Marc Jeannerod

σύναψις 04 [2006/07 – τόμος 04]

Από την οργανολογία του Gall στον οργανικισμό του Lantéri-Laura

Marc Jeannerod. De l’organologie de Gall à l’organicisme de Lantéri-Laura. L’Évolution Psychiatrique, 2005, 70, 2, 261-269

Μετάφραση:
Αίθρα Γιαζκουλήδου
Επιμέλεια:
Κώστας Πόταγας

Ο Marc Jeannerod είναι Καθηγητής Νευροφυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Claude Bernard της Λυών, διευθύνει το Ινστιτούτο Γνωσιακών Επιστημών και από το 2002 είναι μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Γαλλίας.

1. Εισαγωγή

Joanne Greenbaum, Trend Report, 2004.
Joanne Greenbaum, Trend Report, 2004.

Μέσα από τη σημαντικότατη συνεισφορά του στην ιστορία των γνώσεών μας για τον εγκέφαλο, ο Georges Lantéri-Laura μετέχει σε μια άκρως επίκαιρη συζήτηση γύρω από τις σχέσεις μεταξύ εγκεφαλικού συστήματος και νοητικού συστήματος και, κατ’ επέκταση, μεταξύ νευρολογίας και ψυχιατρικής. Παρακολουθώντας τους κυριότερους σταθμούς αυτής της συζήτησης θα τη διευρύνουμε προς τις πιο πρόσφατες εξελίξεις. Ιδιαίτερη συγγένεια φαίνεται να αναδεικνύεται ανάμεσα στον Gall και τους σύγχρονους θεωρητικούς της νόησης, ανάμεσα στα μοντέλα που αυτοί προτείνουν και ορισμένα μοντέλα που χρησιμοποιούνται στην ψυχιατρική.

2. Η οργανολογία του Franz Joseph Gall

Στην αυγή του 19ου αιώνα, η δήλωση ότι η ψυχή και ο εγκέφαλος σχετίζονται στενά, ακόμη και ότι αποτελούν ένα, παρ’ ότι προσέκρουε στην πνευματοκρατική παράδοση, δεν ήγειρε πλέον αντιρρήσεις στους κύκλους των καλλιεργημένων. Όσο, πράγματι, ο εγκέφαλος παρέμενε ένα μοναδικό όργανο, παρέμενε ενιαίο και το ίδιο το πνεύμα, σε συμφωνία με την αρχή ότι το πνεύμα δεν μπορεί να διαχωριστεί και ότι η λειτουργία του απαιτεί την από κοινού εκδήλωση όλων των ιδιοτήτων και όλων των ιδεών για να δημιουργηθεί η ενότητα του εγώ. Ωστόσο, αυτή η εύθραυστη συναίνεση θα αμφισβητηθεί ξαφνικά με την εισαγωγή, γύρω στο 1800, της έννοιας του εγκεφαλικού εντοπισμού από τον F.-J. Gall. Ο εγκέφαλος, πράγματι, δεν ξεφεύγει από την προσπάθεια εκλογίκευσης του ζώντος που είχαν επιχειρήσει οι Υλιστές και οι Ιδεολόγοι του τέλους του 18ου αιώνα, για τους οποίους η εξειδίκευση των οργάνων ανήκει στις θεμελιώδεις έννοιες. Έκτοτε, ο εγκέφαλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως όργανο με τη συνήθη σημασία του όρου, καθώς αποτελεί από μόνος του έναν ολόκληρο οργανισμό. Δεν μπορεί να είναι το όργανο της ψυχής, ούτε καν του πνεύματος, για το λόγο ότι η ψυχή ή το πνεύμα δεν είναι λειτουργίες της φυσιολογίας, αλλά τεχνητές οντότητες των οποίων τις πραγματικές συνιστώσες πρέπει να μάθει να ταυτοποιεί ο φυσιολόγος, όπως κάνει και με τον υπόλοιπο οργανισμό.

Στην Ιστορία της φρενολογίας που δημοσιεύτηκε το 1970 [1], ο Georges Lantéri-Laura εξιστορεί τη μάχη που έδωσαν ο Gall και ο Spurzheim, για να κάνουν αποδεκτές τις απόψεις τους περί εγκεφαλικής εντοπίσεως των ιδιοτήτων του πνεύματος, όπως εκτίθενται στο Υπόμνημά τους με τον τίτλο Έρευνες για το νευρικό σύστημα γενικά και για τον εγκέφαλο ειδικότερα, το οποίο υποβλήθηκε στη Γαλλική Ακαδημία Επιστημών το 1808 [2]. Δηλωμένη φιλοδοξία των συγγραφέων του Υπομνήματος ήταν να καθιερώσουν ένα δόγμα για τις λειτουργίες του εγκεφάλου που να μην έρχεται σε αντίφαση προς την οργανική του δομή. Πίστευαν πως αν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί, με βάση την ανατομία, η πολυπλοκότητα των διακριτών συστημάτων που απαρτίζουν τον εγκέφαλο, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι οι διακριτές δομές του εγκεφάλου μπορούν να στεγάζουν διακριτές λειτουργίες της ψυχής, τις ιδιότητές της, είτε πρόκειται για ένστικτα, για συναισθήματα, για κλίσεις, για ταλέντα, για συναισθηματικές ιδιότητες γενικώς, είτε για ηθικές και διανοητικές δυνάμεις… Ο καινοτομικός, έως σκανδαλώδης, χαρακτήρας της καινούργιας «οργανολογίας» του Gall στηριζόταν, στην πραγματικότητα, λιγότερο στα ανατομικά του συμπεράσματα από ό,τι στις φιλοσοφικές του προκαταλήψεις. Αποδεχόμενος τον βιολογικό ντετερμινισμό του ατόμου, κατόχου έμφυτων και ορισμένου πλήθους ιδιοτήτων, ο Gall αντιτασσόταν ευθέως στην εξισωτική ιδεολογία που είχε κληρονομηθεί από την Επανάσταση. Βεβαιώνοντας τη διαίρεση του πνεύματος σε ιδιότητες, έθετε υπό αμφισβήτηση την ιδέα ενός μοναδικού Δημιουργού, ενός Υπέρτατου Όντος, το οποίο η Επανάσταση είχε διατηρήσει από το Παλιό Καθεστώς, προκειμένου να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της κεντρικής οργάνωσης του πνεύματος, όπως και του Κράτους, του αδιαίρετου του εγώ, όπως και της Δημοκρατίας.

Για να αναλύσει τα συμπεράσματα του Υπομνήματος του Gall και του Spurzheim, η Ακαδημία είχε συγκροτήσει επιτροπή εμπειρογνωμόνων με εισηγητή τον βαρόνο Georges Cuvier. Στην αναφορά του, που διαβάστηκε στη διάρκεια των συνεδριών που ακολούθησαν, ανέπτυσσε μια διττή επιχειρηματολογία. Αναγνώριζε καταρχάς τον νεωτερισμό και τη σπουδαιότητα της ανατομικής συμβολής των συγγραφέων του Υπομνήματος, αν και αμφισβητούσε ορισμένες απόψεις σχετικά με τη φύση της φαιάς ουσίας των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Πράγματι, εκείνη την εποχή, θεωρούσαν τη «φλοιώδη ουσία» ως εκκριτικό όργανο, εξαιτίας του πλούτου των αιμοφόρων αγγείων που την αρδεύουν, ενώ θεωρούσαν τη «μυελική ουσία» (τη λευκή ουσία) ως απεκκριτική ζώνη, που χρησιμεύει στην παροχέτευση των προϊόντων έκκρισης της φλοιώδους ουσίας. Ο Gall, απεναντίας, φαίνεται ότι είχε αποδείξει πειστικά την ύπαρξη της συνέχειας μεταξύ των δεσμίδων των ινών, που απαρτίζουν τη λευκή ουσία, και του φλοιού καθεαυτόν. Ο Cuvier διευκρίνιζε, όμως, ότι η Επιτροπή είχε αρνηθεί να εκφέρει γνώμη για τη «φυσιολογία» που εμπεριείχε το Υπόμνημα, επειδή το τμήμα αυτό περιείχε παρατηρήσεις σχετικές με τις ηθικές και διανοητικές προδιαθέσεις των ατόμων, που δεν ανήκαν στη δικαιοδοσία καμιάς επιστημονικής ακαδημίας. Σχετικά με την αποχή αυτή, τα ακόλουθα σχόλια του Cuvier αποτελούσαν αυστηρή υπενθύμιση της φιλοσοφικής παράδοσης: «Οι λειτουργίες του εγκεφάλου, γράφει η αναφορά, είναι εντελώς άλλης τάξης. Πρόκειται για την, δια των νεύρων, υποδοχή και άμεση μεταβίβαση στο πνεύμα των αισθητικών εντυπώσεων, τη διατήρηση των ιχνών τους καθώς και την αναπαραγωγή τους […] όταν το πνεύμα τις χρειάζεται για τις λειτουργίες του […]. Τέλος, πρόκειται για τη μεταβίβαση των εντολών της βούλησης στους μύες. Οι τρεις αυτές λειτουργίες προϋποθέτουν όμως την εσαεί ακατανόητη αμοιβαία επίδραση της διαιρετής ύλης και του αδιαίρετου εγώ, ένα ανυπέρβλητο δηλαδή χάσμα στο σύστημα των ιδεών μας και αιώνια σκόπελο όλων των φιλοσοφιών». Το γεγονός ότι η σύνδεση μεταξύ ψυχής και σώματος είναι εκ φύσεως ασύλληπτη για το πνεύμα μας, δε θα έπρεπε να μας κάνει να παραιτηθούμε, σκεφτόταν ο Cuvier, από την αναζήτηση μιας περιοχής στον εγκέφαλο όπου όλα τα νεύρα θα έπρεπε να απολήγουν ή από όπου όλα θα έπρεπε να ξεκινάνε, δηλαδή «αυτού που αποκαλούμε στην ανατομία έδρα της ψυχής». Δεν γνωρίζουμε ακόμη «σε ποιο μέρος του εγκεφάλου, ούτε με ποια συγκυρία της οργάνωσής του συνδέονται οι νοητικές λειτουργίες»· δεν γνωρίζουμε ποια είναι η ζώνη –η υπόφυση, η επίφυση ή τα μαστία– η οποία θα μπορούσε να παίξει το ρόλο της έδρας του κοινού αισθητηρίου. Στα επιχειρήματα αυτά αντιτασσόταν κατηγορηματικά η θέση του Gall που υποστήριζε την κατάτμηση του πνεύματος σε ιδιότητες και την ύπαρξη ξεχωριστής νευρικής έδρας για κάθε μια τους, ισχυριζόμενος ότι «ο εγκέφαλος συντίθεται από τόσα ξεχωριστά συστήματα όσες και οι διακριτές λειτουργίες που ασκεί» [3].

Για τον Gall, μόνο οι «πρωτογενείς» ιδιότητες μπορούν να διαθέτουν το εγκεφαλικό τους όργανο. Οι υποτιθέμενες λειτουργίες της ψυχής, όπως η μνήμη, η κρίση, η φαντασία, κληρονομημένες στην πραγματικότητα από τη μεσαιωνική σχολαστική, δεν ανήκαν σε αυτές, όντας μόνο γενικά χαρακτηριστικά, κοινά σε όλες τις ιδιότητες. Άρα δεν χρειαζόταν να εντοπιστούν ως τέτοιες. Η μνήμη, για παράδειγμα, θα έπρεπε να υποδιαιρεθεί σε πολλές εξειδικευμένες μνήμες (μνήμη για τους υπολογισμούς, τις τοποθεσίες, τη μουσική, κ.λπ.), κατανεμημένες στα κέντρα που αντιστοιχούν στις πραγματικές ιδιότητες. Παρομοίως, η ευφυΐα και η λογική δεν ήταν παρά αφηρημένες λέξεις που εξέφραζαν το άθροισμα των διανοητικών μας ιδιοτήτων. Η βούληση δεν ήταν παρά το άθροισμα των ηθικών μας ενεργειών. Έτσι, ο Gall, υπέσκαπτε εκ των προτέρων την πιθανότητα μιας ελάχιστης εντοπιστικής θεωρίας, η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις επιστημονικές απαιτήσεις, διατηρώντας ταυτόχρονα κάποια δόση φιλοσοφικής ορθοδοξίας.

Οι πρωτογενείς ιδιότητες του Gall χρειάζονται υλικές συνθήκες για να εκδηλωθούν, κι αυτές οι συνθήκες είναι τα διάφορα μέρη του εγκεφάλου. Όμως, όπως υπογραμμίζει, δεν υπάρχει στον εγκέφαλο κανένα κοινό κέντρο όπου θα συγκεντρώνονταν όλες αυτές οι ιδιότητες: ο εγκεφαλικός φλοιός δέχεται δεμάτια ινών προερχόμενα από το εγκεφαλικό στέλεχος ή συνδεσμικές ίνες προερχόμενες από την αντίθετη πλευρά. Ο φλοιός δεν μπορεί, λοιπόν, να αποτελεί τη μοναδική έδρα όπου η ψυχή ενώνεται με αυτόν, αλλά μάλλον το σύνολο των οργάνων που δεν είναι παρά οι πολλαπλές υλικές συνθήκες των διαφόρων λειτουργιών της ψυχής. Αυτές οι ανεξάρτητες ιδιότητες δεν αρκούν, παρόλα αυτά, για να περιγράψουν τη συμπεριφορά ενός ατόμου: πρέπει γι’ αυτό να χρησιμοποιηθούν πολλές ιδιότητες, σε συνέργεια ή σε αντίθεση. Η πιο απλή και τετριμμένη δραστηριότητα ενός ατόμου προϋποθέτει ένα πλήθος στοιχείων. Όπως το διευκρινίζει ο Georges Lantéri-Laura, δεν πρόκειται περί «μιας ιεραρχίας πολλών ψυχών, αλλά [για] τη συνύπαρξη, σε ένα δεδομένο άτομο, πολλών ιδιοτήτων ίδιου επιπέδου» ([1], σελ. 91).

3. Η ενότητα του εγώ, από τον Gall στον Fodor

Το δόγμα των εγκεφαλικών εντοπίσεων είχε την επιτυχία που όλοι γνωρίζουμε. Η συμβολή του στη νευρολογική πρακτική και, πιο πρόσφατα, οι θεαματικές εξελίξεις του στην εποχή της σύγχρονης νευροαπεικόνισης μαρτυρούν ευρέως αυτή την επιτυχία [4]. Δεν είναι αυτή η πλευρά της κληρονομιάς του Gall που μας ενδιαφέρει εδώ. Στόχος μας είναι περισσότερο να αναρωτηθούμε για τα μοντέλα του νοητικού συστήματος που προέκυψαν από αυτήν και για την εγκυρότητα αυτών των μοντέλων για τη σύγχρονη ψυχολογία και ψυχιατρική.

Την εποχή της δημοσίευσής του, το Υπόμνημα των Gall και Spurzheim είχε εγείρει κριτικές από τους φιλοσόφους, αν και πιο διακριτικές από αυτές των επιστημόνων. Ο Maine de Biran, στις Παρατηρήσεις σχετικά με τις οργανικές υποδιαιρέσεις του εγκεφάλου [5], κείμενο σύγχρονο του Υπομνήματος, υπενθύμιζε καταρχάς το πρόβλημα που έθετε η ετερογένεια των φαινομένων που η θεωρία του Gall συσχέτιζε μεταξύ τους. «Μα ποια είναι η σχέση, η σύνδεση, η αιτιότητα, η ομοιότητα, η αναλογία που μπορούμε να συλλάβουμε ανάμεσα σε φαινόμενα των οποίων η φύση είναι τόσο διαφορετική […] όπως, από τη μια μεριά, οι φυσιολογικές λειτουργίες που αποδίδονται στα διάφορα τμήματα του εγκεφαλικού οργάνου […], και, από την άλλη μεριά, η τάδε αλλαγή που υποπίπτει στις αισθήσεις, η τάδε νοητική ή ηθική πράξη που υποτίθεται ότι είναι το αποτέλεσμά της;» (αναφέρεται από τον Lantéri-Laura, [1], σελ 1372). Σε αυτό το επαναλαμβανόμενο επιχειρήματα, που αντιτίθεται σε κάθε απόπειρα προσέγγισης μεταξύ εγκεφαλικής δραστηριότητας και νοητικής δραστηριότητας, αντιστοιχεί και μια άλλη κριτική, η οποία αφορά πιο ειδικά τη θέση της κατάτμησης της νοητικής δραστηριότητας που απορρέει από το εγχείρημα του Gall: για τον Maine de Biran, πράγματι, όπως και για άλλους φιλοσόφους της εποχής εκείνης, οι εγκεφαλικές εντοπίσεις γίνονται προβληματικές απ’ τη στιγμή που αμφισβητούν την ενότητα της ψυχικής λειτουργίας και εκτείνονται πέραν του αισθητηριακού και κινητικού πεδίου, προς το πλέον ιδιωτικό και μυστικό πεδίο των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών. Ο Maine de Biran, βασιζόμενος στην «ενδόμυχη αίσθηση» που διερευνούσε ως φιλόσοφος, πίστευε ότι αρμόζει να διακρίνουμε, μεταξύ των ιδιοτήτων του πνεύματος, αυτές που είναι παθητικές και υποδεκτικές από εκείνες που είναι ενεργητικές και συγκροτούν την «ενδόμυχη αίσθηση». Ενώ οι πρώτες, διακριτές μεταξύ τους και ευρισκόμενες σε σχέση με τα αισθητήρια όργανα, είναι συμβατές με τις εγκεφαλικές εντοπίσεις, οι άλλες αποτελούν κάτι το ενιαίο, δεν επιτρέπουν καμία υποδιαίρεση και κατά συνέπεια δεν μπορούν να στηρίζονται σε εντοπισμένους εγκεφαλικούς μηχανισμούς.

Αυτή η υποθετική συζήτηση μεταξύ Gall και Maine de Biran παραπέμπει στα συμπεράσματα της αναφοράς του Cuvier, του 1808, πάνω στο αδιαίρετο του κοινού αισθητηρίου. Αλλά το ενδιαφέρον της δεν είναι μόνο ιστορικό. Ξαναβρίσκουμε τον αντίκτυπό της, mutatis mutandis, σε ένα από τα θεμελιακά έργα της γνωσιακής ψυχολογίας, το βιβλίο του Jerry Fodor με τον τίτλο Στοιχειακή δομή του πνεύματος [6], μεταφρασμένο στα γαλλικά το 1986 [7]. Αυτή η προσέγγιση, μετά από δύο σχεδόν αιώνες, δεν είναι τυχαία, αφού ο Fodor τοποθετείται εσκεμμένα στην προοπτική μιας ψυχολογίας των ιδιοτήτων. Θεωρεί τη λειτουργική αρχιτεκτονική της νόησης ως σύνολο κάθετων λειτουργιών, των οποίων τα χαρακτηριστικά μοιάζουν με τις ιδιότητες του Gall. Οι κάθετες ιδιότητες του Fodor δεν δρουν παρά μέσα σε ένα εξειδικευμένο πεδίο (τη μουσική, τους υπολογισμούς…)· βασίζονται σε έμφυτες δεξιότητες, είναι άτμητες σε μικρότερα στοιχεία και, τέλος, συνδέονται με εξειδικευμένα νευρωνικά συστήματα (με άλλα λόγια, είναι εντοπισμένες με την έννοια του Gall). Η νόηση είναι άρα στοιχειακή. Η γνωσιακή νευροψυχολογία της δεκαετίας του 1980 γεννιέται από την κατάφαση αυτής της ανανεωμένης αρχής της στοιχειακότητας. Παρατηρώντας τους ασθενείς που φέρουν εγκεφαλικές βλάβες και παρουσιάζουν προβλήματα στη γλώσσα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η χρησιμοποίηση των κανόνων της σύνταξης μπορεί να έχει αλλοιωθεί, ενώ οι περιορισμοί του συμφραζομένου και της πραγματολογίας να διατηρούνται. Υπάρχει συνεπώς ένα στοιχείο για τη συντακτική ικανότητα, ανεξάρτητο από τις άλλες γλωσσικές λειτουργίες. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην «ανυπολογισμία» («ακαλκουλία»), αλλοιώνονται ειδικά οι γνώσεις που αφορούν τους αριθμούς, ενώ όλες οι άλλες γνώσεις παραμένουν άθικτες. Σε μερικές διαταραχές πρόσβασης στο λεξιλόγιο, όλες οι γνώσεις για το αντικείμενο διατηρούνται, εκτός από τη γνώση της ίδιας της λέξης. Άρα, το στοιχείο είναι όντως ένα λειτουργικό υποσύστημα που αντιστοιχεί σε μια ανατομική στοιχειακότητα, γεγονός που εξηγεί τις επιλεκτικές συνέπειες των εντοπισμένων εγκεφαλικών βλαβών. Κατά την έκφραση του Fodor, πρόκειται για τον «Gall εναντίον του Πλάτωνα»: αν υπήρχε μια ενιαία ιδιότητα μνήμης (άρα οριζόντια, σε αντίθεση με τις κάθετες ιδιότητες), όπως φαίνεται να βάζει ο Πλάτων να λέει ο Θεαίτητος, «τότε, κάποιος που θα είχε μια άριστη μνήμη για έναν συγκεκριμένο τύπο πραγμάτων θα έπρεπε να έχει μια εξαιρετική μνήμη για όλους τους τύπους πραγμάτων». Δηλαδή, για τον Fodor, «αν υπήρχε μια μοναδική οριζόντια λειτουργία της μνήμης, η μνήμη θα έπρεπε να είναι της ίδιας τάξης για διαφορετικά είδη έργων» (σελ. 31). Αν αυτό ίσχυε, ένα άτομο θα έπρεπε να είναι σε θέση να μάθει μουσική, γεωμετρία, μηχανική, αριθμητική με την ίδια άνεση…

Αλλά η στοιχειακότητα του Fodor σκοντάφτει κι αυτή στην επιχειρηματολογία του Maine de Biran, όπως κάποτε οι ιδιότητες του Gall. Αδύνατο, πράγματι, να αποφύγει κανείς να αναρωτηθεί πώς ένα σύστημα, αποτελούμενο εξ ολοκλήρου από αρθρωμένα μεταξύ τους στοιχεία, θα μπορούσε να εξασφαλίζει την απαραίτητη συνοχή του συνόλου της νοητικής λειτουργίας. Ακόμη κι αν τα στοιχεία είναι ειδικά για ένα πεδίο, δεν πρέπει να υπάρχουν νοητικοί μηχανισμοί που να μην είναι; «Οι αναπαραστάσεις που παρέχονται από τα περιφερειακά συστήματα [τα στοιχεία] πρέπει κάποιο να έρχονται σε επαφή με άλλα συστήματα, και οι υπολογιστικοί μηχανισμοί που πραγματοποιούν αυτή τη ‘διασύνδεση’, πρέπει ipso facto να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες προερχόμενες από περισσότερες της μιας νοητικές περιοχές» ([7], σελ 133). Κατά τον Fodor, αυτός είναι ο ρόλος των κεντρικών συστημάτων, που χαρακτηρίζονται από «ισότροπη» δομή και όχι πια διαμερισματοποιημένη όπως αυτή των στοιχείων. Εκεί είναι που αναπτύσσονται οι σφαιρικές νοητικές ικανότητες όπως, για παράδειγμα, ο συλλογισμός βάσει αναλογίας, ο οποίος φαίνεται να έχει συχνά χρησιμοποιηθεί στις επιστημονικές ανακαλύψεις: η δομή του ηλιακού συστήματος χρησίμευσε στην προτυποποίηση της δομής του ατόμου, η οικονομία της αγοράς χρησιμεύει ως πρότυπο της διαδικασίας φυσικής επιλογής, αναλογίες δηλαδή που προφανώς απαιτούν την ελεύθερη διακίνηση των πληροφοριών που περιέχονται εντός των εξειδικευμένων στοιχείων.

Ποια ανατομική πραγματικότητα θα έπρεπε να αποδοθεί στα κεντρικά συστήματα; Ο Fodor προτείνει, in extremis, ότι η ανατομία ενός κεντρικού συστήματος πρέπει να είναι σχετικά διάχυτη. «Σε τελική ανάλυση, θα μπορούσαμε να έχουμε ένα τυχαίο δίκτυο, όπου κάθε υπολογιστικό υποσύστημα θα συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με όλα τα άλλα, μια καλωδίωση δηλαδή στην οποία υπάρχουν λίγες σταθερές αντιστοιχίσεις μεταξύ της νευροανατομικής μορφής και της ψυχολογικής λειτουργίας» ([7], σελ 151). Η συνδεσμολογία αυτού του συστήματος οφείλει να μπορεί να είναι ασταθής, περιστασιακή, επιδεκτική αλλαγής από τη μία στιγμή στην άλλη, με τρόπο που υπαγορεύεται από την αλληλεπίδραση μεταξύ του προγράμματος που εκτελείται και της δομής του έργου. Η υπολογιστική ισοτροπία συμπορεύεται λοιπόν για τον Fodor με τη νευρωνική ισοτροπία (με αυτό που ο Lashley είχε ονομάσει «ισοδυναμικότητα» της νευρωνικής δομής), όπως ακριβώς και η αποδιαμερισματοποίηση φαίνεται να συμπορεύεται με μια πολύπλοκη νευρωνική καλωδίωση. Στο συμπέρασμά του, ο Fodor υποδεικνύει τα «ανώτερα συστήματα του εγκεφάλου (αυτό που συνήθιζαν να ονομάζουν «συνειρμικό φλοιό»), όπου η νευρωνική συνδεσμολογία φαίνεται να απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις και όπου η αντιστοιχία μεταξύ μορφής και λειτουργίας μοιάζει αμελητέα. Πρόκειται για ιστορική ειρωνεία. Αφετηρία του Gall ήταν η (κάθετη) ψυχολογία των ιδιοτήτων από όπου συμπέρανε τη μακροσκοπική διαφοροποίηση του εγκεφάλου. Αφετηρία του Flourens, του μεγαλύτερου εχθρού του, ήταν η ενότητα του καρτεσιανού εγώ και από εκεί συμπέρανε την ισοδυναμικότητα του εγκεφάλου. Κατά τη γνώμη μου, είχαν και οι δύο δίκιο» ([7], σελ 152).

Οι νευροψυχολόγοι ερμήνευσαν διαφορετικά τη φοδοριανή μεταφορά της κεντρικής ισότροπης και ισοδυναμικής κατάστασης. Ο Tim Shallice, για παράδειγμα, κλίνει υπέρ της ύπαρξης λειτουργικών στοιχείων με γενικό προορισμό: ένας διαχειριστικός μηχανισμός διευθετεί τους περιορισμούς, είναι υπεύθυνος για την επιλογή των πράξεων που γίνονται μηχανικά και γειτνιάζει με ένα ελεγκτικό σύστημα προσοχής και με ένα επιβλέπον σύστημα. Το επιβλέπον σύστημα θα παίζει το ρόλο ενός σχήματος-πηγής που οργανώνει το σύνολο των εξειδικευμένων σχημάτων τα οποία συμμετέχουν στη συγκρότηση μιας δραστηριότητας [8, 9]. Οι σύγχρονες γνώσεις για το μετωπιαίο λοβό υποδεικνύουν ότι σε αυτόν εντοπίζονται πολλά από αυτά τα στοιχεία γενικού προορισμού, κατά πολύ διαφορετικά από ό,τι θα ήταν ίσως ένα κεντρικό «φοδοριανό» σύστημα. Οι επιπτώσεις των μετωπιαίων βλαβών υπάρχουν πράγματι για να μας υπενθυμίζουν την πολυμορφία έκφρασης των διαταραχών ανάλογα με τον εντοπισμό της βλάβης εντός του μετωπιαίου λοβού. Η νευροαπεικόνιση είναι επίσης παρούσα για να μας δείχνει την επιλεκτική συμμετοχή των διαφόρων περιοχών του προμετωπιαίου φλοιού στα δίκτυα που εμπλέκονται σε πολλαπλές νοητικές επιχειρήσεις.

4. Ο οργανικισμός στην ψυχιατρική

Ως κλινικός ψυχίατρος, ο Georges Lantéri-Laura εξερεύνησε με κριτικό, όπως το συνήθιζε, τρόπο τις συνθήκες και τους περιορισμούς μιας οργανικιστικής θεώρησης των ψυχιατρικών νόσων. Όλος ο κόσμος παραδέχεται ότι η λειτουργία του ψυχικού συστήματος, όπως και του νοητικού συστήματος, επιδέχεται, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, κάποια εξήγηση με όρους νευρολογικών μηχανισμών. Η αλλοίωση αυτών των μηχανισμών μπορεί λοιπόν να αναπαριστά μια οργανική αιτία των δυσλειτουργιών του ψυχικού συστήματος, τις ψυχικές νόσους. Η άρνηση αυτής της πραγματικότητας συγγενεύει με αυτό που ο Georges Lantéri-Laura καταγγέλλει, σε ένα δοκίμιό του για τον οργανικισμό δημοσιευμένο το 1980, ως μια μορφή ‘αγγελισμού’. «Αγγελισμός είναι η αίρεση που βλέπει στην ανθρώπινη ψυχή έναν έκπτωτο άγγελο, του οποίου η έκπτωση έγκειται ακριβώς στην ένωση με ένα σώμα, και του οποίου η σωτηρία θα είναι ο χωρισμός από αυτό το σώμα» ([10], σελ 347). Εξ ου και η συνηγορία του, στη συνέχεια του άρθρου, υπέρ μιας «εκκοσμίκευσης» του εγκεφάλου. Αλλά στην ψυχιατρική, περισσότερο απ’ οποπουδήποτε αλλού, η διάκριση, όσον αφορά τις σχέσεις σώματος-ψυχής, ανάμεσα στους περιφερειακούς στοιχειακούς μηχανισμούς και στους κεντρικούς ενοποιητικούς μηχανισμούς αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όσο κι αν, όντως, οι εστιασμένες βλάβες του νευρικού συστήματος μπορούν να εξηγήσουν τα νευρολογικά συμπτώματα, καθένας παραδέχεται ότι αυτά τα συμπτώματα δεν ανήκουν στην ψυχιατρική. Οφείλουμε άραγε, κατά συνέπεια, να τοποθετήσουμε το σύνορο που χωρίζει τη νευρολογία από την ψυχιατρική στη ζεύξη μεταξύ των στοιχειακών συστημάτων και του κεντρικού συστήματος; Στο κάτω κάτω, η διακηρυγμένη ιδιαιτερότητα της ψυχιατρικής δεν βρίσκεται μήπως στο γεγονός ότι θεωρεί τον ασθενή ως συνολική οντότητα, αρνούμενη να περιορίσει τη παθολογία του στην αλλοίωση επιμέρους λειτουργιών; Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις απαιτεί μια αναδιατύπωση των όρων της συζήτησης επάνω στις εγκεφαλικές εντοπίσεις, τα στοιχεία και τα κεντρικά συστήματα. Απαιτεί, κυρίως, την εισαγωγή νέων εννοιών που να προωθούν τον δυναμικό χαρακτήρα των μηχανισμών που εμπλέκονται στην ψυχική λειτουργία και τις αλλοιώσεις της.

Στο πλαίσιο του γνωσιακού μοντέλου (από τον Gall στον Fodor), η προσβολή των κεντρικών στοιχείων εμφανίζεται ως έγκυρη εξήγηση ενός ολικού ελλείμματος του νοητικού συστήματος, όπως αυτό που προκύπτει, για παράδειγμα, στις ανοϊκές καταστάσεις. Σε αυτή την περίπτωση, το έλλειμμα αφορά «οριζόντιες» ικανότητες, όπως η μνήμη, της οποίας η αλλοίωση επηρεάζει το σύνολο των άλλων ιδιοτήτων, προσβολή σφαιρική που αντιστοιχεί, άλλωστε, στη διάχυτη ατροφία του εγκεφαλικού φλοιού που παρατηρείται στους ασθενείς αυτούς. Αυτή εντούτοις η παθολογία βάσει βλαβών δεν φαίνεται ικανή να αιτιολογήσει τις αλλοιώσεις του ψυχικού συστήματος που παρατηρούνται στην ψυχιατρική. Ακόμη και όταν η ψυχιατρική αναφέρεται και αυτή σε ένα μοντέλο που περιλαμβάνει έναν μηχανισμό συντονισμού των επιμέρους καταστάσεων και απαρτίωσης των μερών στο όλο, αυτό το μοντέλο διαφέρει ουσιαστικά από το γνωσιακό μοντέλο. Ας χρησιμοποιήσουμε ως σημείο εκκίνησης τη συζήτηση του Henri Ey, στη δεκαετία του 1940, επάνω στις σχέσεις μεταξύ οργανογένεσης και ψυχογένεσης των ψυχικών διαταραχών. Για τον Henri Ey, η δομή του νευρικού συστήματος είναι δυναμική. Χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς διαφοροποίησης και αναστολής, εισάγει σε κάθε εντοπισμένη λειτουργία μία τάξη που καταλήγει στην ενσωμάτωση των εντοπισμένων λειτουργιών στο σύνολο. Η ενσωμάτωση προϋποθέτει μια ιεραρχία, την υπαγωγή του κατώτερου στο ανώτερο που υποτάσσει τις πιο απλές και πιο μηχανικές λειτουργίες (νωτιαίο αντανακλαστικό) στις ανάγκες του συνόλου. Βλάβες που προσβάλλουν αυτή την ιεραρχία οδηγούν σε απώλειες του ελέγχου των κατώτερων επιπέδων από τα ανώτερα επίπεδα, σε αποδιοργάνωση της λειτουργίας του συνόλου. Αυτή, όμως, η αποδιοργάνωση επηρεάζει διαφορετικά τις εντοπισμένες λειτουργίες και τις πιο ολικές λειτουργίες. Οι μεν εντοπισμένες λειτουργίες μπορούν να διακυμαίνονται μόνο σε στενά όρια, έτσι ώστε και η παραμικρή διακύμανση αποκτά παθολογικό χαρακτήρα. Απεναντίας, οι ψυχικές λειτουργίες εκ φύσεως ποικίλλουν στην καθημερινή τους έκφραση (ο ύπνος και τα όνειρα είναι παραδείγματα αυτών των φυσιολογικών διακυμάνσεων). Επομένως, οι νευρολογικές αποδιοργανώσεις και οι ψυχιατρικές αποσυνθέσεις δεν μπορούν να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο, ακόμη κι αν η ψύχωση διαθέτει μια οργανική πραγματικότητα όσο και η νευρολογική διαταραχή. Κατά τον Henri Ey, η ιδιαιτερότητα της ψύχωσης, σε σχέση με την εντοπισμένη νευρολογική διαταραχή, έγκειται στο ότι η ψύχωση διατρέχει στα ενδότερα των διαδικασιών συγκρότησης της πραγματικότητας, εκεί δηλαδή ακριβώς όπου συγκροτείται το εγώ. Η ψυχική δραστηριότητα, ως συνείδηση εαυτού και του κόσμου, αναπαριστά μια εικόνα της πραγματικότητας, την ενσωμάτωση της πραγματικότητας στην ιστορική ανάπτυξη της προσωπικότητας. Σε αυτό το επίπεδο, η ενσωμάτωση μπερδεύεται με τη δραστηριότητα του εγώ, κάτι που φαίνεται σε εκφράσεις όπως ‘νιώθω’ ή ‘σκέφτομαι’. Όλα τα ασυνείδητα στρώματα αυτόματης πρόσκτησης και της προγενέστερης εργασίας της συνείδησης απαρτιώνονται σε μια πρωτότυπη δημιουργική πράξη. Πρόκειται για μια διαδικασία που εκτυλίσσεται στο χρόνο για να καταλήξει ως ενεργητική δομή στο πλαίσιο μιας μεταμόρφωσης του οργανικού σε λειτουργικό. Το εγώ είναι, λοιπόν, ο τρόπος ύπαρξης που αντιστοιχεί σε αυτή τη διαδικασία απαρτίωσης. Ο Henri Ey δανείζεται το συμπέρασμά του από τον Kurt Goldstein, του οποίου το κλασικό έργο, Ο Οργανισμός [12] μεταφράστηκε στα γαλλικά μόλις το 1951 [13]: η απαρτίωση είναι του όντος.

Ο όρος «λειτουργικό», μετά από αυτόν της απαρτίωσης, ανήκει στις λέξεις κλειδιά της ψυχιατρικής σκέψης. Ο στοχασμός του Julian de Ajuriaguerra πάνω στη διάκριση μεταξύ «της γνώσης της νόσου του ανθρώπου και της κατανόησης του νοσούντος ανθρώπου», κατά το εναρκτήριο μάθημά του ως καθηγητής ψυχιατρικής στη Γενεύη το 1959 [14], διαφωτίζει αυτή την οπτική γωνία. Το βασικό του επιχειρήμα έγκειται στο ότι, ακόμη κι αν «ένας ανατομικός άτλας δεν κάνει τον άνθρωπο», ο άνθρωπος «δεν υπάρχει παρά μόνο μέσα στην εγκεφαλική του λειτουργία». Έτσι, επιμένει περισσότερο στην κυκλοφορία των πληροφοριών, τις εγκεφαλικές ‘διαδικασίες’, παρά στις εγκεφαλικές εντοπίσεις. Με αυτή την έννοια, προηγείται της ανάπτυξης των γνωσιακών νευροεπιστημών που, σαράντα χρόνια αργότερα, θα χρησιμοποιήσουν τις έννοιες του δικτύου δραστηριότητας ή του λειτουργικού κυκλώματος για να περιγράψουν τα αποτελέσματα των νευροαπεικονίσεων. Ακόμη κι αν ορισμένες από τις, γνωστές στους νευρολόγους, κλασικές εντοπίσεις συμμετέχουν σε αυτά τα δίκτυα, πρόκειται αυτή τη φορά, όχι πια για ανατομία, ακόμη λιγότερο για βλάβες, αλλά όντως για μια ενεργοποίηση σε όλη τη λειτουργική και δυναμική της διάσταση. Προπάντων, οι εντοπίσεις δεν είναι πλέον αυτό που ήσαν τον καιρό του Gall: μια δεδομένη περιοχή (για παράδειγμα, η πρόσθια μοίρα της έλικας του προσαγωγού, ο έξω ραχιαίος προμετωπιαίος φλοιός) συμμετέχει σε πολυάριθμα δίκτυα, τα λειτουργικά δίκτυα που σχετίζονται με διαφορετικές νοητικές λειτουργίες εν μέρει αλληλοκαλύπτονται. Η νευροαπεικόνιση, της οποίας την εκρηκτική εξέλιξη ο Ajuriaguerra δεν μπορούσε ακόμη να υποπτευθεί, παρέχει έτσι μια ανανεωμένη εικόνα της λειτουργίας του πνεύματος.

Μόνο που η λειτουργία σε δίκτυα δεν μπορεί ακόμη να τα εξηγήσει όλα. Η αποδιοργάνωση της νευρικής δραστηριότητας προκαλεί βέβαια τη δημιουργία μιας νέας δομής του οργανισμού και της συμπεριφοράς, λιγότερο ή περισσότερο προσαρμοσμένης στο περιβάλλον. Αλλά, από μια άλλη οπτική γωνία, η ψυχιατρική «κατανόηση» αντιτίθεται στην έννοια της «αιτιότητας». Η συναισθηματική κατανόηση, η αληθής κατανόηση της ψυχικής ζωής μας οδηγεί στο κέντρο των ψυχικών σχέσεων. Η ψυχιατρική κατανόηση δράττει τις ψυχικές καταστάσεις και τις καταστάσεις της ψυχής στην παρούσα στιγμή, αλλά και στη γένεσή τους με αφετηρία άλλες καταστάσεις λιγότερο ή περισσότερο απομακρυσμένες. Συνεπώς, δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε τη νόσο στη γενική της έκφραση, αφηρημένα· πρέπει να την προσεγγίσουμε μέσα από το προσωπικό βίωμα, μέσα από τη συγκεκριμένη κατάσταση του ανθρώπου που υποφέρει.

Τι είναι επομένως η κατανόηση; Μέχρι ποιο σημείο ο ψυχοθεραπευτής μπορεί να διεισδύσει στο παθολογικό πνεύμα του άλλου; Μπορεί να είναι ‘μέσα’ στον άλλο; ‘μαζί με’ τον άλλο; Η διείσδυση με την έννοια του ‘μέσα’ θα υπονοούσε μια σύγχυση ανάμεσα στον εαυτό και τον άλλο, δημιουργώντας μια νέα παθολογική μορφή. Η διείσδυση με την έννοια του «μαζί» είναι μια κατανόηση εξ αποστάσεως μέσω εν-πάθειας, η οποία επιτρέπει να νιώσει κανείς τον πόνο του άλλου, παραμένοντας ταυτόχρονα ο εαυτός του. Ο Ajuriaguerra προηγείται έτσι κατά πολλές δεκαετίες των εργασιών της γνωσιακής ψυχολογίας επάνω στη «θεωρία του νου» και στην κατανόηση των νοητικών καταστάσεων των άλλων. Σημαντικά επιτεύγματα σε αυτόν τον τομέα δείχνουν τη συμμετοχή περιοχών του φλοιού σε αυτή τη νοερή προσομοίωση των ψυχικών καταστάσεων ενός άλλου. Ορισμένες μορφές της ψυχωτικής παθολογίας (ο παιδικός αυτισμός) αποδεικνύονται ελλειμματικές στην κατανόηση των άλλων και άλλες καταλήγουν στην απροσδιοριστία μεταξύ εαυτού και άλλου, στην απώλεια των ορίων μεταξύ εαυτού και άλλου [15]. Ο Ajuriaguerra είχε ήδη αντιληφθεί τους περιορισμούς αυτού του είδους κατανόησης του ψυχιατρικού αρρώστου: πράγματι, αν μόνο αυτό που είναι συνειδητό και εκφράζεται από τον ασθενή μπορεί να προσομοιωθεί από τον ψυχοθεραπευτή και μπορεί με αυτόν τον τρόπο να κατανοηθεί, τι γίνεται με αυτό που είναι ασυνείδητο στον ασθενή και παραμένει κρυμμένο;

Ο κριτικός οργανικισμός του Georges Lantéri-Laura έχει το μεγάλο προσόν να προσφέρει μια προσωρινή λύση σε αυτή τη συζήτηση μεταξύ νευροεπιστημών και ψυχιατρικής, επιτρέποντάς μας να τοποθετηθούμε σε μια διαλεκτική προοπτική και όχι «στο τέλος των καιρών, στην ολοκληρωμένη και τέλεια επιστήμη, απορρίπτοντας κάθε διδαχή του σχετικισμού που επιβάλλει η ιστορία αυτής της ίδιας επιστήμης» ([10], σελ 360).

Βιβλιογραφία

[1] F.J. Gall & G. Spurzheim, Recherches sur le système nerveux en général et sur celui du cerveau en particulier, Paris, Schoell et Nicolle, 1809.

[2] G. Lantéri-Laura, Histoire de la phrénologie (1970). [2e éd. mise à jour], Paris, PUF, 1993.

[3] M. Jeannerod, De la physiologie mentale, Histoire des relations entre psychologie et biologie, Paris, Odile Jacob, 1997.

[4] H. Hécaen & G. Lantéri-Laura, Évolution des connaissances et des doctrines sur les localisations cérébrales, Paris, Desclée de Brouwer, 1977.

[5] F. Maine de Biran, Observations sur les divisions organiques du cerveau, considérées comme siège des différentes facultés intellectuelles et morales, etc. (1807). In: P. Tisserand, Editor, Œuvres de Maine de Biran, Tome V, Paris, Alcan, 1920.

[6] J.A. Fodor, The modularity of mind. An essay on faculty psychology, Cambridge, Mass, MIT Press, 1983.

[7] J.A. Fodor, La modularité de l’esprit, Essai sur la psychologie des facultés, Paris, Éditions de Minuit, 1986.

[8] T. Shallice, From neuropsychology to mental structure, Cambridge, Cambridge University Press, 1988.

[9] T. Shallice, Symptômes et modèles en neuropsychologie, Des schémas aux réseaux, Paris, PUF, 1995.

[10] G. Lantéri-Laura, Esquisse d’un organicisme critique. In: G. Lantéri-Laura, Editor, Mélanges en l’honneur de Georges Daumezon, Toulouse, Privat, 1980, 343–367.

[11] H. Ey, Système nerveux et troubles nerveux, Evol. Psychiatr, 1947, 1–31.

[12] K. Goldstein, Der Aufbau des Organismus, La Haye, Nijhoff, 1944.

[13] K. Goldstein, La structure de l’organisme. Introduction à la biologie à partir de la pathologie humaine, Paris, Gallimard, 1951.

[14] J. de Ajuriaguerra, Les apports de la neuropsychiatrie à la connaissance de la maladie de l’homme et à la compréhension de l’homme malade, Presse Med. 1959, 67, 1429–1432.

[15] M. Jeannerod, Les troubles de la reconnaissance de soi : une approche neuropsychologique des symptômes positifs de la schizophrénie, Med. Sci. (Paris) 2003, 19, 621–624.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.