Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

René Angelergues
(1924-2007)
Yπήρξε Γενικός Διευθυντής της Association Santé Mentale του 13ου Διαμερίσματος του Παρισιού.
Βλ. το αφιερωμένο στη μνήμη του κείμενο των Δ. Ν. Πλουμπίδη και Γρ. Αμπατζόγλου στο Σύναψις 2007, 5, 6-9

 

σύναψις 39 [2015 – τόμος ΙΙ]

Σημειώσεις για μια ψυχιατρική πραγματεία με θέμα τη διέγερση

[ Brouillon d’un essai psychiatrique sur la question de l’excitation. Revue Française de Psychanalyse 2005, 1, 11-19. Το κείμενο αυτό είχε παρουσιαστεί με τον τίτλο: « Excitation, représentation des mots et des choses I », στο Les Cahiers du Centre de Psychanalyse et de Psychothérapie, No 6, Άνοιξη 1983, της Association de Santé Mentale du 13e arr. de Paris ]

Μετάφραση
Δημήτρη Ν. Πλουμπίδη & Θανάση Καράβατου

Αν (το Άγιο Πνεύμα) επιδρά σε εμάς, αν μας
διεγείρει σε άγιους αναστεναγμούς, πρέπει να
συντονιζόμαστε μαζί του, να αναστενάζουμε
μαζί του, να διεγειρόμαστε μαζί του.

Bossuet, Etats d’oraisons, III, 12
(Παρατίθεται στο Λ εξικό Littré, εκδ. 1878)

Δεν θα μπορούσαμε, άραγε, να θεωρήσουμε το Άγιο Πνεύμα σαν το προείκασμα του αντικειμένου της φροϋδικής μεταψυχολογίας που επιδρά μέσα μας (και όχι επάνω μας) ενώ βρίσκεται έξω από εμάς; Να λοιπόν το παράδοξο της σχετικότητας των εννοιών «εξωτερικότητα» και «εσωτερικότητα», «πραγματικότητα» και «υποκειμενικότητα», που ίσως δεν θα ήταν ανεκτή στο ανθρώπινο πνεύμα παρά μόνο στην ιδεατή συνθήκη του άυλου Αγίου Πνεύματος. Η εισαγωγή αυτού του παράδοξου στην επιστημονική προβληματική, μέσω της λιβιδινικής υλικότητας του αντικειμένου της φροϋδικής μεταψυχολογίας, τείνει πάντα να μας οδηγεί στην άρνησή του μέσα από τον διαχωρισμό των όρων του:

• Το άτομο είτε είναι διεγερμένο έξωθεν, περιοριζόμενο στην έκφραση μιας διέγερσης που υφίσταται παθητικά, είτε έχει απλώς διεγερθεί κι αυτή η διέγερση δεν οφείλει τίποτα στο έξω (ένα κενό, σε τελευταία ανάλυση, αλλά θα επανέλθω σ’ αυτή τη βολικότατη αντίληψη του έξω). Κι όλα αυτά, όταν η παραγωγή της διέγερσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλή κι όταν όλη η αξία αυτής της έννοιας στην ψυχιατρική, με το τόσο ευρύ και συγκεχυμένο σημασιολογικό πεδίο, οφείλεται σε αυτή την συν-παραγωγή.

• Αυτό ακριβώς προαισθανόταν ο Littré όταν εξακολουθούσε να επικαλείται τον Bossuet για να εικονογραφήσει τη σκέψη του: «Όλα όσα διακρίνουμε [εντός των αισθήσεων] είναι επειδή, με την παρουσία ορισμένων αντικειμένων, διεγείρονται μέσα μας διάφορα αισθήματα, για παράδειγμα ένα αίσθημα ευχαρίστησης ή ένα αίσθημα οδύνης», διότι «ξεχωρίζουμε τα πράγματα που μας αγγίζουν και μας περιβάλλουν με τις αισθήσεις που αυτά μας διεγείρουν» (Connaissances, III, 8).

Είτε λοιπόν παρακάμπτουμε το πρόβλημα περιορίζοντας τη διέγερση σε έναν κάποιο βαθμό δραστηριότητας είτε το καταστρέφουμε με την παρά φύση αντίθεση ανάμεσα (α) σε ενδογενή διέγερση (της οποίας το πιο ολοκληρωμένο ψυχιατρικό μοντέλο είναι η μανιακή κατάσταση) και (β) σε αντιδραστική διέγερση (με καλύτερη σχετική ψυχιατρική πρακτική την πρόληψη και τη θεραπεία των καταστάσεων ψυχο-κινητικής διέγερσης).

Αυτή η διχοτομία υπήρξε αναμφίβολα χρήσιμη για να γνωρίσουμε καλύτερα την κάθε συνιστώσα που μετέχει στη συνπαραγωγή της διαδικασίας της διέγερσης. σήμερα, όμως, νομίζω ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε πιο πέρα πάνω στη διπλή βάση αυτού που μας έμαθε η ψυχανάλυση για τη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου και όσων η ψυχιατρική κλινική μας επέτρεψε να γνωρίσουμε και να μορφοποιήσουμε.

Δεν νομίζω ότι η διέγερση είναι ψυχαναλυτική έννοια, αν και χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τον Φρόυντ και το συνεχίζουν οι ψυχαναλυτές, οι οποίοι έχουν συμβάλει τα μέγιστα στη θεωρητικοποίηση του γεγονότος «ότι, παρουσία ορισμένων αντικειμένων, διεγείρονται μέσα μας διάφορα αισθήματα». Αλλά δεν απομένουν παρά μόνο δύο άλλα, εξωτερικά ως προς την ιδιαιτερότητα της ψυχικής δραστηριότητας, μοντέλα τα οποία προτιμώνται συχνά ως απ’ ευθείας δάνεια από την ιατρική και τη φυσιολογία: (α) το ένα ανήκει στην τάξη της διαπίστωσης και της μέτρησης, είτε η υψηλότερη δραστηριότητα αφορά σε ένα όργανο είτε αφορά σε ολόκληρη την (ψυχική) οικονομία, (β) το άλλο ανήκει στη τάξη μιας μηχανιστικής αιτιότητας, πρόκειται δηλαδή για την έκλυση μιας λειτουργικής δραστηριότητας ενός διεγέρσιμου συστήματος και του συνόλου των τοπικών τροποποιήσεων που ακολουθούν τη διέγερση, προετοιμάζοντας την απάντηση του συστήματος (Βλ. το Λεξικό Robert).

Νομίζω ότι η παραγνώριση ή η αποφυγή της συνπαραγωγής της διαδικασίας διέγερσης –που μου φαίνεται πολύ πιο αντιληπτή στη θεωρητική επεξεργασία από ό,τι στην κλινική πρακτική– βασίζονται στην προνομιακή θέση που αποδίδεται στη δομική προσέγγιση έναντι της οικονομικής προσέγγισης.

Ο Φρόυντ, βέβαια, ορίζει τη μεταψυχολογία συνθέτοντας τις τρεις οπτικές του: τη δυναμική, την τοπική και την οικονομική. Όταν αναφερθούμε, όμως, στους ορισμούς των Laplanche & Pontalis,1 νομίζω ότι μπορούμε να εξετάσουμε αυτή την κατανομή, αν όχι ως προς τη γνησιότητά της, τουλάχιστον ως προς τους διαχωρισμούς που εγκαθιστά στην ψυχική εργασία και ως προς τη διαστρέβλωση που επιφέρει στην έννοια της οικονομίας.

• Η δυναμική ορίζει την οπτική που αντιμετωπίζει τα ψυχικά φαινόμενα ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης και της σύνθεσης των δυνάμεων που ασκούν μια κάποια ώση και οι οποίες, σε τελευταία ανάλυση, προέρχονται από την ενόρμηση.

• Η τοπική διαφοροποιεί το ψυχικό όργανο σε κάποια συστήματα που είναι προικισμένα με διαφορετικούς χαρακτήρες και λειτουργίες και βρίσκονται τοποθετημένα με μια κάποια τάξη τα μεν προς τα δε, γεγονός που επιτρέπει να τα θεωρήσουμε μεταφορικά ως ψυχικούς τόπους τους οποίους μπορούμε να αναπαραστήσουμε στον χώρο.

• Η οικονομική ορίζει όλα όσα αναφέρονται στην υπόθεση ότι οι ψυχικές διαδικασίες συνίστανται στην κυκλοφορία και κατανομή μιας ποσοτικά προσδιορίσιμης ενέργειας (της ενορμητικής ενέργειας), ικανής δηλαδή να αυξηθεί, να μειωθεί και να παράγει ισοδύναμα.

Αυτή η λίαν εξισορροπημένη –για τις ανάγκες της συνθετικής μας εργασίας– τριλογία μπορεί τελικά να προσαρμοστεί αρκετά καλά στην αρχή των κατά συσσώρευση αιτιοτήτων, την τόσο προσφιλή στη σύγχρονη επιστημονική λογική που διέπει τη βιολογία: ένα ικανό ψυχικό όργανο επεξεργάζεται με επαρκή ενεργειακά μέσα τα προβλήματα που του αρμόζουν. Αυτόν τον σωρευτικό χαρακτήρα των αιτιοτήτων μπορούμε –κατά μία έννοια– να τον ξεπεράσουμε μέσω της γενετικής τους ενοποίησης, όπου η κάθε αιτία –η κάθε άποψη– ξαναβρίσκει την αξιοδοτική της πηγή είτε στη γένεση του ψυχικού οργάνου είτε στη γένεση του ανθρώπινου φαινομένου, έτσι ώστε αμφότερες να είναι συμβατές με τη γένεση του οργανισμού και του είδους.

Δεν θα χρησίμευε σε τίποτε να ασκήσουμε κριτική στον φορμαλισμό της σκέψης ή να καταδικάσουμε μια ιδεολογική αντίληψη περί ψυχισμού, στα οποία είμαστε από καιρό συνηθισμένοι χωρίς κανένα όφελος. Μου φαίνεται πιο σημαντικό να αναζητήσουμε μια πηγή αντίλογου που θα μπορούσε να είναι πιο δυναμογόνος στη διερευνητική μας προσπάθεια. Δεν γνωρίζω αν τα φυσικά φαινόμενα –και στην περίπτωση μας τα βιολογικά– ακολουθούν τις αρχές της διαλεκτικής, αλλά πιστεύω στην αξία της διαλεκτικής όταν θεωρητικοποιούμε, επιχειρώντας να κατανοήσουμε τις κινήσεις και την κατεύθυνση αυτών των φαινομένων.

Πρέπει όμως να τονίσω ότι δεν διαθέτει διαλεκτικές αρετές εκείνος ο φορμαλισμός που διατρέχει τις περισσότερες σύγχρονες αντιλήψεις, όταν συνεχίζει να αντιπαραθέτει –ή να απομονώνει– το οργανικό, το ψυχικό και το κοινωνικό, αναζητώντας συμβιβασμούς, υπεροχές ή πρωτοκαθεδρίες, ακόμα κι όταν δεν φτάνει στον δογματισμό μιας οργανογένεσης, μιας ψυχογένεσης ή μιας κοινωνιογένεσης.

Άλλωστε, αυτές οι συζητήσεις διεξάγονται γενικώς στο προσκήνιο –ή επί της πανεπιστημιακής έδρας– για να προκαλέσουν ή να κερδίσουν τη δυναμική μιας συνάθροισης–, αλλά η σοβαρή συζήτηση γίνεται αλλού κι εκφράζεται σαφέστατα, αν όχι ρητά, στα γραπτά, τα συνέδρια, τα σεμινάρια, τις ανεπίσημες συζητήσεις. Στις μέρες μας, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πρόβλημα της δομής.2

Έχω την εντύπωση όμως, ότι η οικονομική προοπτική –πέραν του να παριστά τη συνιστώσα μιας σύνθεσης– αντλεί τη σημερινή της αξία από την ιδιότητά της να βρίσκεται σε διαλεκτική αντίθεση προς τη δομική προοπτική, καθώς αντιπαραθέτει ό,τι βλέπουμε σε κίνηση προς ό,τι υποτίθεται πως οργανώνει αυτές τις κινήσεις. Δεν αρνείται, βέβαια, ούτε τη γνησιότητα ούτε την αξία της δομικής προοπτικής, πλην όμως της αντιπαρατίθεται.

Αδυνατούμε να τυποποιήσουμε τον ψυχισμό στην ειδική βιολογική του ποιότητα· γνωρίζουμε μερικά μόνο από τα αξιώματα αυτής της τυποποίησης, εκ των οποίων το πρώτο και κύριο είναι η ενότητα υποκειμένου-αντικειμένου, ενότητα αδιάσπαστη τόσο στη διαχρονία όσο και τη συγχρονία.

Μια παράδοξη ενότητα που καθορίζει τις προοπτικές δύο υποκειμένων χωρίς να μπορεί να τις εμπεριέξει, ούτε να τις περιορίσει σε θέση υποσυνόλου ενός συνόλου, καθώς η ενότητα του υποκειμένου τίθεται με τους ίδιους όρους και αποτελεί συνθήκη εξ ίσου αναγκαία της ενότητας υποκειμένουαντικειμένου. Αυτό το παράδοξο εξηγεί προφανώς τις παρεκκλίσεις, τις αποφυγές και τους αποκλεισμούς των θεωρητικών κατασκευών. Το σύστημα «υποκείμενο-αντικείμενο», που τόσο καλά το έχουν παρατηρήσει εν δράσει οι ψυχαναλυτές, δεν τυποποιήθηκε ως οργανωτική δομή αυτών των δράσεων, ενώ, αντιθέτως, έχουν τυποποιηθεί τα εσωτερικά συστήματα του υποκειμένου. Μήπως, όμως, θα έπρεπε να εκλάβουμε και αυτές τις δράσεις ως οργανωτικές δομές;

Δεν προτίθεμαι να αμφισβητήσω τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα των τοπικών «μύθων» (για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Φρόιντ), μόνο που αυτοί ακριβώς συνέβαλαν, “εν αγνοία τους”, στη μετατόπιση της «ψυχικής δομής» σε μια αμιγώς εσωτερική δομή, όποια κι αν είναι η ουσιώδης συμβολή των λιβιδινικών ανταλλαγών στην κατασκευή της. Μια εσωτερική δομή που τελικώς αντλεί κύρος από μια βιολογική θεωρητικοποίηση ίδιας τάξης –έστω και λίαν διαφορετικής ποιότητας– με εκείνη του νευρωνικού μηχανισμού που λειτουργεί επεξεργαζόμενος πληροφορίες για να τους δώσει μια απάντηση. Εξ ου και ο κίνδυνος να γλιστρήσει κανείς προς νευρο-φυσιολογικά μοντέλα που γοητεύουν με τη θεωρητική αυστηρότητα και καθαρότητα – κίνδυνο που βλέπουμε να εκφράζεται εδώ κι εκεί με διάφορες παραλλαγές και προφυλάξεις. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συμβαίνει με την χρήση του όρου δι-αντίδραση στη θέση του όρου συν-παραγωγή, της οποίας η διαδικασία επεξεργασίας (perlaboration3) μου φαίνεται ότι αποτελεί ένα μοντέλο της αναλυτικής εργασίας. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ανιχνεύσιμη παρά μόνο στην οικονομική προβληματική της μεταβίβασης. Όπως, άλλωστε, και η σχέση με το αντικείμενο –θεμελιώδες φαινόμενο για κάθε ψυχική συν-παραγωγή– δεν γίνεται κατανοητή παρά μόνο μέσα στην οικονομία της.

Όπως η σχέση με το αντικείμενο, έτσι και η ψευδαισθητική πραγματοποίηση της επιθυμίας, της οποίας αποτελεί προφανώς τη μήτρα, αποτελεί θεμελιώδες φαινόμενο που νομιμοποιεί την οικονομική προοπτική στη μορφοποίηση της ψυχικής εργασίας, της οποίας η σημασία μου φαίνεται ανάλογη με εκείνης που είχε το μοντέλο του αντανακλαστικού τόξου στη νευροφυσιολογία, για όλη την εργασία δομικής θεωρητικοποίησης, από το δίδυμο «ερέθισμα-απάντηση» μέχρι τους πιο πολύπλοκους προγραμματισμούς.

Η διαδικασία της ψευδαίσθησης δένει ακατάλυτα την επιθυμητική διάθεση του υποκειμένου και το αποτύπωμα του αντικειμένου δια μέσου της επιθυμίας του. Η ψευδαισθητική ικανοποίηση όμως αφορά την επιθυμία και δεν είναι τυπική ψευδαίσθηση του αντικειμένου· επανεισάγει την παρουσία του αντικειμένου, όμως ούτε καθ’ ολοκληρία κι ούτε μόνη της. Το ψευδαισθητικό αντικείμενο, διαμέσου της ψευδαισθητικής ικανοποίησης της επιθυμίας, είναι ένα αντικείμενο «παρόν-απόν» –με ό,τι αυτό συνεπάγεται– στους κόλπους ακριβώς της ψευδαισθητικής ικανοποίησης, της τάσης να ερωτικοποιηθεί η απουσία, μέσα δηλαδή σε μια διέγερση που συνδέεται με την απουσία του αντικειμένου όπου μπορούμε να υποθέσουμε επίσης μία λίαν αρχαϊκή τάση επιθετικότητας προς το αντικείμενο. Έχω την εντύπωση πως η πολυπλοκότητα μιας τόσο φαινομενικά στοιχειώδους ψευδαισθητικής διαδικασίας φωτίζει, με ενδιαφέροντα τρόπο, τις συχνές παθολογικές καταστάσεις όπου η επένδυση του αντικειμένου (ή της εικόνας που ασκεί τη λειτουργία του) αποκτά αξία στην απουσία του, του θανάτου του ακόμα, όπου δεν εμφανίζεται παρά με επιθετικές ή καταστροφικές, σχεδόν δολοφονικές συμπεριφορές.

Γι’ αυτό, πιστεύω ότι τοποθετήσαμε μονόπλευρα σε λίαν προνομιακή θέση την έλλειψη, την απουσία, το μειονέκτημα, το κενό, σε ό,τι αφορά την αντικειμενοτρόπο τροφή. Κι αυτό εις βάρος όλου του δυναμικού της διέγερσης που πηγάζει από τις πρώτες πρώτες περιπέτειες της σχέσης με το αντικείμενο. Μπορούμε έτσι να αναρωτηθούμε πώς γίνεται και αυτή καθαυτή η ένδεια του αντικειμένου –εξαιτίας της ανεπαρκούς επένδυσης ή της διαστροφής της επένδυσης που λαμβάνει το παιδί από τη μητέρα του– δεν οδηγεί πιο συχνά σε υπερβάλλουσα διέγερση παρά σε απουσία δράσης ή, ακριβέστερα, πώς δεν οδηγεί σε αυτή δια μέσου εκείνης.

Δεν υπάρχει, επίσης, εσωτερική διέγερση που να μην εισάγεται έξωθεν· και δεν υπάρχει επίσης εκδήλωση της διέγερσης που να μην παίρνει μορφή έσωθεν. Το υποκείμενο υιοθετεί ποιοτικά και ποσοτικά τη διέγερση που δημιουργήθηκε δυαδικά. Εδώ βρίσκουμε ολόκληρο το παράδοξο του ψυχισμού.

Η διέγερση είναι αναπόσπαστο μέρος της λιβιδινικής, δηλαδή της ψυχικής δραστηριότητας. Από μόνη της δεν έχει κανένα παθολογικό χαρακτήρα. Αρχίζει να θέτει προβλήματα όταν, προκαλούμενη από το αντικείμενο (άμεσα, διαμεσολαβημένα ή ετεροχρονισμένα), δεν μπορεί να απορροφηθεί από αυτό, είτε εξ αιτίας κάποιου μειονεκτήματος, μιας απόσυρσης, μιας οποιασδήποτε παροδικής ή μόνιμης αδυναμίας επένδυσης του υποκειμένου από το αντικείμενο είτε εξαιτίας των δυσκολιών που έχει το υποκείμενο να επεξεργαστεί τις τύχες των ανταλλαγών με το αντικείμενο, της παροδικής ή μόνιμης αδυναμίας του να υποδεχτεί το αντικείμενο. Η παθολογική διέγερση δημιουργείται, λοιπόν, από τη στρέβλωση των λιβιδινικών ανταλλαγών. Είναι αυτονόητο ότι η ανικανότητα του αντικειμένου, όπως και του υποκείμενου, να απορροφήσει το ξέσπασμα της διέγερσης του άλλου –να την ενσωματώσει, θα τολμούσα να πω– δεν είναι, κατ’ αρχάς, παρά μια τυχαία ή συνήθης αδυναμία να αναγνωρίσει την επιθυμία του άλλου.

Από εδώ προέρχεται το εξαιρετικά εκτεταμένο, ποιοτικά και ποσοτικά, φάσμα των κινήσεων και των «καταστάσεων» διέγερσης. Από εδώ, επίσης, προέρχεται η πρώιμη ανάγκη να συγκροτηθεί ένα αντι-διεγερτικό σύστημα, έστω με τη μορφή ενός αλεξι-διεργερτικού μηχανισμού. Ένα τέτοιος μηχανισμός, όμως, δεν προκύπτει παρά μόνο με μια μηχανιστική προβληματική, γιατί όποια και να είναι η δόμηση του, όπου κι αν βρίσκεται η έδρα του (στο υποκείμενο ή το αντικείμενο και, κυρίως, στη μητέρα), πρότυπό του είναι το φιλτράρισμα, η διακοπή των ερεθισμάτων και όχι η αμοιβαία ψυχική εργασία της ανάδυσης, της υποδοχής του αιτήματος των επιθυμιών. Η παθολογική κατάσταση της διέγερσης δεν μπορεί να τεθεί με γόνιμους όρους παρά μόνο δια μέσου της πρόσκαιρης ή παρατεταμένης ακύρωσης της σχέσης με το αντικείμενο, της αναπηρίας του έστω, που διαμορφώνεται σε ψύχωση εντός της ψυχικής εργασίας του υποκειμένου.4

Ανάγκη να σταθούμε εδώ πάνω στα σημασιολογικά προβλήματα που θέτει ο όρος «διέγερση», ιδιαίτερα με τη μεσολάβηση των αντιθέτων του. Το λεξικό Robert δίνει τουλάχιστον δώδεκα αντίθετα στο ρήμα διεγείρω: γλυκαίνω, σταματώ, ηρεμώ, εμποδίζω, κοιμίζω, καταπνίγω, απωθώ, φρενάρω, καταστέλλω, συγκρατώ, κατευνάζω, αναστέλλω. Από την πλευρά της φυσιολογίας το ερώτημα είναι απλό: στη διέγερση αντιτίθεται (σημασιολογικά και διαδικαστικά) η αναστολή. Από την πλευρά της μεταψυχολογίας, αυτή η αντίθεση μπόρεσε και μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αν και δεν αφορά πια παρόμοια φαινόμενα. Στην ψυχιατρική, αντιπαραθέτουμε τη μανιακή διέγερση στην κατάσταση της μελαγχολικής κατάθλιψης. Μπορούμε, δηλαδή, να κατασκευάσουμε ένα ζεύγος αντιθέτων διέγερσης-κατάθλιψης; Και ναι και όχι. Ναι, στον βαθμό που η αναστολή και η καταθλιπτική ακινησία μπορούν να θεωρηθούν ως αμυντικοί μηχανισμοί ενάντια στην ανάπτυξη μιας αποδιοργανωτικής και επικίνδυνης διέγερσης. Αυτό θα μπορούσε να μας ωθήσει στην υπόθεση του πρωτογενή χαρακτήρα της διέγερσης, που θα απηχούσε κατά κάποιο τρόπο την προτεινόμενη από τον Jean Gillibert για τη μανιακή διέγερση·5 εξ ου και ο διαδικαστικά δευτερογενής, αμυντικός χαρακτήρας της κατάθλιψης. Μια τέτοια σειρά των πραγμάτων δεν αποκλείει την αντίστροφη συγκυρία και δεν καταργεί καθόλου την έννοια της μανιακής άμυνας.

Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να αναρωτηθούμε μήπως δεν πρόκειται για την ανάγκη να αναχαιτίσουμε και να αναστείλουμε τις πρώτες και θανατηφόρες διαταράξεις από υπερβολική συν-παραγωγή διέγερσης που προκαλεί τις εν κενώ καταθλίψεις· τις παρατηρούμε τόσο συχνά στην κλινική ψυχιατρική των ενηλίκων, αθόρυβες και σταθερές, να επιβαρύνουν τόσο σοβαρά την αντικειμενοτρόπο εργασία. Κάτι που δεν εμποδίζει αυτή τη θεμελιώδη κατάθλιψη να απαιτεί η ίδια την ενεργοποίηση μανιακών αμυνών χωρίς να καταλήγει γενικώς, από κλινική άποψη, στην εκδήλωση, μιας καθαρής μανίας, ενεργοποιώντας όμως τη διέγερση προς μια ονειροειδή ψυχική εργασία, δηλαδή αναμιγνύοντας τη διέγερση και την κατάθλιψη στην επεξεργασία μιας –πότε μανιακής, πότε μελαγχολικής– μικτής κατάστασης. Κάτι που θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε σώφρονα σχετικότητα όταν διαχωρίζουμε νοσογραφικά τη μανιο-καταθλιπτική ψύχωση, χωρίς να αρνούμαστε την πρωτοτυπία της από την άποψη, κυρίως, της ψυχικής οικονομίας.

Η εργασία, λοιπόν, όλου του ψυχικού συστήματος, του ενιαίου δηλαδή ζεύγους υποκείμενο-αντικείμενο βρίσκεται στη γέννηση και την πορεία της διέγερσης. Η μετατροπή της διέγερσης –που δεν είναι ποτέ απλή κίνηση ενέργειας, αλλά αναταραχή αναπαραστάσεων και αισθημάτων– σε ψυχική εργασία επεξεργασίας βασίζεται λοιπόν στη συμβατή αμοιβαιότητα των διαδικασιών επένδυσης και ταύτισης. Θα έτεινα μάλιστα να σκεφτώ ότι η επεξεργασία της διέγερσης περνάει αναγκαστικά από την επένδυση του ασθενούς και την ταύτιση μαζί του. Αλλά όχι την οποιαδήποτε επένδυση, όχι την οποιανδήποτε ταύτιση. Παρά το γεγονός ότι προέρχεται από το ενιαίο ζεύγος υποκείμενο-αντικείμενο, η σχέση που έχουμε στην ψυχιατρική με τον ασθενή δεν είναι ούτε ερωτικού τύπου ούτε προέρχεται από μια φιλική συμπάθεια, όπως θα μπορούσε να συμβεί με οποιονδήποτε άλλο. Η παθολογική διέγερση δεν μπορεί να απορροφηθεί παρά μόνο από μια, ριζικά ασύμμετρη, θεραπευτική σχέση.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, το ψυχιατρικό άσυλο για τους ψυχοπαθείς και το ψυχιατρικό νοσοκομείο χαρακτηρίζονταν κυρίως από το κενό, τη σιωπή (ακόμα κι αν υπήρχε θόρυβος) και την ομοιομορφία. Ο ασθενής παγιωνόταν και μουμιοποιόταν μέσα στην ακινησία, μαζί του κι ο νοσηλευτής· αυτό ήταν το τελευταίο ή το μόνο καταφύγιο, τόσο για τον ένα όσο και για τον άλλο, ενάντια στο ανέβασμα της καταστροφικής διέγερσης. Καταφυγή όχι πάντα εφικτή γιατί αλλιώς δεν θα υπήρχε ανάγκη ούτε για τμήματα διεγερτικών, ούτε για απομόνωση. Αυτή η κατάσταση δυστυχώς παραμένει, με πιο ανθρώπινες μορφές, στα σύγχρονα ψυχιατρικά ιδρύματα. Αυτό όμως που νομίζω ότι δίνει μια νέα ποιότητα στις υπηρεσίες μας, είναι η σπουδαιότητα που αποκτούν οι πιο διαφοροποιημένες μορφές διέγερσης που, σε γενικές γραμμές, είναι λιγότερο θεαματικές, με περισσότερες αποχρώσεις και πιο εκλεπτυσμένες από τη μεγάλη κλασική διέγερση, αλλά όχι λιγότερο αποδιοργανωτικές για τον άρρωστο. Αυτή η αποδιοργάνωση εμπεριέχεται στην αποδιοργάνωση της κατάστασης στην ψυχιατρική (κλινική και θεραπευτική) του δίδυμου υποκείμενο-αντικείμενο. Είτε η ένωση διακόπηκε από μια σχάση, καθώς ο νοσηλευτής δεν μπόρεσε ή δεν ήξερε να τοποθετηθεί απέναντι σε ένα υποκείμενο –που δεν μας μοιάζει σαν αδελφός παρά μέσα από τη διαφορετικότητά του– και τότε έχουμε την απόρριψη. Είτε η ένωση γίνεται σύγχυση επειδή δεν βασίστηκε στην ασυμμετρία. Μου έτυχε να πω αστειευόμενος σε συζήτηση με νοσηλευτές ότι για να κρατήσουμε τη θέση μας και να αναλάβουμε τον ρόλο μας θα πρέπει να ανεβάσουμε στο κεφάλι μας αυτό που δεχόμαστε στο στομάχι μας. Έτυχε ο Racamier6 να πει σε ένα σεμινάριο (σε ελεύθερη απόδοση) ότι το μόνο πράγμα που μπορούν να μοιραστούν ο ασθενής και ο νοσηλευτής, χωρίς διφορούμενα, είναι το ενδιαφέρον για τη νοητική λειτουργία. Στα βασικά της ψυχιατρικής μας εργασίας και χωρίς να ξεχνούμε την απαραίτητη οικειότητα στην άσκηση του επαγγέλματός μας –από την ευγένεια ως την συμπάθεια–, θα τολμούσα να γράψω ότι αποτελεί αρχή της λειτουργίας μας να μην δίνουμε ποτέ στον ασθενή αυτό που μας ζητά, αλλά κάτι που έρχεται από εμάς και μπορεί να το δεχτεί. Αλλιώς έχουμε την ανεξέλεγκτη διέγερση –και όχι μόνο αυτή του ασθενούς– ή τη ρήξη, χωρίς να αποκλείονται και τα δύο.

Μπορούμε να ξεχωρίσουμε, να αναγνωρίσουμε και να διαχειριστούμε το ανέβασμα της διέγερσης του ασθενή αρχίζοντας από τη σχέση με το αντικείμενο που δανείζεται ποικίλα οικονομικά μοντέλα, τα οποία μας αναγκάζουν να σταθούμε διαφορετικά στην κάθε περίπτωση. Η ψυχο-κινητική διέγερση, μόνο για έναν ψυχίατρο τελματωμένο στην παραδοσιακή ιδεολογία της σωματικής ιατρικής, μπορεί να είναι σύμπτωμα κaι μπορεί να υπάρχει θεραπεία γι’ αυτή. Είναι εξίσου αδύνατο να προτείνω συνταγές για τα διεγερτικά ανεβάσματα και να υπεισέλθω εδώ στην απαρίθμηση –αναγκαστικά ημιτελή– των καταστάσεων που μπορούμε να γνωρίσουμε στην ψυχιατρική πρακτική. Θα περιοριστώ να σημειώσω πολύ συνοπτικά μερικές διαφορές, χωρίς να προσπαθήσω να τους βρω μια απάντηση, που δεν μπορεί, έτσι κι αλλιώς, παρά να είναι εφεύρημα τη στιγμή της δράσης, που ξεκινά προφανώς από τις γνώσεις, την εμπειρία και τον επαγγελματισμό του ψυχιάτρου.

Ο υστερικός ασθενής διεγείρεται με το να σαγηνεύει ένα δύσκολα προσεγγίσιμο αντικείμενο και θα διεγερθεί τόσο περισσότερο όσο μια αντι-σαγήνη έλθει να απαντήσει στη δική του· μια σκληρή αντι-σαγήνη εκ μέρους κάποιου που δεν μπορεί να αναλάβει μια ερωτική συναλλαγή και δεν μπορεί να επιστρέψει στον υστερικό ασθενή παρά την εικόνα της δικής του σαγήνευσης, αντί να υποδεχτεί και να περιέξει τις αναταράξεις της επιθυμίας του. Εντός της ψυχιατρικής σχέσης δεν πρέπει να προκαλούμε ό,τι δεν μπορούμε να υποδεχτούμε, κι αυτό θα έπρεπε να είναι απόλυτη αρχή στην εργασία μας, τόσο είναι αρνητικές οι συνέπειες της ερωτικής τροπής της σχέσης μας με τον ασθενή, στην οποία μας καλούν πάντα οι υστερικοί ασθενείς –για να αποφύγουν μια πραγματική συναλλαγή με το αντικείμενο· κι όχι μόνο οι υστερικοί, γιατί και πολλοί άλλοι ασθενείς διατηρούν μπροστά σε αυτούς αρκετές υστερικές διεξόδους για να το κάνουν.

Ο παρανοϊκός διεγείρεται με ό,τι τον απειλεί από πίσω, κυριολεκτικά ή μεταφορικά – δηλαδή συμβολικά. Κι αυτό μπορεί πολύ απλά να είναι αυτό που βιώνει σαν προσβολή ή εξευτελισμό.

Ο μη παραληρητικός ψυχωτικός διεγείρεται με κάθε πρόκληση στη φαντασιωσική του παντοδυναμία, όπως και με κάθε ακύρωση, ακόμα και συντριβή ενώπιον της· δεν είναι εύκολο ούτε να βρει, ούτε να διατηρήσει το σωστό μέτρο.

Ο σχιζοφρενής διεγείρεται με ό,τι τον διαπερνά συμβολικά, όπως και με ό,τι τον αγγίζει αισθητικά· αλλά μπορούμε να μάθουμε πώς να τον αγγίζουμε, αν γνωρίζουμε ότι η ποιότητα της χειρονομίας μας βασίζεται στην οικονομία της σχέσης και τη δυναμική της στιγμής.

Αυτές οι αδρές πινελιές, που δεν είναι καν σχηματικές κλινικές επισημάνσεις, θα μου επιτρέψουν, σε κάθε περίπτωση, τη χρήση της ρηματικής μορφής «διεγείρεται» (ή την αρχαϊκή δοτική του ενδιαφέροντος που θα μπορούσε να έχει και πάλι νόημα στην ψυχοπαθολογία) –γιατί όχι το «διεγείρεται τω … (με αυτό)»– αντί της, τόσο ακατάλληλης για τα ψυχικά προβλήματα, παθητικής μορφής «είναι διεγερμένος». Εντούτοις, ακολουθώντας μια ιδιαίτερα σχηματική και ορθολογική λογική, γιατί να μην διεγειρόμαστε από κάτι που δεν μας ανήκει, ακόμα κι αν αυτό δεν διαθέτει ενδεχομένως κανένα διεγερτικό ερέθισμα; Κανένα ερέθισμα ίσως, καμία επιθυμία όμως…. ;

Τέλος στα αστεία, ακόμα κι αν δεν είναι αθώα. Πρέπει να κλείσουμε. Πιστεύω ότι αν η ψυχική διέγερση μας επιτρέπει να ξεπεράσουμε τη μηχανική σκέψη της ενεργοποίησης ενός συστήματος, για να φτάσουμε στην πολυπλοκότητα της συναλλαγής με το αντικείμενο και των παθολογικών της μεταμορφώσεων, μας επιτρέπει συγχρόνως –ανάμεσα σε πολλά άλλα προβλήματα της ψυχοπαθολογίας– να φτάσουμε σε μια άλλη διάσταση του οργανικού και του οργανισμού. Στην προσέγγιση που δεν βολεύεται –και ενδεχομένως δεν επιχειρεί να αποκτήσει προνομιακή θέση– με τον πειρασμό του ήδη μορφοποιημένου βιολογικού, δηλαδή του βιολογικού της μηχανιστικής προσέγγισης, αλλά αποβλέπει στην ανακάλυψη του βιολογικού από άλλους δρόμους, με άλλα μέσα και άλλες έννοιες από ό,τι έχει θεσπίσει η κλασική επιστήμη.

Η ψυχανάλυση υπάρχει ή όχι; Είναι μια ανατρεπτική θεωρία ή όχι; Πρέπει να συναντήσει ή όχι τη γραμμή σκέψης των νευροεπιστημών; Διαβάζοντας κάποιες προτάσεις ή ακούγοντας κάποια πράγματα που λέγονται σήμερα, νομίζω ότι μπορούμε να θέσουμε αυτά τα ερωτήματα.

1 Le Vocabulaire de la Psychanalyse, Paris, P.U.F., 1976.

2 [ΣτΜ] Ο L. Hjelmslev ξεχώριζε τη δομή (structure) –μια «αυτόνομη οντότητα εσωτερικών εξαρτήσεων»– από τον δομισμό (structuralisme) – μια μέθοδο και μια θεωρία που αφορούν σε πλείστα όσα διαφορετικά πεδία [Βλ. Essais linguistiques. Trad. F. Rastier. Minuit, Paris 1971]. Ο G. Lanteri-Laura ανατρέχει στις χρήσεις της λέξης δομή, πρώτα στην αρχιτεκτονική, μετά σε θέματα συγκρότησης των ζώντων οργανισμών, αλλά και των κοινωνικών και πολιτικών σχηματισμών, που μετεξελίχθηκε σε ισοδύναμο των εννοιών σύστημα, σύνολο, και ακολούθως τονίζει το γεγονός πως ο δομισμός εμπνέεται από μεθοδολογική συστηματοποίηση που επιτάσσει ότι το όλον δεν ανάγεται απλώς στο άθροισμα των διακριτών στοιχείων που το συγκροτούν. Στην καταγωγή του στρουκτουραλισμού βρίσκονται διαδοχικά η ψυχολογία της μορφής (gestalt), η γλωσσολογία, η νευρολογία και η κοινωνική ανθρωπολογία. Στη δεκαετία 1970-80 ο στρουκτουραλισμός είχε σημαντική επιστημονική απήχηση στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση [La notion de structure en psychiatrie. Annales MédicoPsychologiques 2002, 160, 43-53].

3 [ΣτΜ] Ο Angelergues αναφερόμενος στη συνήθη και πληθωριστικώς χρησιμοποιούμενη έκφραση ψυχική λειτουργία έγραφε: «Ψυχικώς ομιλούντες, ο άνθρωπος δεν λειτουργεί: δημιουργεί ή, μιλώντας πιο πεζά, επεξεργάζεται (ή “perlabore” –εργάζεται δια μέσου–, όπως λένε για να αποδώσουν τον γερμανικό όρο Durcharbeitung που χρησιμοποιούσε ο Freud» [L’ homme psychique. Calman Levy, Paris 1993, 97].

4 Δεν θέλω να πω με αυτό ότι η ψυχωτική οικονομία κατασκευάζεται μόνο από διέγερση, ακόμα κι αν εκεί είναι ευκολότερα ευπρόσδεκτη, αυτό όμως που αξίζει για τη σχέση με το αντικείμενο στη συνήθη ψυχική οικονομία, ισχύει, για την ψυχωτική οικονομία, για όλες τις μορφές της σχέσης που θα συνδέσουν το υποκείμενο με τον άλλο, στη θέση της αδύνατης σχέσης με το αντικείμενο.

5 J. Gillibert, L’Oedipe maniaque. Payot, Paris 1987.

6 [ΣτΜ] Paul-Claude Racamier (1924-1996). Ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, από τους πρωτεργάτες της εφαρμογής της ψυχανάλυσης έξω από το ψυχαναλυτικό ντιβάνι και ιδιαίτερα με τους ψυχωτικούς ασθενείς. Για παρουσίαση του έργου του στα ελληνικά, βλ. Δ. Ν. Πλουμπίδης, «Η διδασκαλία του P. Cl. Racamier για τις ψυχώσεις». Στο: Σχιζοφρένεια. Ψυχοπαθολογικές και Ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις. Επιμέλεια Ν. Τζαβάρας, Δ. Ν. Πλουμπίδης, Σ. Στυλιανίδης. Καστανιώτης, Αθήνα 2002, 125-168.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.