Ειρήνη Σκαλιώρα
Επίκουρος Καθηγήτρια Φυσιολογίας
στο Πανεπιστήμιο Πατρών.
σύναψις 03 [2006 – τόμος 03]
Η ιστορία των νευροεπιστημών –όπως άλλωστε κάθε ιστορία– παραπέμπει αναπόφευκτα στο συχνά αυθαίρετο θέμα της αφετηρίας. Πότε ξεκινά η επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της τη μελέτη του νευρικού συστήματος; Με την πρώτη Εταιρεία που ιδρύεται το 1970 στην Αμερική; Στις αρχές του 20ού αιώνα με τον Ramón y Cajal, που αναφέρεται ως ιδρυτής του κλάδου, σε πολλές σύγχρονες επιστημονικές εργασίες; Ή μήπως πολύ νωρίτερα, όταν πρωτογίνεται λόγος για νευρικό σύστημα, στην αρχαία Ελλάδα; Ή, ακόμη νωρίτερα, με τον αιγυπτιακό πάπυρο του Edwin Smith (1700 π.Χ.), όπου αναφέρεται για πρώτη φορά η λέξη εγκέφαλος; Όλες αυτές οι εποχές, αν και σε διαφορετικό πλαίσιο η κάθε μία, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τον τίτλο αφετηρίας. Σε ό,τι με αφορά, επέλεξα να επικεντρωθώ στην περίοδο κατά την οποία θεωρώ ότι οι νευροεπιστήμες (αρχίζουν να) μπαίνουν στην σημερινή τους βάση, δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό, θα εστιάσω την προσοχή μου σε ένα από τα πλέον κεντρικά, όπως θα φανεί στη συνέχεια, θέματα, στον «εγκεφαλικό εντοπισμό» – με άλλα λόγια, στο εάν και κατά πόσο οι λειτουργίες του νου μπορούν να εντοπισθούν σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου.
Ως τα τέλη του 18ου αιώνα, η επικρατούσα εικόνα για το νευρικό σύστημα (ΝΣ) ήταν λίγο πολύ αυτή του Γαληνού (130-200 μ.Χ.), που διατηρήθηκε με μικρές διαφορές έως τον Albrecht von Haller (τον 18ο αιώνα). Υπήρξαν βέβαια κάποιοι που προσπάθησαν κατά καιρούς να διαφοροποιηθούν, π.χ. ο Andreas Vesalius στα μέσα του 16ου, ο Thomas Willis¹ τον 17ο και ο François Pourfour du Petit τον 18ο, αλλά οι απόψεις τους δεν προκάλεσαν «αλλαγή παραδείγματος»,² θα τους άξιζε, βέβαια, σε μία άλλη ευκαιρία, μια εκτενέστερη αναφορά. Οι περισσότεροι συνέχιζαν να πιστεύουν ότι ο εγκέφαλος μπορεί μεν να κατείχε κεντρική θέση ως προς τις λειτουργίες νόησης και συμπεριφοράς του ανθρώπου, αλλά δεν μπορούσε να τις δημιουργήσει. Ήταν δηλαδή αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι και ικανή. Γινόταν ακόμη πολύς λόγος για πνεύματα, που παράγονταν στις κοιλίες και διοχετεύονταν στα διάφορα σημεία του σώματος. Οι ιδέες περί δομής και οργάνωσης του ΝΣ ήταν αρκετά συγκεχυμένες. Δεν υπήρχε διαχωρισμός κεντρικού και περιφερικού ΝΣ, ο νωτιαίος μυελός και τα νεύρα θεωρούνταν απλές απολήξεις του εγκεφάλου χωρίς δική τους αυτονομία (Clarke and Jacyna, 1987). Οι γνώσεις για την μικροσκοπική οργάνωση του ΝΣ ήταν ανύπαρκτες. Όσον αφορά το θέμα που μας ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα, τον καταμερισμό εργασίας και τον εντοπισμό λειτουργιών, επικρατούσε η άποψη της «ισοδυναμίας» του Haller, που ισχυριζόταν ότι όλες οι περιοχές του εγκεφάλου λειτουργούν από κοινού και ότι, αν υπάρξει κάποια βλάβη σε μια περιοχή, το έργο της θα το αναλάβει κάποια άλλη (Neuburger, 1981).
Αυτή η εικόνα άντεξε έως περίπου τις αρχές του 19ου αιώνα. Πολλά ήταν αυτά που άλλαξαν τότε και πολλαπλές οι αιτίες για αυτές τις αλλαγές, αλλά το πιο σημαντικό για το θέμα μας είναι η εμφάνιση του διαπρέψαντος στη Γαλλία αυστριακού Franz Josef Gall (1758-1828), που θα προκαλέσει, στην αυγή του 19ου αιώνα, μια μετατόπιση –θα μπορούσε να πει κανείς– στις ιδέες περί εγκεφαλικού εντοπισμού. Να προσθέσω παρενθετικά ότι, βεβαίως, ποτέ κανείς δεν δρα εν κενώ, ούτε και μόνος του. Άλλωστε, όπως ήδη έχει λεχθεί, η ιδέα των απαρχών είναι εύθραυστη, με την έννοια ότι πάντα μπορεί να βρει κανείς κάτι που να προϋπήρξε της θεωρούμενης ως αρχής. Παρ’ όλα αυτά, όταν κοιτάει προς τα πίσω για να χαρτογραφήσει μια πορεία, αναγκάζεται κανείς να βάλει σημάδια που να χαράζουν κάποιο μονοπάτι. Με αυτήν τη διευκρίνιση συνεχίζω, επιμένοντας πως ο συγκεκριμένος κύριος έχει αποκομίσει, δικαίως και για πολλούς λόγους, τον χαρακτηρισμό του ορόσημου.
Ο Gall λοιπόν, όπως είναι ευρέως γνωστό, έχει μείνει στην Ιστορία ως ο άνθρωπος που ξεκίνησε την υπόθεση της Οργανολογίας / Φρενολογίας³ –σύμφωνα με την οποία ο χαρακτήρας και η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου είναι προϊόν ή άθροισμα συγκεκριμένων, ξεχωριστών (27 τον αριθμό) «ιδιοτήτων» (facultés τις ονομάζει ο Gall). Η κάθε μία από αυτές τις ιδιότητες έχει την έδρα της σε συγκεκριμένο όργανο που εντοπίζεται με ακρίβεια στην επιφάνεια του εγκεφάλου, και το μέγεθος του κάθε οργάνου συνδέεται με την ποσότητα της κάθε ιδιότητας που διαθέτει το συγκεκριμένο άτομο. Ο Gall προχώρησε ακόμη ένα βήμα (ή μάλλον έκανε ένα άλμα), ισχυριζόμενος ότι μπορεί κανείς, ψηλαφώντας το εξωτερικό του κρανίου, να αποφανθεί για το κατά πόσο το κάθε όργανο είναι ανεπτυγμένο ή όχι, και κατά συνέπεια, να βγάλει συμπεράσματα για την προσωπικότητα του ατόμου. Αυτή, πολύ συνοπτικά, είναι η εικόνα της Φρενολογίας/Οργανολογίας που βρίσκει κανείς στα περισσότερα λεξικά, ιστοσελίδες και βιβλία, ή και διδάσκεται σε πανεπιστημιακά μαθήματα, συνοδευόμενη από την απαραίτητη δόση ειρωνείας και σχόλια του τύπου «βρε για κοίτα τι χαζομάρες πίστευε ο κόσμος τότε» και με την υπο-νοούμενη ή και απερίφραστα εκφραζόμενη πεποίθηση ότι «εμείς τώρα ξέρουμε». Αυτή βέβαια είναι η γελοιογραφική εκδοχή της θεωρίας του Gall και ως τέτοια δεν παρουσιάζει ούτε (νευρο)επιστημονικό, αλλά ούτε και ιστορικό ενδιαφέρον.
Αν κοιτάξει κανείς τον χωροχρόνο της εποχής και το τι ακριβώς προσπάθησε να κάνει ο Gall, σε εκείνο το πλαίσιο, το πράγμα αποκτά άλλο ενδιαφέρον. Δεν θα κάνω πλήρη ανασκόπηση των αρχών του 19ου αιώνα, απλά θα δώσω τα εξής τρία στοιχεία πλαισίωσης:
1. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η επικρατούσα άποψη ήταν εκείνη του Haller κατά την οποία ο εγκέφαλος είναι ομοιογενής και όλες οι λειτουργίες εξαρτώνται από όλον τον εγκέφαλο (Clarke and Jacyna, 1987). Η άποψη αυτή βασιζόταν σε λάθος δεδομένα, που όπως έχει πει και ο Δαρβίνος, είναι πολύ πιο «επικίνδυνα» από τις λάθος θεωρίες γιατί αυτά αντέχουν στον χρόνο. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς κατέληξε στα συμπεράσματά του. Ο Haller μελετούσε το ΝΣ έχοντας θέσει το εξής ερώτημα: ποιες περιοχές του εγκεφάλου δείχνουν «ευερεθιστότητα» (irritabilitas), δηλαδή προκαλούν σύσπαση μέρους του σώματος, όταν ερεθιστούν, και ποιες παρουσιάζουν «αισθητικότητα» (sensibilitas), δηλαδή προκαλούν κάποιας μορφής αίσθηση ή ψυχική παράσταση, όταν ερεθιστούν με κάποιο τρόπο. Με άλλα λόγια, εξέταζε πειραματικά τις βασικές φυσιολογικές ιδιότητες των διαφόρων τμημάτων του ΝΣ, και όχι την λειτουργία τους ως όργανα. Πίστευε ότι το ερώτημα «ποια όργανα ανήκουν στην μία ή στην άλλη κατηγορία» μπορεί να απαντηθεί μόνο με πειραματική μελέτη. Κατά την άποψή του, η επιστήμη αδυνατεί να ανακαλύψει γιατί αυτό συμβαίνει, μπορεί μόνο να δείξει ότι έτσι είναι (Young, 1968).⁴ «Διαπιστώνει» λοιπόν –λανθασμένα, λόγω των πρωτόγονων τεχνικών του– ότι ο εγκεφαλικός φλοιός και η παρεγκεφαλίδα δεν είναι καθόλου «ευερέθιστες» περιοχές. Εξ αιτίας της αναγνωρισμένης αυθεντίας του Haller, καθώς και της γενικότερης σύμπνοιας γύρω από τις επικρατούσες αντιλήψεις της εποχής, το λάθος αυτό θα αντέξει πάνω από 100 χρόνια. Ο Haller «διαπιστώνει», επίσης, πως η λευκή ουσία παρουσιάζει εξαιρετική «αισθητικότητα» και αποφαίνεται ότι αποτελεί τη βάση όλων των αισθήσεων (Neuburger, 1981). Γνωρίζει από τους ανατόμους της εποχής, αλλά και τους παλαιότερους (από τον Γαληνό κι ύστερα), ότι υπάρχει μορφολογική διαφοροποίηση των ποικίλων περιοχών του εγκεφάλου, αλλά, μη αποδίδοντάς τους καμία απολύτως λειτουργική διαφορά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όλες οι περιοχές είναι ενταγμένες σε λειτουργικό σύνολο και όλες συνεισφέρουν στην «ζωτική δράση» (vital action) του οργάνου. Συμπεραίνει, μάλιστα, ότι σε περίπτωση τραυματισμού ή ασθένειας, που καταστρέφει κάποια περιοχή του εγκεφάλου, η ζωτική δράση θα παρέχεται από άλλες περιοχές (von Haller, 1762).
2. Ως δεύτερο στοιχείο πλαισίωσης που πρέπει να αναφερθεί είναι το γενικότερο φιλοσοφικο-επιστημονικό κλίμα της εποχής. Στα τέλη του 18ου αιώνα, στις χώρες της βόρειας Ευρώπης με επίκεντρο την Γερμανία, αναπτύσσεται το κίνημα της Naturphilosophie (φιλοσοφία της φύσης) που εμπνέεται από τα κείμενα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling (Esposito, 1977 – Lenoir, 1982 – Rehbock, 1983) και το οποίο στοχεύει στην σύνθεση και διατύπωση γενικών νόμων. Είναι έντονη η πεποίθηση ότι υπάρχει ενότητα πίσω από τα φαινόμενα πολλαπλότητας, ότι ο έμβιος κόσμος (ζωικός, αλλά και φυτικός) είναι ενιαίος, ότι υπάρχουν απλές δομές που επαναλαμβάνονται και οργανώνονται σε πιο σύνθετες. Να θυμίσω ότι αυτήν ακριβώς την εποχή, και συγκεκριμένα το 1802, οι Treviranus και Lamarck –ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο (Hoppe, 1971)– προτείνουν τη Βιολογία⁵ ως καινούργια επιστήμη, η οποία, σε αντιδιαστολή προς την Φυσική Ιστορία, θέτει ως αξίωμα την ενότητα της ζωντανής φύσης και της οποίας στόχος είναι να αποκαλύψει τις αναλογίες / συσχετίσεις μεταξύ ζωτικών φαινομένων (vital phenomena). Είναι ξεκάθαρο ότι η πίστη στη θεωρία υπερβαίνει την πίστη στα δεδομένα – κάτι που μάλλον έχει αντιστραφεί στις μέρες μας. Ο στόχος, όπως διακηρύσσουν οι νεοφώτιστοι βιολόγοι, είναι «unity in multiplicity» και εκεί όπου τα εμπειρικά δεδομένα δεν μπορούν να στηρίξουν αυτή την ενότητα, το κάνουν οι εικασίες και οι υποθέσεις (Treviranus, 1802, σελ. 119). Ο Goethe γράφει: «είναι αποδεκτό να απορρίψει κανείς μια θεωρία, υπόθεση ή επιστήμη που δεν υποτάσσεται, δεν συμμορφώνεται με την αρχή αυτή» (Nisbet, 1972).
Τώρα, τι συνέπειες έχει αυτό για το θέμα μας; Εξηγούμαι. Η αρχή της ενότητας απαιτεί ο άνθρωπος να είναι μέρος αυτού του όλου, πράγμα που ερχόταν σε ρήξη με την απόλυτη διαφοροποίηση ανθρώπου και ζώων που πρέσβευε ο χριστιανισμός. Βεβαίως, οι ρομαντικοί, όπως αποκαλούνται οι επιστήμονες της εποχής εκείνης, δεν ικανοποιούνταν με την ιδέα να τοποθετήσουν τον άνθρωπο στη φύση μαζί με όλα τα ζώα. Έπρεπε ο άνθρωπος να έχει μια ιδιαίτερη και προφανώς υψηλότερη θέση. Κι αυτό έθετε ένα δίλημμα: Από τη μια, το αίτημα να βρεθεί μια θέση για τον άνθρωπο εντός του ζωικού βασιλείου, να αρθεί η απομόνωσή του, να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ ανθρώπου και ζώων και, από την άλλη, η ανάγκη να κατοχυρωθεί στον άνθρωπο μια προνομιακή θέση στην κορυφή μιας νεο-εισαχθείσας ιεραρχίας της φύσης. Αυτό το δίλημμα θα αρθεί με την εισαγωγή της έννοιας της ανάπτυξης ως κινητήριας δύναμης στην οργάνωση του ζώντος κόσμου, δηλαδή με τρόπο που θα αποδειχθεί καταλυτικός για την πρόοδο της Βιολογίας: η φύση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως στατική ιεραρχία, υπάρχει συνεχής δυναμική, συνεχής κίνηση. Η έμφαση είναι στο «γίγνεσθαι» και όχι στο «είναι». Οι οργανισμοί, με άλλα λόγια, δεν είναι «τελειωμένοι», αλλά βρίσκονται σε «στάδια της ανάπτυξής τους, ή των μεταμορφώσεών τους» (Temkin, 1950). Και αυτή η διαρκής κίνηση είναι προοδευτική: όλα τα πράγματα της φύσης έχουν την τάση, την «λαχτάρα» να προχωρήσουν σε ανώτερο στάδιο ύπαρξης. Τα «κατώτερα» όντα θεωρούνται ένα στάδιο προετοιμασίας για μια «ανώτερη» ύπαρξη κι η σταδιακή πρόοδος περαιώνεται στον άνθρωπο (Bruford, 1962).
Αυτή η σύλληψη της δυναμικής, προοδευτικής ιεραρχίας είχε τρεις πολύ ενδιαφέρουσες συνέπειες:
Με τα λόγια του Γάλλου φυσιολόγου Julien Joseph Virey (1775-1846): «στον άνθρωπο, στο πιο τέλειο ον, εμπεριέχονται υποδεέστερες δομές, εμπεριέχονται όλα τα υποδεέστερα επίπεδα οργάνωσης» (Virey, 1835).⁶ Ως εκ τούτου, ολόκληρη η σειρά των ζώντων μπορεί πλέον να εννοηθεί ως διαδοχή μεταβατικών μορφών που στοχεύουν στην ολοκληρωμένη έκφρασή τους στον άνθρωπο.
Η δεύτερη συνέπεια είναι ότι αυτοί οι ίδιοι οι υπεύθυνοι για την οργάνωση του ζωικού και φυτικού βασιλείου νόμοι ορίζουν επίσης και την οντογένεση του κάθε οργανισμού. Δηλαδή το κάθε έμβιο ον (άνθρωπος, ζώο, φυτό) είναι ατελές στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του και τελειοποιείται σταδιακά –αναφορικά πάντα με το συγκεκριμένο επίπεδο οργάνωσης– κατά την διάρκεια της ανάπτυξής του.
Τέλος, αυτή η ίδια η «αρχή» περί της ενότητας του έμβιου κόσμου, δεν αφορά μόνο στην εξωτερική μορφή των ζώων, αλλά και στην κατασκευή των επιμέρους οργάνων τους. Έτσι, ο Treviranus θα υποστηρίξει ότι υπάρχουν ορισμένα θεμελιώδη πρότυπα στη φύση και όλες οι μορφές είναι φτιαγμένες από συνδυασμούς αυτών (Treviranus, 1802), ενώ ο Virey θα προτείνει το ακόλουθο εντυπωσιακό για την εποχή: «η φύση προοδεύει, όχι εισάγοντας τελείως καινούργιες δομές στα πλάσματά της, αλλά αυξάνοντας την πολυπλοκότητα στοιχείων που ήδη υπάρχουν» (Virey, 1835).
Ο Jacob Henle, σε ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε το 1846, περιέγραψε αυτή την προσέγγιση ως «γενετική συνέχεια», και την μέθοδο που απορρέει απ’ αυτήν ως «γενετική μέθοδο» (genetische behandlung), όχι βέβαια με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αλλά με την έννοια της γένεσης (Lenoir, 1978). Θα μπορούσε, ίσως, να μεταφραστεί στα ελληνικά ως «γενεσιακή μέθοδος».⁷
Αυτή η σύλληψη του κόσμου, που μοιάζει ν’ ακουμπά από την μια στον Πλάτωνα και από την άλλη στη θεωρία της εξέλιξης, αν και λανθασμένη όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων (θεωρούμε τώρα πως δεν υπάρχει ούτε πρόοδος, ούτε στόχος στην εξέλιξη), θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι, εντούτοις, μεθοδολογικά σωστή. Και είχε τεράστιες επιπτώσεις στην εξέλιξη της βιολογίας γιατί αφενός άνοιξε τον δρόμο στην πειραματική μελέτη της φυσιολογίας του ανθρώπου, μέσω της φυσιολογίας των ζώων, και αφετέρου διότι πλέον, όχι μόνο ήταν επιτρεπτό, αλλά ήταν και αναγκαίο να μελετηθεί πρώτα το απλό και στη συνέχεια, μέσω διαδοχικών επιπέδων πολυπλοκότητας που καταλήγουν στον άνθρωπο, να κατανοηθεί το πολύπλοκο. Αυτή είναι βεβαίως μια βασική αρχή της Βιολογίας που θεσπίζεται την εποχή εκείνη και η οποία, σε διαφορετική πια βάση –σε γενετική βάση με τη σύγχρονη έννοια του όρου–, συνεχίζεται ως τις μέρες μας: η αναγωγή του όλου, όχι μόνο στα μέρη του, αλλά και στην αρχή του, στην απλούστερη μορφή του.
3. Το τρίτο και τελευταίο στοιχείο πλαισίωσης, στο φως του οποίου πρέπει να δούμε την δουλειά του Gall, είναι η ψυχολογία που πηγάζει από τις ιδέες του John Locke (1632-1704). Στόχος του Locke ήταν να απελευθερώσει την φιλοσοφία από την τυραννία των πλατωνικών και καρτεσιανών πηγών γνώσης, των «έμφυτων ιδεών». Σε αντίθεση προς αυτήν την αντίληψη και στο όνομα του εμπειρισμού, ο Locke πρότεινε την περίφημη θεωρία της «tabula rasa» για τις πηγές και το περιεχόμενο της γνώσης. Οι ιδέες του Locke έφθασαν στον Gall με την πιο ακραία μορφή του Condillac, ο οποίος θα απορρίψει την δεύτερη πηγή ιδεών, τον στοχασμό και θα ισχυριστεί πως οι πληροφορίες μέσω των (εξωτερικών) αισθήσεων αποτελούν τη βάση όλων των ιδεών και νοητικών διεργασιών.
Μέσα σε αυτό το κλίμα έρχεται ο Gall και προκαλεί ένα είδος επανάστασης, η οποία (όπως συμβαίνει συχνά με τις επαναστάσεις) φθάνει σε άκρα και αυτοκαταστρέφεται. Θα προσπαθήσω ωστόσο να δείξω ότι παρ’ όλα αυτά αφήνει πίσω της σημαντική παρακαταθήκη.
Ο Gall βάζει στόχο να φτιάξει μία θεωρία για την λειτουργία του εγκεφάλου, σήμερα θα λέγαμε μια βιολογική θεωρία Ψυχολογίας. Θέλει να προσκομίσει εμπειρική επαλήθευση για το ότι ο εγκέφαλος είναι το αδιαμφισβήτητο όργανο του νου. Θέλει να φτιάξει μια θεωρία που να εξηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά με όρους βιολογικούς. Θέτει λοιπόν τα εξής τρία ερωτήματα:
i. ποιες είναι οι λειτουργίες του εγκεφάλου;
ii. πώς αυτές εντοπίζονται στον εγκέφαλο;
iii. πώς μπορεί κανείς να διαπιστώσει τις λειτουργίες και τους εντοπισμούς;
Θα σταθώ κυρίως στο πρώτο ερώτημα – «ποιες είναι οι λειτουργίες του εγκεφάλου;» Το ερώτημα από μόνο του είναι πρωτότυπο και θέτοντάς το ο Gall καινοτομεί ως προς το παρελθόν. Έως τότε η ταξινόμηση των πνευματικών ιδιοτήτων ήταν το κληροδότημα των αρχαίων που στηρίζονταν στην πλατωνική διάκριση: επιθυμητικόν – θυμοειδές – λογιστικόν. Αργότερα, οι κατηγορίες αυξήθηκαν· οι ιδιότητες που συναντούσε κανείς πιο συχνά ήταν: αισθητηριακή αντίληψη, νόηση (intellect), μνήμη και φαντασία, ενώ σε κάποιες ταξινομήσεις εμφανίζονταν επίσης: προσοχή, γλώσσα, κρίση, βούληση και κίνηση (Young, 1990). Ο Gall ισχυρίζεται ότι αυτή η ταξινόμηση δεν έχει παρά θεωρητικό ενδιαφέρον, γιατί «δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην μελέτη ενός είδους ή ενός ατόμου. Όλοι οι άνθρωποι, εκτός από τους ηλίθιους, διαθέτουν όλες αυτές τις ιδιότητες. Δεν έχουν όλοι όμως τον ίδιο πνευματικό ή ηθικό χαρακτήρα. Χρειαζόμαστε ιδιότητες που να μπορούν να καθορίσουν τα διαφορετικά είδη ζώων λόγω της διαφορετικής κατανομής τους και να μπορούν να εξηγήσουν τις διαφορές μεταξύ ατόμων λόγω των διαφορετικών ποσοστών τους. Όλα τα σώματα έχουν βάρος, έκταση, όλα είναι αδιαπέραστα με την φιλοσοφική έννοια. Αλλά δεν είναι όλα τα σώματα χρυσά ή χάλκινα, δεν είναι όλα τα σώματα το τάδε φυτό ή το δείνα ζώο. Σε τι χρησιμεύουν στον φυσιοδίφη οι αφηρημένες και γενικές έννοιες του βάρους, της έκτασης ή του αδιαπέραστου; Αν περιοριζόμασταν σε τέτοιες αφηρημένες έννοιες, θα έχουμε για πάντα άγνοια σχετικά με τη φυσική και τη φυσική ιστορία. Αυτό ακριβώς έχει συμβεί στους φιλοσόφους με τις γενικότητές τους. Από τον αρχαιότερο ως τον πλέον σύγχρονο, δεν έχουν προχωρήσει ούτε ένα βήμα προς την ακριβή γνώση της φύσης του ανθρώπου, των προδιαθέσεών του και των ταλέντων του, της πηγής και του κινήτρου των αποφάσεών του» (Gall, 1835).
Με άλλα λόγια, υποστηρίζει: αφού έτσι περιγράφουμε τους ανθρώπους, αφού έτσι αναλύουμε την συμπεριφορά τους –λέμε, λόγου χάρη, αυτός έχει χιούμορ, έχει καλή μνήμη, είναι τρυφερός, τα θέλει όλα δικά του, κ.τ.λ.– άρα, έτσι πρέπει να είναι οργανωμένος ο εγκέφαλος για να παράγει αυτή την συμπεριφορά. Οι κατηγορίες που προτείνει ο Gall μας φαίνονται βέβαια σήμερα αφελείς. Όμως το πρόβλημα που θέτει είναι ουσιαστικό και συνεχίζεται ως τις μέρες μας: ποιες είναι οι μονάδες ανάλυσης στην Ψυχολογία; Εξηγούμαι. Εφόσον το ΝΣ (σε συνδυασμό με το ενδοκρινικό και το μυοσκελετικό σύστημα) είναι υπεύθυνο για όλο το φάσμα εμπειρίας και συμπεριφοράς, πρέπει η κάθε περιοχή του ΝΣ να έχει πολλαπλές λειτουργίες. Για παράδειγμα: τα κύτταρα του κινητικού φλοιού έχουν απολήξεις που ελέγχουν την κίνηση των μυών. Αλλά αυτή η ίδια περιοχή εμπλέκεται και σε λειτουργίες πέρα από την απλή κίνηση –στις λειτουργίες της σύσπασης του τρικέφαλου, της έκτασης του βραχίονα, της πάλης, της επιθετικότητας, της αυτοάμυνας, της ανάγκης για αναγνώριση. Όλα αυτά ταυτόχρονα. Το πρόβλημα λοιπόν για την Ψυχολογία της εποχής του Gall, αλλά και για τις νευροεπιστήμες σήμερα, είναι το αν μπορεί κανείς να επιλέξει ένα απ’ αυτά τα επίπεδα ανάλυσης ως καταλληλότερο. Αν όχι, δεν μπορεί να υπάρξει φυσική ταξινόμηση των λειτουργιών και άρα, δεν μπορεί να υπάρξει μοναδική ενιαία αποδεκτή βάση για ένα σύστημα μονάδων ανάλυσης – όπως αντίστοιχα υπάρχει στη Χημεία ο περιοδικός πίνακας.
Λέει ο Gall, και θεωρώ ότι, απ’ όλα όσα έχει πει, αυτό είναι που χαρακτηρίζει περισσότερο την προσέγγισή του: «Ο φυσιοδίφης είναι πάνω απ’ όλα δούλος της φύσης. Πρέπει να ξέρει τι είναι. Μετά μπορεί να ενδώσει στην ματαιόδοξη ανάγκη του να καταλάβει γιατί αυτό που υπάρχει, είναι όπως είναι» (Gall, 1835).
Ουσιαστικά, έως το τέλος του 18ου αιώνα, οι ψυχολόγοι δανείζονται από τη φιλοσοφία τις προς ανάλυση κατηγορίες: είναι οι ιδιότητες του νου που είπαμε προηγουμένως – μνήμη, λογική, φαντασία, κ.τ.λ. Ο Gall θέτει το πρόβλημα και λέει το πολύ ουσιώδες: πρέπει εμπειρικά να ορίσουμε τις κατηγορίες –τις προς μελέτη εγκεφαλικές λειτουργίες–, με παρατήρηση και όχι με ενδοσκόπηση, και πρέπει αυτές να είναι τέτοιες που να εξηγούν τις διαφορές μεταξύ ανθρώπων, αλλά και μεταξύ ανθρώπου και ζώων. Είναι φανερό ότι στον Gall η δομή και η λειτουργία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες αλλά ότι πρώτα (και ανεξάρτητα) πρέπει να ανακαλύψουμε και να ορίσουμε την λειτουργία και μετά να βρούμε τη δομή. Είναι η πρώτη φορά που τίθεται το θέμα της εμπειρικής διαπίστωσης των κατηγοριών και από τότε οι Ψυχολόγοι / Νευροεπιστήμονες πήγαν από το ένα άκρο, την καταφυγή στην καθημερινή εμπειρία για να ορίσουν πώς πρέπει να είναι οργανωμένο το ΝΣ –όπως προτείνει ο Gall–, στο άλλο άκρο, όπου, αντίθετα, οι κατηγορίες της βιολογικής ανάλυσης ορίζουν τα στοιχεία από τα οποία συντίθενται τα φαινόμενα της καθημερινής εμπειρίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η «αισθητηριακο-κινητική» προσέγγιση όπου οι αισθήσεις παρέχουν το αρχικό ερέθισμα και όλη η συμπεριφορά περιγράφεται ως κινητική αντίδραση σ’ αυτό το ερέθισμα. Σ’ αυτή την προσέγγιση, η μονάδα συμπεριφοράς είναι το αντανακλαστικό και όλη η συμπεριφορά περιγράφεται ως σειρά αλληλοεπικαλυπτόμενων αντανακλαστικών. Ο ίδιος ο Sherrington ορίζει την συμπεριφορά ως συρραφή αντανακλαστικών και αυτή η άποψη εξακολουθεί να υπάρχει έως τις μέρες μας.
Το πιο σοβαρό πρόβλημα με την μέθοδο του Gall, που είχε και ο ίδιος αναγνωρίσει, είναι το εξής: ποιες συμπεριφορές αποτελούν βασικές ιδιότητες και ποιες είναι προϊόν συνδυασμού βασικών ιδιοτήτων – αυτό δηλαδή που διατείνομαι πως αποτελεί ακόμη κεντρικό, αν και αποσιωπούμενο, πρόβλημα στις νευροεπιστήμες: το ότι δεν υπάρχουν «προσυμφωνημένες» μονάδες ανάλυσης της συμπεριφοράς. Ο Gall πίστεψε πως έλυσε το πρόβλημα και η λύση που έδωσε είναι αποδεκτή ακόμη και με σημερινά κριτήρια: απομόνωση της παραμέτρου που ενδιαφέρει, παρατηρώντας, πρώτον τις ακραίες εκδηλώσεις της και δεύτερον τον τρόπο με τον οποίο αυτή αλλάζει ανεξάρτητα από άλλες ιδιότητες. Ψάχνει λοιπόν ανθρώπους με εξαιρετικά χαρίσματα και ταλέντα από τη μια και με παθολογικές συμπεριφορές από την άλλη και φτιάχνει μια βάση δεδομένων με καταγραφές ιδιοτήτων και μετρήσεις κρανίων. Ισχυρίζεται δε ότι αυτές οι παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν τις ήδη διατυπωμένες θεωρίες του. Να αναφέρω ότι όλη η δουλειά που κάνει ο Gall στην ανατομία –η πρωτοποριακή μέθοδος ανατομής του κεντρικού νευρικού συστήματος, ακόμα και οι μετρήσεις που θα στηρίξουν την οργανολογία του– έπεται της διατύπωσης της θεωρίας του την οποία έχει συλλάβει θεωρητικά. Και αυτό θα χαρακτηρισθεί από τους αντιπάλους του ως έλλειψη επιστημονικής μεθόδου.
Το δεύτερο ιστορικά σημαντικό θέμα που θέτει ο Gall, και για το οποίο επίσης θα υποστεί πολλά, είναι το θέμα του έμφυτου των προδιαθέσεων και των ικανοτήτων. Απορρίπτει την επικρατούσα την εποχή εκείνη θεωρία του εμπειρισμού του Locke και την ακόμη πιο ακραία εκδοχή του Condillac –όπου τίποτα δεν υπάρχει στον νου που δεν υπάρχει πρώτα στις αισθήσεις– και θέλει να αντικαταστήσει την γνωσιολογική ψυχολογία της εποχής του, που ήταν παρακλάδι του γνωστικού πεδίου της επιστημολογίας, με μια βιολογική ψυχολογία. Διαφωνεί με την άποψη tabula rasa για τον νου και κατηγορεί τους λεγόμενους εμπειριστές ότι δεν φαίνεται να δίνουν την πρέπουσα σημασία στην εμπειρία, δηλαδή στις εντυπωσιακές, για τον Gall, διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, διαφορές που πιστεύει ότι δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σε διαφορές του περιβάλλοντός τους. Ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάτι το «βιολογικά δεδομένο» στις ικανότητες των ανθρώπων και των ζώων. Να διευκρινίσω, εν παρόδω, ότι δεν τάσσεται υπέρ της θεωρίας των έμφυτων ιδεών, σε αντίθεση προς την οποία αναπτύχθηκαν οι ιδέες του Locke, αλλά υποστηρίζει τις διαφορές στις έμφυτες τάσεις που διαφοροποιούν τους ανθρώπους μεταξύ τους και, βεβαίως, τον άνθρωπο από τα άλλα είδη. Ούτε αρνείται τον ρόλο της εκπαίδευσης, μάλιστα έχει πολλά να πει γι’ αυτήν, αλλά θεωρεί ότι η παιδεία θα έχει να δουλέψει πάνω σε γραμμένο και όχι άγραφο χαρτί. Και σ’ αυτό ο Gall αποδεικνύεται ιδιαίτερα σύγχρονος.
Ακολουθεί το κείμενο με πλήρη αποκατάσταση της ελληνικής γραμματοσειράς (μετατροπή από λανθασμένη κωδικοποίηση/Mojibake σε κανονικά ελληνικά):
Η Φρενολογία/Οργανολογία απέκτησε γρήγορα φανατικούς φίλους και άσπονδους εχθρούς σε πολλούς χώρους:
Ως κοινωνικό, αν όχι καθαρά επιστημονικό, φαινόμενο προκάλεσε περισσότερο ενδιαφέρον από τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, γιατί η τελευταία είχε λιγότερη απήχηση στο ευρύ κοινό. Η φρενολογία ήταν κάτι το εύληπτο, απ’ αυτά που μπορούν να συζητιούνται και από τους ειδήμονες αλλά και από τους αδαείς, μια ψυχολογία των μαζών που ισχυριζόταν ότι παρείχε τη μόνη ολοκληρωμένη επιστήμη του ανθρώπου και σύμφωνα με την οποία όλες οι πλευρές της ανθρώπινης φύσης μπορούσαν να διαλευκανθούν. Εξηγούσε το πώς είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι, με τρόπο απλό, χωρίς αναφορές σε μεταφυσικά, δυσνόητα ή μη απτά στοιχεία. Πρόσφερε μια εύκολη και πρακτική μέθοδο για να ανακαλύψουν οι άνθρωποι κάτι για τον εαυτό τους και για τους άλλους γύρω τους. Μπορούσε να διαλέξει κανείς σύντροφο ή καριέρα και να αποφασίσει πώς θα αναθρέψει τα παιδιά του. Είχε και μεγάλες εφαρμογές στην εκπαίδευση, στην επιβολή ποινών, στην ψυχιατρική, στη φιλοσοφία και σε πολλούς άλλους τομείς. Και βέβαια, αφού κατά τον Gall οι ιδιότητες μέσα στα όργανα μπορούσαν να ενισχυθούν με την άσκηση, υπήρχε πολύς χώρος για προσωπική βελτίωση, άποψη απολύτως ταιριαστή με τις βικτωριανές αξίες προόδου.
Από την άλλη, τα κείμενα του Gall (και του -για μεγάλο διάστημα- συνεργάτη του Spurzheim) προκάλεσαν έντονες κριτικές από διάφορες πλευρές – τόσο από θεολόγους, ιδεαλιστές φιλοσόφους, κρατικούς λειτουργούς, όσο και από επιστήμονες. Οι πρώτοι, τον κατηγόρησαν ότι προωθούσε υλιστικές θεωρίες, ότι υποστήριζε τον αθεϊσμό, και ότι αρνιόταν την «ηθική ελευθερία», οι δεύτεροι ότι έχτιζε μια θεωρία πάνω σε μη τεκμηριωμένες υποθέσεις και ότι εκμεταλλευόταν οικονομικά, όπως ο Mesmer,⁸ ένα εύπιστο κοινό.
Ο Gall όμως είχε και αρκετούς υποστηρικτές από την επιστημονική κοινότητα –από τους πιο σημαντικούς ο Hufeland– που τον θαύμαζαν όχι μόνο για τις ικανότητές του στην ανατομία, τις οποίες αναγνώριζαν ακόμα κι οι εχθροί του, αλλά και για την προσήλωσή του στη φύση, για την παρατηρητικότητά του, για την ικανότητά του στη σύνδεση και τη σύνθεση δεδομένων και, βέβαια, για την απόδοση της «ενέργειας του νου στον εγκέφαλο ως όργανό της» (Hufeland, 1807). Μάλιστα, τις πρώτες δύο δεκαετίες του 19ου αιώνα, αφού δηλαδή ο Gall είχε πρωτοπαρουσιάσει την Οργανολογία του, υπήρξαν αρκετές περιγραφές εντοπισμού λειτουργιών (Legallois, Herbert Mayo, Serres, κ.τ.λ.), όλες όμως σε σχέση με «σωματικά» φαινόμενα (αναπνοή, αντανακλαστικό της κόρης του οφθαλμού, κ.τ.λ.) και όχι σε σχέση με τα «μυθικά» όργανα του Gall (Olmsted, 1944).
Παρόλο λοιπόν, που η επιστημονική κοινότητα είχε αρχίσει να εξοικειώνεται με τις γενικότερες ιδέες του Gall, πάνω στις οποίες στήριζε την οργανολογία του, και να προδιατίθεται θετικά ως προς την ιδέα του εντοπισμού (αν και όχι με την ακραία μορφή της φρενολογίας), όλα αλλάζουν το 1822 με τη δημοσίευση της εργασίας του Flourens – ο οποίος έκτοτε έχει μείνει στην ιστορία ως εκείνος που εκθρονίζει τη Φρενολογία αλλά μαζί παρασύρει και τον εγκεφαλικό εντοπισμό γενικότερα (Young, 1990). Να προσθέσω παρενθετικά ότι μια πιο προσεκτική ανάγνωση των κειμένων κλίνει προς την άποψη ότι μάλλον δεν διαφωνούσε με την ιδέα του εντοπισμού εν γένει, αλλά με την εφαρμογή του στον φλοιό, όπως ήθελε ο Gall. Ο Flourens λοιπόν, ενώ το 1819 είχε εμφανιστεί ως ενθουσιώδης οπαδός της οργανολογίας, το 1822, όταν δημοσιεύει τα περίφημα πειράματά του, έχει πια μπει στην σφαίρα επιρροής του Cuvier, που θεωρεί όλον τον εγκέφαλο ως το υλικό όργανο μιας αδιαίρετης ψυχής και θα εμμείνει σ’ αυτή την άποψη όλη του τη ζωή (Clarke and Jacyna, 1987). Ο Flourens, επικαλούμενος καινούργια πειραματικά δεδομένα, ξαναφέρνει στο προσκήνιο μια τροποποιημένη εκδοχή της θεωρίας του Haller, με αποτέλεσμα οι λεγόμενοι εντοπιστές να εξαφανιστούν σχεδόν από τους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξαφανίστηκε και η φρενολογία ως κοινωνικό φαινόμενο, μια και βλέπουμε να επιζεί έως τα μέσα του 20ού αιώνα.
Κατά τον Flourens λοιπόν, ο εγκέφαλος έχει 6 μορφολογικά ξέχωρες ενότητες: τα εγκεφαλικά ημισφαίρια, την παρεγκεφαλίδα, τα δίδυμα, τον προμήκη μυελό, τον νωτιαίο μυελό και τα νεύρα. Εξ αρχής, ο Flourens διαφοροποιείται μερικώς από τον Haller και λέει ότι αυτές οι 6 ενότητες είναι και λειτουργικά ξέχωρες –«τα νεύρα διεγείρουν, ο νωτιαίος μυελός συνδέει, τα εγκεφαλικά ημισφαίρια έχουν αίσθηση, βούληση, μνήμη, κ.τ.λ. Από την ανεξαρτησία του οργάνου πηγάζει η ανεξαρτησία του φαινομένου […] αλλά και όλα συνεισφέρουν στην ολική ενέργεια του εγκεφάλου […] από το καθένα σε όλα και από όλα στο καθένα» (Flourens, 1824). Ως παράδειγμα ενοποιημένης λειτουργίας φέρνει την κίνηση του σώματος: ο εγκέφαλος αποφασίζει, η παρεγκεφαλίδα συντονίζει, ο νωτιαίος μυελός και τα νεύρα παράγουν την κίνηση. Είναι χαρακτηριστικό στα γραπτά του Flourens, ότι φροντίζει πάντα να τονίζει την ενότητα και την κοινή δράση, ακόμα και όταν μιλάει για απλές και, θα φανταζόταν κανείς, λιγότερο αμφιλεγόμενες λειτουργίες. Τονίζει ότι πρόκειται περί ενιαίου συστήματος και λέει: «όλα τα μέρη συμπράττουν, συνωμοτούν και συναινούν. Αυτό που τα διαφοροποιεί είναι ο κατάλληλος και ειδικός τρόπος δράσης (action propre). Αυτό που τα ενώνει είναι η αμοιβαία δράση μέσω της κοινής τους ενέργειας (action commune)» (Flourens, 1823). Είναι από τους πρώτους που πραγματοποίησε συστηματικά πειράματα με την σύγχρονη έννοια του όρου, δηλαδή, όχι μόνο παρατηρήσεις, αλλά και παρεμβάσεις. Κατά κοινή ομολογία βελτίωσε τις ήδη υπάρχουσες τεχνικές και εισήγαγε και άλλες. Ο Flourens έκανε κυρίως δύο είδη πειραμάτων:
Εκτομές εν σειρά – όπου αφαιρούσε διαδοχικές φέτες από τον εγκέφαλο και παρατηρούσε τις επιπτώσεις στην συμπεριφορά του ζώου.
Πειραματική ενεργοποίηση (με μηχανικά ερεθίσματα) των διαφόρων εγκεφαλικών περιοχών. Βρήκε, όπως και ο Haller, ότι τα νεύρα, ο προμήκης και ο νωτιαίος μυελός είναι ικανά να προκαλέσουν μυϊκές συσπάσεις, άρα συμπεριφορά. Να θυμίσω ότι δεν ήταν ακόμα γνωστή η κωδικοποίηση πληροφοριών μέσω ηλεκτρικών σημάτων. Αυτές οι 3 περιοχές λοιπόν, λέει ο Flourens, είναι διεγέρσιμες, δηλαδή η ενεργοποίησή τους προκαλεί μυϊκές συσπάσεις. Αντίθετα, ο φλοιός και η παρεγκεφαλίδα δεν έχουν αυτή την ιδιότητα.
Ο Flourens ήταν θερμός υποστηρικτής της πειραματικής μεθόδου και αυτό αποτελούσε και το βασικό του επιχειρήματα εναντίον του Gall, ο οποίος, όχι μόνο δεν είχε κάνει ούτε ένα πείραμα στη ζωή του, αλλά είχε και θεωρητική διαφωνία με την καταλληλότητα αυτής της μεθόδου για την παραγωγή γνώσης. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να αναφερθεί κανείς διεξοδικότερα σ’ αυτές τις διαμάχες, ίσως μια άλλη φορά. Γεγονός είναι ότι, ενώ ο Gall έχει δίκιο στις περισσότερες ενστάσεις του στα παρεμβατικά πειράματα, πολλές από αυτές είναι μεθοδολογικού χαρακτήρα και με τον καιρό ξεπερνιούνται, με αποτέλεσμα η μέθοδος αυτή να επικρατήσει και να είναι σήμερα στις θετικές επιστήμες η μόνη αποδεκτή επιστημονική προσέγγιση. Αντίθετα, τα συμπεράσματα του Flourens ως προς τον καταμερισμό εργασίας του εγκεφαλικού φλοιού έχουν τελείως ξεχαστεί. Να αναφέρω ένα, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: όταν αφαίρεσε όλον τον φλοιό σε τρία περιστέρια, ισχυρίστηκε ότι αυτά «έχασαν αμέσως όλες τις αισθήσεις και τις νοητικές τους ικανότητες», αλλά σταδιακά ανέκτησαν όραση, ακοή, κρίση και θέληση! Τέτοια ήταν η κυριαρχία του Flourens που ακόμα και στοιχεία αυτού του είδους ήταν αρκετά για να εκτοπίσουν εντελώς την οργανολογία του Gall –παρόλο που ο Flourens δεν λέει πουθενά ούτε πώς αξιολόγησε την πνευματική κατάσταση των πτηνών, ούτε πώς κατάφερε να αφαιρέσει όλον τον φλοιό, και παρόλο που, όπως ξέρουμε πια τώρα, αλλά και τότε υποψιάζονταν, το περιστέρι, και τα πτηνά γενικότερα, δεν έχουν φλοιό αντίστοιχο με των θηλαστικών.⁹
Αυτά τα αποτελέσματα οδήγησαν τον Flourens στο πιο σοβαρό του «σφάλμα», όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, στο συμπέρασμα δηλαδή ότι τα εγκεφαλικά ημισφαίρια δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να προκαλέσουν απευθείας σύσπαση μυών. Μπορούν, λέει ο Flourens, να κινητοποιήσουν μέσω της βούλησης τις μυϊκές συσπάσεις, αλλά δεν μπορούν να τις προκαλέσουν από μόνα τους. Αυτός είναι ο ρόλος του προμήκη μυελού. Το ότι αυτό ερχόταν σε αντίφαση με τις πάμπολλες κλινικοπαθολογικές παρατηρήσεις που υπήρχαν την εποχή εκείνη, δεν εμπόδισε ποσώς την επικράτηση αυτής της άποψης (Clarke and Jacyna, 1987).
Ο λόγος που αποκάλεσα αυτό το συμπέρασμα «σοβαρό σφάλμα» είναι γιατί, αφαιρώντας από τον φλοιό την ευθύνη για τέτοιες, μηχανικές θα λέγαμε, λειτουργίες, η απάντηση στο ερώτημα «ποιος λοιπόν ο λόγος ύπαρξης αυτής της δομής», παραπέμπει όχι μόνο σε ολιστικές, αλλά και σε λίγο μεταφυσικές ερμηνείες. Να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι ο Flourens, όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοί του στη Γαλλία την εποχή εκείνη, είναι στρατευμένοι καρτεσιανοί και βλέπουν τον Gall σαν απειλή. Λέει χαρακτηριστικά ο Flourens: «Ο Descartes πάει να πεθάνει στη Σουηδία, και στη Γαλλία έρχεται να βασιλεύσει ο Gall» (Flourens, 1846).
Το ότι ο Flourens εκθρόνισε εξ ολοκλήρου τη Φρενολογία είχε αρνητικές συνέπειες και για άλλους επιστήμονες που ακολούθησαν. Λόγου χάρη όταν ο διάσημος και αναγνωρισμένος Jean Baptiste Bouillaud έκανε το 1825 μια ανακοίνωση ισχυριζόμενος ότι το όργανο που ελέγχει την ομιλία βρίσκεται στον πρόσθιο λοβό του εγκεφάλου (Hecaen and Dubois, 1969, Bouillaud, 1825), είχε ελάχιστη απήχηση. Έπρεπε να περάσουν άλλα 35-40 χρόνια για να επανατεθεί το θέμα από τους Aubertin και Broca, αυτή τη φορά με ακόμα πιο ισχυρά εμπειρικά δεδομένα (Clarke and O’Malley, 1968).
Παρόλα αυτά, απόψεις που υποστηρίζουν την απουσία εντοπισμού και την ολιστική λειτουργία του εγκεφάλου παραμένουν στη σκηνή και μάλιστα έως τα μέσα του 20ού αιώνα, με τον Αμερικανό Karl Lashley (1890-1958) και τον Καναδό Donald Hebb (1904-1985). Η διαμάχη εντοπισμού και ισοδυναμίας αντικατοπτρίζει τη διαμάχη αναγωγιστικής και ολιστικής προσέγγισης και γι’ αυτό παραμένει κεντρικό θέμα που σχετίζεται με τις «αυθόρμητες φιλοσοφίες»¹⁰ και δεν επιλύεται με την απλή προσκόμιση στοιχείων. Να θυμίσω μόνο την απονομή του βραβείου Nobel το 1906, από κοινού, στον Ramón y Cajal και τον Golgi. Οι δύο ερευνητές μελετούσαν τη μικροσκοπική δομή του ΝΣ προσπαθώντας να κατανοήσουν πώς είναι φτιαγμένος ο νευρικός ιστός. Και οι δύο χρησιμοποιούσαν παρόμοιες ιστολογικές τεχνικές, ανάλογα μικροσκόπια και την ίδια τεχνική αργυρούχου χρώσης που εφηύρε ο Golgi (το 1873 και που ακόμα χρησιμοποιείται). Η τεχνική αυτή, η οποία έφερε πραγματική επανάσταση στην έρευνα του ΝΣ, είχε ως αποτέλεσμα την επιλεκτική χρώση μικρού σχετικά ποσοστού νευρώνων και κατά συνέπεια, επέτρεπε την ακριβή ανάλυση της δομής και μορφολογίας τους. Αν δει κανείς τις εικόνες των δύο αυτών ερευνητών, δύσκολα θα μπορέσει να τις ξεχωρίσει. Και όμως, στις ομιλίες τους κατά την τελετή απονομής των βραβείων, ο Cajal και ο Golgi έδωσαν διαμετρικά αντίθετες ερμηνείες στα δεδομένα τους. Ο μεν Cajal τάχθηκε υπέρ της θεωρίας του νευρώνα, σύμφωνα με την οποία ο νευρώνας (το νευρικό κύτταρο) είναι η λειτουργική μονάδα του ΝΣ και επικοινωνεί με άλλες μονάδες μέσω (των υποθετικών ακόμα την εποχή εκείνη) συνάψεων (ο όρος σύναψη εισάγεται το 1897 από τον Sherrington). Ο δε Golgi κατά της ίδιας θεωρίας, και υπέρ της θεωρίας του δικτύου, υποστηρίζοντας ότι οι νευρώνες δεν έχουν σαφή όρια και ότι δημιουργούν ένα ενιαίο συγκύτιο. Η ύπαρξη διακριτών συνάψεων εξακολούθησε να αμφισβητείται από μέρος της επιστημονικής κοινότητας έως την εμφάνιση των ηλεκτρονικών μικροσκοπίων, τη δεκαετία του 1950, όπου –λόγω της πολύ αυξημένης διακριτικότητας– η σύναψη έγινε πλέον ορατή.¹¹
Δεν θα προχωρήσω άλλο στη χαρτογράφηση. Ξεκίνησα περιγράφοντας σε ποια κατάσταση ήταν οι γνώσεις και οι απόψεις για το ΝΣ και τις λειτουργίες του στο τέλος του 18ου αιώνα και τελειώνω γύρω στο τέλος του 19ου αιώνα, οπότε μπορεί κανείς να πει πως οι νευροεπιστήμες μπαίνουν στις σημερινές τους βάσεις. Αναμφισβήτητα υπάρχουν ακόμη σημαντικά κενά: η μικροσκοπική δομή του ΝΣ είναι πολύ ασαφής και οι ιδέες περί κωδικοποιήσεως της πληροφορίας στο ΝΣ με τα δυναμικά δράσης δεν είναι ακόμα καθόλου ξεκάθαρες. Αλλά πολλά στοιχεία που χαρακτηρίζουν σήμερα τις νευροεπιστήμες είναι ήδη στη θέση τους.
*
Θα τελειώσω κάνοντας ένα νοητικό άλμα στον χρόνο, έως τις μέρες μας, για να δώσω μια, κατ’ ανάγκη, πολύ συνοπτική ιδέα για το πού βρίσκονται οι απόψεις περί εντοπισμού το 2005. Η ιδέα του εντοπισμού λειτουργιών στον εγκέφαλο ως αρχή δεν αμφισβητείται πλέον από την νευροεπιστήμη. Η μορφή που έχει προσλάβει αυτή η αρχή στις μέρες μας δεν είναι βέβαια εκείνη των πολύ συγκεκριμένων και, θα έλεγε κανείς, αμοιβαία αποκλειόμενων οργάνων του Gall που το καθένα αφορά μια συγκεκριμένη ιδιότητα ή συμπεριφορά. Τώρα μιλάμε περισσότερο για νευρωνικά κυκλώματα που είναι αφενός κατανεμημένα (δηλαδή δεν είναι όλα μαζεμένα στην ίδια περιοχή του εγκεφάλου), και αφετέρου επικαλυπτόμενα (δηλαδή δεν υπάρχει μονοσήμαντη αντιστοιχία μεταξύ κυκλώματος και λειτουργίας).
Σήμερα δεν μελετάται πια το θέμα με τις μεθόδους της εποχής εκείνης (μακροσκοπική ανατομία, παρατήρηση, κλπ) – αν και η μέθοδος των φυσικών ή πειραματικά προκαλούμενων βλαβών εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, σε συνδυασμό όμως με άλλες τεχνικές που εξακριβώνουν, από τη μια, την ακριβή τοποθεσία και το μέγεθος της καταστροφής, και από την άλλη, την επίδραση σε απολήξεις άλλων δομών που ενδέχεται να «διασχίζουν» την περιοχή που ενδιαφέρει. Οι κατεξοχήν μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι οι εξής:
Οι ηλεκτροφυσιολογικές καταγραφές – με τις οποίες μετράμε τη δράση νευρώνων σε συνδυασμό με μετρήσεις συμπεριφοράς. Αν, λόγου χάρη, κάποιος νευρώνας στον εγκέφαλο αλλάζει τη δράση του όταν παρουσιάζεται κάποιο οπτικό ερέθισμα στο ζώο –και αυτό μπορεί να μετρηθεί με κατάλληλα τοποθετημένα μικροσκοπικά ηλεκτρόδια συνδεδεμένα με υπερευαίσθητα ηλεκτρονικά όργανα– τότε, συμπεραίνουμε ότι αυτός ο συγκεκριμένος νευρώνας είναι, δυνάμει, μέρος του οπτικού συστήματος – και λέω δυνάμει, γιατί ξέρουμε πλέον ότι στο ΝΣ υπάρχει πλεόνασμα συνδέσεων που δεν είναι όλες λειτουργικές. Και αν ο ίδιος νευρώνας δεν αντιδράσει στην παρουσίαση ακουστικού ερεθίσματος, τότε συμπεραίνουμε ότι, μάλλον, αυτός ο νευρώνας δεν είναι μέρος του ακουστικού συστήματος – και λέω μάλλον, γιατί υπάρχει πάντα η περίπτωση να μην έχει κανείς χρησιμοποιήσει το πιο αποτελεσματικό ερέθισμα.
Οι απεικονιστικές μέθοδοι (π.χ. PET, Positron Emission Tomography, ή fMRI, functional Magnetic Resonance Imaging) – με τις οποίες διαπιστώνεται ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων ερεθισμάτων ή πράξεων.
Και οι δύο αυτές μέθοδοι, αν και στηρίζονται σε διαφορετική τεχνολογία, μετράνε την αλλαγή στην αιμάτωση του εγκεφάλου. Αυξημένη αιμάτωση θεωρείται ότι δηλώνει αυξημένη νευρωνική δραστηριότητα. Ως εκ τούτου είναι δυνατόν να μετρήσει κανείς την ενεργοποίηση συγκεκριμένων περιοχών του ανθρώπινου εγκεφάλου εν λειτουργία.¹²
Για παράδειγμα: σας βάζω στον μαγνητικό τομογράφο (αν δεν είστε κλειστοφοβικοί), σας δίνω να διαβάσετε μερικές αράδες και βλέπω ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται. Λέω λοιπόν ότι αυτές οι περιοχές έχουν να κάνουν με την όραση. Μα, για μισό λεπτό! θα μου πείτε οι πιο προσεκτικοί από εσάς, μπορεί να μην έχουν να κάνουν μόνο με την όραση, αλλά και με την κατανόηση ή την απόλαυση του κειμένου. Και τότε εγώ, για να ανταποκριθώ στην κριτική (και να καταφέρω να δημοσιεύσω την εργασία μου στο Nature), μπορεί να σας ξαναβάλω στον τομογράφο και να σας δώσω μερικές αράδες στα φινλανδικά, που θα διαβάσετε μεν, αλλά δεν πρόκειται να κατανοήσετε τίποτα απολύτως – εκτός, βέβαια, αν τυχαίνει να ξέρετε φινλανδικά οπότε δεν θα έχω σχεδιάσει καλά το πείραμά μου. Και τότε, συγκρίνοντας τις δύο εικόνες, θα ισχυριστώ ότι μπορώ να βγάλω κάποιο συμπέρασμα, όχι μόνο για την περιοχή της όρασης αλλά και για την περιοχή της κατανόησης ή της απόλαυσης του κειμένου (και τότε σίγουρα θα δημοσιεύσω στο Nature).
Εκφράζομαι σ’ αυτόν τον τόνο, αφενός, γιατί το θέμα του ποιος δημοσιεύει και πού, με άλλα λόγια η πολιτική της επιστήμης, όπως είδαμε, είναι ένα θέμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί, ούτε στην εποχή του Gall και του Flourens, αλλά ούτε βεβαίως στην δική μας, αφετέρου, γιατί πολλά από τα πειράματα με τέτοιες απεικονιστικές μεθόδους, ίσως και λόγω του υπέρμετρου ενθουσιασμού που προκαλούν και στους χρήστες αλλά και στα media, δεν είναι καλά σχεδιασμένα και τα συμπεράσματα που βγάζουν δεν δικαιολογούνται από τα δεδομένα.
Έρχομαι τώρα σε μια πρόσφατη εργασία ανίχνευσης εγκεφαλικού εντοπισμού. Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Baylor στο Texas, σε συνεργασία με ομάδα ερευνητών στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας στην Καλιφόρνια, αποπειράθηκαν να μελετήσουν το «νευρωνικό αντίστοιχο της εμπιστοσύνης», με άλλα λόγια να εντοπίσουν εγκεφαλικές περιοχές / δομές των οποίων η δραστηριότητα συσχετίζεται με το αίσθημα της εμπιστοσύνης (King-Casas et al., 2005). Επιλέγω επίτηδες μια τέτοια εργασία για να δώσω κάποια ιδέα του επιπέδου εξειδίκευσης και πολυπλοκότητας των λειτουργιών που μελετώνται στις μέρες μας από την νευροεπιστήμη ή, τουλάχιστον, που ορισμένοι από τους νευροεπιστήμονες θεωρούν ότι μπορούν να μελετήσουν, μια και τέτοιες εργασίες και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν είναι συχνά αμφιλεγόμενα. Δεν θα σταθώ (ούτε θα κρίνω) τις μεθοδολογικές λεπτομέρειες, απλά θέλω να επισημάνω τα εξής: είναι από τις πρώτες, αλλά ασφαλώς όχι και τις τελευταίες εργασίες, όπου μελετάται ταυτόχρονα η εγκεφαλική λειτουργία δύο ατόμων που βρίσκονται σε επικοινωνία. Τους έβαλαν και τους δύο στον τομογράφο, τον ένα στην Καλιφόρνια και τον άλλο στο Τέξας, και τους ζήτησαν να συμμετάσχουν σε ένα απλό «παιχνίδι εμπιστοσύνης» όπου ο Α έπρεπε να «επενδύσει» ένα χρηματικό ποσό της επιλογής του στον Β. Σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού, που ήταν γνωστοί και στους δύο, το επενδυόμενο ποσό τριπλασιαζόταν πάντα. Ο Β έπρεπε, με τη σειρά του, να επιστρέψει ένα μέρος του ποσού στον Α και αυτός να ξαναεπενδύσει ένα διαφορετικό ή ίσο ποσό. Αυτό επαναλήφθηκε 10 φορές και κάθε φορά καταγραφόταν αφενός, η συμπεριφορά και των δύο (πόσο επενδύουν και πόσο επιστρέφουν) και αφετέρου, η ενεργοποίηση συγκεκριμένων περιοχών των εγκεφάλων τους. Ο κάθε «παίκτης» βεβαίως δεν γνώριζε τίποτα για τον άλλο, εκτός από το ποσό των χρημάτων που άλλαζαν χέρια σε κάθε γύρο.
Το κατά πόσο ο ένας παίκτης «εμπιστευόταν» τον άλλο εξαρτιόταν από την πρόσφατη ιστορία της συνδιαλλαγής: αν ο «επενδυτής» Α αύξανε το ποσό επένδυσης αμέσως μετά από έναν γύρο όπου ο «διαχειριστής» (trustee) Β είχε μειώσει το επιστρεφόμενο ποσό, τότε στον επόμενο γύρο ο διαχειριστής Β με τη σειρά του, συνήθως, αποζημίωνε αυτή την «καλοπροαίρετη αμοιβαιότητα» (benevolent reciprocity) με ένα αυξημένο ποσό. Αν όμως ο επενδυτής Α έδειχνε «κακόβουλη αμοιβαιότητα» (malevolent reciprocity) με το να επενδύσει λίγα, μετά από γενναιόδωρη επιστροφή, τότε στον επόμενο γύρο ο «διαχειριστής» Β (συνήθως) επέστρεφε λιγότερα. Το «εύρημα» ήταν ότι η ενεργοποίηση στην περιοχή του κερκοφόρου πυρήνα στον εγκέφαλο του Β αυξάνεται όταν υπάρχει «καλοπροαίρετη αμοιβαιότητα», δηλαδή όταν ο επενδυτής Α αυξάνει την επένδυσή του στον Β, μετά από μειωμένη επιστροφή χρημάτων του Β προς τον Α. Το συμπέρασμα ήταν ότι η ενεργοποίηση στην περιοχή αυτή αντικατοπτρίζει, αφενός το δίκαιο της απόφασης του επενδυτή και, αφετέρου, την απόφαση του Β να δείξει εμπιστοσύνη στον Α (με το να του επιστρέψει μεγαλύτερο ποσό). Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η εγκεφαλική ενεργοποίηση στην περιοχή του κερκοφόρου πυρήνα του Β στους επόμενους γύρους προηγείται της γνώσης του ποσού που θα επενδύσει ο Α. Με άλλα λόγια, καταλήγουν οι ερευνητές, η ενεργοποίηση αυτή αντικατοπτρίζει πλέον την άποψη του Β για τον Α, για το κατά πόσο είναι –θα λέγαμε, λίγο τραβηγμένα– «έμπιστο πρόσωπο».
Γενετικές μέθοδοι, όπου το ερώτημα αντιστρέφεται, κατά κάποιο τρόπο, και τίθεται ως εξής: ποια γονίδια (ή συνδυασμοί γονιδίων) είναι υπεύθυνα για την οντογένεση (και τη λειτουργία) συγκεκριμένων δομών στον εγκέφαλο; Για το ερώτημα που μας ενδιαφέρει (το κατά πόσο λειτουργίες του εγκεφάλου μπορούν να απομονωθούν και να μελετηθούν ανεξάρτητα), η προσέγγιση αυτή δεν έχει πολλά να επιδείξει, τουλάχιστον προς το παρόν, αφού –και δεν νομίζω αυτό να ξαφνιάζει κανέναν– είναι σπάνια η περίπτωση όπου ένα γονίδιο έχει μετρήσιμη επίδραση σε κάτι το τόσο πολυδιάστατο όπως η μνήμη, η φαντασία, αλλά και ο συντονισμός κινήσεων, η αναγνώριση ενός αντικειμένου, κ.τ.λ. Θα φέρω μόνο ένα πρόσφατο παράδειγμα και το επιλέγω επειδή θεωρώ πως ενδιαφέρει ένα ευρύτερο κοινό περισσότερο από άλλα αντίστοιχα παραδείγματα. Το φαινόμενο είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, η λειτουργία της γλώσσας για την οποία έχει ειπωθεί, αρχικά από τον γλωσσολόγο Chomsky και τον νευρολόγο Lenneberg πριν από 40 χρόνια –και από άλλους αργότερα– ότι έχει γενετική βάση.
Ο Chomsky το είπε επειδή παρατήρησε ότι η γλώσσα είναι οικουμενική, σύνθετη και ότι μαθαίνεται γρήγορα και αυθόρμητα από παιδιά χωρίς οδηγίες χρήσης (Chomsky, 1959). Ο Lenneberg, επειδή διαπίστωσε ότι ένα μικρό ποσοστό παιδιών δεν παρουσιάζουν αυτό το χάρισμα και ότι αυτό συμβαίνει με μεγαλύτερη συχνότητα εντός συγκεκριμένων οικογενειών (Lenneberg, 1964). Αυτές οι παθήσεις ονομάζονται «Specific Language Impairment» (SLI) και δεν μπορούν να αποδοθούν σε γενικότερα προβλήματα νοητικής καθυστέρησης, αυτισμού, κώφωσης, κ.τ.λ. Το SLI, όχι μόνο συναντιέται στα μέλη συγκεκριμένων οικογενειών, αλλά υπάρχει σε μεγαλύτερη συχνότητα σε μονοζυγωτικά παρά σε διζυγωτικά δίδυμα, παραπέμποντας σε κληρονομικό στοιχείο. Αλλά, τα μοτίβα της κληρονομικότητας είναι συνήθως πολύπλοκα και μέχρι πρότινος λίγα μπορούσε κανείς να πει για την κληρονομική βάση.
Το 1990, λοιπόν, περιγράφηκε στην Βρετανία, μια πολυμελής οικογένεια πολλών γενεών, οι λεγόμενοι, KEs, στην οποία περίπου οι μισοί είχαν SLI (Hurst et al., 1990). Το 1998 κατάφεραν να βρουν ότι η πάθηση (δηλαδή, για την ακρίβεια, αυτό που διαφοροποιούσε αυτούς που είχαν την πάθηση από τους συγγενείς τους που δεν την είχαν) εντοπίζεται σε ένα μικρό κομμάτι του χρωμοσώματος 7 (Fisher et al., 1998). Λίγα χρόνια αργότερα ανακάλυψαν ότι η δυσλειτουργία εντοπίζεται σε ένα συγκεκριμένο γονίδιο, το FOXP2, και συγκεκριμένα σε ένα και μόνο νουκλεοτίδιο, που αντί να είναι guanine έχει μεταλλαχθεί σε adenine (Lai et al., 2001).
Πρόκειται, κατά μια έννοια, για αναστροφή της ιδέας του εντοπισμού στην οποία αναφερόμουν ως τώρα. Θα μπορούσαμε να το ορίσουμε, αν θέλετε, ως «εντοπισμό αιτίας», σε αντιδιαστολή με τον «εντοπισμό δομής και λειτουργίας». Η μελέτη αυτή συνεχίστηκε με πειράματα απεικονιστικά, που έδειξαν ότι τα μέλη της οικογένειας, τα οποία είχαν την μετάλλαξη, παρουσίαζαν πολύ μικρότερη ενεργοποίηση της περιοχής Broca, αλλά και της αντίστοιχης περιοχής του δεξιού ημισφαιρίου, καθώς και άλλων περιοχών που υπάγονται στο σύστημα της γλώσσας (Liegeois et al., 2003).
Σπεύδω, βεβαίως, να προσθέσω ότι δεν ισχυρίζομαι ότι το FOXP2 είναι το «γονίδιο της γλώσσας» ή έστω το «γονίδιο της ομιλίας», όπως γράφτηκε σε κάποιες εφημερίδες και περιοδικά. Κι αυτό για πολλούς λόγους: πρώτον, υπάρχουν πολλές άλλες περιπτώσεις γλωσσικών παθήσεων που δεν έχουν μετάλλαξη στο συγκεκριμένο γονίδιο· δεύτερον, το γονίδιο FOXP2 υπάρχει και σε πολλά ζώα τα οποία δεν μιλούν, απ’ όσο ξέρουμε· τρίτον, αυτό το γονίδιο είναι αυτό που λέμε μεταγραφικός παράγοντας (transcription factor) είναι δηλαδή γονίδιο του οποίου η πρωτεΐνη ελέγχει την έκφραση άλλων γονιδίων· τέταρτον –που ίσως να μην χρειάζεται να τονιστεί στους αναγνώστες αυτού του περιοδικού, αλλά θα το προσθέσω παρ’ όλα αυτά– τα γονίδια δεν παράγουν συμπεριφορά, τα γονίδια ρυθμίζουν την δημιουργία νευρωνικών κυκλωμάτων. Ο λόγος που το αναφέρω εδώ είναι για να αναφερθώ σε μία ακόμα μέθοδο που χρησιμοποιείται, όλο και περισσότερο, στις νευροεπιστήμες και η οποία άπτεται, έστω και έκκεντρα, του θέματος που μας ενδιαφέρει εδώ.
Σημειώσεις
Η περίπτωση του Willis είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καθώς είναι από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, που τολμά να πει πράγματα που αντιτίθενται στον Descartes. Ισχυρίζεται, λόγου χάρη, ότι μνήμη, σκέψη και συναίσθημα έχουν και τα ζώα και άρα, πρόκειται για φαινόμενα που μπορούν να μελετηθούν πειραματικά. Απορρίπτει τη θεωρία της «περιπλανώμενης μήτρας» για την υστερία και δηλώνει ότι τα προβλήματα συμπεριφοράς είναι δυσλειτουργίες της «σωματικής ψυχής», κατά συνέπεια, η μελέτη ψυχικών νοσημάτων ανήκει στην «εγκόσμια» (secular) ιατρική επιστήμη. Λέει, φερ’ ειπείν, ότι η επιληψία σχετίζεται με προβλήματα αίμάτωσης του εγκεφάλου (κι αυτό την εποχή που η επιληψία θεωρείται ένδειξη σχέσης του πάσχοντος με τη μαγεία) και περιγράφει αυτό που θα λέγαμε σήμερα «διπολική διαταραχή» (manic-depressive disorder). Τέλος, στην δουλειά του Willis οφείλεται εν πολλοίς η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τις κοιλίες στον εγκεφαλικό ιστό.
Όρος που εισήγαγε ο Thomas Kuhn το 1962 για να περιγράψει την εξέλιξη των επιστημονικών θεωριών: Η σύσταση ενός γνωστικού πεδίου ταυτίζεται, εν πολλοίς, με τη δημιουργία ενός «παραδείγματος», το οποίο περιλαμβάνει γενικούς νόμους, μεθοδολογικές και γνωσιολογικές παραδοχές, και κανόνες εφαρμογής των νόμων και το οποίο υιοθετείται από τα μέλη της επιστημονικής κοινότητας. Αλλαγές (μετατοπίσεις είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο Kuhn) αυτών των κυρίαρχων «παραδειγμάτων» γίνονται μετά από περιόδους κρίσης, όταν η επιστημονική κοινότητα δεν μπορεί πια να βασιστεί στο κυρίαρχο «παράδειγμα» για να επιλύσει επιμέρους προβλήματα.
Η ιστορία του όρου φρενολογία δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη και αποτελεί ενδιαφέρον αντικείμενο ιστορικής μελέτης. Ο ίδιος ο Gall δεν χρησιμοποίησε ποτέ αυτόν τον όρο, προτιμώντας αρχικά τον όρο κρανιολογία και κατόπιν οργανολογία, φυσιολογία εγκεφάλου ή εγκεφαλικές λειτουργίες. Ο όρος φρενολογία φαίνεται πως ήταν επινόημα του ιατρού T.I.M. Forster το 1815, που όμως οικειοποιήθηκε και προήγαγε ο συνεργάτης του Gall, για πολλά χρόνια, Johann Caspar Spurzheim. Στον Spurzheim οφείλεται εν πολλοίς η γελοιογραφική εικόνα της φρενολογίας, που «χρεώθηκε» εσφαλμένα ο Gall. Για τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο παραπέμπω στο βιβλίο των Clarke και Jacyna Nineteenth century origins of neuroscientific concepts. Ο Spurzheim τράβηξε τη θεωρία στα άκρα, απέσυρε από την λίστα τις «αρνητικές ιδιότητες» και εισήγαγε ακόμη μερικές «θετικές» (π.χ. το όργανο της ελπίδας) και (μαζί με τον Βρετανό George Combe) συνέβαλε στην μεταμόρφωσή της σε κοινωνικό φαινόμενο περισσότερο, παρά σε επιστημονική θεωρία. Για τέτοιους, αλλά και πολλούς άλλους λόγους ο Gall διαφώνησε με τον Spurzheim το 1812 και έκτοτε ακολούθησαν ξεχωριστές πορείες (Βλ. και το Georges Lanteri-Laura, Ιστορία της φρενολογίας, Μτφ. Κώστας Πόταγας, Προοίμιο Θανάσης Καράβατος, Εξάντας/Τρίαψις Λόγος 1999).
Αργότερα η έννοια της «ευερεθιστότητας» διευρύνεται και καθίσταται γενικότερο γνώρισμα της έμβιας ύλης, ενώ η συγκεκριμένη αντίδραση του μυός περιγράφεται με τον πιο περιορισμένο όρο συσπαστικότητα (contractility). Η έννοια της «αισθητικότητας» εξελίσσεται στη σύγχρονη έννοια της διεγερσιμότητας, σύμφωνα με την οποία, η λειτουργία του ΝΣ είναι η μετάδοση σημάτων που οδηγούν σε αισθήσεις, μυϊκές συσπάσεις και εκκρίσεις (Young, 1970).
Τον όρο βιολογία, με την σύγχρονη έννοια, φαίνεται πως εισήγαγε ο Γερμανός Karl Friedrich Burdach το 1800, αν και εμφανίζεται στον τίτλο του βιβλίου του Michael Christoph Hanov Philosophiae naturalis sive physicae dogmaticae: Geologia, biologia, phytologia generalis et dendrologia, που δημοσιεύτηκε το 1766.
Και αντίστροφα, τα κατώτερα όντα είναι «μερικές αναπαραστάσεις» (partial representations) του ανθρώπινου σώματος.
Παρενθετικά να πω ότι, όπως συχνά συμβαίνει σε καινούργιες θεωρίες που στόχο έχουν να εξηγήσουν τον κόσμο, μερικοί τράβηξαν τις αναλογίες στα άκρα, θεωρώντας ότι ο θαυμάσιος ανθρώπινος οργανισμός και ο χαμερπής πολύποδας αποτελούνται από τα ίδια ουσιαστικά όργανα και ότι οι διαφορές βρίσκονται μόνο στο επίπεδο επεξεργασίας.
Ο Franz Mesmer (1734-1816) ήταν ο Αυστριακός γιατρός που εισήγαγε τη θεωρία του «ζωικού μαγνητισμού», μέσω του οποίου ισχυριζόταν ότι μπορούσε να θεραπεύει.
Ο Vicq d’Azyr είχε παρατηρήσει, ήδη από την δεκαετία του 1790, ότι ο εγκέφαλος των πτηνών «είναι οργανωμένος βάσει διαφορετικού σχεδίου σε σχέση με τον εγκέφαλο του ανθρώπου και των τετραπόδων».
Όρος που εισήγαγε ο Althusser για να περιγράψει τις ιδεολογικές προκαταλήψεις, τα κοινωνικά στερεότυπα και τις πολιτιστικές αξίες που αναπόφευκτα διαμορφώνουν τα επιχειρήματα και τις σκέψεις των ανθρώπων.
Είναι ενδιαφέρον να διαπιστώνουμε πως η κυτταρική θεωρία –η αντίστοιχη θεωρία σύμφωνα με την οποία τα κύτταρα είναι οι λειτουργικές μονάδες του σώματος– προϋπήρξε της νευρωνικής κατά μισό αιώνα (1840).
Η τεχνική PET μετρά ραδιενέργεια που εκπέμπεται από ισότοπα τα οποία έχουν ενεθεί στο κυκλοφορικό σύστημα και αναπαράγει τρισδιάστατες εικόνες της κατανομής αυτών των ισοτόπων σε όλο τον εγκέφαλο. Η τεχνολογία fMRI βασίζεται στις μαγνητικές ιδιότητες της αιμοσφαιρίνης του αίματος, που αλλάζουν ανάλογα με τον βαθμό οξυγόνωσης: περιοχές του εγκεφάλου που δραστηριοποιούνται χρειάζονται περισσότερη ενέργεια –και άρα περισσότερο οξυγόνο– από άλλες περιοχές. Από την δεκαετία του 1990, το fMRI έχει κυριαρχήσει στον χώρο της χαρτογράφησης του εγκεφάλου λόγω της χαμηλής παρεμβατικότητας και της απουσίας ραδιενέργειας.
Βιβλιογραφία
Bouillaud J. (1825). Recherches cliniques propres à démontrer que la perte de la parole correspond à la lésion des lobules antérieurs du cerveau, et à confirmer l’opinion de M. Gall, sur le siège de l’organe du langage articulé. AGM, 1st series 8, 25-45.
Bruford W. (1962). Culture and society in classical Weimar. Cambridge, Cambridge University Press.
Chomsky N. (1959). A Review of B. F. Skinner’s Verbal Behavior. Language 35 (1): 26-58.
Clarke E, Jacyna L (1987). Nineteenth century origins of neuroscientific concepts. Berkeley, Los Angeles, London, University of California Press.
Clarke E, O’Malley C. (1968). The human brain and spinal cord. A historical study illustrated by writings from Antiquity to the Twentieth century. Berkeley and Los Angeles, University of California Press.
Esposito J. (1977). Schelling’s Idealism and philosophy of nature. Lewisburg, Pa., Bucknell University Press.
Fisher S, Vargha-Khadem F, et al. (1998). Localisation of a gene implicated in a severe speech and language disorder. Nature Genetics 18, 2, 168-170.
Flourens P. (1823). Recherches physiques sur les propriétés et les fonctions du système nerveux, dans les animaux vertébrés. AGM 1st series 2, 321-370.
Flourens P. (1824). Recherches expérimentales sur les propriétés et les fonctions du système nerveux, dans les animaux vertébrés. Paris, Crevot.
Flourens P. (1846). Phrenology examined. Philadelphia, Hogan and Thompson.
Gall F. (1835). On the functions of the Brain and of Each of its Parts: with Observations on the Possibility of Determining the Instincts, Propensities, and Talents, or the Moral and Intellectual Dispositions of Men and Animals, by the Configuration of the Brain and Head. Boston, Marsh, Capen and Lyon.
Hécaen H, Dubois J. (1969). La naissance de la neuropsychologie du langage (1825-1865). Paris, Flammarion.
Henle F. (1846). Handbuch der Rationellen Pathologie.
Hoppe B. (1971). Le concept de biologie chez G.R. Treviranus. Colloque International « Lamarck », Paris, A. Blanchard.
Hufeland C. (1807). Remarks on Dr Gall’s theory concerning the organs of the brain.
Hurst J, Baraitser M, et al. (1990). An extended family with a dominantly inherited speech disorder. Dev Med Child Neurol 32, 4, 352-355.
King-Casas B, Tomlin D, et al. (2005). Getting to know you: reputation and trust in a two-person economic exchange. Science 308, 5718, 78-83.
Lai C, Fisher S, et al. (2001). A forkhead-domain gene is mutated in a severe speech and language disorder. Nature 413, 6855, 519-523.
Lenneberg E. (1964). The Structure of Language: Readings in the Philosophy of Language J. A. Fodor and J. J. Katz (eds). New York, Prentice Hall: 579-603.
Lenoir T. (1978). Generational factors in the origin of Romantische Naturphilosophie. JHB, 11, 57-100.
Lenoir T. (1982). The strategy of life: Teleology and mechanics in nineteenth century German biology. Dordrecht, D. Reidel.
Liégeois F, Baldeweg T, et al. (2003). Language fMRI abnormalities associated with FOXP2 gene mutation. Nature Neuroscience, 6, 11, 1230-1237.
Neuburger M. (1981). The historical development of experimental brain and spinal cord physiology before Flourens. Baltimore and London, Johns Hopkins University Press.
Nisbet H. (1972). Goethe and the scientific tradition. London, Institute of Germanic Studies.
Olmsted J. (1944). Historical note on the noeud vital or respiratory center. BHM, 16, 343-350.
Rehbock P. (1983). The philosophical naturalists: Themes in early nineteenth century British biology. Madison, University of Wisconsin Press.
Sherrington C. (1942). Goethe on nature and on science. Cambridge, Cambridge University Press.
Temkin O. (1950). German concepts of ontogeny and history around 1800. BHM 24, 227-246.
Treviranus G. (1802). Biologie, oder Philosophie der lebenden Natur für Naturforscher und Ärzte. Göttingen, J.F. Röwer.
Virey J. (1835). Philosophie de l’histoire naturelle ou phénomènes de l’organisation des animaux et des végétaux. Paris, JB Baillière.
von Haller A. (1762). Elementa physiologiae corporis humani. Lausanne, Bousquet MM, d’Arnay S, Grasset F.
Young R. (1968). The Functions of the Brain: Gall to Ferrier (1808-1866). Isis 59, 251-268.
Young R. (1990). Mind, Brain and Adaptation in the nineteenth century. Oxford, Oxford University Press.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.