Κωνσταντίνος Κογιόπουλος
Ψυχίατρος
σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]
Τον Μάιο του 1912, στο μέσο του ιταλοτουρκικού πολέμου που είχε αρχίσει ένα περίπου εξάμηνο πριν, η Ιταλία κατέλαβε τα Δωδεκάνησα. Στις προθέσεις της ήταν να απειλήσει τους Τούρκους από πλησιέστερη προς την Κωνσταντινούπολη θέση, αλλά και να τα χρησιμοποιήσει ως ενέχυρο ώστε να υποχρεωθούν οι Τούρκοι να αποχωρήσουν από τη Λιβύη. Με διάφορους όμως τρόπους κατόρθωσε να τα κρατήσει για πολλά χρόνια, παρά τα προβλεπόμενα της Συνθήκης με την οποία έληξε ο 12μηνος αυτός πόλεμος, δηλαδή την αποχώρηση των Ιταλών από τα Δωδεκάνησα και των Τούρκων από τη Λιβύη. Την ιταλική κατοχή ακολούθησε η γερμανική (1943 – 1945), κατόπιν η αγγλική (1945 – 1947) και, τέλος, η ενσωμάτωση των νησιών στην Ελλάδα το 1948.
Κατά την τουρκική κατοχή, τα Δωδεκάνησα –πλην της Ρόδου και της Κω– διέθεταν σύστημα αυτονομίας που τους επέτρεψε να αναπτύξουν αξιόπιστο σύστημα διακυβέρνησης, με παροχή δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η διάδοχη ιταλική κατοχή δεν κατασκεύασε αρχικά κανένα σοβαρό δημόσιο έργο, πέραν της κάλυψης των στρατιωτικών της αναγκών. Το 1924 όμως, μετά τη συνθήκη της Λωζάνης, η νέα φασιστική Ιταλία (1922), θεωρώντας τα Δωδεκάνησα ως την πύλη της Ασιατικής Ανατολής, θέλησε να τα καταστήσει μάρτυρα ιταλικής ισχύος και πολιτισμού, επιστήμης και εκπαίδευσης, το κέντρο της κοινωνικής πολιτικής, ως άλλοθι και αιχμή, βέβαια, της αποικιακής της πολιτικής. Έτσι άρχισε η κατασκευή των νέων νοσοκομείων της Ρόδου, της Κω και της Λέρου. Η λειτουργία τους δεν εξυπηρετούσε μόνο τις τοπικές ανάγκες, αλλά κάλυπτε και σοβαρές πολιτικές σκοπιμότητες που αφορούσαν σε ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Το νοσοκομείο της Ρόδου, το πρώτο μεγάλο έργο του κυβερνήτη Mario Lago, θα γίνει έτσι το κέντρο της ιταλικής υγειονομικής οργάνωσης που θα στηριχτεί στα ιταλικά νοσοκομεία σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο.1
Γενικώς, η υγειονομική δομή και η κοινωνική ασφάλιση στα νησιά κατά την περίοδο της ιταλικής κατοχής ήταν ικανοποιητική. Εκτός των νοσοκομείων που ασχολούνταν με τις οξείες νόσους, υπήρξε μέριμνα και για μερικές χρόνιες παθήσεις, όπως η λέπρα και η σύφιλη. Γι’ αυτό δημιουργήθηκαν το λεπροκομείο της Τήλου και τα συφιλιδοκομεία της Ρόδου και της Κω. Η αντιμετώπιση όμως των ψυχικών παθήσεων άργησε. Κανένα από τα νοσοκομεία δεν νοσήλευε ψυχικά ασθενείς, ούτε υπήρχε ειδικός ψυχίατρος.
Επίσημα στοιχεία για την ψυχική υγεία στα Δωδεκάνησα πριν το 1922 δεν υπάρχουν. Η αντιμετώπιση των ψυχικών παθήσεων είχε αφεθεί στους ίδιους τους ασθενείς ή στην πρωτοβουλία των συγγενών τους, ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός, διότι η νοσηλεία γινόταν εκτός Δωδεκανήσων. Οι ασθενείς αυτοί, ανάλογα με τις δυνατότητές τους κατέφευγαν συνήθως στα ψυχιατρικά νοσοκομεία της Ελλάδας (Αθήνα, Χίος, Κέρκυρα).2
Χρειάστηκε να περάσουν δέκα ολόκληρα χρόνια ιταλικής κατοχής για να αναλάβει σχετική πρωτοβουλία ο Κυβερνήτης της Δωδεκανήσου Mario Lago και να αποφασίσει τη μεταφορά των απόρων ψυχασθενών στην Ιταλία. Για το σκοπό αυτό επιλέχθηκε το ψυχιατρείο του Cirifalco στη Νότια Ιταλία, που ανήκε στην περιοχή του Catanzaro (Reggio Calabria). Για το σκοπό αυτό, υπογράφτηκε ιδιωτικό συμφωνητικό, δεκαετούς διάρκειας, που αποτελούνταν από 11 άρθρα και ρύθμιζε τη νοσηλεία των απόρων ψυχασθενών στο ψυχιατρείο αυτό, με κόστος 10 λιρέτες την ημέρα ανά ασθενή, περίπου το μισό από αυτό που πλήρωναν οι ιδιώτες. Ας σημειωθεί ότι ο μέσος μισθός το 1940 στα Δωδεκάνησα ήταν 900 με 1.200 λιρέτες τον μήνα.
Τα έξοδα μεταφοράς και νοσηλείας τα πλήρωναν οι δήμοι και η κυβέρνηση της Δωδεκανήσου.3 Δικαίωμα για νοσηλεία στο Cirifalco είχαν και οι άποροι Δωδεκανήσιοι που ήταν μετανάστες στην Αίγυπτο, την Κωνσταντινούπολη, τη Γαλλία και τις Ιταλικές αποικίες και νοσηλεύονταν στα εκεί τοπικά ψυχιατρεία. Οι στρατιωτικοί ασθενείς νοσηλεύονταν στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Bari, διότι η μεραρχία Regina της Δωδεκανήσου ανήκε στην ομώνυμη στρατιωτική διοίκηση. Φαίνεται ότι η συμφωνία του 1922 διατηρήθηκε μέχρι το 1942, τουλάχιστον, όπως αναφέρουν τα στοιχεία στο Αρχείο της Ρόδου.4
Με τον αγγλικό στόλο να κυριαρχεί στη Μεσόγειο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η θαλάσσια επικοινωνία των νησιών με την Ιταλία δυσκόλεψε αρκετά, ενώ οι επιβατικές αεροπορικές επικοινωνίες ήταν ελάχιστες. Το 1942 έγινε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί ψυχιατρείο κοντά στο Bari ή στο Brindisi, που ήταν τα λιμάνια προορισμού των πλοίων της Δωδεκανήσου και της Ελλάδας. Το ψυχιατρείο της Bisceglie (κοντά στο Bari) θα ήταν ιδανική λύση, αλλά τελικά απορρίφθηκε, λόγω κόστους (16 λιρέτες την ημέρα ανά ασθενή έναντι 10 του Cirifalco).5
Παρέμβαση σε ψυχικά προβλήματα γινόταν μόνο σε εκείνους τους ασθενείς που θεωρούσαν επικίνδυνους. Στα Decreti Governatoriali (κυβερνητικά διατάγματα) της Κυβέρνησης υπάρχει η αστυνομική διάταξη D.G. 10 (Regolamento di polizia) της 18ης/1/1928, με τίτλο Διατάξεις σχετικές με επικίνδυνα για την κοινωνία άτομα ή άτομα που έχουν ανάγκη μέριμνας, όπου, στο περί ψυχικά ασθενών, ζητιάνων, υπόπτων ατόμων και αποφυλακισμένων κεφάλαιο (Άρθρα 35 – 39) προβλέπονται τα ακόλουθα: Οι ιατροί πρέπει να καταγγέλλουν εντός δύο ημερών στην αστυνομία τους ψυχικά ασθενείς που είναι επικίνδυνοι για τον εαυτό τους ή τους άλλους. Εν συνεχεία να ενημερώνονται οι συγγενείς τους και να αναλαμβάνουν την επίβλεψή τους. Διαφορετικά ακολουθείται η διαδικασία του νόμου που προβλέπει και εγκλεισμό.6
Η καταγγελία για εγκλεισμό του πάσχοντα γινόταν στην αστυνομία από συγγενή, γιατρό ή κάποιον άλλο, κι αυτή με τη σειρά της ειδοποιούσε τον αρχίατρο και τον γραμματέα της κυβέρνησης για τη μεταφορά του στο ψυχιατρείο, καθώς και την κάλυψη των εξόδων. Εν τω μεταξύ ο ασθενής έμενε κλεισμένος στη φυλακή ή στο αστυνομικό τμήμα. Σε έγγραφο του Νοεμβρίου του 1936 αναφέρεται ότι σε κάποιο τμήμα των φυλακών της Ρόδου υπήρχε θάλαμος για τους ψυχικά ασθενείς, όπου ο αρχίατρος μπορούσε να ελέγχει την πορεία των ασθενών και να κρίνει αν χρειάζονται μεταφορά σε ψυχιατρικό νοσοκομείο ή όχι.7
Η αστυνομία παρενέβαινε μόνη της όταν ο ασθενής γινόταν επικίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Η συνήθης μέθοδος ήταν ο εγκλεισμός του στις κατά τόπους φυλακές. Σε επανειλημμένες προκλήσεις, η αστυνομία τον «οδηγούσε» στο ψυχιατρείο του Cirifalco, μετά από εισήγηση του αρχίατρου και έγκριση της Κυβέρνησης.
Η μεταφορά των ασθενών στην Ιταλία τελικά δεν έλυσε το πρόβλημα και το κόστος που πλήρωναν οι Δήμοι και η Κυβέρνηση αποδείχτηκε πολύ μεγάλο.8 Οι δυστυχείς περιφερόμενοι άποροι και εγκαταλελειμμένοι ψυχοπαθείς αμαύρωναν το «φιλανθρωπικό» προσωπείο της φασιστικής πολιτικής. Έτσι, παρέμενε πάντα ανοικτό το ερώτημα για το αν θα έπρεπε να δημιουργηθεί κάποια δομή και στα Δωδεκάνησα, όπως επέμενε ο διευθυντής του Γραφείου Υγιεινής της Κυβέρνησης σε αναφορές του προς τον Κυβερνήτη: Τον Οκτώβριο του 1933 αναφέρεται η πρόταση να μετατραπούν δύο αίθουσες του νοσοκομείου της Ρόδου σε ψυχιατρική κλινική, ενώ σε έγγραφο του Αυγούστου του 1937 αναφέρεται η ανάγκη να δημιουργηθεί Ψυχιατρείο στα Δωδεκάνησα, διότι κάθε χρόνο μεταφέρονται στο Cirifalco 30-40 ασθενείς με κόστος 70.000 – 80.000 λιρέτες, [το κόστος κατασκευής ενός ψυχιατρείου 40 θέσεων ανερχόταν σε 600.000 λιρέτες το δε κόστος λειτουργίας του σε 210.000 λιρέτες τον χρόνο].9 Ο πληθυσμός της Δωδεκανήσου ήταν 109.560 το 1922 και 129.235 το 1941. Μεταξύ 1926 και 1941 μεταφέρθηκαν 504 ψυχασθενείς.10
Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, ο ασθενής που εγκλειόταν στο ψυχιατρείο παρέμενε εκεί έως ότου «θεραπευτεί» ή κάποιος συγγενής του δεχτεί να αναλάβει την ευθύνη της εξόδου του. Διασώθηκαν μάλιστα και μερικές επιστολές ασθενών που ζητούσαν από τους συγγενείς τους και τον Κυβερνήτη να αναλάβουν την ευθύνη της εξόδου τους. Για τους ασθενείς που είχαν λάβει εξιτήριο και επέστρεφαν στα νησιά δεν υπήρχε καμιά υπηρεσία υποστήριξης, ούτε κάποια δομή για τους χρόνιους πάσχοντες. Δεν είναι γνωστό τι απέγιναν οι ασθενείς μετά το τέλος της κατοχής και της ενσωμάτωσης των νησιών με την Ελλάδα το 1948. Πιθανώς να μεταφέρθηκαν σε ανάλογα ιδρύματα στην Ελλάδα.
Σημειώσεις
1. Γ.Α.Κ. Αρχείο Ι.Δ.Δ., φάκ. 128/1927. L’ Ospedale Regio Vanto di Rodi
2. Πλουμπίδης Δ., Ιστορία της ψυχιατρικής στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 201. Ενίοτε κατέφευγαν και σε τουρκικά ή Αιγυπτιακά ιδρύματα. Γνωστή ήταν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου η νευρολογική κλινική «Ασκληπιός» του γιατρού Γεωργίου Νικολάου, του οποίου η οικογένεια καταγόταν από την Κω. Ο ίδιος συμμετείχε ενεργά στους Δωδεκανησιακούς συλλόγους και στο αλυτρωτικό κίνημα (υπήρξε αντιπρόεδρος της κεντρικής εκτελεστικής επιτροπής της Ενώσεως Δωδεκανησίων Αιγύπτου).
3. Γ.Α.Κ. Αρχείο Ι.Δ.Δ., φάκ. 313/1937.
4. Γ.Α.Κ. Αρχείο Ι.Δ.Δ., φάκ. 60/1942.
5. Γ.Α.Κ. Αρχείο Ι.Δ.Δ., φάκ. 60/1942.
6. Στο αρχείο της Ιταλικής Διοίκησης της Ρόδου έχω εντοπίσει 26 φακέλους, που καλύπτουν τα έτη 1926 – 1942 και αναφέρονται στις ψυχικές ασθένειες και τη μεταφορά των ασθενών στην Ιταλία. Εδώ βρίσκεται η συμφωνία με το ψυχιατρείο του Girifalco [ή Cirifalco] και καταγράφονται οι λόγοι μεταφοράς, η νομοθεσία και οι συμβάσεις που κανόνιζαν αυτή τη διαδικασία και οι οικονομικές δοσοληψίες μεταξύ της Κυβέρνησης και της διαχείρισης του ψυχιατρείου.
7. Γ.Α.Κ. Αρχείο Ι.Δ.Δ., φάκ. 368/1934. – Γ.Α.Κ. Αρχείο Ι.Δ.Δ., φάκ. 140/1941.
8. Το κόστος του εισιτηρίου για Ιταλία ανερχόταν σε 120 – 205 λιρέτες. Χρειάζονταν δύο συνοδοί για κάθε μεταφορά ασθενούς από τα νησιά, οι οποίοι κόστιζαν από 500-800 λιρέτες. Συνολικά, στα πρώτα 12 έτη (1922-1934) πληρώθηκαν για νοσήλεια 639.310 λιρέτες, για έξοδα συνοδών 24.720 και έξοδα κηδείας 1.482 (Γ.Α.Κ. Αρχείο Ι.Δ.Δ., φάκ. 368/1934).
9. Γ.Α.Κ. Αρχείο Ι.Δ.Δ., φάκ. 313/1937.
10. Βλ. την υποσημείωση 6.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.