Νίκος Γκουγκουλής
Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής (ΣΠΕ),
Γενικός Γραμματέας της
Διεθνούς Ένωσης για την Ιστορία
της Ψυχανάλυσης (AIHP)

σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]

Η μυθική διάσταση στη σκέψη του Φρόυντ

150 Χρόνια από τη γέννηση του Freud

150 Χρόνια από τη γέννηση του Freud

Ομιλία κατά την έναρξη του Συμποσίου της Διεθνούς Εταιρείας για την Ιστορία της Ψυχανάλυσης: Ιστορία και λειτουργία του μύθου στην Ψυχανάλυση, Αθήνα, 4-8 Οκτωβρίου 2006

Εισαγωγή

Με την εισήγησή μου θα επιχειρήσω να αναδείξω μια ιδιαιτερότητα της σκέψης του ιδρυτή της ψυχανάλυσης, την μυθική της διάσταση. Η ιδιαιτερότητα αυτή έχει βέβαια σχέση με την διανοητική πορεία και την προσωπικότητα του Φρόυντ αλλά πηγάζει κυρίως από επιστημολογική ανάγκη.

Στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ο αιώνα, σειρά στοχαστών ανοίγουν νέους ορίζοντες, ερευνώντας νέους γνωστικούς χώρους, και ασχολούνται με φαινόμενα και ιδέες που είναι αδύνατον να διατυπωθούν μέσα στα υπάρχοντα θεωρητικά πλαίσια και, ακόμη λιγότερο, με τα υπάρχοντα θεωρητικά εργαλεία. Δίπλα λοιπόν σε αυτή καθεαυτή τη δυσκολία της απλής ενασχόλησης με τα νέα προβλήματα, υπεισέρχεται και η αναζήτηση μιας ικανοποιητικής και, ει δυνατόν, κατανοητής περιγραφής και διατύπωσής τους. Κάθε διανοητής, λοιπόν, προσφεύγει στα δικά του μέσα, τη δική του εφευρετικότητα, περιγράφοντας τον νέο χώρο, διατυπώνοντας νέες έννοιες ή, αν προτιμάτε, νέα εργαλεία δουλειάς και, καμιά φορά, δημιουργώντας νέα θεωρητικά πλαίσια σκέψης.

Τη δυσκολία αυτή, ο Φρόυντ την εξετάζει στις επιστημολογικές του αναφορές, ειδικά στα Μεταψυχολογικά δοκίμια (1915), καθώς και στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου Πέραν της αρχής της ηδονής (1920) που συνιστά τομή μέσα στο υπάρχον θεωρητικό πλαίσιο της ίδιας της ψυχανάλυσης. Γράφει λοιπόν το 1920: «Όταν θεωρητικολογεί κανείς για τις ενορμήσεις της Ζωής και του Θανάτου δεν πρέπει να εκπλαγεί αν είναι αναγκασμένος να περιγράψει τόσο δύσκολα και δυσνόητα φαινόμενα όπως την επαναφορά της ενόρμησης από το αντικείμενο στο Εγώ. Η δυσκολία πηγάζει από το γεγονός ότι είμαστε αναγκασμένοι να δουλεύουμε με τα θεωρητικά εργαλεία της ψυχολογίας του βάθους. Χωρίς αυτά, όμως, δεν θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τα κλινικά φαινόμενα και ίσως να μην μπορούσαμε ούτε καν να τα αντιληφθούμε».

Καταλαβαίνουμε το μέγεθος της επιστημολογικής τομής που επιφέρουν στοχαστές σαν τον Δαρβίνο ή τον Φρόυντ κοντά σε άλλους ρηξικέλευθους ερευνητές. Πιστεύω ότι είναι θεμιτό να τους συγκρίνουμε με διανοητές σαν τον Αϊνστάιν, η θεωρία του οποίου αποτελεί ρήξη με τη κλασική φυσική. Με μία διαφορά όμως: ο μέγας φυσικός έπεται ενός Νεύτωνα, ενώ οι θεωρίες του Δαρβίνου και του Φρόυντ στοιχειοθετούν μια χωρίς προηγούμενο επιστημολογική ρήξη. Σ’ αυτήν την γιγαντιαία προσπάθεια, ο Φρόυντ προσέφυγε συχνά στον μεταφορικό λόγο, χρησιμοποίησε την αναλογική σκέψη και πιστεύω ότι μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια κατέφυγε στο μύθο και ιδιαίτερα στον αρχαιοελληνικό μύθο. Αργότερα, δεν δίστασε να εισαγάγει νέους, δικούς του μύθους, θα μπορούσαμε να πούμε φροϋδικούς μύθους.

Πρώτες εμφανίσεις της μυθικής σκέψης

Ας δούμε λοιπόν την παρουσία του μύθου και την προσφυγή στη μυθική σκέψη με κάποια σειρά. Είναι 16 Αυγούστου 1873, κι ένας ανήσυχος 17χρονος έφηβος γράφει στον φίλο του Εδουάρδο Σίλμπερσταϊν: «Χτες βράδυ βρέθηκα χωρίς κερί. Με τριγύρισε μια αιγυπτιακή σκοτεινιά. Μη μπορώντας να διατάξω τον κεραυνό να φωτίσει την ατμόσφαιρα, απογοητευμένος, συνέθεσα έναν διάλογο ανάμεσα σε δύο άστρα που φώτισαν έτσι τη νύχτα». Ακολουθεί μια δισέλιδη ιστοριούλα που σκαρώνει ο έφηβος Φρόυντ και όπου συμπυκνώνει φιλοσοφικούς στοχασμούς για την ελευθερία και τον ντετερμινισμό με αναφορές θεολογικού περιεχομένου για την υποχρεωτική τροχιά των δορυφόρων. Ο νεαρός στοχαστής καταλήγει σε ένα ηθικό συμπέρασμα: «εάν τέτοιοι νόμοι καθορίζουν τη μοίρα των άστρων τότε οι άνθρωποι δεν πρέπει να παραπονιούνται».

Την εποχή αυτή, ο Φρόυντ είχε ήδη διασταυρωθεί με την τραγωδία του Σοφοκλή στις απολυτήριες εξετάσεις του Λυκείου (όπως μαθαίνουμε από το γράμμα της 16/6/1873 στον Έμιλ Φλους). Το θέμα της μετάφρασης ήταν 33 στίχοι από ένα χωρίο του Οιδίποδα Τυράννου το οποίο είχε ήδη μελετήσει από μόνος του. Φυσικά, πήρε και τον καλύτερο βαθμό της τάξης.

Ο Οιδίποδας κάνει πάλι την εμφάνισή του, έμμεσα, στην αλληλογραφία του, την εποχή της υποτροφίας του στο Παρίσι και της θητείας του δίπλα στον Σαρκό. 3 Δεκεμβρίου 1885. Βρίσκεται σε κατάσταση μελαγχολική αλλά και ποιητική, θεωρώντας τον εαυτό του μη αναγνωρισμένο (στις κλινικές επισκέψεις του Σαρκό, αναφερόταν ως ο κύριος Φρόυντ, φοιτητής της ιατρικής). Αγχωμένος από τα χρόνεια οικονομικά του προβλήματα, σε γράμμα που απευθύνει στη Μίννα Μπέρνας, αδελφή της αρραβωνιαστικιάς του Μάρθας, παρομοιάζει το Παρίσι «με μια γιγάντια και γοητευτική Σφίγγα η οποία κατασπαράζει τους ξένους που αδυνατούν να λύσουν τα αινίγματα της, τα μυστήρια της πόλης». Σα να λέμε ότι ο Φρόυντ/Οιδίποδας θα επιχειρήσει να λύσει τα αινίγματα της πόλης, παρά τους φοβερούς πονοκεφάλους που πάντα χαρακτήριζαν τις περιόδους έντονου άγχους.

Οιδίποδας

Φθάνουμε, έτσι, σιγά-σιγά στο κομβικό σημείο, στο γράμμα της 15/10/1897 προς τον Φλις. Κομβικό σημείο, γιατί μόλις πριν από τρεις εβδομάδες είχε καταρεύσει η πρώτη φροϋδική θεωρία για τη λειτουργία των νευρώσεων (γράμμα της 21/9/1897, γνωστό ως το γράμμα της εγκατάλειψης της neurotica). Ο Φρόυντ βρίσκεται λοιπόν σε ένα θεωρητικό αδιέξοδο και ταυτόχρονα αντιμετωπίζει κλινικές δυσκολίες με τη ψυχανάλυση του κυρίου Ε., μια ψυχαναλυτική αγωγή που κράτησε πέντε χρόνια και κούρασε τον Φρόυντ. Και, τέλος, βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή της αυτοανάκλασής του.

Γράφει λοιπόν στον συνομιλητή του: «Βρήκα στον εαυτό μου, όπως και σε όλους τους άλλους, συναισθήματα αγάπης προς τη μητέρα και φθόνου προς τον πατέρα, συναισθήματα που πιστεύω ότι είναι κοινά σε όλα τα παιδιά, ακόμα κι όταν η εμφάνισή τους δεν είναι τόσο πρώιμη όσο είναι στα παιδιά που αργότερα θα εμφανίσουν νευρωτικά συμπτώματα. Αν είναι έτσι, καταλαβαίνουμε, παρά κάποιες λογικοφανείς αντιρρήσεις, την επιρροή της τραγωδίας του Οιδίποδα κι ακόμα, την αδυναμία της σύγχρονης δραματουργίας να απεικονίσει το πεπρωμένο. Τα συναισθήματά μας εξανίστανται εναντίον της αδυσώπητης μοίρας, αλλά ο ελληνικός μύθος συνέλαβε το σημείο μιας κοινής αναγνώρισης. Κάθε θεατής έχει υπάρξει στη φαντασία του ένας εν δυνάμει Οιδίποδας και τρομάζει και ριγεί στη ιδέα της πραγμάτωσης αυτού του ονείρου. Ο τρόμος είναι ανάλογος στην ένταση της απώθησης που χωρίζει την παρούσα συνείδηση από την παιδική ανάμνηση».

Στο ίδιο γράμμα, αναφερόμενος στην τραγωδία του Άμλετ, ο Φρόυντ αναρωτιέται μήπως το θέμα των δύο δραματικών έργων είναι κοινό, με αφορμή, ειδικά, την κραυγή του Άμλετ: «και έτσι η συνείδηση μας κάνει όλους δειλούς». Πολλοί αναλυτές, και εγώ μαζί τους, έχουν αναρωτηθεί γιατί ο Φρόυντ προτίμησε τον Οιδίποδα από τον Άμλετ. Ίσως ο λόγος να βρίσκεται στο γεγονός ότι η ελληνική τραγωδία υπογραμμίζει πιο έντονα την ακάματη και ασυμβίβαστη εσωτερική πάλη για την αναζήτηση της αλήθειας. Εάν υποθέσουμε ότι η συνάντηση με τον ελληνικό μύθο έχει συγκυριακό χαρακτήρα, γιατί η ανθρωπιστική παιδεία είναι κυρίαρχη στον 19ο αιώνα, δεν πρέπει να παραλείψουμε μια ιδιαιτερότητα του ελληνικού μύθου. Σε σχέση με άλλες προσεγγίσεις, ο ελληνικός μύθος παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία σκέψης, στο βαθμό που έχει αποδεσμευτεί από τον θρησκευτικό του χαρακτήρα: είναι πιο κοντά σε ένα μεταβατικό στάδιο.

Οι προηγούμενες σκέψεις του Φρόυντ αποτελούν μια πολλαπλή τομή στο επίπεδο της θεωρίας, όσο και της πρακτικής του υπό δημιουργία νέου επιστημονικού χώρου που φέρει το όνομα ψυχανάλυση από το 1896. Με τη χρήση του μύθου του Οιδίποδα, ο Φρόυντ αναδεικνύει μια δομική λειτουργική διάσταση του ψυχισμού. Ξεφεύγει από την προσπάθεια να βρει την αιτιολογία των ψυχικών παθήσεων και αναζητάει τους νόμους με τους οποίους λειτουργεί και αρθρώνεται ο ψυχισμός. Ο Οιδίποδας είναι, λοιπόν, η πρώτη θεώρηση της νέας αυτής προσέγγισης. Και θα παραμείνει πάντοτε ο ακρογωνιαίος λίθος της ψυχανάλυσης (1923, άρθρο στην εγκυκλοπαίδεια του Μαρκούζε).

Πρόκειται επίσης για μια επιστημολογική τομή στη σχέση αρρώστου και γιατρού. Μέχρι τότε ο γιατρός, ακόμα και ο ψυχοθεραπευτής, ασχολούνταν με ένα εξωτερικό αντικείμενο, ξένο απ’ αυτόν, τον άρρωστο. Ο Φρόυντ μεταθέτει τον άξονα της δουλειάς και φτιάχνει μια νέα υπόθεση εργασίας που θα διατυπώσω εν συντομία ως εξής: εάν ο ψυχισμός του αρρώστου λειτουργεί με έναν τρόπο, τότε και ο ψυχισμός του γιατρού έχει κοινά σημεία με αυτήν τη λειτουργία! Μετατοπίζει λοιπόν τα σύνορα κανονικής και παθολογικής λειτουργίας του ψυχισμού, αναζητώντας τους γενικούς νόμους της ψυχικής λειτουργίας τόσο στον άρρωστο όσο και στον γιατρό. Να προσθέσω ακόμα ότι μπορούμε να διαβλέψουμε τον εμπλουτισμό της έννοιας της αναλυτικής ακρόασης που χρονολογείται μόλις από τις Μελέτες για την Υστερία (1895). Πράγματι, στο δέσιμο της θεραπευτικής διαδικασίας με τη αυτοανάλυση που προτείνεται (ας θυμηθώ τη φράση: βρήκα στον εαυτό μου!) αχνοφαίνεται ο δρόμος που ανοίγει για όλες τις μελλοντικές μελέτες του μεταβιβαστικού χώρου. Εν παρόδω, ας διαπιστώσουμε μαζί και πάλι ότι η προσφυγή στο μύθο γίνεται σε στιγμή θεωρητικού αδιεξόδου και προσωπικής ανησυχίας. Θα επανέλθω στο θέμα αυτό λίγο αργότερα.

Η πρώτη αναφορά στην ελληνική μυθολογία θα ακολουθηθεί και από άλλες που θα τον βοηθήσουν σε, εξίσου κρίσιμες, θεωρητικές καμπές, όπως εκείνη του ναρκισσισμού. Θα αναφερθεί επίσης στην κεφαλή της Μέδουσας, στην Άρτεμη της Εφέσου και δευτερευόντως σε άλλες μορφές.

Ο Φρόυντ δεν θα ασχοληθεί εκτενώς σε θεωρητικό επίπεδο με τον μύθο, θα τον χειριστεί για τις δικές του θεωρητικές ανάγκες, για να δώσει μορφή στη σκέψη του. Η μόνη θεωρητική αναφορά στο μύθο βρίσκεται στο 12ο κεφάλαιο του κειμένου Μαζική ψυχολογία και ανάλυση του Εγώ (1921), όπου αναλύει και τη λειτουργία του μύθου του ήρωα.

Φροϋδικοί μύθοι

Ας έρθουμε τώρα στους νέους μύθους. Είναι βέβαια σαφές ότι ο Οιδίποδας, με τη φροϋδική του μορφή είναι ήδη μια νέα ερμηνεία του ελληνικού μύθου, ένας εμπλουτισμός σε μια παράδοση που αρχίζει από τον Όμηρο και συνεχίζεται με τους τραγικούς, ιδιαίτερα τον Ευριπίδη που χρησιμοποίησε τον καμβά του μύθου για να εκφράσει προβληματισμούς της εποχής του.

Πιστεύω ότι ο Φρόυντ μπορεί να εγγραφεί σε αυτήν την πορεία της ανθρώπινης σκέψης. Πράγματι, οι μύθοι, όταν αποτελέσουν κομμάτι μιας παράδοσης, γράφονται ως κληρονομιά από μια πρώτη κατεργασία θρησκευτικών σκέψεων, φιλοσοφικών προβληματισμών και ιστορικών αναζητήσεων. Στην ύστερη εποχή της τραγωδίας, στη σκέψη του Ευριπίδη πρέπει να είχε εδραιωθεί η πίστη ότι ο μυθικός κόσμος δεν ήταν παρά ένα πλάσμα των προηγούμενων γενεών κι άρα μπορούσε να τον χρησιμοποιεί σαν πεδίο μετασχηματισμών για τους δικούς του ποιητικούς σκοπούς και προβληματισμούς.

Πιστεύω ότι η υπόθεση μιας συγγένειας του Φρόυντ με τον Ευριπίδη είναι θεμιτή.

Αλλά ο Φρόυντ δεν θα σταματήσει στη χρήση του ελληνικού μύθου. Θα δημιουργήσει ολόκληρη θεωρία, τη Μεταψυχολογία, με κύριο κορμό τη θεωρία των ενορμήσεων. Και δεν θα διστάσει να γράψει στη 32η διάλεξη της Νέας σειράς διαλέξεων για την ψυχανάλυση (1932) ότι «η θεωρία των ενορμήσεων είναι η δική μας μυθολογία». Φράση που ανέπτυξε έναν χρόνο αργότερα, στο γράμμα του στον Αϊνστάιν Γιατί ο Πόλεμος; (1933). Εκεί χωρίς δισταγμό υπογραμμίζει ότι όλες οι επιστημονικές θεωρίες έχουν τη μυθολογία τους.

Στο νέο αυτό πλαίσιο θα προσθέσει και άλλες υποθέσεις με μυθική διάσταση. Ενδεικτικά θα αναφέρω την υπόθεση του φόνου του πατέρα της πρωτόγονης ορδής και την υπόθεση του μεγάλου άνδρα που ανέδειξε με τη φιγούρα του Μωυσή.

Η υπόθεση του φόνου του πατέρα της πρωτόγονης ορδής εμφανίζεται την εποχή της διάσπασης με τον Γιούνγκ, στο κείμενο Τοτέμ και Ταμπού και, σε πληρέστερη μορφή, στο χαμένο 12ο μεταψυχολογικό δοκίμιο Επισκόπηση των μεταβιβαστικών νευρώσεων που βρέθηκε στην αλληλογραφία με τον Φέρεντσι. Αν ψάξει κανείς στις πηγές που αναφέρει ο Φρόυντ, στον Δαρβίνο, τον Άτκινσον ή τον Ρόμπερτσον Σμιθ, θα διαπιστώσει ότι ο μύθος αυτός είναι μια κατασκευή που υπακούει στην ανάγκη να βρεθεί λύση στο θεωρητικό πρόβλημα της φυλογένεσης.

Το πρόβλημα αυτό, όπως και η όλη ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στοιχειοθετούν ένα κλίμα θεωρητικού αδιεξόδου και προσωπικής ταραχής. Ταραχής πολύ πιο έντονης από την αντίστοιχη εκείνη που περιέγραψα για το 1897. Στη περίοδο 1912-1918 ο Φρόυντ ένιωσε τον κίνδυνο να αφανιστεί η δουλειά του. Η προσφυγή λοιπόν στη μυθική σκέψη συμπίπτει με αυτή τη διάσταση του κινδύνου.

Εάν δεχτούμε αυτήν την προσφυγή, μπορούμε να αναρωτηθούμε πόσο πίστευε ο ίδιος ο Φρόυντ στις μυθικές αυτές κατασκευές. Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Στο Μαζική ψυχολογία και ανάλυση του Εγώ (1921) αναφέρεται στην υπόθεση της πρωτόγονης ορδής σαν σε επιστημονικό μύθο. Λίγο αργότερα, στην Αυτοπαρουσίαση του 1925, κάνει ένα βήμα παραπέρα και μιλάει για το όραμα (vision) της πρωτόγονης ορδής. Η φράση αυτή ανταποκρίνεται στις αναμνήσεις του Αμερικανού ανθρωπολόγου Άμπρααμ Κάρντινερ που μας διηγείται ότι, κατά τη διάρκεια της ανάλυσής του, ο Φρόυντ του εκμυστηρεύτηκε, με αφορμή το φόνο του πατέρα της πρωτόγονης ορδής «ότι δεν πρέπει να δίνει ιδιαίτερη σημασία σε μια ρέμβη ενός βροχερού κυριακάτικου απογεύματος». Βέβαια, ο ίδιος ο Κάρντινερ συνεχίζει, μερικές αράδες πιο κάτω, ότι «ουαί κι αλίμονο» αν διαφωνούσε κανείς με τον Φρόυντ σε τέτοια θέματα.

Πώς να αντιμετωπίσουμε την αντιφατική αυτή συμπεριφορά; Ίσως μας βοηθήσει η σκέψη του Αντρέ Γκριν (1980) ότι ο μύθος είναι ένα συλλογικό μεταβατικό αντικείμενο. Αν λοιπόν δεχτούμε τη σκέψη αυτή την προεκτείνουμε στο ατομικό επίπεδο, θα θεωρήσουμε τη μυθική διάσταση της σκέψης σαν μεταβατικό στάδιο. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί από τη μια μεριά ο Φρόυντ ήξερε ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τις μυθικές αυτές κατασκευές τοις μετρητοίς, παγιώνοντας και απονεκρώνοντάς τες, σαν να είχαν τη διάσταση (statut) μιας επεξεργασμένης επιστημονικής έννοιας (concept). Από την άλλη, έμενε έντονα συναισθηματικά δεμένος με τα γεννήματα της δημιουργικής, μυθοποιητικής φαντασίας του.

Πώς και πότε έρχεται η μυθική λειτουργία στην σκέψη του αναλυτή;

Ξέρουμε ότι ο Φρόυντ κατέφευγε κατά κόρον σε μεταφορές ή σε αναλογική σκέψη. Δικαιολογημένα χρησιμοποιεί την αναλογική σκέψη για να συγκρίνει έννοιες συναφείς όπως το πένθος με την μελαγχολία. Με παρόμοιο τρόπο συνέκρινε την τεχνική της ανάλυσης με τη χειρουργική. Αυτά τα θέματα είναι σχετικά εύκολα και απλά και νομίζω ότι πρέπει να αισθανθούμε τα όρια του αναλογικού στοχασμού, θυμίζοντας τη σκέψη που εκφράζει το 1938 στην Επιτομή της ψυχανάλυσης, λέγοντας ότι δεν πρέπει να λησμονούμε πού πρέπει να τελειώνει η χρήση της αναλογίας.

Ας αναρωτηθούμε τώρα πώς και πότε έρχεται η ανάγκη της μυθικής λειτουργίας στη σκέψη του αναλυτή. Ίσως μια απάντηση να μας δίνεται στο κείμενο Ανάλυση με τέλος και ανάλυση χωρίς τέλος (1937, σελ 240). Όπως είναι γνωστό, η ψυχανάλυση, σαν γνωστικός χώρος, αντλεί από την κλινική εμπειρία. Οι νέες παθολογίες, ως γνωστικό αντικείμενο, σπρώχνουν τον αναλυτή στα όρια του θεωρητικού του πλαισίου και καμιά φορά πέρα από τα προσωπικά ψυχικά του όρια. Πιστεύω ότι στο κείμενο αυτό, ο Φρόυντ είναι και πάλι σε μια κρίσιμη θεωρητική καμπή με τα στοιχεία του κινδύνου, έτσι που τα έχω περιγράψει προηγουμένως, γιατί δεν μπορεί να λύσει ικανοποιητικά το θέμα του ημερώματος (domptage) της ενόρμησης. Με άλλα λόγια αδυνατεί να επεξεργαστεί θεωρητικά το πρόβλημα της διοχέτευσης της ενέργειας της ενόρμησης έτσι ώστε να μπορεί να εναρμονίζεται στη λειτουργία του Εγώ.

Γράφει λοιπόν ο Φρόυντ, αναφερόμενος στον Γκαίτε: «και τώρα χρειαζόμαστε τη μάγισσα μεταψυχολογία». Και συνεχίζει: «στο σημείο αυτό δεν μπορούμε να προχωρήσουμε χωρίς στοχασμό, χωρίς μια μεταψυχολογική θεωρητικολογία (speculation), θα μπορούσα σχεδόν να πω, χωρίς μια μεταψυχολογική φαντασίωση».

Όπως το 1897 και το 1915, έτσι και τώρα το 1937, στο τέλος της ζωής του, καταφεύγει στη μυθική σκέψη και αντλεί από τον χώρο των ταυτίσεών του. Μια ανάγκη λοιπόν να προσφύγει στο μύθο και στη γόνιμη φαντασία του για να δώσει μορφή στη σκέψη του, ξεπερνώντας την αδυναμία των υπαρχόντων θεωρητικών εργαλείων. Η μυθική σκέψη, ο μύθος σε όλες του τις εκφράσεις, μετατρέπει, χάρις στη φαντασία, μια απλησίαστη ή επικίνδυνη πραγματικότητα σε ένα αντικείμενο πιο προσιτό, πιο επεξεργάσιμο.

Κάποιες τελευταίες σκέψεις

Ο Φρόυντ δεν σταμάτησε ποτέ να σπρώχνει τη σκέψη του μακρύτερα. Ας θυμηθούμε τις απίστευτες αυτές σημειώσεις που δημοσιεύτηκαν σκόρπιες ή βρέθηκαν στα κατάλοιπα και που ενσωματώθηκαν όλες μαζί το 1940 σε ένα κείμενο με τίτλο Αποτελέσματα, ιδέες, προβλήματα. Για παράδειγμα, το σημείωμα 7: «με τον νευρωτικό είναι σαν να βρισκόμαστε σε προϊστορικό τοπίο», όπου παρατηρούμε την έντονη χρήση της αναλογικής σκέψης. Και λίγο πιο κάτω μας άφησε ένα δείγμα των προβλημάτων που σκόπευε να επεξεργαστεί. Ενδεικτικά ας αναφέρω το σημείωμα 8: «μυστικισμός, η σκοτεινή αντίληψη του βασιλείου πέραν του Εγώ, πέραν του Εκείνου».

Καταλαβαίνουμε το μέγεθος της δυσκολίας να καλυφτεί ο γνωστικός αυτός χώρος από την υπάρχουσα θεωρία και άρα την ανάγκη της προσφυγής στην αναλογική σκέψη με τη μυθική διάσταση που προσπάθησα να αναδείξω.

Σημειώσεις

  1. Πρόκειται για τον αδελφό της Γκιζέλας, του περίφημου κειμένου της ανάμνησης-παραπετάσματος (souvenir-écran) S. Freud (1899) Über Deckerinnerungen, G. W. 1, 536.

  2. Οι καθηγητές του, ήδη είχαν επισημάνει στις εκθέσεις του ένα ύφος, ένα στυλ. Το υπογράμμισαν ως ιδιωτικό, με άλλα λόγια πρωτότυπο και χαρακτηριστικό. Ήδη από τότε τα κείμενα του Φρόυντ ήταν αναγνωρίσιμα, είχαν υπογραφή. Jones E. (1955) The Life and Work of Sigmund Freud.

  3. Για πρώτη φορά η φροϋδική θεραπεία παίρνει το όνομα ψυχανάλυση στο άρθρο Η κληρονομικότητα και η αιτιολογία των νευρώσεων, δημοσιευμένο στο γαλλικό περιοδικό Revue Neurologique. G. W. I, 407-22.

  4. Εγχειρίδιο των σεξουαλικών επιστημών. S. Freud (1923) Psychanalyse und Libidotheorie. G.W. XIII, 211.

  5. Για τον Μωυσή παραπέμπω στο κείμενό μου «Η κληρονομιά του Φρόυντ». Εκ των υστέρων 2000, 4, 99-113.

  6. Δεν θα μπω στο θέμα της κάποιας αφέλειας της διήγησης του Αμερικανού αναλυόμενου που δεν καταλαβαίνει καθόλου τη ερμηνευτική διάσταση της παρέμβασης του Φρόυντ, ο οποίος προφέρει τη φράση αυτή στον συγκεκριμένο αναλυόμενο, σε μία στιγμή της ανάλυσης. Kardiner A. (1977) My Analysis with Freud: Reminiscences. Norton, New York.

  7. Η έννοια του κινδύνου (Μπένγιαμιν 1940, 6ο σημείο των Θέσεων για μια φιλοσοφία της ιστορίας). Η άρθρωση της ιστορίας με το παρελθόν δεν σημαίνει να ξέρουμε τι «ακριβώς συνέβη» αλλά να συλλάβουμε μιαν ανάμνηση έτσι που λάμπει σε μια στιγμή κινδύνου. Benjamin W. (1940) Über den Begriff der Geschichte. In W. Benjamin Illuminationen. Suhrkamp, Frankfurt am Main, 1977, 251-261.

  8. Την ωραιότερη περιγραφή της προσπάθειας αυτής την έχει κάνει η Αμερικανίδα αναλυόμενη Χ. Ντ., στο βιβλίο αναμνήσεων Φόρος τιμής στον Φρόυντ (Doolittle H. (1970) Tribute to Freud, Carcanet, London, 77-80).

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.