Θανάσης Καράβατος
Καθηγητής Ψυχιατρικής και Διευθυντής
της Α΄ Ψυχιατρικής Κλινικής του ΑΠΘ

σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]

Sigmund Freud: Από την ερμηνεία των αφασιών στην ψυχανάλυση

150 Χρόνια από τη γέννηση του Freud

1. Στις 2 Μαΐου του 1891 ο Freud έγραφε στον φίλο του Fliess ότι σε μερικές εβδομάδες θα του έστελνε ένα κείμενο όπου διαπραγματευόταν, με «αρκετό ενθουσιασμό», το θέμα της αφασίας. Τόνιζε μάλιστα ότι σε αυτό τολμούσε να «διασταυρώσει το ξίφος» με τον Wernicke, τον Lichtheim και τον Grashey, είχε μάλιστα φτάσει στο σημείο να θίξει ακόμα και τον «ιερό ποντίφηκα Meynert», τον δάσκαλό του.1 Το κείμενο αυτό δεν ήταν άλλο από τη μονογραφία του με τίτλο Για την ερμηνεία των αφασιών. Μια κριτική μελέτη που εκδόθηκε στη Βιέννη τον ίδιο χρόνο.

Το 2002, οι Αφασίες του Freud εκδόθηκαν επιτέλους και στα ελληνικά.2 Όσα ακολουθούν είναι ένα μικρό μέρος του προλογικού κειμένου («Ο Freud και οι diagram-makers του 19ου αιώνα») το οποίο έγραψα για την έκδοση αυτή που περιλαμβάνει, επίσης, ένα άλλο προλογικό κείμενο («Ο νευρολόγος Freud ή το πάθος του εγκεφάλου») του Κώστα Πόταγα και ένα επίμετρο («Έχει η ψυχανάλυση θεωρία γλώσσας;») του Θανάση Τζαβάρα.

Το βιβλίο του Freud κυκλοφόρησε 4 χρόνια πριν γραφεί το Σχεδίασμα για μια επιστημονική ψυχολογία (1895),3 το πιο συζητημένο 4 στις μέρες μας κείμενό του που δεν είχε πρόθεση να εκδώσει. Αφιερωμένο στον Breuer το πρώτο, γραμμένο μόνο για τον Fliess το δεύτερο, τα δύο αυτά κείμενα εμπεριέχουν, μεταξύ άλλων, τις αντιλήψεις για τη γλώσσα που διαμόρφωνε ο Freud εκείνα τα χρόνια. Στις Αφασίες, το βρέφος μαθαίνει τη γλώσσα από έναν άλλο, επαναλαμβάνοντας αυτό που ακούει σαν παπαγάλος. Στο Σχεδίασμα, η έλλειψη αυτονομίας του βρέφους –η πρωτογενής αδυναμία του ανθρώπινου όντος– οδηγεί στην ανάδυση της γλώσσας (μαζί και της επιθυμίας) μέσα από την κραυγή και τη χειρονομία, μέσα από μια «εκφόρτιση» του συστήματος των νευρώνων που, όμως, απαιτεί έναν άλλο για να ολοκληρωθεί.

Στα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι δηλαδή την Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής (1901) κι αφού διέλθει από την Ερμηνεία των ονείρων (1899/1900), ο Freud θα περάσει από το «όργανο της γλώσσας» στο «ψυχικό όργανο», απομακρυνόμενος από την ανατομία και τη φυσιολογία. Αυτό που θα έχει πλέον σημασία θα είναι η σχέση του υποκειμένου με τη γλώσσα του.5

2. Χαρακτηρισμένο από τον ίδιο τον Freud ως ένα «ενδιαφέρον βιβλίο», οι Αφασίες αποτελούν σήμερα το magnum opus των νευρολογικών του έργων. Ο χαρακτηρισμός ανήκει στους Mark Solms και Michael Saling που θεωρούν, αντίθετα προς τον Karl Pribram,6 πως σ’ αυτό το έργο, και όχι στο Σχεδίασμα, βρίσκεται ο «χαμένος κρίκος», ο πλέον κατάλληλος τόπος για να αναζητήσει κανείς κάποιες από τις απαρχές της ψυχανάλυσης αλλά και ό,τι θα μπορούσε να χρησιμεύσει στην διερεύνηση των σχέσεών της με τις νευροεπιστήμες.7 Η Maria Dorer, ήδη από το 1932, είχε συμπεριλάβει στα ιστορικά θεμέλια της ψυχανάλυσης τη μονογραφία του Freud για τις Αφασίες, αυτό το «πρώτο φροϋδικό σύγγραμμα», κατά πως θα το αποκαλέσει το 1944 ο Siegfried Bernfeld.8 Δέκα χρόνια μετά, για μεν τον βιογράφο του Ernest Jones θα είναι το «πολυτιμότερο νευρολογικό έργο του»,9 για δε τον μεταφραστή των Αφασιών στα αγγλικά Erwin Stengel, ο «σημαντικότερος πρόδρομος των κατοπινότερων έργων του».10

«Το σπέρμα μιας μετατόπισης» βλέπει σ’ αυτό το βιβλίο ο Jacques Chazaud, επισημαίνοντας ότι ο Freud, χωρίς να εγκαταλείπει τη νευρολογία –από αυτήν άλλωστε παίρνει το εγχείρημα– βρίσκεται κιόλας από τη μεριά της ψυχολογίας.11 Ούτως ή άλλως, οι Αφασίες είναι ένα σημαντικό κείμενο, τόσο για την ιστορία των αφασιών όσο και την ιστορία της ψυχανάλυσης, αλλά και για την ερμηνευτική προσέγγιση των φροϋδικών δογμάτων, προσέθετε από παλιά ο Binswanger.12 Ας ανατρέξουμε, απλώς, σε όρους όπως προβολή, αναπαράσταση, επένδυση, υπερπροσδιορισμός που μεταφέρονται από τον Meynert, «μεταλλαγμένοι» βέβαια, στην ψυχανάλυση. Ο Freud, άλλωστε, χτίζει το μοντέλο του χρησιμοποιώντας ρητορικά, αναλογικά και μεταφορικά σχήματα αλλά και με ασαφή πολλές φορές ορολογία.13

Η μονογραφία για τις Αφασίες, καταχωρημένη από τον ίδιο στις νευρολογικές εργασίες του, δεν συμπεριλαμβάνεται στα Άπαντα καθώς είχε ζητήσει να μην ενταχθούν εκεί τα προ-ψυχαναλυτικά του έργα. Ένα σύντομο απόσπασμα μόνο, με το διάγραμμα της αναπαράστασης λέξης (που θα παρουσιάσω πιο κάτω), θα βρούμε στον 14ο τόμο της Standard Edition, ως Appendix C (words and things) στο Unconscious (1915).

Πέραν όλων αυτών, ο ίδιος ο Freud συσχέτισε κάποια στιγμή ορισμένες από τις κατοπινότερες θεωρητικές του επεξεργασίες με κάτι ανάλογο των Αφασιών, όπως φαίνεται σε επιστολή του προς τον Fliess· θα είναι μια από τις σπάνιες φορές που θα γίνει αυτό, παρατηρεί ο σχολιαστής των επιστολών Ernst Kris.14 Έτσι κι αλλιώς, το θέμα των παραφασιών,15 που δεν διαφέρουν «από τη σύγχυση των λέξεων και τον ακρωτηριασμό τους που ο υγιής μπορεί να παρατηρήσει στον εαυτό του σε περιπτώσεις κουράσης, διάσπασης της προσοχής του, επήρειας ενοχλητικών συναισθημάτων», θα το ξαναβρούμε στο 5ο κεφάλαιο της Ψυχοπαθολογίας της καθημερινής ζωής, ενώ τα θέματα του Σχεδιάσματος, στο 7ο κεφάλαιο της Ερμηνείας των ονείρων.

3. Ο Freud καταπιάστηκε με το πρόβλημα των αφασιών για να αντιταχθεί στον απόλυτο, στατικό προσδιορισμό των φλοιϊκών «κέντρων» του Broca και του Wernicke: «χωρίς νέες προσωπικές παρατηρήσεις», όπως πληροφορεί τους αναγνώστες του από την πρώτη κιόλας αράδα, έρχεται να εκθέσει μια δυναμική16 αντίληψη της εντοπιστικής θεωρίας (τα κέντρα, περισσότερο σταυροδρόμια οδών, απλοί σταθμοί μεταβίβασης). Για να υποστηρίξει τις καινοτόμες απόψεις του αντλεί κλινικά δεδομένα από τη βιβλιογραφία της εποχής και θεωρία από τον Hughlings Jackson, κυρίως, αλλά και από φιλοσόφους: ρητώς μεν από τον John Stuart Mill, τον οποίο είχε μεταφράσει, ανωνύμως17 δε, πλην σαφώς, από τον Franz Brentano, μαθήματα του οποίου είχε παρακολουθήσει. Καταθέτοντας έτσι ένα λεπτομερές μοντέλο του «γλωσσικού οργάνου» –συνειρμικό αλλά όχι αυστηρά εντοπιστικό– και μια λειτουργική κατάταξη των αφασικών διαταραχών, θα παρουσιάσει, ταυτόχρονα, και μια δυναμική των ψυχικών διαδικασιών, επίσης σε αντίθεση με τα τότε καθιερωμένα.

Το εγχείρημα αναπτύσσεται εν τω μέσω της χρυσής εποχής 18 των εγκεφαλικών εντοπίσεων. Ήδη, μεταξύ 1861 και 1865 ο Paul Broca είχε «δείξει», με σειρά ανατομοκλινικών παρατηρήσεων, τη σχέση μιας βλάβης στη 3η μετωπιαία έλικα (αριστερά στους δεξιόχειρες) και της απώλειας της εκφοράς του προφορικού λόγου,19 που ονόμασε αφημία. Θα επικρατήσει, βέβαια, ο όρος αφασία που υιοθέτησε το 1864 ο Trousseau, χάρη και στη συμβολή ενός Έλληνα που εργαζόταν κοντά του.20 Η πρόταση, γράφει, ήταν του «κυρίου Χρυσάφη, ενός λίαν διακεκριμένου Έλληνα σπουδαστή», που αποδεχόταν μεν τον παλαιότερο όρο «αλαλία» του Lordat, πλην όμως έβρισκε τον όρο αφασία καλύτερο. Η επιλογή αυτή είχε τύχει και της υποστήριξης του «κ. Littré και του Dr Briau, έτσι ώστε οι τρεις [τους] συνέβαλαν στην απόρριψη του όρου αφημία».21 Την «λεπτομέρεια» αυτή δεν θα παραλείψει να αναφέρει, το 1880, ο υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Λαμπαδάριος: «Εδόθη δε αυτώ η λέξις υπό του εκ Κερκύρας Έλληνος συσπουδαστού και φίλου ημών Κ. Χρυσάφη, όστις διηγήθη ημίν το γεγονός, ότι ο Trousseau γνωρίζων αυτόν ως Έλληνα ηρώτησέ ποτε πώς ηδύνατο να ονομάση την νόσον».22 Ας σημειωθεί ότι η λέξη αφασία προέρχεται από το ομηρικό λεξιλόγιο. Αμφασία, ήταν η δυσκολία να μιλήσει κανείς υπό την επήρεια μιας μεγάλης συγκίνησης (Βλ. Ιλιάδα – Ρ, 694-695 και Οδύσσεια – Δ, 700-705). Ο Broca θα υπερασπιστεί την επιλογή του αναφερόμενος στην ερμηνεία αυτή.23

4. Μέχρι το 1860 οι φυσιολόγοι και οι γιατροί απέρριπταν τις εντοπίσεις επειδή τα ποικίλα κλινικά δεδομένα σχετικά με τις περιγεγραμμένες εγκεφαλικές βλάβες και τις αντιστοιχούσες σε αυτές ψυχονοητικές διαταραχές δεν κάλυπταν τις απαιτήσεις ενός αξιόπιστου πειράματος.24 Η κατάσταση άλλαξε άρδην όταν στα 1870 οι G. Fritsch και E. Hitzig –ο πρώτος ήταν ανατόμος κι ο δεύτερος κλινικός γιατρός, ειδικευμένος στις ηλεκτροθεραπείες– διαπίστωσαν μυϊκή σύσπαση στο αντίπλευρο μέρος του σώματος, εφαρμόζοντας γαλβανικό ρεύμα στο φλοιό ενός ζώου, κλονίζοντας ακόμη περισσότερο τις θέσεις των αντιεντοπιστών, όπως ο διάσημος, από την εποχή της φρενολογίας, P. Flourens.

Καθιερώθηκε έτσι η ύπαρξη αποδεδειγμένων με ακρίβεια εγκεφαλικών εντοπίσεων για την κινητικότητα, την αισθητικότητα, την όραση, την ακοή, τη γεύση και την όσφρηση. Δεύτερο μεγάλο κίνημα μετά το εντοπιστικό ήταν ο συνειρμισμός. Με τον Bastian και τον Meynert θα επεκταθούν και στη νευρολογία οι ιδέες του Hartley και του Taine που θα κυριαρχήσουν στη συνέχεια με τους Wernicke, Kussmaul, Lichtheim και Charcot. Θα υπάρξει αντίδραση, όμως, στους απόλυτους εντοπισμούς. Θα αντιταχθούν ο Kussmaul και ο Jackson, που εμπνέεται από τον εξελικτικισμό του Spencer, κι αργότερα ο Pierre Marie, ο «εικονοκλάστης»25 μαθητής του Charcot.

Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα τον τόνο θα δώσει ο εντοπιστής Dejerine, ενώ λίγο αργότερα, στο μεσοπόλεμο, θα κυριαρχήσουν οι ολιστές26 Head και Goldstein με την ψυχολογία της μορφής (gestalt). Ο Freud βρέθηκε από τη μεριά μιας δυναμικής νευρολογίας που έβλεπε τα «κέντρα» με τον τρόπο του Jackson: «παρόλο που πιστεύω ότι το οπίσθιο μέρος της τρίτης μετωπιαίας έλικας αριστερά είναι αυτό που προσβάλλεται συχνότερα, δεν εντοπίζω το λόγο σε κανένα τόσο μικρό σημείο του εγκεφάλου. Το να εντοπίσει κανείς τη βλάβη που καταστρέφει το λόγο και το να εντοπίσει το λόγο είναι δυο διαφορετικά πράγματα».27

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα θα προκύψει η ανάγκη να παρουσιαστούν τα νέα εντοπιστικά δεδομένα με εποπτικό τρόπο. Με σχέδια επιχειρούν να παρουσιάσουν όσο γίνεται ακριβέστερα τις βλάβες και με την κατασκευή πολύπλοκων σχεδιαγραμμάτων φιλοδοξούν να αποδώσουν τους υποκρυπτόμενους φυσιοπαθογενετικούς μηχανισμούς. Ο διδακτικός ζήλος θα παρασύρει σε υπερβολές. Σε λίγο, όλα αυτά θα τα «συνάγουν» αντί να τα παρατηρούν και θα κατασκευάζουν έτι πλέον πολύπλοκα, όσο και υποθετικά, σχεδιαγράμματα προκειμένου να εξηγηθεί η λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος και, εκ παραλλήλου, ο ψυχισμός και η παθολογία του. Η χρυσή εποχή των εντοπίσεων είναι ταυτόχρονα και η εποχή των diagram-makers. Έτσι τους αποκάλεσε το 1926 ο Henry Head στο μνημειώδες σύγγραμμά του Aphasia and kindred disorders of speech.

5. Ο Freud ξεχώριζε την προβολή από την αναπαράσταση. Ο εξωτερικός κόσμος προβάλλεται, σημείο προς σημείο, στον νωτιαίο μυελό ενώ στο φλοιό αυτός ο κόσμος αναπαρίσταται –όχι σημείο προς σημείο, όπως υποστήριζε ο Meynert– αλλά με τον τρόπο που «ένα ποίημα περιέχει το αλφάβητο», δηλαδή «κατά πολύτροπους ανασυνδυασμούς των μεμονωμένων τοπικών στοιχείων μερικά απ’ τα οποία μπορεί να αντιπροσωπεύονται επανειλημμένα και άλλα καθόλου. (…) Καθώς δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι η αναδιάταξη αυτή αναστρέφεται και πάλι στον εγκεφαλικό φλοιό ώστε να δώσει μια πλήρη τοπογραφική προβολή, μπορούμε να υποψιαστούμε ότι η περιφέρεια του σώματος δεν περιέχεται πια στα ανώτερα τμήματα του εγκεφάλου, όπως και στον εγκεφαλικό φλοιό, τοπογραφικά αλλά μόνο λειτουργικά».28 Αντιτίθεται δηλαδή στα σχεδιαγράμματα εκείνης της εποχής που, κατά τον Jones, επιχειρούσαν να εξηγήσουν τους «συγκεχυμένους μηχανισμούς» των διαταραχών του λόγου, έχοντας δημιουργήσει μια «πτολεμαϊκή κατάσταση η οποία ανέμενε έναν Κέπλερ –τον Freud– για να την απλοποιήσει».29 Ο Freud θα το επιχειρήσει, όντως, ακολουθώντας όμως την παράδοση της εποχής. Με σχεδιαγράμματα αντιπαρατίθεται στα σχεδιαγράμματα. Θα γίνει κι αυτός ένας diagram-maker για να εκθέσει παραστατικά το ψυχολογικό σχεδιάγραμμα της αναπαράστασης της λέξης30 και το ανατομικό σχεδιάγραμμα του γλωσσικού συνειρμικού πεδίου.31

Ο Vogel ήταν από τους πρώτους (1954) που πρόσεξαν την ξεχωριστή σημασία που είχε αυτό το πρώτο σχήμα στη μονογραφία για τις Αφασίες: «με μια διπλή γραμμή ο Freud εικονογραφούσε την κεντρική θέση της μελέτης του»32, επιφέροντας μια σημαντική αλλαγή στην αντίληψη για το όργανο της γλώσσας. Η διπλή αυτή γραμμή συνδέει την αναπαράσταση λέξης με την αναπαράσταση αντικειμένου· ακριβέστερα, η σύνδεση αυτή δεν γίνεται με όλες τις συνιστώσες της λέξης αλλά μόνο με την ηχητική της εικόνα, ενώ από τη μεριά των συνειρμών του αντικειμένου προέχουν οι οπτικές.

6. Η φροϋδική μεταψυχολογία δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τις έννοιες αναπαράσταση λέξης και αναπαράσταση αντικειμένου. Η λέξη αποκτά σημασία μέσα από τη σύνδεσή τους. Η πρώτη αναπαράσταση παρουσιάζεται ως ένα κλειστό σύστημα, αντίθετα προς τη δεύτερη που είναι σύστημα ανοικτό. Είναι κιόλας ορατό στο σχεδιάγραμμα: από τη μεριά της λέξης δεν σχεδιάζεται καμιά επέκταση ενώ από τη μεριά του αντικειμένου υπάρχουν τρεις γραμμές που προεκτείνονται στο κενό. Ο Kuhn σημειώνει: «η αναπαράσταση λέξης αποδίδεται στο προσυνειδητό που δομείται στο χρόνο, η αναπαράσταση αντικειμένου στο άχρονο ασυνείδητο, όντας και οι δυο τους μνημονικά ίχνη».33 Στο Σχεδίασμα, η μνημονική εικόνα μπορεί «να προσκτήσει τον ποιοτικό δείκτη που ιδιάζει στη συνείδηση» μόνο όταν συνδυαστεί με μια λεκτική εικόνα. Πρόκειται για κεφαλαιώδους σημασίας ιδέα την οποία θα προωθήσει περαιτέρω ο Freud, σημειώνουν οι Laplanche και Pontalis στο Λεξιλόγιό τους: είναι αναγκαία για να κατανοηθεί το πέρασμα από την πρωτογενή στη δευτερογενή διαδικασία, από την ταυτότητα της αντίληψης στην ταυτότητα της σκέψης· στο Ασυνείδητο (1915) ενέχει μάλιστα τοπική αξία καθώς «η συνειδητή αναπαράσταση περιλαμβάνει την αναπαράσταση του πράγματος συν την αντίστοιχη αναπαράσταση λέξεως, ενώ η ασυνείδητη αναπαράσταση είναι η αναπαράσταση πράγματος μόνη της».34 Στο σχιζοφρενικό λόγο, που απασχόλησε τον Freud στο τελευταίο (VII) κεφάλαιο του κειμένου αυτού, η λέξη είναι το πράγμα, όπως βέβαια μπορεί να συμβαίνει και στο όνειρο.

7. Η γλώσσα, ένας ρυθμιστικός παράγοντας της υποκειμενικότητας. Δεν έπαυε να μας το υπενθυμίζει ο αξέχαστος Μάριος Μαρκίδης: «Ο κώδικας της παραφροσύνης, όπως θα έλεγαν οι γλωσσολόγοι, δεν πειθαρχεί στις ευπαθείς προϋποθέσεις για τη ροή του μηνύματος. Επιτρέπει το υπερβολικό γλίστρημα (την αχαλίνωτη μεταφορά) ή δεν το επιτρέπει καθόλου (η λέξη είναι το πράγμα). Καταργεί την απόσταση της γλώσσας από την εμπειρία, ενώ γλώσσα σημαίνει να σημαίνεις την εμπειρία, όχι να τη ζεις. Γλώσσα σημαίνει σχέση μεσολαβητική, δεν σημαίνει αμεσότητα, γιατί το ανθρώπινο υποκείμενο δεν μπορεί να υπάρξει στον κόσμο αδιαμεσολάβητο».35

Σημειώσεις

1. Lettre No 9, 2-5-1891. Στο Freud S, La naissance de la psychanalyse (Lettres a W. Fliess, publie par Marie Bonaparte, Anna Freud, Ernst Kris). PUF, Paris, 61996, 56.
2. Freud S. Για την ερμηνεία των αφασιών. Μτφ Άννα Πόταγα & Κώστας Πόταγας. Εξάντας/Τρίψις Λόγος, Αθήνα 2002
3. Εκδόθηκε το 1950 και περιλαμβάνεται στην Standard Edition (I, 283-397). O τίτλος είναι του εκδότη.
4. Το Σχεδίασμα ασκεί σήμερα μια ιδιότυπη θελκτικότητα: άλλοι ανακαλύπτουν εκεί μια «καλή αρχή» για να συζητήσουν σήμερα με τους ψυχαναλυτές, άλλοι, μια «καλή αρχή» που δυστυχώς εγκαταλείφθηκε τότε. Ο R. Gardner π.χ. προσάπτει στον Freud πως αν και νευρολόγος, απεδείχθη ανίκανος να συνδέσει την συμπεριφορά με τις τότε γνωστές νευρωνικές λειτουργίες («Psychiatry Needs a basic science titled sociophysiology», Biological Psychiatry 1996, 39, 833-834). Εντούτοις, χάρις σ’ αυτό το κείμενο ο Κ. Pribram καλωσορίζει την επάνοδο της ψυχανάλυσης μεταξύ των φυσικών επιστημών ενώ ο Μ. Gill απαιτεί την πλήρη κάθαρσή της από κάθε τι το νευρολογικό (Solms M, Saling M. «On psychoanalysis and neuroscience: Freud’s attitude to the localizationist tradition». International Journal of Psycho-Analysis 1986, 67, 397-414). Το Σχεδίασμα φαίνεται να ήταν κάτι περισσότερο από μια προσπάθεια του Freud να εξηγηθεί στον Fliess, στη δική του γλώσσα.
5. Martin JL, «La question du langage chez Freud de 1891 a 1901». L’ Evolution Psychiatrique 1984, 49, 451-486
6. Pribram K, «A century of progress?» Annals of the New York Academy of Sciences, («Neuroscience of the mind on the centennial of Freud’s Project for a scientific psychology»), 1998, 848, 11-19
7. Solms M, Saling M. ό.π [βλ υποσ. 4].
8. Αναφέρεται στο Marx OM, «Freud and aphasia: an historical analysis». American Journal of Psychiatry 1967, 124, 123-133
9. Jones E, The life and work of Sigmund Freud, vol I, N York, Basic Books 1953, 213
10. Stengel E, On Aphasia, N. York, International Universities Press, 1953, X
11. Chazaud J, «Freud et la question de l’ aphasie (ou d’ une derive originaire)». Στο Chazaud J. Idees en folie. Fragments pour une histoire critique et psychanalytique de la psychopathologie. L’ Harmattan, Paris 1994, 83-93
12. Kuhn R, «Preface» In S. Freud. Contribution a la conception des aphasies. Une etude critique. Paris, PUF 31996, 5-45.
13. Gossman WI, «Hierarchies, boundaries and representation in a Freudian model of mental organization». Journal of American Psychoanalytic Association 1992, 40, 27-62
14. Lettre No 52, 6-12-1896. Στο Freud S, La naissance de la psychanalyse… ό.π., 154 (SE, 1, 233)
15. Για τη λεγόμενη «θέση της συνέχειας» του Freud, σύμφωνα με την οποία υπάρχει απλώς μια ποσοτική διαφορά μεταξύ των λεκτικών σφαλμάτων στους υγιείς και των παραφασιών στους αφασικούς βλ Buckingham HW, «Freud’s continuity thesis». Brain and Language 1999, 69, 76-92.
16. Ο Kuhn (ό.π.) παραπέμπει στο Elementary lessons in psycho-analysis όπου ο Freud ομολογεί, στα 82 του χρόνια, πως στα γραπτά του δεν ακολούθησε αποκλειστικά είτε τη δυναμική, γενετική οπτική είτε τη στατική, δογματική.
17. Κατά τη γνώμη του Kuhn (ό.π.) πρέπει να έπαιξε ρόλο η θέση του Brentano ενάντια στην ύπαρξη του ασυνειδήτου. Λόγω φιλίας, άλλωστε, τον παρέλειπε και εκεί όπου αναφερόταν στους φιλοσόφους που αντιτάσσονται στο ασυνείδητο.
18. Έτσι χαρακτηρίζουν τα χρόνια μεταξύ 1880 και 1914 ο Henri Hecaen και ο Georges Lanteri-Laura (Les fonctions du cerveau. Masson, Paris 1983, 16).
19. Ως γλώσσα νοούν εκείνον τον καιρό μόνο τον προφορικό λόγο. Η κατανόησή του ανήκει στο πνεύμα, δηλαδή στη θεολογία, τη φιλοσοφία και την μόλις αναδυόμενη ψυχιατρική. Βλ Whitaker HA, «History of neurolinguistics», στο Stemmer B, Whitaker HA (Ed), Handbook of neurolinguistics. Academic Press, 27-54
20. Η πληροφορία ότι ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1867 από τον Ρώσο αντιεντοπιστή Tarnovsky (Glozman JM, «A brief history of Russian aphasiology». Neuropsychology Review 1996, 6, 1-10) δεν ευσταθεί. Ο Trousseau χρησιμοποίησε τον όρο το 1864, σε μάθημά του στο Νοσοκομείο Hotel-Dieu [Messerli P, «Une approche historique de l’ aphasie», στο Eustache F, Lechevalier B (Ed) Langage et aphasie. Seminaire J-L Signoret, De Boeck Universite, Bruxelles 1989, 13-39]. Εντούτοις, στο Λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας του 1878 δεν υπήρχε η λέξη αφασία, ενώ το Λεξικό του Littre έδινε το 1877 μόνο το επίθετο αφασικός (Galfand T, «Charcot’s Brains», Brain and Language 1999, 69, 31-55).
21. Trousseau A, «De l’ aphasie, maladie decrite recement sous le nom impropre d’ aphemie». Gazette des Hopitaux de Paris 1864, 37, 13-14, 25-26, 37-39, 49-50
22. Λαμπαδάριος ΝΕ, «Περί εντοπισμού επί εγκεφαλικών νοσημάτων, ιδίως των κατά τα ημισφαίρια». Γαληνός 1880 Έτος Β΄, Τόμος Γ΄, σ. 337, 356, 385, 401 (22-29)
23. Ryalls J, «Where does the term aphasia come from?» Brain and Language 1984, 21, 358-363.
24. Hagner M, «Aspects of brain localization in late 19th century Germany». Clio Medica 1995, 33, 73-96
25. Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Head (Aphasia and Kindred Disorders of Speech, 1926, reprint Hafner, New York, 1963)
26. Κατά τον Lanteri-Laura, πρέπει να αποφεύγουμε τη σύγχυση ανάμεσα στους στοχαστές που στα μέσα του 19ου αιώνα υποστήριζαν την ενιαία λειτουργία του εγκεφάλου, τους unitaires (μοναδιστές), και στους ολιστές (globalistes) του μεσοπολέμου. Βλ. «Ένα προσχέδιο επιστημολογίας», πρόλογος του συγγραφέα στο Λαντερί-Λορά, Ιστορία της φρενολογίας, Εξάντας/Τρίψις Λόγος 1999, 27-36
27. Αναφέρεται στο Henderson VW, «Sigmund Freud and the diagram-maker school of aphasiology». Brain and Language 1992, 43, 19-41
28. Στη σελ 124 της ελληνικής έκδοσης.
29. Jones E, ό.π., 214
30. Στο κείμενο ο Freud παραπέμπει στα έργα του J. Stuart Mill, Logic (1843) και An examination of Sir William Hamilton’s philosophy (1865). Ο όρος Vorstellung ανήκει στη φιλοσοφική παράδοση: ο Leibniz και ο Kant τον χρησιμοποίησαν για να κατανοήσουν την ικανότητα του πνεύματος να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα των αισθήσεων με σκοπό να αναπαρασταθεί η πραγματικότητα. Κατά τον Hegel ο όρος δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια, εξ ου και το σχετικό μεταφραστικό λάθος του Stengel (Rizzuto A-M, «The origins of Freud’s concept of object representation in his monograph on aphasia: its theoretical and technical importance». International Journal of Psycho-analysis, 1990, 71, 241-246)
31. Τα σχεδιαγράμματα των Αφασιών ακολούθησαν ποικίλα άλλα γραφήματα, στο Σχεδίασμα (1895), την Ερμηνεία των ονείρων (1899/01), το Εγώ και το αυτό (1923) κτλ. Από κοντά και οι διαδοχικές επεξεργασίες, μέσα στα ίδια αυτά κείμενα, του «ψυχικού οργάνου» που ως σύστημα των «λεκτικών ιχνών» θα πάρει τη θέση (εμπεριέχοντάς το) του «γλωσσικού οργάνου» (Forrester J, Le langage aux origines de la psychanalyse, Gallimard, Paris 1984, 78 (Language and the origins of psychoanalysis. MacMillan Press 1980).
32. Kuhn, ό.π.
33. Kuhn, ό.π.
34. «Αναπαράσταση του πράγματος, αναπαράσταση της λέξης» J. Laplanche, J.-B. Pontalis, Λεξιλόγιον της Ψυχανάλυσης, Μτφρ. Β. Καψαμπέλης, Λ. Χαλκούση, Α. Σκουλίκα, Π. Αλούπης. Κέδρος 1986
35. Μαρκίδης Μ, «Το παιχνίδι των γραμμάτων», στο Κείμενα Νευρο-Ψυχολογίας, Εκδ. Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη 1987, 269-277

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.