Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Νίκος Γκουγκουλής
Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής (SSP)
Γενικός Γραμματέας της Διεθνούς ένωσης για την Ιστορία της Ψυχανάλυσης (AIHP).
Ζει και εργάζεται στο Παρίσι.

σύναψις 39 [2015 – τόμος ΙΙ]

H ψυχανάλυση και το κράτος από την πλευρά της ιστορίας

Nicolas Gougoulis. La Psychanalyse et l’État : Quelques aperçus historiques Topique, 2007, 101, 27-33

Μετάφραση
Θανάσης Καράβατος

Τον καιρό του Freud

Ο Freud ήταν νευρολόγος, εγκατεστημένος στην πόλη και επιφορτισμένος με μαθήματα στο πανεπιστήμιο με τον τιμητικό τίτλο του έκτακτου καθηγητή, χωρίς καμιά πρόσβαση στην επίσημη εκπαίδευση. Η ψυχανάλυση ήταν μια θεραπευτική μέθοδος που σαν όλες τις άλλες δεν ανήκε παρά μόνο σε αυτόν που την είχε εφεύρει. Έτσι και αλλιώς, το κράτος μπορούσε θαυμάσια να αγνοεί μια μέθοδο και μια θεωρία που δεν ανήκε παρά μόνο στον Freud, τον εφευρέτη της.

Σε κάποια συζήτηση, που δεν είναι πολύ γνωστή ούτε χωρίς συνέπειες, ο Freud απέφυγε την πρόταση του Bleuler να δεχτεί την πανεπιστημιακή κηδεμονία (Alexander et Selesnick, 1965). Προτιμούσε, πράγματι, να παραμείνει η εκπαίδευση των ψυχαναλυτών στους κόλπους των σχετικών Εταιρειών, αντί να προτιμήσει την πιθανότητα μιας επίσημης τοποθέτησης. Τα εισαγωγικά ψυχαναλυτικά μαθήματα που παρουσίασε ο Freud στο πανεπιστήμιο της Βιέννης μεταξύ 1916-1917 δεν ήταν παρά ιδιωτικά μαθήματα που προορίζονταν για το καλλιεργημένο κοινό και όχι για τους φοιτητές της Ιατρικής Σχολής. Για σύγκριση, παραπέμπουμε στα Σεμινάρια του στο Collège International de Philosophie.

Αντιπρόσωποι του κράτους παραβρέθηκαν για πρώτη φορά στο V° διεθνές συνέδριο της API της Βουδαπέστης το 1918 (Jones, 1957 Vol. 2). Το γεγονός εξηγείται από τον σημαντικό αριθμό των τραυματικών νευρώσεων μεταξύ των στρατιωτών, που χαρακτήριζαν τότε τις «νευρώσεις του πολέμου». Η πρόταση του Freud ήταν το άνοιγμα ψυχαναλυτικών κλινικών στη Βουδαπέστη. Κέντρα θεραπείας δημιουργήθηκαν όντως στη Βιέννη και το Βερολίνο. Η Ουγγαρία υπήρξε έτσι το πρώτο κράτος που δημιούργησε ψυχαναλυτική έδρα την οποία εμπιστεύτηκε στον Ferenczi. Καταργήθηκε όμως από την αντεπανάσταση του ναυάρχου Horthy κι έτσι, για μια σύντομη περίοδο, η ψυχανάλυση κινδύνεψε. Δεν ήταν παρά μια πρόγευση των διώξεων που θα υφίστατο στα απολυταρχικά καθεστώτα.

Το 1920, ο Freud εκλήθη να εκθέσει την άποψή του ως ειδικός στην υπόθεση των καταγγελιών των στρατιωτών για θεραπείες που είχαν υποστεί σε ψυχιατρικά νοσοκομεία στη διάρκεια του πολέμου (Eissler, 1979). To υπόμνημα του Freud αποτελεί παράδειγμα επιστημονικού θάρρους και ταυτόχρονα ιατρικής αλληλεγγύης έναντι του καθηγητή ψυχιατρικής στη Βιέννη, του Julius von Wagner-Jauregg. Εντούτοις, τα προφανή ενδιαφέροντα της στρατιωτικής και πανεπιστημιακής εξουσίας δεν άφησαν να δικαιωθεί η θέση του Freud, παρά την αποτυχία των ηλεκτρικών θεραπειών σε υποθετικά υποκρινόμενους. Ο Freud δεν ανήκε στους ιδεολόγος, αλλά υπερασπιζόταν πάντα την αλήθεια, ακόμα και σε βάρος μιας επίσημης αναγνώρισής του. Από την πλευρά του, ο von Wagner-Jauregg κράτησε τη βαρυγκώμια του έναντι του Freud, θεωρώντας πως δεν τον είχε επαρκώς υποστηρίξει. Γι’ αυτό και στα Απομνημονεύματά του απέδωσε την ανακάλυψη της ψυχανάλυσης στον Janet!

Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά υπήρξαν ορόσημα καθώς άρχιζε η κατάκτηση της δημόσιας γνώμης και μιας ευρύτερης θέσης της ψυχανάλυσης μεταξύ των θεραπειών επιλογής. Η ψυχανάλυση θα ανθίσει στην Αυστρία τον καιρό της σοσιαλδημοκρατίας, μεταξύ 1918-1934, και στη Γερμανία στη διάρκεια της εύθραυστης δημοκρατίας της Βαϊμάρης (Reichmayr & Mühlleitner, 2003). Έκτοτε θα προκύψουν καινούργιοι προβληματισμοί: πού και από ποιους εκπαιδεύονται οι ψυχαναλυτές; Ποιος είναι εξοικειωμένος στην εφαρμογή αυτής της θεραπευτικής τεχνικής; Η δίκη κατά του Théodore Reik, στη Βιέννη το 1926, έδωσε την ευκαιρία στον Freud να διευκρινίσει τις απαντήσεις του σε αυτά τα ερωτήματα που ήταν εξάλλου ερωτήματα τόσο της κοινωνίας όσο και των ψυχαναλυτικών εταιρειών.

Με την κατηγορία της παράβασης του νόμου περί τσαρλατανισμού, απαγορεύτηκε στον Reik να ασκεί την ψυχανάλυση τον Φεβρουάριο του 1925. Η καταγγελία ενός παλιού ασθενούς επιβάρυνε την κατάσταση κι ο Freud αντέδρασε δραστικά ενώπιον της βιεννέζικης διοίκησης, επιτυγχάνοντας την ακύρωση της απόφασης. Ας σημειώσουμε πως ο Freud είχε κληθεί ως ειδικός από το Υπουργείο Υγείας για το πρόβλημα της ανάλυσης από μη γιατρούς, όπως μαθαίνουμε από την επιστολή της 28ης/11/1924 προς τον Abraham (Falzeder, 2002). Θα πάρει λοιπόν τη θέση, που θα δίχαζε για καιρό τον ψυχαναλυτικό κόσμο, υπέρ της αυτονομίας των αναλυτικών θεσμών έναντι της Ιατρικής Σχολής, θέση που θα υπερασπιστεί με νύχια και με δόντια (Freud, 1926). Για τον Freud, δεν υπήρχε περίπτωση να τεθεί θέμα για εκπαίδευση με «εκπτώσεις», όπως πρότειναν εκείνοι που φοβούνταν τον «τσαρλατανισμό» (Gay, 1988).

Η θέση του υπήρξε πάντοτε διαυγής σε ό,τι αφορούσε τις συνθήκες που θα όριζαν τον μαθητευόμενο-ψυχαναλυτή: (α) απαιτούνταν ένα επίπεδο πανεπιστημιακών σπουδών, αλλά όχι κατ’ ανάγκη ιατρικών σπουδών [κάτι που κρατούσε το άνοιγμα των ψυχαναλυτικών εταιρειών στις ανθρωπιστικές σπουδές και κατοχύρωνε πως ο αναλυτής θα είχε ένα επαρκώς οργανωμένο επίπεδο σκέψης], (β) οι οποίες θα συνοδεύονταν από στέρεη κλινική εμπειρία [γι’ αυτό θα έπρεπε να ασκηθεί κλινικώς και όχι ιατρικώς] και (γ) όλα αυτά θα επιβεβαιώνονταν εν τέλει από ειδική επιτροπή εντός των ψυχαναλυτικών θεσμών. Όσο κι αν οι δύο πρώτοι όροι ήταν αναγκαίοι, εκείνο που θα επέτρεπε να καθοριστεί κάποιος ως ψυχαναλυτής ήταν ο τελευταίος όρος. Το μέλλον θα τον δικαίωνε, αν και το πρόβλημα δεν συζητήθηκε ποτέ χωρίς πάθος.

Στο τέλος της ζωής του, ο Freud θα ζήσει τις συνέπειες της επίσημης αναγνώρισης της ψυχανάλυσης κατά δύο διαμετρικά αντίθετους τρόπους. Από τη μια, το ναζιστικό καθεστώς θα καταδιώξει την ψυχανάλυση ως εβραϊκή και ανατρεπτική επιστήμη. Από την άλλη, οι δημοκρατίες θα προστρέξουν σε βοήθειά της. Κι αν κατάφερε να βγει ζωντανή μετά το «l’Anschluss», την ένωση της Αυστρίας με τη Γερμανία, αυτό έγινε χάρη στην παρέμβαση του Υπουργείου Εξωτερικών της Αγγλίας, στον πρέσβη Bullitt των ΗΠΑ και, φυσικά, χάρη στις προσπάθειες της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Από την εποχή της υπόθεσης Ferenczi ήταν πλέον ξεκάθαρο πως για να επιζήσει η ψυχανάλυση είχε ανάγκη από ένα δημοκρατικό πολιτικό καθεστώς, κι αυτό έγινε οριστικά προφανές μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά τον Freud

Στον μεσοπόλεμο, η ψυχαναλυτική θεωρία επηρέασε περισσότερες από μια περιοχές. Μεγάλο μέρος παιδαγωγικών πειραματισμών διεξήχθη σε στενή σύνδεση με ψυχαναλυτές, ενώ κατά το παρελθόν είχαν ασαφείς προσανατολισμούς. Η εγκληματολογία, οι ψυχολογικές μελέτες και άλλες περιοχές επηρεάστηκαν επίσης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ανανέωσε το ενδιαφέρον των δημοκρατικών κρατών για την αναλυτική θεραπεία. Οι άγγλοι ψυχαναλυτές είχαν λάβει ενεργό ρόλο στη διάρκεια του πολέμου, συμβάλλοντας με τον τρόπο τους στην καλή υγεία του στρατεύματος. Πρωταγωνιστές, ο Bion και ο Rickmann. Ένα άλλο δείγμα τέτοιων συμβάντων υπάρχει στην αναφορά του Lacan που παρουσίασε το 1947 στην ομάδα της Évolution psychiatrique. Στη Γαλλία, η αναγεννώμενη από τις στάχτες της ψυχανάλυση αναμείχθηκε στην ανακατασκευή του τομέα των ιατρικών φροντίδων, προσφέροντας ειδικότερα ένα νέο περιεχόμενο στις ψυχιατρικές φροντίδες. Στις ψυχιατρικές μελέτες ασφαλώς, κυρίως όμως στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τις φροντίδες, ιδίως μετά την καταστροφή του πολέμου με τις χιλιάδες θανάτους που επέφερε στα άσυλα.

Στο παιδαγωγικό επίπεδο, ιδίως σε εκείνο της παιδικής αναπηρίας, ο G. Mauco θα παίξει σημαντικό ρόλο. Η δημιουργία του Ψυχαναλυτικού Ινστιτούτου έθεσε εκ νέου τους προβληματισμούς που είχε προαισθανθεί ο Freud από τα χρόνια του 1920. Η διαμάχη για τη διάπλαση των ψυχαναλυτών οξύνθηκε, καταλήγοντας στη σχάση του 1953. Το κράτος παραμένει ουδέτερο προς την ψυχανάλυση, αλλά παρεμβαίνει σε περιπτώσεις παράνομης άσκησης της ιατρικής. Η υπόθεση Clarck-Williams είναι σχετικά γνωστή και δεν θα κρατήσει την προσοχή μας, καθώς τα αναγκαία τεκμήρια δημοσιεύτηκαν στο 3ο τεύχος της Revue Internationale d’Histoire de la Psychanalyse (1990). Η ιστορία όμως της Elsa Breuer, μιας εβραίας αναλυόμενης από την Ουγγαρία της Μαρίας Βοναπάρτη, είναι πρακτικά άγνωστη. Μέλος της SPP το 1936, κατοικούσε στο Παρίσι μέχρι το 1962. Δικάστηκε την 1η Σεπτεμβρίου του 1952 για παράνομη άσκηση της ιατρικής. Υπέγραφε ως « Δρ Breuer », όντας κάτοχος ουγγρικού διπλώματος που δεν είχε αναγνωριστεί από την Ιατρική Εταιρεία, η οποία –σύμφωνα με επιστολή της Βοναπάρτη στον Loewenstein (19 Ιουνίου 1952)– είχε αρχίσει να διώκει αναλυτές για παράνομη άσκηση της ιατρικής (Bertin, 1982).

Έπειτα από έναν χρόνο, στις 23 Μαρτίου 1954, το δικαστήριο εξέφρασε τη λύπη του για την απουσία ενός status για τον ψυχαναλυτή, σε μια λίαν εκλεπτυσμένη απόφαση πάνω στην ιδέα του ιατρικού ελέγχου των μη γιατρών αναλυτών, που θεωρούσε αδύνατη σε ό,τι αφορά τη στενή σχέση που είναι αναγκαία για την καλή πορεία μιας θεραπείας (Soulez-Larivière, 1990). Έπειτα από αυτές τις δύο δίκες, το πεδίο άσκησης της ψυχανάλυσης ήταν πλέον ελεύθερο. Εντούτοις, είναι αρκετά αξιοσημείωτο να παρατηρήσουμε ότι, εδώ και μισό αιώνα, οι αρμόδιοι του κράτους διαπιστώνουν την απουσία ενός status και, ταυτόχρονα, τη δυσκολία να καθοριστεί. Τα χρόνια 19501960, η ψυχανάλυση κατείχε κυρίαρχη ιδεολογικά θέση, αλλά όχι επίσημη, στους ιατρικούς, πανεπιστημιακούς και παιδαγωγικούς κύκλους. Κανένα πιλοτικό πρόγραμμα δεν καταστρώνεται χωρίς ψυχαναλυτική επιρροή, ενώ πλήθος θεωριών αναδεικνύονται για τον ψυχισμό με αναφορά στην ψυχανάλυση.

Στα χρόνια του 1990, κάποιοι αναλυτές θα ανακινήσουν το πρόβλημα ενός επίσημου status για τον ψυχαναλυτή (APUI, 1997 Cournut, documents d’archives). Η διαμάχη είχε πάθος μα γρήγορα θάφτηκε. Στις μέρες μας οι αντιδράσεις των ΜΜΕ που προκάλεσε η τροπολογία Accoyer1 αποτελούν απόηχο εκείνης της πρώτης διαμάχης.

Εν είδη συμπεράσματος

Εκ καταγωγής, η ψυχανάλυση δεν αναζήτησε κάτι άλλο από το να περιφρουρήσει τη διαύγεια των συνθηκών της άσκησής της. Οι διαμάχες και οι σχάσεις στις ψυχαναλυτικές εταιρείες, εδώ και έναν αιώνα, είχαν πάντα ως θέμα τους τη διαμόρφωση (και τον έλεγχο) των ψυχαναλυτών. Σε ό,τι αφορά στο κράτος, δεν ενδιαφέρεται για την ψυχανάλυση παρά μόνο στο μέτρο που η δραστηριότητα αυτή επιδρά στην πολιτική της για τη δημόσια υγεία. Οι επιτυχίες της ψυχανάλυσης την υποχρεώνουν να εγκαταλείψει την απομόνωσή της και να διαπραγματευτεί τις σχέσεις που εγγυώνται την ελευθερία και τη διαύγεια της άσκησής της.

Δεν είμαστε βέβαια η πρώτη σχολή σκέψης που διαπραγματεύεται τις σχέσεις της με το κράτος. Εδώ και 25 αιώνες, ο Ιπποκράτης, ο θεμελιωτής της σύγχρονης ιατρικής, επιχειρούσε να εκτοπίσει την «ιερή ιατρική» από τη θέση της επίσημης ιατρικής. Η σχετική αποτυχία του να αντιμετωπίσει την πανώλη, που έπληττε την Αθήνα στη διάρκεια της πολιορκίας του 429 π.Χ., και τον θάνατο του Περικλή τον έθεσαν πρόσκαιρα σε κίνδυνο και τον υποχρέωσαν να γράψει την Αρχαία Ιατρική όπου υπερασπίζεται τον εαυτόν του (Canfora, 1986). Η ιστορία μας μαθαίνει πως η ιπποκρατική ιατρική επέζησε του σκοταδισμού

1 [ΣτΜ] Πρόκειται για την προσθήκη του άρθρου L.360-1 [μετά το L.360] στοn κώδικα της δημόσιας υγείας: «Οι ψυχοθεραπείες είναι ιατρο-ψυχολογικές θεραπείες της ψυχικής οδύνης. Όπως κάθε θεραπεία η πρόταση και η εφαρμογή της δεν μπορεί παρά να παρέχονται από ειδικευμένους επαγγελματίες: ειδικευμένοι στην ψυχιατρική γιατροί και κλινικοί ψυχολόγοι. Οι επαγγελματίες που παρέχουν ψυχοθεραπείες για περισσότερα από 5 χρόνια από την επίσημη έγκριση του παρόντος νόμου μπορούν να συνεχίσουν τη θεραπευτική τους δραστηριότητα έπειτα από αξιολόγηση των γνώσεων και των πρακτικών τους από σώμα κριτών αποτελούμενο από πανεπιστημιακούς και επαγγελματίες η σύνθεση του οποίου θα οριστεί από διάταγμα του Συμβουλίου του Κράτους». Proposition de loi relative à la prescription et à la conduite des psychothérapies Présentée par Bernard Accoyer. Journal Français de Psychiatrie 2004, No 21, 21

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ALEXANDER F. & SELESNICK S.T. (1965) Freud-Bleuler Correspondance. Archives of General Psychiatry, 12, 1-9.

APUI (1997) Projet pour une charte des psychanalystes. Documents de travail. Paris, édition privée.

BERTIN C. (1982) Marie Bonaparte. Paris, Perrin.

CANFORAL. (1986) Histoire de la Littérature grecque d’Homère à Aristote, Desjonquères (1994).

COURNUT J. (1997-2003) Documents de travail internes de la SPP au sujet de la reconnaissance du statut de la psychothérapie et de psychanalyse. Documents d’archives.

FREUD S. (1926) « La question de l’analyse profane », OEuvres complètes, Vol. XVIII, P.U.F., 1-92.

GAY P. (1988) Freud. A life for our time. London, Papermac.

FALZEDER E. (ed.) (2002) The Complete Correspondence of Sigmund Freud and Karl Abraham. London, Karnac.

JONES E. (1955-1957) La vie et l’oeuvre de Sigmund Freud, P.U.F.

EISSLER K.R. (1979) Freud sur le front des névroses de guerre, Collection Histoire de la psychanalyse, P.U.F., 1992.

LACAN J. (1947) La psychiatrie anglaise et la guerre, in Autres Écrits, Seuil, 2001.

REICHMAYR J. & MÜHLLEITNER E. (2003) Psychoanalysis in Austria after 1933-1934. History and Historiography. International Forum of Psychoanalysis, 12 (2-3), 118-129.

SOULEZ-LARIVIÈRE D. (1990) «La psychanalyse profane et le droit français», in
Revue Internationale d’Histoire de la psychanalyse, n° 3, 289-300.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.