Γιώργος Παπαδόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Φαρμακολογίας
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]
Το κείμενο έχει κωδικοποιηθεί με λανθασμένη γραμματοσειρά (font encoding issue / Mojibake). Ακολουθεί η πλήρης αποκατάσταση και διόρθωσή του στα ελληνικά:
Ένα χαρακτηριστικό της σημερινής επιστήμης (ίσως και μια προϋπόθεση για την ύπαρξή της) είναι ότι θεωρεί την ύλη κάτι το αυτονόητο – σε αντιπαράθεση με ό,τι θα ονομάζαμε «μη υλικό». Πάνω σ’ αυτό το αυτονόητο στηρίζεται, κατά κάποιον τρόπο, όλη η σημερινή επιστήμη. Κι όταν αποφασίζει κανείς να μιλήσει, να συζητήσει για κάτι που θα λέγαμε ότι δεν είναι υλικό, η αναφορά είναι συνήθως στη διάκριση του Καρτέσιου ανάμεσα στο res cogitans και το res extensa. Αυτά λειτουργούν περίπου ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις όπου «αναγκάζονται» να έρθουν σε επαφή – και τότε δημιουργούνται προβλήματα. Θα μπορούσε ακόμη να πει κανείς ότι, από την εποχή του Καρτέσιου, αυτά τα δύο βρίσκονταν διαρκώς σε μια σχέση αντιπαλότητας, μέχρις ότου η res extensa νίκησε κατά κράτος και εξαφάνισε, κατά κάποιον τρόπο, τη res cogitans – ή τείνει να την εξαφανίσει ή προσπαθεί να την εξαφανίσει με κάθε τρόπο –, ενώ η res cogitans βρίσκεται απωθημένη στην άκρη και προσπαθεί, το πολύ-πολύ, να αμυνθεί.
Τα «στοιχεία» των αρχαίων Ελλήνων
Τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά σε παλαιότερες εποχές. Είναι μάλλον σαφές ότι τα «συστατικά του κόσμου» για τα οποία μιλούσαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι – τα «στοιχεία», ας πούμε – δεν ήταν εντελώς υλικά – ή, μάλλον, ήταν πολύ λίγο υλικά, με την έννοια που προσδιορίζουμε κάτι ως «υλικό» σήμερα.
Υπάρχουν πολλά σχετικά κείμενα, στα οποία θα μπορούσε να ανατρέξει κανείς. Θα περιοριστώ κυρίως στα Ιπποκρατικά κείμενα. Σ’ ένα από τα πολύ γνωστά Ιπποκρατικά έργα, το Περί ιερής νούσου, ο συγγραφέας, αφού υποστηρίζει την άποψη ότι το κέντρο του ανθρώπινου οργανισμού είναι ο εγκέφαλος, κι αφού εξαίρει το ρόλο του εγκεφάλου (από τον οποίο προέρχονται όλες οι λύπες, οι χαρές, κ.τ.λ.)¹, συνεχίζει ως εξής:²
Κατά ταύτα νομίζω τον εγκέφαλον δύναμιν έχειν πλείστην εν τω ανθρώπω· ούτος γαρ ημίν εστί των από του ηέρος γινομένων ερμηνεύς, ην υγιαίνων τυγχάνει· την δε φρόνησιν ο αήρ παρέχεται. […] γίνονται γαρ εν άπαντι τω σώματι της φρονήσιος, ως αν μετέχη του ηέρος· ες δε την σύνεσιν ο εγκέφαλός εστιν ο διαγγέλλων· όταν γαρ σπάση το πνεύμα ώανθρωπος ες εωυτόν, ες τον εγκέφαλον πρώτον αφικνείται, και ούτως ες το λοιπόν σώμα σκίδναται ο αήρ, καταλελοιπώς εν τω εγκεφάλω εαυτού την ακμήν και ότι αν η φρόνιμόν τε και γνώμην έχον.
Εδώ ο αέρας, ένα από τα τέσσερα στοιχεία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης, φαίνεται να διαθέτει ιδιότητες που όχι μόνο δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν υλικές, αλλά και συνδέονται άμεσα με τις ανώτερες ψυχικές λειτουργίες («φρόνησιν», «φρόνιμον», «γνώμην έχον»).
Στα Ιπποκρατικά κείμενα υπάρχουν και άλλα χωρία που υποδεικνύουν προς την ίδια κατεύθυνση. Θα αναφέρω ένα ακόμα – ίσως περισσότερο εντυπωσιακό – από το Περί σαρκών. Διαβάζουμε σ’ αυτό:³
Δοκέει δέ μοι ο καλέομεν θερμόν, αθάνατόν τε είναι και νοέειν πάντα και ορήν και ακούειν και ειδέναι πάντα και τα εόντα και τα μέλλοντα έσεσθαι· τούτο ουν το πλείστον, ότε εταράχθη πάντα, εξεχώρησεν εις την ανωτάτω περιφοράν· και ολομήναι μοι αυτό δοκέουσιν οι παλαιοί αιθέρα. η δευτέρη μοίρα κάτωθεν αυτής καλέεται μεν γη, ψυχρόν και ξηρόν και πολύ κινούν· και εν τούτω ένι δη πολύ του θερμού.
Το «θερμό», η θερμότητα, η φωτιά φθάνει εδώ να έχει όχι μόνο ιδιότητες ψυχής και νου, αλλά και περίπου θεϊκές ιδιότητες – να βλέπει, να ακούει και να γνωρίζει τα πάντα, και τα τωρινά και τα μέλλοντα. Και αυτό το «θερμό» υπάρχει παντού, ακόμη και στο κατώτερο μέρος, τη γη, αυτό που θα θεωρούσαμε περισσότερο υλικό.
Είναι γνωστό ότι υπάρχουν και αναφορές παλαιότερες από τα Ιπποκρατικά κείμενα με σχετικό περιεχόμενο. Π.χ. από τον Αναξιμένη:⁴
Αναξιμένης Ευρυστράτου Μιλήσιος αρχήν των όντων αέρα απεφήνατο· εκ γαρ τούτου πάντα γίγνεσθαι και εις αυτόν πάλιν αναλύεσθαι. Οίον η ψυχή, φησίν, η ημετέρα αήρ ούσα συγκρατεί ημάς, και όλον τον κόσμον πνεύμα και αήρ περιέχει.
Εδώ τίθεται περίπου στο ίδιο επίπεδο η ψυχή και ο αέρας. Και σε μία άλλη αναφορά από το Διογένη τον Απολλωνιάτη, γιατρό και φιλόσοφο του 5ου π.Χ. αιώνα:⁵
άνθρωποι γαρ και τα άλλα ζώα αναπνέοντα ζώει τω αέρι· και τούτο αυτοίς και ψυχή εστι και νόησις, ως δεδηλώσεται εν τήδε τη συγγραφή εμφανώς, και εάν τούτο απαλλαχθή αποθνήσκει και η νόησις επιλείπει.
Τα παραδείγματα που ανέφερα μπορούν, νομίζω, να μας φέρουν, κατά κάποιον τρόπο, κοντά στις αντιλήψεις εκείνης της εποχής σχετικά με το θέμα που μας απασχολεί. Σημαντικό χαρακτηριστικό αυτών των αντιλήψεων είναι ότι τα στοιχεία αυτά που μας περιβάλλουν, ο κόσμος αυτός που μας περιβάλλει, πολύ λίγο έχει το χαρακτήρα της υλικότητας που μας είναι τόσο γνώριμος και τόσο αυτονόητος σήμερα. Μια «πνευματικότητα» φαίνεται να διαπερνά τα πάντα, σ’ έναν βαθμό που σήμερα μας ξενίζει – ή που την προσπερνάμε και προσπαθούμε να την αγνοήσουμε. Οι διάφορες θαυμαστές ιδιότητες του αέρα και των άλλων στοιχείων που αναφέρουν αυτοί οι συγγραφείς μπορούν όμως να γίνουν αρκετά φυσικές και αυτονόητες από τη στιγμή που θα πάρουμε στα σοβαρά αυτή την πνευματικότητα.
Τα πνεύματα
Είναι γνωστό ότι ο όρος «πνεύμα» σημαίνει ουσιαστικά αέρας ή αέρας κινούμενος ή κάτι τέτοιο. Σ’ ένα άλλο Ιπποκρατικό έργο, το Περί φυσών, περιλαμβάνεται ένας ακριβέστερος προσδιορισμός των σχετικών εννοιών:⁶
Τα σώματα και τα των άλλων ζώων και τα των ανθρώπων υπό τρισσών τροφέων τρέφεται· τήσι δε τροφήσι τάδε ονόματά εστιν, σιτία, ποτά, πνεύμα. πνεύμα δε το μεν εν τοίσι σώμασι φύσα καλέεται, το δε έξω των σωμάτων ο αήρ. ούτος δε μέγιστος εν τοίσι πάσι των πάντων δυνάστης εστίν.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το πνεύμα είναι μια γενικότερη έννοια και το μεν πνεύμα που βρίσκεται έξω από τον άνθρωπο το ονομάζει αέρα, το δε πνεύμα που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο το ονομάζει φύσα.
Μπορούμε να πούμε ότι η έννοια «πνεύμα» εμφανίζεται συγκεκριμένα, μ’ έναν τρόπο – ή περίπου μ’ έναν τρόπο – που είναι χρήσιμος για τη συζήτηση που κάνουμε εδώ, ίσως για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη. Στο βιβλίο του Περί ζώων κινήσεως, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στον τρόπο που πραγματοποιείται η κίνηση των ζώων. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, μια κίνηση προϋποθέτει κάτι το ακίνητο, καθώς και κάτι ενδιάμεσο (τυπικό παράδειγμα: ο ακίνητος βραχίονας, το κινούμενο αντιβράχιο και ο ενδιάμεσος αγκώνας). Η κίνηση του σώματος ενός ζωντανού οργανισμού ξεκινάει από την ψυχή, πρέπει όμως να υπάρχει και κάτι «ενδιάμεσο» και αυτό είναι το «σύμφυτον πνεύμα».⁷ Την κατάσταση μπορούμε να παραστήσουμε σχηματικά ως εξής:
ΨΥΧΗ –> ΣΥΜΦΥΤΟΝ –> ΠΝΕΥΜΑ ΣΩΜΑ (ΚΙΝΗΣΗ)
Αυτή η διάκριση, αυτή η διαβάθμιση στα τρία μέρη (ψυχή, πνεύμα, σώμα) είναι κάτι που διατηρείται για πολύ καιρό μετά τον Αριστοτέλη, τουλάχιστον μέχρι και την Αναγέννηση. Στα χρόνια που ακολουθούν τον Αριστοτέλη εμφανίζονται διακρίσεις ή διαβαθμίσεις και μέσα στο πνεύμα. Σημαντικό ρόλο εδώ παίζει η ονομαζόμενη σχολή των πνευματικών γιατρών – ανάμεσα στο 100 π.Χ. και το 100 μ.Χ. – μια σχολή που έχει τις ρίζες της στους Στωικούς, και ιδιαίτερα στον Ποσειδώνιο.⁸ Οι «διαβαθμίσεις» αυτές του πνεύματος, όπως καθορίζονται από τους πνευματικούς γιατρούς, διατηρούνται, με διάφορες τροποποιήσεις, μέχρι και την Αναγέννηση ή και αργότερα. Τις συναντάμε π.χ. στον Jean Fernel, έναν σημαντικό Γάλλο γιατρό του 16ου αιώνα (1497-1558).⁹
Στο τελικά διαμορφωμένο σχήμα διακρίνονται τα εξής: το «πνεύμα φυσικόν» (ο λατινικός όρος είναι spiritus naturalis), το «πνεύμα ζωτικόν» (spiritus vitalis) και το «πνεύμα ψυχικόν» (spiritus animalis). Όσο πηγαίνουμε από τα κάτω προς τα πάνω, από το «φυσικό» προς το «ψυχικό» πνεύμα, τα πνεύματα γίνονται αραιότερα, ευγενέστερα, λιγότερο υλικά – και με πιο θαυμαστές ιδιότητες, θα μπορούσε να πει κανείς. Αυτή η ιεράρχηση δεν είναι μόνο στατική (απλώς ότι το ένα είναι ανώτερο από το άλλο), αλλά είναι και μια ιεράρχηση του γίγνεσθαι, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, η διαδικασία της δημιουργίας αυτών των πνευμάτων ξεκινάει από κάτω και προχωράει προς τα επάνω. Αυτό το συναντάμε ήδη στο Γαληνό (περ. 129 – περ. 199 μ.Χ.), με ορισμένες διαφορές. Ο Γαληνός, ενώ περιγράφει μια τέτοια ιεράρχηση και σειρά «παραγωγής» των πνευμάτων, δεν δέχεται το φυσικόν πνεύμα – κατά κάποιον τρόπο ανάγει το φυσικόν πνεύμα στο χώρο της ύλης, στο χώρο των ιδιοτήτων της ύλης.¹⁰ Κατά τον Γαληνό, το ζωτικόν πνεύμα παράγεται στην καρδιά. Υπάρχει στην καρδιά κάτι σαν φωτιά που καίει μόνιμα, και με την επίδραση αυτής της φωτιάς και με την επίδραση του αέρα που έρχεται από τους πνεύμονες – ο αέρας και η φωτιά είναι και εδώ τα ανώτερα, λιγότερο υλικά στοιχεία – παράγεται το ζωτικόν πνεύμα, το οποίο στη συνέχεια κυκλοφορεί με τις αρτηρίες και πηγαίνει σε όλο το σώμα. Το ψυχικόν πνεύμα παράγεται στον εγκέφαλο – και μάλιστα στα αρτηριακά πλέγματα του εγκεφάλου, κυρίως στο αρτηριακό πλέγμα της βάσης του κρανίου (που αργότερα ονομάστηκε rete mirabilis – θαυμάσιο πλέγμα). Παράγεται από το υλικό που έρχεται από κάτω (το ζωτικόν πνεύμα) με την επίδραση του αέρα που έρχεται από τη μύτη.¹¹
Σ’ αυτή τη διαδοχή του γίγνεσθαι πραγματοποιείται ένας εξευγενισμός, μια εκλέπτυνση, την οποία θα μπορούσε να παρομοιάσει κανείς με διάφορες διεργασίες που γίνονται στη φύση. Π.χ. η ανάπτυξη του φυτού ξεκινάει από τη γη, το περισσότερο γήινο στοιχείο, και προχωράει προς τα πάνω με τις γνωστές διαφοροποιήσεις για να καταλήξει στο άνθος, το περισσότερο εξευγενισμένο, το περισσότερο «άυλο», με τα χρώματα, την ευωδιά του, κ.τ.λ. Αντίστοιχες είναι οι διαδικασίες εξευγενισμού, όπως η απόσταξη κ.τ.λ., με τις οποίες καταγίνονταν οι αλχημιστές για να παράγουν κάτι ανώτερο, κάτι ευγενέστερο. Άλλωστε, κατά το μεγαλύτερο μέρος, η ανάπτυξη αυτών των ιδεών για τα πνεύματα αλληλοκαλύπτεται χρονικά με την ανάπτυξη της αλχημείας.
Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή την αντίληψη μιας συνέχειας ή διαδοχής ή συνάφειας ανάμεσα στο υλικό – στη μια άκρη – και στο εντελώς ανώτερο ή άυλο (αν θέλετε: στην ψυχή) – στην άλλη άκρη – μπορεί να τη βρει κανείς ακόμα και σε χριστιανούς συγγραφείς. Υποστηρίζεται – και με βάσιμα επιχειρήματα – ότι η εκκλησία έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να εξαφανιστούν βαθμιαία από τη φιλοσοφική σκέψη αυτά τα «ενδιάμεσα» και να φθάσουμε στην Καρτεσιανή αντίληψη αυτών των δύο εντελώς διαφορετικών και εντελώς χωριστών πραγμάτων, του res cogitans και του res extensa. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια τέτοια Καρτεσιανή άποψη αντιστοιχεί στις απόψεις των χριστιανών συγγραφέων.
Αξίζει να αναφέρουμε κάποιες σχετικές απόψεις του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, αδελφού του Μεγάλου Βασιλείου, όπως αναφέρονται στο βιβλίο του Περί κατασκευής ανθρώπου.¹² Κατά τον συγγραφέα, ο άνθρωπος πλάθεται στο τέλος μιας «ανοδικής» σειράς δημιουργίας, αποτελεί την κατάληξη μιας διαδικασίας ανόδου, μιας διαδικασίας εξευγενισμού των δημιουργημάτων. Έτσι, ο άνθρωπος περιέχει όλες τις ιδέες, όλα τα είδη των ψυχών. Το «φυσικόν είδος της ψυχής» ή «η αυξητική δύναμις» είναι αυτό που αντιστοιχεί στο φυσικό πνεύμα. Η «αισθητική δύναμις» αποτελεί το μέσον, το ενδιάμεσον, αυτό που βρίσκεται ανάμεσα στο ανώτερο μέρος, τον νου, και στο «υλωδέστερο», στο «φυσικόν είδος». Το σημαντικό είναι εδώ, ακριβώς, ότι ο χριστιανός αυτός συγγραφέας μιλάει για «υλωδέστερη» ψυχή, για «υλωδέστερο» μέρος της ψυχής. Το μεσαίο μέρος της ψυχής είναι τόσο καθαρότερο από το κατώτερο μέρος, όσο παχύτερο είναι από το ανώτερο. Το ανώτερο μέρος της ψυχής, η «νοερά ουσία» πλάθεται τελευταία, σε συνάφεια με το ανώτερο και το «φωτοειδές» μέρος της αισθητικής (της μεσαίας) ψυχής. Υπάρχει δηλαδή εδώ μια τριπλή διαίρεση της ψυχής και μια, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια από το περισσότερο υλικό μέχρι το περισσότερο νοερό.¹³
Οι αντιλήψεις αυτές, που θα κυριαρχήσουν για πολλούς αιώνες ακόμα, έχουν, μέσα στις διάφορες παραλλαγές και διατυπώσεις τους, δύο βασικά και σημαντικά χαρακτηριστικά. Το ένα είναι ότι υπάρχει, θα μπορούσε να πει κανείς, ένα συνεχές φάσμα που εκτείνεται από το μάλλον υλικό μέχρι το εντελώς μη υλικό, το πνευματικότερο, το ανώτερο. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι αυτή η διαστρωμάτωση ή ιεράρχηση δεν υπάρχει μόνο μέσα στον άνθρωπο, αλλά και στα πάντα γύρω του. Υπάρχει – κάτι που το είδαμε και στα Ιπποκρατικά κείμενα – μια άμεση επικοινωνία ανάμεσα σ’ αυτό το φάσμα (από το υλικό μέχρι το εντελώς άυλο) που είναι μέσα στον άνθρωπο και στο αντίστοιχο φάσμα (από το υλικό μέχρι το εντελώς άυλο) που είναι στον κόσμο γύρω. Αυτά τα πράγματα επικοινωνούν άμεσα. Αυτές οι αντιλήψεις εκείνης της εποχής οδηγούν, με αρκετά αβίαστο τρόπο, και σε μια ερμηνεία της δυνατότητας του ανθρώπου, να αποκτάει γνώση του κόσμου. Η φύση του ανθρώπου είναι η ίδια με τη φύση του κόσμου, κι αυτό παρέχει μια δυνατότητα γνώσης, αφού το όμοιο μπορεί να γνωρίσει το όμοιο – μια ιδέα που είναι ήδη διατυπωμένη από τον Εμπεδοκλή:¹⁴
γαίῃ μὲν γὰρ γαῖαν ὀπώπαμεν, ὕδατι δ’ ὕδωρ αἰθέρι δ’ αἰθέρα δῖον, ἀτὰρ πυρὶ πῦρ ἀίδηλον, στοργὴν δὲ στοργῇ, νεῖκος δέ τε νείκεϊ λυγρῷ
ή, σε μια μετάφραση:¹⁵
Γιατί με χώμα βλέπουμε το χώμα, με νερό το νερό με αιθέρα το λαμπρό αιθέρα, με φωτιά την αχόρταγη φωτιά με αγάπη βλέπουμε την αγάπη, με φιλονικία τη φοβερή φιλονικία
Πνεύμα και ψυχή
Θα έπρεπε ίσως να επιχειρήσουμε εδώ μια διευκρίνηση για τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο πνεύμα και την ψυχή – περισσότερο μια αδρή, μια γενική εικόνα αυτής της σχέσης, γιατί πρόκειται για έννοιες που διατρέχουν, με διαφοροποιήσεις, αλλαγές και εξελίξεις όλους αυτούς τους αιώνες, από την Αρχαία Ελλάδα μέχρι την Αναγέννηση ή και αργότερα.
Μπορούμε να πούμε, αρκετά σχηματικά, ότι ένα χαρακτηριστικό της ψυχής είναι πως έχει κάποια «ατομικότητα» ή «προσωπικότητα», με την έννοια ότι συνάπτεται, έχει συνάφεια με κάποιο πρόσωπο ή αναφέρεται ή ανήκει σε κάποιο πρόσωπο. Αυτό σε αντίθεση με το πνεύμα που είναι κάτι διάχυτο, κάτι που γεμίζει τα πάντα, και μπορεί να πάρει πολλές εκφάνσεις, να εμφανισθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: Ο Θεός είναι πνεύμα, υπάρχουν όμως και τα «πονηρά πνεύματα» – κι από την άλλη μεριά υπάρχουν τα «υλωδέστερα» πνεύματα, αυτά που είναι πολύ κοντά στην ύλη. Μπορεί να λέγεται – και λέγεται πολλές φορές – ότι η ψυχή είναι πνεύμα, δεν λέγεται όμως το αντίστροφο: «το πνεύμα είναι ψυχή».
Είναι χρήσιμο να αναφέρουμε μερικά σχετικά αποσπάσματα από αρχαίους συγγραφείς. Σύμφωνα με τον Χρύσιππο (στωικό φιλόσοφο που έζησε περίπου από το 280 μέχρι το 205 π.Χ.):¹⁶
ἡ ψυχὴ πνεῦμά ἐστι σύμφυτον ἡμῖν [… ἔστ’ ἂν ἡ τῆς ζωῆς συμμετρία παρῇ ἐν τῷ σώματι]
Κατά τον Ασκληπιάδη, γιατρό του 1ου π.Χ. αιώνα (124 – 40 π.Χ.):¹⁷
[ἡ ψυχὴ εἶναι] πνεῦμα παντὶ σώματι παρακείμενον.
Κατά τον Γαληνό:¹⁸
ψυχή ἐστι πνεῦμα παρεσπαρμένον ἐν ὅλῳ τῷ σώματι, δι’ οὗ ζῶμεν καὶ λογιζόμεθα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γαληνός συνδέει εδώ με την ψυχή ολόκληρο τον άνθρωπο – και τις ζωτικές και τις νοητικές λειτουργίες.
Κατά τον Ποσειδώνιο (όπως τον παραθέτουν ο Αέτιος και ο Διογένης Λαέρτιος):¹⁹
Ποσειδώνιος πνεῦμα νοερὸν καὶ πυρῶδες τὸν θεὸν εἶναί φησιν Ποσειδώνιος πνεῦμα ἔνθερμον εἶναι τὴν ψυχήν
Η ανθρώπινη ψυχή φαίνεται εδώ κάτι αρκετά συγγενικό με το Θεό. Και:
[τὸ πνεῦμα] οὐκ ἔχον μὲν μορφήν, μεταβάλλον δὲ εἰς ὃ βούλεται καὶ συνομοιούμενον πᾶσι
Τα αποσπάσματα αυτά μας δίνουν μια ιδέα για τη διάκριση (και τη σχέση) ψυχής και πνεύματος, τουλάχιστον στην εποχή γύρω από τη γέννηση του Χριστού. Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί όταν προσπαθούμε να οριοθετήσουμε έννοιες με βάση τη χρήση της λέξης «πνεύμα» από διάφορους συγγραφείς. Ακριβώς λόγω της πολυμορφίας και της «πανταχού παρουσίας» του πνεύματος, είναι δυνατόν, όταν χρησιμοποιεί ένας συγγραφέας τη λέξη «πνεύμα», να εννοεί κάτι αρκετά διαφορετικό από αυτό που εννοεί ένας άλλος, όταν χρησιμοποιεί την ίδια λέξη. Έτσι, δεν φαίνεται να έχει πολύ σχέση το «φυσικόν πνεύμα» ή «ζωτικόν πνεύμα» όπως τα καθόριζαν οι Γαληνιστές – ή ακόμα περισσότερο τα spiritus του Descartes – με το Πνεύμα-Θεό ή το Άγιο Πνεύμα.
Σε μεγάλη έκταση λοιπόν ο όρος «πνεύμα» χρησιμοποιείται για να δηλώσει κάτι ενδιάμεσο, κάτι που βρίσκεται ανάμεσα στο υλικό και στο άυλο, στο ανώτερο – κι αυτό το διαπιστώνουμε σε πάρα πολλούς συγγραφείς, μέχρι και την εποχή της Αναγέννησης ή και αργότερα. Από την άλλη μεριά, υπάρχει μια επιστολή του Αποστόλου Παύλου,²⁰ όπου με τον όρο «πνεύμα» φαίνεται να χαρακτηρίζεται το ανώτερο «μέρος» του ανθρώπου, κάτι που βρίσκεται πάνω από την ψυχή. Ανεξάρτητα από το πώς θα ’πρεπε να ερμηνεύσει κανείς αυτά τα λόγια του Παύλου, υπάρχουν συγγραφείς, στους οποίους ο όρος «πνεύμα» χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει το ανώτερο από τα τρία μέρη του ανθρώπου, ενώ η ψυχή είναι το «μεσαίο» μέρος, αυτό που συνδέεται περισσότερο με τα συναισθήματα και τα πάθη. Η χρήση αυτή επικρατεί κυρίως στους νεώτερους αιώνες σε διάφορους εσωτερικούς και φιλοσοφικούς κύκλους. Φαίνεται να υπάρχει εδώ μια αντιστροφή στις χρήσεις των όρων «πνεύμα» και «ψυχή». Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά και δεν είναι απλώς θέμα χρήσης των λέξεων. Μπορούμε ίσως να πλησιάσουμε περισσότερο στην κατανόηση αυτών των πραγμάτων, αν προσπαθήσουμε να συλλάβουμε συνολικά το πνεύμα, τη συνολική παρουσία του πνεύματος. Το πνεύμα, όπως αναφέρθηκε, είναι, σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, κάτι που είναι παντού, είναι αρχικά κάτι το άμορφο, αυτό που παίρνει αργότερα διάφορες μορφές, είναι η βάση των πάντων, είναι, κατά κάποιον τρόπο, το απόλυτο. Κι από τη στιγμή που ο άνθρωπος προσπαθεί να ξεπεράσει τον κόσμο αυτό και να φθάσει στη γνώση του απόλυτου – αυτός είναι ο στόχος όλης της φιλοσοφίας, όλης της επιστήμης μέχρι κάποιο σημείο, και βέβαια όλων των εσωτερικών τάσεων – πρέπει να πλησιάσει αυτό το πνεύμα και να ταυτιστεί με αυτό. Είναι ίσως κι αυτό μια εφαρμογή του «νόμου των ομοίων»: ο άνθρωπος θα γνωρίσει το πνεύμα, το απόλυτο, μόνο μέσω του πνεύματος που αποτελεί ένα μέρος (το ανώτερο) του εαυτού του.
Κάτι που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι, σε μια σειρά από συγγραφείς όλης της περιόδου για την οποία μιλάμε, υπάρχει εντελώς σαφής διάκριση ανάμεσα στην ψυχή και το πνεύμα. Αυτό φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στις εικόνες (βλ. προηγούμενη σελ.) που διακοσμούν το βιβλίο του Lambsbrinck, ενός Γερμανού αλχημιστή του 15ου αιώνα.²¹ Σε μια από τις εικόνες αυτές η ψυχή και το πνεύμα είναι δύο ψάρια και το σώμα είναι η θάλασσα, μέσα στην οποία κολυμπούν τα ψάρια αυτά. Σε μια άλλη εικόνα μέσα σ’ ένα δάσος (το σώμα) περπατούν ένα ελάφι κι ένας μονόκερως (η ψυχή και το πνεύμα). Σε άλλη εικόνα πάλι η ψυχή και το πνεύμα είναι δύο λιοντάρια. Αυτό που μάλλον ξενίζει στις εικόνες αυτές (και τις περιγραφές που τις συνοδεύουν) είναι ότι η ψυχή και το πνεύμα που θεωρούνται τόσο σημαντικά – και οφείλουν βέβαια να θεωρούνται σε τέτοιου είδους κείμενα – εικονίζονται π.χ. σαν δύο ψαράκια μέσα στην απέραντη θάλασσα, ότι εικονίζονται τόσο μικρά σε σχέση με το σώμα. Υπάρχει εδώ μια περίεργη – περίεργη για εμάς – αντίληψη: Στο χώρο της ύλης το μεγάλο είναι, γενικά, το πιο σπουδαίο, δεν ισχύει όμως το ίδιο όταν πρόκειται για πράγματα μη υλικά. Στο θέμα αυτό αναφέρεται και ο Παράκελσος (1493 – 1541):²²
Ένας άνθρωπος έχει ένα μεγάλο σώμα και πολλών ειδών όντα μέσα στο σώμα του. Αυτό όμως που είναι ο καθαυτό άνθρωπος, η ψυχή, είναι πνεύμα και είναι μικρή. […] Το μάτι είναι μεγάλο στον άνθρωπο, αυτό όμως που είναι η δύναμη που βλέπει είναι κάτι μικρό σε σύγκριση με το μάτι. Έτσι ονομάζουν τη γη ένα «στοιχείο», αυτή όμως είναι απλώς ένα σώμα και το στοιχείο της γης (elementum terrae) βρίσκεται μέσα σ’ αυτό το σώμα και είναι αόρατο – όπως και το πνεύμα στον άνθρωπο είναι αόρατο. Το ίδιο συμβαίνει με τον ουρανό: αυτό που βλέπουμε είναι ένα μεγάλο σώμα, το στοιχείο μέσα σ’ αυτόν είναι ένα πνεύμα μικρό απέναντι στο μέγεθος που έχει ο ουρανός.
Εδώ το σημαντικό, το ανώτερο είναι το μικρό. Αυτή την αντίληψη σχετικά με τη σημασία του μικρού – σε αντίθεση με το μεγάλο, το οποίο κυριαρχεί στο υλικό επίπεδο – μπορεί να την παρακολουθήσει κανείς σε διάφορες εποχές και σε διάφορα κείμενα, ακόμα και μέχρι τη θεωρία και την πρακτική της ομοιοπαθητικής (όπου οι «ελάχιστες δόσεις» έχουν αυξημένη, «ανώτερη» δραστικότητα και αποτελεσματικότητα).
Παράκελσος
Στον Παράκελσο, το πνεύμα, αυτό το ενδιάμεσο,²³ προσωποποιείται, κατά κάποιον τρόπο, σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει «αρχέα» (archaeus).²⁴ Ο αρχεύς είναι το πνευματικό στοιχείο, η πνευματική οντότητα που υπάρχει μέσα σ’ έναν συγκεκριμένο άνθρωπο – και μάλιστα όχι απλά στον συνολικό συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά και σε κάθε συγκεκριμένο όργανο ενός ανθρώπου: υπάρχει ξεχωριστός αρχεύς π.χ. στο ήπαρ, στα πνευμόνια κ.τ.λ. Ο αρχεύς κυριαρχεί πάνω στην ύλη, τη μεταβάλλει, την τροποποιεί, την εξυψώνει και πραγματοποιεί κάθε είδους διεργασίες.
Ας δούμε ακόμα ένα απόσπασμα από τον Παράκελσο που προσδιορίζει περισσότερο πώς εννοεί το πνεύμα:²⁵
Όσον αφορά στον άνθρωπο, το σώμα του ονομάζεται αίμα και σάρκες, και αυτό που δεν είναι απτό σ’ αυτόν ονομάζεται πνεύμα. Έτσι ο άνθρωπος είναι [από τη μια μεριά] αίμα και σάρκες και [από την άλλη] πνεύμα. Τώρα, το αίμα και οι σάρκες δεν είναι ο άνθρωπος [καθ’ εαυτόν]. Το πνεύμα είναι ο άνθρωπος, γιατί το πνεύμα είναι η σοφία του ανθρώπου, η (συν)αίσθηση (Sinn), ο λόγος (Vernunft). Αυτά τα μέρη είναι ο άνθρωπος, το σώμα είναι ένα ζώο.
Το πνεύμα, τώρα, είναι υποκείμενο στο άστρο²⁶ και το σώμα είναι υποκείμενο στο πνεύμα. Έτσι το άστρο κυβερνά τον άνθρωπο στο πνεύμα, και το πνεύμα του ανθρώπου κυβερνά το σώμα στο αίμα και τις σάρκες του. Αυτό το πνεύμα είναι θνητό, γιατί δεν είναι η ψυχή, γιατί η ψυχή είναι κάτι άλλο, η ψυχή είναι πάνω από τη φύση.
Σ’ ένα άλλο απόσπασμα μπορούμε να δούμε ότι το φάρμακο έχει κι αυτό μια πνευματική διάσταση. Το φάρμακο, κατά τον Παράκελσο, δεν είναι η συγκεκριμένη «ουσία» που ζυγίζουμε, το χάπι ή το οποιοδήποτε (υλικό) παρασκεύασμα που παίρνουμε, αλλά είναι το πνευματικό στοιχείο που βρίσκεται μέσα σ’ αυτό:²⁷
Έτσι είναι και με το φάρμακο. Αυτό έχει δημιουργηθεί από το Θεό, δεν έχει όμως παρασκευασθεί μέχρι τέλους, αλλά είναι κρυμμένο μέσα στις σκουριές.²⁸ Έχει τώρα ανατεθεί στον ήφαιστο [vulcanus]²⁹ να αφαιρεί τις σκουριές από το φάρμακο. […] Αυτό που βλέπουν τα μάτια στο βότανο δεν είναι το φάρμακο – ή αυτά που βλέπουν στις πέτρες ή στα δέντρα. Βλέπουν μόνο τις σκουριές. Μέσα όμως, κάτω από τις σκουριές, εκεί βρίσκεται το φάρμακο. Πρέπει λοιπόν, πρώτα απ’ όλα, να αφαιρεθούν οι σκουριές από το φάρμακο και τότε θα έχουμε το φάρμακο. Αυτό είναι η αλχημεία και το λειτούργημα του ηφαίστου. Αυτός είναι ένας φαρμακοποιός, ένας φαρμακοτεχνίτης.
Γενικότερα, το έργο των αλχημιστών, όπως αναφέρουν οι ίδιοι στα κείμενά τους αποσκοπούσε σε μια «εξαΰλωση», σ’ έναν «εκπνευματισμό» της ύλης. Προσπαθούσαν δηλαδή να εξαγάγουν, να «απελευθερώσουν» ή να «συμπυκνώσουν» αυτό το πνευματικό στοιχείο, το δραστικό στοιχείο, αυτό που είναι αληθινά θεραπευτικό, που μπορεί να πραγματοποιήσει μια ίαση. Το έργο αυτό προϋπέθετε διάφορες διεργασίες συγκεκριμένες, υλικές: μέσα σε κατάλληλα δοχεία, συσκευές,³⁰ με την κατάλληλη θερμότητα, με αντιδραστήρια κ.τ.λ. – παρόλο που ο αλχημιστής έπρεπε παράλληλα να ακολουθεί μια πνευματική πορεία, μια πνευματική προσπάθεια, μια πνευματική άσκηση. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με προσπάθειες ανάδειξης αυτών των θαυμαστών ιδιοτήτων του πνεύματος, αυτών των πνευματικών ιδιοτήτων, μέσα από διαδικασίες, από δραστηριότητες που είχαν και μια σαφή υλική διάσταση. Η αλχημεία δηλαδή, όταν ασχολείται με την παρασκευή φαρμάκων, έχει διπλή όψη. Ο στόχος των αλχημιστών είναι η ανάδειξη των θαυμαστών θεραπευτικών πνευματικών δυνάμεων που βρίσκονται μέσα σε διάφορα προϊόντα της φύσης. Αυτό όμως συνεπάγεται, από την άλλη πλευρά, μια επαφή με την ύλη, χειρισμούς πάνω στην ύλη, που γίνονται ολοένα και περισσότερο πολύπλοκοι, ολοένα μεγαλύτερη εξοικείωση με την ύλη.
Και αυτές οι δραστηριότητες με τη διπλή τους όψη κατέληξαν εκεί που ξέρουμε. Μπορεί δηλαδή να υποστηρίξει κανείς, ότι αυτή η εξοικείωση με την ύλη και με τους χειρισμούς πάνω στην ύλη κατέληξε σ’ αυτή την κυριαρχία της ύλης, της υλικότητας, κάτι που είναι τόσο κοινό σήμερα.
Κατέληξε, π.χ., στο χώρο του φαρμάκου, να λέμε ότι φάρμακο είναι απλά αυτό το πράγμα που βλέπουμε, πιάνουμε, ζυγίζουμε, καθορίζουμε τη χημική του δομή, κ.τ.λ.
Ο όρος «spiritus» – στα Αγγλικά «spirit» – χρησιμοποιείται σήμερα για συγκεκριμένες χημικές ουσίες, η πιο κοινή από τις οποίες είναι το οινόπνευμα. Όμως, η χρήση αυτή των όρων «πνεύμα» ή «spiritus» δεν είναι τυχαία. Ο όρος «spiritus» για φάρμακα – και κυρίως για φάρμακα που παίρνουμε με απόσταξη³¹ – εμφανίζεται και επικρατεί στην Ευρώπη μια συγκεκριμένη εποχή. Αναφέρεται μάλλον για πρώτη φορά στη Λατινική έκδοση του Geber το 13ο αιώνα και στα γραπτά ενός αλχημιστή του 14ου αιώνα, του Johannes Rupecissa – ενώ την ίδια εποχή τα περισσότερα αλχημικά συγγράμματα χρησιμοποιούν για τα αποστάγματα άλλους όρους, όπως flores (άνθη), aqua (νερό) ή oleum (λάδι). Φαίνεται ότι και η επικράτηση του όρου spiritus στο χώρο της παρασκευής των φαρμάκων ήταν έργο του Παράκελσου. Στη συνέχεια τον όρο τον υιοθέτησαν οι ιατροχημικοί.
Στην εποχή της «επιστημονικής επανάστασης»
Αυτό που αναφέραμε πιο πάνω ως δύο όψεις των δραστηριοτήτων των αλχημιστών εξελίσσεται αργότερα σ’ ένα χάσμα ανάμεσα σε δύο στάσεις, δύο θεωρήσεις του κόσμου. Από τη μια μεριά είναι αυτοί που, όπως ο Παράκελσος και όσοι τον ακολουθούν, αποσκοπούν, με τους χειρισμούς τους, στην ανάδειξη του πνευματικού στοιχείου. Από την άλλη είναι εκείνοι που βλέπουν, στους χειρισμούς τους, απλά την ύλη και τα υλικά φαινόμενα. Αυτή η διάσταση, αυτό το χάσμα μπορούμε να πούμε ότι διατηρήθηκε, σε όλη του την ένταση, καθ’ όλη την «επιστημονική επανάσταση».
Το πνεύμα πάντως συνεχίζει να αναφέρεται παντού. Το συναντάμε και στο Novum Organum του Francis Bacon:³²
«Επομένως, πρέπει να πραγματοποιηθεί ένας διαχωρισμός και μια διάλυση των σωμάτων, όχι με τη φωτιά, αλλά με τη λογική (reasoning) και την αληθινή επαγωγή και με τη βοήθεια πειραμάτων. […] Π.χ. πρέπει να εξετάζουμε ποια ποσότητα πνεύματος υπάρχει σε κάθε σώμα και ποια ποσότητα απτής ουσίας (essence). Και για το πνεύμα, αν είναι άφθονο και σφριγηλό ή ισχνό και λιγοστό. Αν είναι λεπτό ή αδρό, αν συγγενεύει με τον αέρα ή με τη φωτιά, αν είναι ζωηρό ή νωθρό, ισχυρό ή ασθενικό, ορθόδρομο (progressive) ή ανάδρομο, διακεκομμένο ή συνεχές, αν βρίσκεται σε συμφωνία ή διαφωνία με τα εξωτερικά αντικείμενα ή τα αντικείμενα του περιβάλλοντος κ.τ.λ. Με παρόμοιο τρόπο πρέπει να εξετάζουμε την απτή ουσία (η οποία επιδέχεται κι αυτή τόσες διαφοροποιήσεις όσες και το πνεύμα) ως προς τα περιβλήματά της, τις ίνες της, τα είδη της υφής της. Στην ίδια έρευνα ανήκει επιπλέον η διάταξη (disposition) του πνεύματος μέσα σε όλο το σωματικό πλαίσιο, με τους πόρους του, τις διόδους του, τις φλέβες και τα κύτταρα (cells), καθώς και οι υποτυπώδεις ή πρώτες απόπειρες του οργανωμένου σώματος. Αλλά και γι’ αυτές τις έρευνες και – θα μπορούσα να ειπώ – για κάθε ανακάλυψη σχετικά με τη λανθάνουσα διαμόρφωση (latent configuration) ένα αληθινό και λαμπρό φως παρέχεται από τα πρωταρχικά αξιώματα – ένα φως που διαλύει εντελώς το σκοτάδι.»
Την ίδια εποχή με τον Bacon, ο Robert Fludd (1574 – 1637), ένας συμπατριώτης του Bacon, διάσημος γιατρός, αλχημιστής, φιλόσοφος, καταγράφει τα αποτελέσματα ενός πειράματός του, με το οποίο θέλει να αποδείξει την ύπαρξη του πνεύματος. Ο Fludd βρέθηκε στο επίκεντρο μιας διαμάχης που προκλήθηκε με τη δημοσίευση των Ροδοσταυρικών μανιφέστων.³³ Υπέστη πολλές επιθέσεις, επειδή ήταν από τους βασικούς υποστηρικτές αυτών των μανιφέστων, κι έγραψε διάφορα κείμενα για να αμυνθεί και να αντικρούσει τους κατηγόρους του. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και το Philosophical Key (Φιλοσοφική Κλείς) που γράφτηκε το 1618 ή 1619. Στο βιβλίο αυτό ο Fludd αρχικά υποστηρίζει τις ιδέες του με επιχειρήματα από την Αγία Γραφή και την κλασσική φιλοσοφία. Έπειτα συνεχίζει και λέει ότι – αφού τις υποστήριξε πρώτα σε σοβαρό επίπεδο – θα τις υποστηρίξει τώρα:
«με εύκολες και οικείες και ορατές επιδείξεις, με το δάχτυλο-δείκτη της εμπειρίας, που μπορεί να διδάξει τους χοντροκομμένους και τους χωριάτες, ακόμα και τους εντελώς ανόητους».³⁴
Με σκοπό, επομένως, να διδάξει τους «χοντροκομμένους» και τους «εντελώς ανόητους» ξεκινάει ένα μεγαλεπήβολο πείραμα για να απομονώσει το πνεύμα από τους κόκκους του σταριού. Ο Fludd υποστήριζε ότι το καλύτερο υλικό, από το οποίο θα μπορούσε κανείς να απομονώσει το πνεύμα, ήταν το αρτηριακό αίμα (το αρτηριακό γιατί, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, περιέχει τα ζωτικά πνεύματα κ.τ.λ.). Επειδή όμως δεν ήθελε να χειριστεί το ανθρώπινο αίμα, προσπάθησε να απομονώσει το πνεύμα από τους κόκκους του σιταριού. Το σιτάρι είναι, όπως αναφέρει, η κορωνίδα των τροφών, αντιστοιχεί στον ήλιο, παίρνει τις δυνάμεις του από τον ήλιο και είναι «η σημαντικότερη και υγιεινότερη τροφή για τον άνθρωπο». Οι σπόροι του σιταριού υποβλήθηκαν, από τον Fludd, σε μια επεξεργασία, στην οποία, με μια ήπια θερμότητα, υφίστανται μια αποσύνθεση – αυτό που, στην αλχημεία, ονομάζεται putrefactio. Ακολουθεί ένα είδος απόσταξης («κοσμικής απόσταξης»). Στην εικόνα που παραθέτει στο βιβλίο του η φωτιά βρίσκεται μέσα στη γη, το δοχείο, όπου θερμαίνεται το υλικό, εν μέρει μέσα στη γη, ο καπνός (ή ατμός) ανεβαίνει προς τα επάνω κι έπειτα κατεβαίνει μόνος του προς τα κάτω και «συμπυκνώνεται».
Ακολουθούν διάφοροι άλλοι χειρισμοί, με τους οποίους απομονώνονται δύο προϊόντα: Το ένα το ονομάζει «πτητικόν άλας» (volatile salt) ή «καθαρό πτητικό άλας» – κι αυτό είναι το απομονωμένο πνεύμα. Είναι μια λευκή κρυσταλλική ουσία που μοιάζει με κρυστάλλους χιονιού ή με κόκκους χαλαζιού. Με μια παράλληλη επεξεργασία, από τα υπολείμματα που μένουν κάθε φορά από τις διάφορες αποστάξεις, παρασκευάζει την «πεμπτουσία του σιταριού» (quintessence of wheat). Δεν είναι εντελώς σαφές ποια ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσά τους, αλλά φαίνεται ότι και η πεμπτουσία έχει μέσα της πνεύμα, αλλά δεν είναι καθαρό πνεύμα.³⁵
Μετά από όλα αυτά, ο Fludd παραθέτει μια σειρά δεδομένων που, σύμφωνα με τον ίδιο, αποδεικνύουν, ότι αυτό που απομόνωσε είναι πράγματι πνεύμα. Με την επίδραση μιας ελάχιστης, ήπιας θερμότητας, το άλας μεταμορφωνόταν σ’ έναν «χρυσαφί χυμό» που ήταν τόσο ευχάριστος στην όψη, όσο ο «πόσιμος χρυσός».³⁶ Όταν ο χυμός αυτός εκτίθετο στις ακτίνες του ήλιου μέσα σε μια αποστακτική συσκευή, μετατρεπόταν σε λίγες ώρες σ’ ένα βάμμα (ένα υγρό) με κόκκινο-ρουμπινί χρώμα που γινόταν ολοένα εντονότερο, όσο παρατεινόταν η έκθεση. Η ερμηνεία εδώ ήταν ότι υπήρχε μια συγγένεια, μια συμπάθεια, μέσω της οποίας το υγρό έπαιρνε μέσα του τη φωτιά του ήλιου.
Μια δεύτερη απόδειξη: Όταν ένας κόκκος σταριού τοποθετήθηκε μέσα στο υγρό που προερχόταν από το πνεύμα και «έκανε λουτρό μέσα στο ίδιο το αίμα του»,³⁷ μετά από λίγες μέρες είχε «καθαρθεί από τη σκοτεινιά του» και είχε γίνει «πολύ διαφανής και διαυγής» – κάτι δηλαδή σαν πολύτιμος λίθος. Μια ακόμα, αρκετά εντυπωσιακή, απόδειξη είναι η εξής: Ο τεχνίτης που τον βοηθούσε είχε ρίξει το υπόλειμμα από τη δεύτερη απόσταξη σ’ ένα πήλινο δοχείο, το οποίο έπειτα είχε σκεπάσει με μια απλή λεπτή σιδερένια λαμαρίνα κι εκεί έμεινε, χωρίς καμία άλλη επέμβαση, για πέντε περίπου εβδομάδες. Τότε είδαν ότι «είχε διαπεράσει τη λαμαρίνα» και είχε παράγει «δέκα χιλιάδες λογχοειδή φύλλα με χρώμα σαν του κρόκου». Αυτές οι «μορφοποιητικές» δυνάμεις, οι δυνάμεις του πνεύματος – γιατί το πνεύμα είναι αυτό που κάνει το σιτάρι να φυτρώνει – κάνουν το υπόλειμμα να φυτρώνει, μ’ αυτό το θαυμαστό τρόπο, μέσα από τη σιδερένια λαμαρίνα. Κι αυτό που φυτρώνει διαπερνάει τη λαμαρίνα, όπως το σιτάρι διαπερνάει τη γη, όταν φυτρώνει.
Στη διάρκεια των διεργασιών για την παρασκευή της πεμπτουσίας, κάποιος άδειασε ένα μέρος του υλικού που δεν χρειαζόταν πλέον σ’ ένα μεγάλο λίθινο αγγείο που ήταν για να μαζεύει το νερό της βροχής. Μετά από λίγες μέρες, ο συγγραφέας παρατήρησε ότι το νερό ήταν γεμάτο από «σκουλήκια με παράξενο σχήμα, [….] πολύ μακριά και λεπτά με χρώμα λευκό, έτσι ώστε αμέσως κατάλαβα ότι προέρχονταν από αυτή τη ζωοποιητική φύση [την πεμπτουσία], γιατί πριν ούτε ένα τέτοιο ζώο δεν είχε βρεθεί ποτέ σ’ αυτό το δοχείο». Η πεμπτουσία είχε και αξιοθαύμαστες θεραπευτικές ιδιότητες. Με μια μόνο επάλειψη ο Fludd θεραπεύτηκε οριστικά από μια επώδυνη αρθροπάθεια του χεριού του που τον βασάνιζε εκείνον τον καιρό. Ομολογεί όμως «με ντροπή», ότι τη χρησιμοποίησε μόνο αυτή τη μια φορά για θεραπευτικούς σκοπούς.
Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι παρατηρήσεις του Fludd γίνονται με μεγάλη ακρίβεια, αντικειμενικότητα και επιστημονικότητα. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, με το οποίο θα μπορούσε να διαφοροποιήσει κανείς – ή να θεωρήσει υποδεέστερες – τις παρατηρήσεις αυτές, σε σύγκριση με παρατηρήσεις και πειράματα άλλων επιστημόνων της ίδιας εποχής, εκείνων που θεωρούνται ότι θεμελίωσαν τη σύγχρονη επιστήμη. Παραμένει βέβαια το γεγονός, ότι οι παρατηρήσεις αυτών των τελευταίων συνήθως βρίσκονται σε συμφωνία με τις σημερινές μας επιστημονικές αντιλήψεις, ενώ αυτές του Fludd (και άλλων βέβαια της ίδιας εποχής) απορρίπτονται σήμερα ως εξωπραγματικές ή ως προϊόντα φαντασίας.
Η εξέλιξη των αντιλήψεων για το πνεύμα
Εδώ τελειώνει η αφήγησή μας για το πνεύμα. Τα χρόνια που ακολούθησαν συνέβησαν διάφορα πράγματα που δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε εδώ. Ο G.E. Stahl (1660-1734), αντιδρώντας στις κάποιες υλιστικές τάσεις που είχαν αρχίσει να διαδίδονται, διατυπώνει τη δική του θεωρία, στην οποία κυριαρχεί η ψυχή, είναι πανταχού παρούσα και κατευθύνει όλες διεργασίες της ζωής, ενώ το πνεύμα δεν υπάρχει πλέον ως κάτι ξεχωριστό. Στην εποχή του Διαφωτισμού ο J.O. de La Mettrie (1709-1751) υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι μηχανή. Εδώ δεν υπάρχει πλέον καμία θέση ούτε για ψυχή ούτε για πνεύμα. Και παρόλο που υπήρξαν στη συνέχεια πολλές και διάφορες αντιδράσεις (π.χ. το ρομαντικό κίνημα στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα) η πορεία φαίνεται μάλλον να έχει προδιαγραφεί.
Πριν τελειώσω, θα ήθελα να διατυπώσω, προσωρινά και δοκιμαστικά, ένα γενικό σχήμα της εξέλιξης αυτών των αντιλήψεων. Θα μπορούσαμε, πολύ σχηματικά, να πούμε, ότι ξεκινάμε από μια κατάσταση, όπου ο κόσμος είναι κάτι το ενιαίο, όπου ουσιαστικά δεν γίνεται καμία διάκριση, καμία διαφοροποίηση ανάμεσα στο υλικό και το μη-υλικό. Αυτό θα μπορούσε να αντιστοιχεί με αυτό που περιέγραφε η αλχημική ρήση: «εν το παν». Μέσα σ’ αυτό το ενιαίο υπάρχουν τα πάντα, ακόμη και ιδιότητες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ‘ψυχικές’ ή ‘πνευματικές’.
Αργότερα αρχίζουν να ξεχωρίζουν απ’ αυτό το ενιαίο, κατά κάποιον τρόπο, βαθμιαία, διάφορα πράγματα – να ξεχωρίζει κάτι που αποκτάει περισσότερο ‘υλικές ιδιότητες’, κάτι άλλο που αποκτάει περισσότερο ‘πνευματικές ιδιότητες’. Δεν θα επιχειρήσουμε να παρακολουθήσουμε εδώ πιο συστηματικά τις φάσεις αυτής της εξέλιξης. Κάποια χαρακτηριστικά της σκιαγραφούνται στην αφήγηση που έχει προηγηθεί. Η κατάληξη ήταν ο πλήρης αποχωρισμός αυτών των δύο, ο πλήρης αποχωρισμός του πνευματικού από το υλικό στοιχείο και, τελικά, η εξαφάνιση του πνευματικού.
Αυτή η πορεία θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν μια ‘φυσιολογική’, μια ‘νόμιμη’ πορεία, ότι ήταν ίσως αναγκαία και ότι έχει προσφέρει αρκετά πράγματα στην εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Το πρόβλημα είναι, αν επιτρέπεται να ξεχνάει κανείς την προέλευση αυτών των ‘συστατικών του κόσμου’, να ξεχνάει ότι αυτό που, σε κάποια κατοπινή ιστορική φάση, ονομάζεται ύλη – και η ύπαρξή του θεωρείται από τότε κάτι το αυτονόητο – έχει προέλθει μέσα από μια διεργασία, κατά τη διάρκεια της οποίας απομονώθηκε, ξεχωρίστηκε από κάτι συνολικό και ενιαίο – και ότι χρωστάει την ύπαρξή του σ’ αυτή την προέλευση. Το τονίζω αυτό περισσότερο αναφορικά με την ύλη, γιατί αυτή είναι που έχει τις περισσότερες (ή όλες) τις αξιώσεις σήμερα. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε βέβαια να ειπωθεί και προς την άλλη κατεύθυνση. Τι θα ήταν π.χ. μια ψυχή που θα ήταν τελείως ξεχωριστή, χωρίς καμία επαφή με τον υλικό κόσμο, μια ψυχή με μια αυτόνομη ύπαρξη; Αλλά ενώ στο ερώτημα αυτό οι περισσότεροι θα ήταν έτοιμοι να δώσουν αρνητική απάντηση, ότι δηλαδή δεν έχει νόημα να μιλάμε για μια τέτοια ψυχή, δέχονται, από την άλλη μεριά την ‘καθαρή’ ύλη σαν κάτι αυτονόητο και καθόλου προβληματικό.
Σημειώσεις
1 Με λόγια για τα οποία πολύ χαίρονται και αγάλλονται οι σημερινοί νευροεπιστήμονες. 2 Ιπποκράτης, Περί ιερής νούσου, 19. Η παράθεση των Ιπποκρατικών κειμένων γίνεται σύμφωνα με την έκδοση της Loeb Classical Library. 3 Περί σαρκών, 2. 4 Αέτιος Ι, 3, 4. Οι παραθέσεις των κειμένων των προσωκρατικών είναι από το G.S. Kirk, J.E. Raven, M. Schofield: Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι (μετ. Δ. Κούρτοβικ) Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ., 1990. 5 Σιμπλίκιος, Απόσπ. 4, εις Φυσικά 152, 18. 6 Περί φυσών, 3.
7 Βλ. Αριστοτέλης, Περί ζώων κινήσεως, 703a, 4 κ.ε. 8 Για τον Ποσειδώνιο, τους πνευματικούς γιατρούς και τις απόψεις τους για το πνεύμα βλ. Marielene Putscher, Pneuma, Spiritus, Geist. Wiesbaden: F. Steiner, 1973, σ. 35 κ.ε. 9 Για τις σχετικές απόψεις του Fernel βλ. Putscher, ό.π., σ. 196-97, K.E. Rothschuh, History of Physiology (transl. by G.B. Risse), Krieger, 1973, σ. 52 κ.ε. 10 Αυτή η διαφορά ανάμεσα στις απόψεις του Γαληνού και στις απόψεις άλλων, κυρίως μεταγενεστέρων του, έχει ενδιαφέρον γιατί δείχνει μια συνέχεια ανάμεσα στην ύλη και στο μη υλικό, καθώς τα όρια ανάμεσα στα δύο είναι ρευστά και μετακινούμενα, ακόμα και μέσα στην ίδια σχολή φιλοσοφικής σκέψης. Για τις σχετικές απόψεις του Γαληνού βλ. Putscher, ό.π., σ. 9 κ.ε., V. Nutton, Ancient Medicine. Routledge, 2004, σ. 233 κ.ε. 11 Παρατηρούμε τη συνέχεια και τη σύνδεση που υπάρχει με τις απόψεις του Ιπποκρατικού κειμένου που αναφέραμε πιο πάνω. 12 Βλ. Αγίου Γρηγορίου Νύσσης: Περί κατασκευής του ανθρώπου. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Αρχιμ. Παγκρατίου Μπρούσαλη. Κατερίνη: Εκδόσεις “Τέρτιος”, 1992. Το σχετικό χωρίο έχει ως εξής: Διά τούτο πρώτον μετά την άψυχον ύλην οίον υποβάθραν τινά της των εμψύχων ιδέας την φυσικήν ταύτην ζωήν συστήναι λέγει ο νομοθέτης, εν τη των φυτών βλάστη προυποστάσαν· είθ’ ούτως επάγει των κατ’ αίσθησιν διοικουμένων την γένεσιν· και επειδή κατά την αυτήν ακολουθίαν, των διά σαρκός την ζωήν ειληφότων, τα μέν αισθητικά και δίχα της νοεράς φύσεως εφ’ εαυτών είναι δύναται, το δε λογικόν ουκ αν ετέρως γένοιτο εν σώματι, ει μή τω αισθητώ συγκραθείη· διά τούτο τελευταίος μετά τα βλαστήματα και τα βοτά κατεσκευάσθη ο άνθρωπος, οδώ τινί προς το τέλειον ακολούθως προϊόντος της φύσεως· διά πάσης γάρ ιδέας των ψυχών κατακιρνάται το λογικόν τούτο ζώον, ο άνθρωπος· τρέφεται μεν γαρ κατά το φυσικόν της ψυχής είδος· τη δε αυξητική δυνάμει η αισθητική προσεφύη, μέσως έχουσα κατά την ιδίαν φύσιν της τε νοεράς και της υλωδεστέρας ουσίας· τοσούτω παχυμερεστέρα ταύτης όσω καθαρωτέρα εκείνης είτα τις γίνεται προς το λεπτόν και φωτοειδές της αισθητικής φύσεως η της νοεράς ουσίας οικείωσίς τε και ανάκρασις· ως εν τρισί τούτοις τον άνθρωπον την σύστασιν έχειν· καθώς και παρά του αποστόλου το τοιούτον εμάθομεν, εν οις προς τους Εφεσίους έφη, επευχόμενος αυτοίς την ολοτελή χάριν του σώματος και της ψυχής και του πνεύματος εν τη παρουσία του Κυρίου φυλαχθήναι· αντί του θρεπτικού μέρους το σώμα λέγων, το δε αισθητικόν τη ψυχή διασημαίνων, το νοερόν δε τω πνεύματι· ωσαύτως και τον γραμματέα διά του ευαγγελίου παιδεύει ο Κύριος, πάσης εντολής προτιθέναι την εις Θεόν αγάπην την εξ όλης καρδίας και ψυχής και διανοίας ενεργουμένην· και γαρ ενταύθα την αυτήν δοκεί μοι διαφοράν ερμηνεύειν ο λόγος, την μεν σωματικωτέραν κατάστασιν καρδίαν ειπών, ψυχήν δε την μέσην, διάνοιαν δε την υψηλοτέραν φύσιν, την νοεράν τε και διανοητικήν δύναμιν. (κεφ. 8, παρ. 5) 13 Στη Χριστιανική εκκλησία υπήρχε, περίπου από την αρχή, μια διαμάχη γύρω από το αν η φύση του ανθρώπου είναι τρισυπόστατη ή δισυπόστατη. Τελικά, και αρκετά γρήγορα, επικράτησε η άποψη (με τη μορφή δόγματος) ότι ο άνθρωπος έχει μόνο δύο μέρη: ψυχή και σώμα, και τίποτα άλλο. Και εδώ ο Γρηγόριος ο Νύσσης αυτή την άποψη υποστηρίζει. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι την τριπλή διαίρεση, το τρισυπόστατο, την τοποθετεί μέσα στην ψυχή, ενώ παράλληλα κάποια μέρη της ψυχής γίνονται αρκετά υλικά. Και επειδή στα σημαντικά επιχειρήματα της αντίθετης άποψης (για το τρισυπόστατο του ανθρώπου) περιλαμβάνονται κάποια αποσπάσματα της Καινής Διαθήκης (κυρίως του Αποστόλου Παύλου), όπου αναφέρονται για τον άνθρωπο τρία: σώμα, ψυχή, πνεύμα (ή καρδία, ψυχή, πνεύμα), ο συγγραφέας υποστηρίζει εδώ ότι όταν π.χ. ο Παύλος αναφέρει σώμα, ψυχή και πνεύμα, ουσιαστικά εννοεί τα τρία μέρη της ψυχής: το υλωδέστερο το ονομάζει σώμα, το μεσαίο ψυχή και το ανώτερο πνεύμα. 14 Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά. B4, 1000 b, 6-9. 15 Η μετάφραση είναι από το G.S. Kirk κ.ά., ό.π., σ. 319. 16 Γαληνός, Περί Ιπποκράτους και Πλάτωνος δογμάτων, Γ, K.V, σ. 287. 17 Γαληνός, Περί φιλοσόφων ιστορίας, K. XIX, σ. 254. 18 Γαληνός, Όροι ιατρικοί, K. XIX, σ. 386. 19 Βλ. H. Saake, άρθρο: Pneuma, Pauly’s Realencyclopädie, Suppl. XIV, στ. 387-412. 20 Βλ. υποσημ. 12 και 13. 21 Βλ. Putscher, ό.π., σ. 71 κ.ε. Οι εικόνες είναι από νεώτερη έκδοση του βιβλίου που έγινε το 17ο αιώνα. Η διάκριση όμως για την οποία μιλάμε αναφέρεται και στα κείμενα του βιβλίου. 22 Liber meteororum. Η μετάφραση έγινε από την έκδοση του W.-E. Peuckert, Paracelsus: Die Geheimnisse. Ein Lesebuch aus seinen Schriften. Knaur, 1990, σ. 78. 23 Ο Παράκελσος χρησιμοποιεί για το πνεύμα και το Γερμανικό (Geist) και το Λατινικό όρο (spiritus). 24 Από την Ελληνική λέξη ‘άρχω’. Είναι αυτός που άρχει, που κυβερνά (π.χ. τις σωματικές λειτουργίες). σύναψις 03 [άνοιξη 06] αναδρομές. 25 Ein mantischer Entwurf (από Peuckert, ό.π., σ. 153). 26 Το άστρο (astrum), μια βασικά έννοια στον Παράκελσο, δεν είναι το αστέρι που βλέπουμε, είναι – θα λέγαμε, πολύ αδρά – το πνεύμα του άστρου. 27 Βλ. Παράκελσος, Ο λαβύρινθος των πλανημένων γιατρών (Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Γ. Παπαδόπουλος). Αθήνα: Παπαζήσης 2002, σ. 100. 28 Οι ‘σκουριές’ είναι μεταφορά από τα ορυχεία και τη μεταλλουργία, όπου πρέπει να απομακρύνει κανείς τις σκουριές για να εμφανιστεί το μέταλλο. Ο Παράκελσος είχε αρκετή εμπειρία από ορυχεία και τις δραστηριότητες των μεταλλωρύχων. 29 Ο ‘ήφαιστος’ (vulcanus) είναι κάτι σαν τον αρχέα, αλλά βρίσκεται, γενικά, έξω από τον άνθρωπο, ενώ ο αρχεύς είναι μέσα στον άνθρωπο. Μεταφορικά είναι ο αλχημιστής, ο τεχνίτης της φωτιάς. 30 Η απόσταξη είναι μια διαδικασία που υπενθυμίζει (ακόμα και με τη μορφή των συσκευών που χρησιμοποιούνταν για αυτήν) την άνοδο προς το πνευματικό. 31 Για τη χρήση του όρου spiritus στη φαρμακευτική βλ. E. Hickel: Der Spiritus-Begriff in der Pharmazie des 17. Jahrhunderts und die Neuorientierung der Hirnforschung. Cassella-Riedel Archiv, Wissenschaftliche Reihe – Cerebrum 1(1977): 2 – 18. 32 Όπως παρατίθεται στο M. Putscher, ό.π., σ. 210. 33 Για τα Ροδοσταυρικά μανιφέστα, τις διαμάχες που προκλήθηκαν με τη δημοσίευσή τους και όλη την ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης βλ. F. Yates: The Rosicrucian Enlightenment, Routledge, 1986. Rosenkreuz als europäisches Phänomen im 17. Jahrhundert (Herausgegeben von der Bibliotheca Philosophica Hermetica), In de Pelikan, 2002. 34 Βλ. A. Debus: Chemistry and the quest for a material spirit of life in the seventeenth century. Στο: M. Fattori & M. Bianchi (eds.) Spiritus: IVo Colloquio Internationale del Lessico Intellettuale Europeo (Roma, 1983), Roma: Edizioni dell’ Ateneo, 1984, σ. 245-263. Γενικότερα, για το πείραμα του Fludd και το Philosophical Key βλ. το ίδιο άρθρο και το C.H. Josten: Robert Fludd’s “Philosophicall Key” and his alchemical experiment on wheat, Ambix XI (1963) 1-23. Από τα άρθρα αυτά κυρίως έχουν παρθεί και τα στοιχεία που παρατίθενται εδώ. 35 Παραδοσιακά, η πεμπτουσία είναι το πέμπτο στοιχείο μετά τα τέσσερα – γη, νερό, αέρα, φωτιά. Είναι το πέμπτο και το πνευματικότερο στοιχείο. 36 Ο πότιμος χρυσός (aurum potabile, πόσιμος χρυσός) ήταν χρυσός που είχε παρασκευασθεί, με αλχημικές μεθόδους, σε πόσιμη μορφή – κάτι που αναφέρεται ως εξαιρετικά θαυμαστό φάρμακο. Ο όρος ‘πότιμος χρυσός’ είχε καθιερωθεί από τους πρώτους Έλληνες αλχημιστές της Ελληνιστικής εποχής. 37 «Να κάνει λουτρό μέσα στο αίμα του» είναι μια αρκετά συχνή περιγραφή σε αλχημικά κείμενα και αντιστοιχεί σε κάποιες αλχημικές διεργασίες.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.