Child Development 57 (1986), 1241-1256.

Morris RGM. Learning, memory and synaptic plasticity: cellular mechanisms, network architecture and the recording of attended experience, In The Lifespan Development of Individuals: Behavioral, Neurobiological and Psychosocial Perspectives, ed. Magnusson D. Cambridge, Cambridge University Press, 1996, 139-161.

Oatley K. Best Laid Schemes, Cambridge, Cambridge University Press, 1992.

Öhman A. The orienting response, attention, and learning: an information-processing perspective, In The Orienting Reflex in Humans, ed. Kimmel HD, van Olst EH, Orlebeke JF, Hillsdale, NJ, Erlbaum, 1979, 443-472.

O’Leary DDM. Areal specialization of the developing neocortex: differentiation, developmental plasticity and genetic specification, In The Lifespan Development of Individuals: Behavioral, Neurobiological, and Psychosocial Perspectives, ed. Magnusson D. Cambridge, Cambridge University Press, 1996, 23-37.

Oyama S. The Ontogeny of Information: Developmental Systems and Evolution, Cambridge, Cambridge University Press, 1985.

Reeve J. Understanding Motivation and Emotion, 3rd ed. Fort Worth, Philadelphia, Harcourt College Publishers, 2001.

Singer W. Development and plasticity of cortical processing architectures, Science 270 (1995), 758-764.

Stern DN. The Interpersonal World of the Infant, New York, Basic Books, 1986.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.