Απόστολος Λυκεσάς
Δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Διαμένει στη Θεσσαλονίκη. 

σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]

Η Ψυχιατρική, τα Μ.Μ.Ε. και η Δημοκρατία

Η ανθρώπινη τρέλα είναι συχνά πονηρό και
ύπουλο πράγμα. Ενώ θαρρείς πως έχει
εξαφανιστεί, το πιθανότερο είναι πως
απλώς έχει αλλάξει μορφή, πως έχει πάρει
κάποια άλλη, ακόμη πιο αδιόρατη όψη.

Χέρμαν Μέλβιλ, «Μόμπι Ντικ»

Ομιλία στο Πανελλήνιο Συνέδριο που οργάνωσε η Ψυχιατρική Κλινική του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης με θέμα «Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη: ιστορία, θεωρία και πράξη». Αλεξανδρούπολη, 6-9 Απριλίου 2006

Κυρίες και κύριοι,

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Βέλγος ακουαρελίστας Φολόν πείραζε τα ακροατήριά του λέγοντας: «Δεν είμαι εδώ για να σας πω μια ιστορία. Δεν θα γλιτώσετε τόσο εύκολα. Θα σας πω δύο ιστορίες». Τόσες θα σας πω κι εγώ.

Ο Ισίδωρος Κ. πάσχει από σχιζοφρένεια. Κλασική περίπτωση, λένε συνάδελφοί σας. Ο Ισίδωρος εργάζεται σε μεγάλο οργανισμό αλλά κυρίως είναι συνθέτης μουσικής. Τα έργα του έχουν παιχτεί στο Μέγαρο Μουσικής. Πριν από ένα μήνα το όνομά του φιγούραρε στο πρόγραμμα ανάμεσα σε μια σουίτα του Μότσαρτ και ένα ορατόριο του Χέντελ στη Ν. Υόρκη.

Ονούφριος Κασούμης, χωρίς τίτλο, Λάδι σε μουσαμά, 50x60εκ.
Ονούφριος Κασούμης, χωρίς τίτλο, Λάδι σε μουσαμά, 50×60εκ.

Ο Ισίδωρος είναι ένας άνθρωπος θρύψαλα, το ιστορικό του δεν είναι της ώρας, αλλά την ίδια στιγμή γράφει μια όπερα, παραγγελία μεγάλου πανεπιστημίου. Στον χώρο εργασίας του, δεν του απευθύνουν τον λόγο παρά μόνο δυο τρεις συνάδελφοί του, σε ένα σύνολο άνω των 70 ανθρώπων, που τον συναντούν κάθε μέρα στον διάδρομο όπου πηγαινοέρχεται λες και θέλει να ισορροπήσει, με μια ποιητική γυμναστική, την αγωνία του. Είναι ευγενικοί οι συνάδελφοί του. Δεν τον αποκαλούν τρελό κατά πρόσωπο. Μόνο πίσω από την πλάτη του. Δεν του μιλάνε και είναι ήσυχοι.

Ο Ισίδωρος Κ. θα είχε αυτοκτονήσει. Τα φάρμακα δεν θα τον είχαν αποτρέψει. Τον έσωσε ο Χάρης. Που τον υιοθέτησε στο γραφείο του. Που τον άφησε να μιλήσει. Για τις γυναίκες του. Τις περιπέτειές του. Που τον αντιμετώπισε ως άνθρωπο με ένα πρόβλημα υγείας. Που μίλησε για το πρόβλημά του όπως ακριβώς αυτό έχει. «Γαμώ την τρέλα σου» του φωνάζει. Την στάση του Χάρη οι άλλοι την απέδωσαν στον περίεργο και κάποως ιδιότυπο χαρακτήρα του. Ο Ισίδωρος, όταν βγαίνουμε έξω παρέα μας διηγείται περιστατικά της τρέλας του διασκεδάζοντας και ύστερα μας αφήνει μόνους στην ταβέρνα γιατί πολύ απλά ήρθε η ώρα να πάρει τα χάπια του για να κοιμηθεί το βράδυ. Ζητάει συγνώμη ο Ισίδωρος, εμείς βρίζουμε την τρέλα του που μας στερεί την παρουσία του. Ο γιατρός του Ισίδωρου μου είπε ότι ο Χάρης τον έσωσε. Επιτρέψτε μου την αφέλεια, αλλά θαρρώ ότι η παραδοχή αυτή έσωσε πρώτα τον γιατρό.

Η Στέλλα, τώρα, πριν από ένα μήνα αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει πέφτοντας από τον τρίτο όροφο της ιδιωτικής κλινικής όπου νοσηλευόταν. Η Στέλλα είναι 30 ετών, κούκλα στην εμφάνιση και έτσι ως τσακισμένη –κυριολεκτικά– θεά, είπε αργότερα στην αδελφή της ότι είχε δει από το παράθυρο, στο βάθος, στη θάλασσα, ένα πανέμορφο καράβι και κάποιον να κάνει νόημα να τον ακολουθήσει, κι αυτή νόμιζε ότι θα κολυμπούσε σε μια θάλασσα αθωότητας, ήθελε πάντα να ταξιδεύει με καράβια, αυτό ήταν το ομορφότερο που είχε δει, κι έτσι απλά άνοιξε το παράθυρο κι ύστερα δεν θυμάται.

Η Στέλλα δεν πρόλαβε ποτέ να μάθει το πρόβλημά της. Η οικογένειά της με ιστορικό στο DNA της το κρατούσε κρυφό. Φοβόταν και ντρεπόταν την γειτονιά. Η γειτονιά δεν έχει μάθει γιατί είναι εξαφανισμένη χρόνια πια η Στέλλα. Είπαν πως είναι διορισμένη σε ένα νησί και δεν προλαβαίνει να έρχεται. Την Στέλλα, λένε οι γιατροί της, κανείς δεν μπορεί να την σώσει, ίσως και να έπρεπε να πεθάνει καθώς πηδούσε το παράθυρο, αλλά οι ίδιοι γιατροί δεν μπορούν να σώσουν ούτε την οικογένειά της.

Μ.Μ.Ε.

Η περίπτωση του ξενώνα αποθεραπευμένων ασθενών που θέλησε να λειτουργήσει το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης στον δήμο Ευόσμου και προκάλεσε αντιδράσεις, αν και δεν είναι η μοναδική, είναι χαρακτηριστική για να εξετάσουμε τον ρόλο και τη συμμετοχή των ΜΜΕ σε ό,τι θα ονομάζουμε ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα. Αλλά νωρίτερα θα πρέπει να κάνουμε κάποιες απαραίτητες παρατηρήσεις.

Πού εξαντλείται η ευαισθησία μας; Στην ορολογία. Πραγματοποιήσαμε πράγματι ένα γιγαντιαίο άλμα στον φαρισαϊσμό. Ο τρελός μετατράπηκε σε ψυχικά ασθενή. Είμαστε, γιατί έτσι προστάζει η κοινωνική υποκρισία μας, ευαίσθητοι απέναντι σε ζητήματα κοινωνικού αποκλεισμού. Καταγγέλλουμε τον ρατσισμό και… ξεμπερδέψαμε. Επιδεικνύουμε μάλιστα, ως ατράνταχτο στοιχείο της αθωότητάς μας, την έκπληξη, όταν οι Άλλοι δεν καταλαβαίνουν, διότι πάντα οι Άλλοι είναι η Κόλαση.

Ωστόσο δεν θα έπρεπε άραγε με ευθυκρισία να περιγράψουμε το είδωλο των ΜΜΕ στον καθρέφτη;

Η εμπορική τηλεόραση κατά κύριο λόγο, αλλά και τα υπόλοιπα Μέσα κόλλησαν τον ιό που δραματοποιεί με τους πλέον ρητούς όρους τον κυνισμό που ήταν πάντα υπόρρητος στην ιδεολογία της αγοράς.

Η αγορά τα έχει απορροφήσει όλα. Οι ειδήσεις είναι ψυχαγωγία, η λογιοσύνη επαγγελματικός καριερισμός, η κοινωνική εργασία γίνεται επιστημονική διαχείριση της φτώχειας. Όλοι οι θεσμοί έχουν αναδιαμορφωθεί κατ’ εικόνα της αγοράς.

Ακόμη και οι τρελοί. Ναι, ναι. Και ίσως κυρίως αυτοί. Πλαισιώνουν έναντι αμοιβής πλέον, προ και μεταμεσονύχτια προγράμματα λαϊκής πλάκας και καζούρας. Όλες οι παρεκκλίσεις τιμώνται από τη αγορά των Media. Τρελοί για τραγουδιστές, ημίτρελοι για θεατρίνοι, κοκτέιλ θρησκόληπτων σε κατάσταση ντελίριου που ανθίζουν μέσα σε σεξουαλικά υπονοούμενα, αναζητητές νύφης και μάγισσες κυνηγήτριες γαμπρών, τηλεφωνικές διηγήσεις σεξουαλικών δράσεων και επεισοδίων που βρίσκονται περισσότερο στο φαντασιακό των αφηγητών και αφηγητριών ή είναι ξεπατικωμένα από πορνοπεριοδικά. Η επένδυση στον τρελό της εποχής είναι γιγαντιαία. Τα ντεκόρ και τα σκηνικά, οι άνθρωποι που πλαισιώνουν αυτή την κουλτούρα, κάνουν τα μεσαιωνικά πλανόδια μαγαζάκια του τρόμου ή τους εφιαλτικούς πίνακες του Ιερώνυμου Μπος να φαντάζουν με απλά προσχέδια, μια εκδρομή που δεν καταλήγει ούτε σε ρεπεράζ.

Ο τρελός βγήκε από το καφενείο του χωριού και της συνοικίας στα οποία «κοινωνικοποιούνταν» δια της μεθόδου της καρπαζιάς. Τώρα συναγελάζεται ενώπιον ενός ολόκληρου έθνους που καμαρώνει γιατί τις φάπες τις ρίχνουν άλλοι και επιπλέον κανείς δεν τους ζητάει τα ρέστα για αυτή τη συμπεριφορά. Στις μέρες μας οι τρελοί δεν είναι τρελοί και όσοι ρίχνουν φάπες δίνουν συνεντεύξεις σαν λαμπερά σελέμπριτι. Οι αθώοι γίνονται λευκές περιστερές, είμαστε το λευκότερο λευκό που έχει υπάρξει στους αιώνες. Κι όμως ούτε μια καταγγελία αυτής της κατάστασης δεν έχω ακούσει αυτά τα χρόνια, ούτε μια ανακοίνωση, ούτε μια παρατήρηση, γιατί άραγε; Δεινόν προς κέντρα λακτίζειν; Εδώ μπορώ πια να παραλλάξω άφοβα την ρήση του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ και να πω πως έχουμε όντως διαφοροποιηθεί από αυτό που ονομάζουμε Μεσαίωνα και αυτό που μας κάνει διαφορετικούς είναι ο βαθμός της κτηνωδίας και της ανοχής μας.

Μέσα σε αυτή την τόσο ντελικάτη θηριωδία, ας μην είμαστε υποκριτές μεταξύ μας. Τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια, ακούω πετυχημένους κατά κύριο λόγο και ομολογία ψυχιάτρους να ενδιαφέρονται για το λεκτικό μέρος της ασθένειας. Να μην μας ξεφύγει η λέξη τρελός. Να αντικατασταθεί το ουσιαστικό από έναν αόριστο επιθετικό προσδιορισμό, ένα σχήμα σαλτιμπάγκου που, αν και δεμένος κόμπος, λύνει όλα τα προβλήματα. Λες και βάλαμε στόχο να περάσει η γλώσσα μας ως ψύλλος στην κόψη του ξυραφιού και ας μας έχουν ήδη αποκεφαλίσει. Λες και η πολιτικά ορθή συμπεριφορά είναι δυνατό να μετατρέψει το σαλόνι μας σε πάρκο προστασίας όλων των ευαισθησιών του κόσμου ακόμη και την υποκρισία μας ή την εθελοτυφλία μας, στην καλύτερη περίπτωση, να την περάσει από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ.

Και ο Εύοσμος θα μου πείτε, γιατί προέκυψε ο Εύοσμος;

Δημοκρατία

Ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα; Είναι το πρόβλημα της κοινωνίας μας. Είναι ένα τεράστιο ζήτημα δημοκρατίας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν θέλουν τίποτα παραπάνω από το να τους ακούσουμε. Να κάνουμε ό,τι δεν κάνουν οι εξουσιαστές τους. Να τους αντιμετωπίσουμε ως ανθρώπους και όχι ως γεωγραφικό χώρο απλής εμφύτευσης ευαισθησιών.

Μπορεί στον αιώνα μας η εξειδίκευση να μας πρόσφερε πολλά, αλλά τώρα καλούμαστε να πληρώσουμε το αντίτιμο της αποκοπής ενός εκάστου εξ ημών από το σύνολο. Να μην κρυβόμαστε. Όσα εδώ μέσα ή στον δικό μας χώρο –τον δημοσιογραφικό– συζητάμε είναι μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο. Δυστυχώς μιλάμε μόνο με τον εαυτό μας και ένας κύριος λόγος είναι η σχεδόν πλήρης απουσία των θεσμών που προωθούν τον διάλογο πέρα από ταξικές γραμμές. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας χώρος όπου θα συναντιόμαστε με τον πολίτη σαν ίσοι διότι η συζήτηση έχει γίνει εξίσου εξειδικευμένη με την παραγωγή γνώσης. Μην σας φοβίζει μια τέτοια προοπτική.

Μιλάμε πλέον μια γλώσσα η οποία, σκεφτείτε, μπορεί και να μοιάζει άγνωστη στους διαπιστώσεις απέξω. Όλοι οι χώροι όπου οι άνθρωποι συναντιόνταν κάποτε να κουβεντιάσουν χάνονται, και μαζί τους χάνονται, μέσα στα εμπορικά κέντρα και τα φαγητά σε πακέτο, οι δυνατότητες επικοινωνίας και δημοκρατικής έκφρασης.

Ένας συγγραφέας, ο Έμερσον, μοναχικός από επιλογή, είχε σημειώσει ότι «η συνάντηση με ανώτερους ανθρώπους με όρους που επιτρέπουν μια ευτυχέστερη συναναστροφή είναι κάτι που ποτέ δεν χάνει το μυστηριώδες θέλγητρό του». Αυτό θα πρέπει να τύχει εκμετάλλευσης για να εκπαιδεύσουμε τον πολίτη στην εμπιστοσύνη. Αλήθεια, μήπως περιμένουμε από τους περίφημους μηχανισμούς της αγοράς να κάνουν ρεκτιφιέ στην εμπιστοσύνη και απλοϊκά ή κυνικά να την μεταφυτεύσουν στα κεφάλια των αδαών ως μέρος ενός επιδοτούμενου ευρωπαϊκού προγράμματος;

Σύμφωνα με τον Αμερικανό κοινωνιολόγο E.J. Dionne «οι λαϊκές στάσεις περιέχουν περισσότερη κοινή λογική από τις άκαμπτες ιδεολογίες που διέπουν τον δημόσιο διάλογο. Είναι συχνά αμφισημάντικες, αλλά όχι αναγκαστικά αντιφατικές ούτε ασυνάρτητες».

Όταν ακούμε για «γειτονιά και γείτονες» μας έρχονται στον νου, δυστυχώς, όλα τα κακά συμφραζόμενα. Κουτσομπολιό, αυταρέσκεια, θρησκοληψία, καταστολή της διανοητικής ελευθερίας. Τους αποδοκιμάζουμε λοιπόν ακόμη κι όταν μεταχειριζόμαστε την περίφημη φράση «διαφωνούμε μαζί σας αλλά όλοι δικαιούνται να έχουν τις απόψεις τους». Είμαστε επιπλέον στην ιστορική στιγμή κατά την οποία, όπως έξοχα σημειώνει ο Κρίστοφερ Λας, «η δημοκρατία είναι πιο πιθανό να πεθάνει από αδιαφορία παρά από μισαλλοδοξία. Ανεκτικότητα και κατανόηση είναι αρετές, αλλά δεν πρέπει να γίνουν δικαιολογία για την απάθεια».

Κυρίες και κύριοι, λέω πολύ απλά ότι πριν καταδικάσουμε τις αντιδράσεις των κατοίκων του Ευόσμου, θα πρέπει πρώτα να βγούμε από τον δικό μας Εύοσμο. Το πρόβλημα δεν είναι η άρνηση αυτών των ανθρώπων να δεχτούν τον ξενώνα. Το πρόβλημα είναι ότι διεκδίκησαν με αδόκιμο τρόπο το δικαίωμά τους να ακουστούν πριν τους ζητήσουμε να μας ακούσουν.

Πρέπει να μπούμε στον κόπο να διορθώσουμε τα λάθη που υπάρχουν. Οι ακαδημαϊκές υπεκφυγές δεν ωφελούν. Απαιτείται ντομπροσύνη και όχι αξιώσεις ηθικής ανωτερότητας πασπαλισμένης με γνώσεις. Δεν γίνεται να αντιμετωπίζουμε, με τον οίκτο του ανώτερου, πολίτες που διεκδικούν με αδόκιμα μέσα όλο και συχνότερα το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια απέναντι στην εξουσία. Αν είμαστε διαφορετικοί, θα πρέπει να γίνουμε διαφορετικοί από την εξουσία, αλλιώς η ανωτερότητά μας θα μας πάει στη γωνία του ρινγκ και εκεί τα χτυπήματα των λιλιπούτειων αντιπάλων θα μετατραπούν στο θανατηφόρο μαρτύριο της κινεζικής σταγόνας.

«Η ιδιότητα του πολίτη δίνει ισότητα. Δεν δημιουργεί η ισότητα την ιδιότητα του πολίτη» (Κ. Λας). Η περιφάνεια μας δεν θα πληγωθεί αν κάνουμε εμείς ένα βήμα πίσω.

Ένα βήμα απαραίτητο, κι αυτό είναι το δεύτερο, για να πούμε σαν ίσοι πια αυτά που πρέπει χωρίς τον φόβο ότι προσβάλλουμε τον άλλον. Γιατί μ’ αυτή την στάση έχουμε οδηγηθεί στην αδιαφορία που την βαφτίσαμε ανεκτικότητα. Αυτό όμως δεν είναι μια τουριστική προσέγγιση στην ηθική της δημοκρατίας; Έτσι φτάσαμε στη ρηχότητα και τον κυνισμό της κάθε σέχτας που ντύνεται, μιλάει, σκέφτεται και τρώει, κοιμάται και δουλεύει με ένα συγκεκριμένο τρόπο, τόσο διαφορετικό από όλων των υπολοίπων και δη του λαουτζίκου, η στενομυαλιά του οποίου προσκρούει με ένταση παγόβουνου στη δική μας. Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε ότι είμαστε ανοιχτόμυαλοι διανοούμενοι μέσα σε μια θάλασσα φανατισμού.

Κυρίες και κύριοι, κλείνοντας θα παραφράσω τον ποιητή Νίκο Καρούζο που έγραφε ότι «ο σοσιαλισμός δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας αλλά θέμα ψυχολογίας» για να πω ότι ίσως η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν είναι θέμα ενός απόλυτου και άτεγκτου τεχνοκρατισμού, αλλά επιστημονικής θεωρίας και ουμανιστικής πράξης.

Μετά από όλα αυτά τώρα είναι κατανοητό θαρρώ ποιος είναι ο Ισίδωρος Κ., γιατί είμαστε με τον Χάρη, σε ποιο καράβι πρέπει να επιβιβαστούμε πριν πέσουμε όπως η Στέλλα από το σπρώξιμο της οικογένειάς της στο στόμα του Μόμπι Ντικ της κοινωνικής ανακλαστικής σκληρότητας.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.