Θέμις Γολεγού
Kλινική ψυχολόγος Ψυχιατρικό Νοσοκομείο St. Anne,
Yποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Paris VII
σύναψις 39 [2015 – τόμος ΙΙ]
Ο 21ος αιώνας είναι, δίχως αμφιβολία, άρρηκτα συνδεδεμένος με τον επιστημονικό λόγο. Σήμερα, γινόμαστε, όλο και περισσότερο, μάρτυρες μιας σωματοποίησης μέσω της χρήσης εξαιρετικά εκλεπτυσμένων τεχνικών, οι οποίες όχι μόνον επιχειρούν να διαμορφώσουν τα σώματα, αλλά και να τα θωρακίσουν απέναντι στην απώλεια, τον ευνουχισμό, τα γηρατειά και τις ασθένειες.
Το «υποκείμενο της επιστήμης», όπως το ονόμασε ο Λακάν, είναι μια έννοια που προέκυψε από την προαγωγή της επιστήμης και της απόλαυσης μέσα στον πολιτισμό. Πρόκειται για μια “αποχαλίνωση”, μια ρήξη με όλες τις αλυσίδες με τις οποίες ο «λόγος του κυρίου» αποπειράθηκε να θέσει όρια στον επιστημονικό λόγο.
Από τη στιγμή που η επιστήμη επιβάλλει τους νόμους της στους «άλλους λόγους», υπάρχουν συνέπειες, όπως η προώθηση, κατά κάποιο τρόπο, του «υποκειμένου της επιστήμης» σε όλους τους τομείς, ενός υποκειμένου που έχει εκκενωθεί από προηγούμενες γνώσεις της επιστήμης, της παράδοσης και των ηθικών επιταγών. Το υποκείμενο της επιστήμης είναι εξαϋλωμένο, καθώς δεν ενδημεί σε κάποιο σώμα.
Μπροστά στο αδύνατο, το ανυπόφορο και στην πραγμάτωση του αδιανόητου, το υποκείμενο, ανερμάτιστο, δεν είναι πια αυτό που ήταν, ούτε για το ίδιο ούτε και για τους άλλους. Η ιατρική αναζητά, λοιπόν, αδιάκοπα λύσεις. Το χάπι της άμβλωσης αποτελεί ένα είδος απάντησης μέσω διαγραφής της μνήμης: όλα μπορούν, λοιπόν, να ξαναγίνουν όπως πρώτα.
Το υποκείμενο, όπως προστάζουν οι κοινωνικές επιταγές, επιστρέφει στην καθημερινότητά του, όπως το τραύμα –κάνοντας μια αναφορά στην τραυματική διάσταση της σεξουαλικότητας, όπως την έχει επισημάνει ο Φρόυντ,– σαν να μην είχε συμβεί γιατί απλώς δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί.
Στόχος αυτού του πονήματος είναι η μελέτη των ασυνείδητων προσδοκιών για τον δεσμό συγγένειας που τελικά δεν δημιουργήθηκε εξαιτίας της άμβλωσης, γεγονός που δεν αποτελεί νέο στοιχείο, αλλά που φέρνει στο προσκήνιο, στην εποχή της επιστήμης, ένα ιδιαίτερο βιομηχανικό φάρμακο, το χάπι της άμβλωσης, το οποίο ως σημάδι δυσφορίας θέτει υπό αμφισβήτηση την επιστημονική καινοτομία.
Το εν λόγω φάρμακο της άμβλωσης, που κυκλοφορεί στη Γαλλία ήδη από το 1980, απαγορεύεται να ληφθεί μετά την έβδομη εβδομάδα της κύησης. Παρουσία του γιατρού, η εγκυμονούσα λαμβάνει το χάπι για να διακόψει την κύηση. Έπειτα από 48 ώρες της χορηγείται ένα δεύτερο φάρμακο για να πραγματοποιηθεί η αποβολή του εμβρύου, οπότε της συνιστάται να μη παραμείνει μόνη για 8 τουλάχιστον ώρες, όσος είναι ο απαιτούμενος χρόνος για την αποβολή.
Όταν η διαδικασία ολοκληρωθεί, και εφόσον δεν υπάρξουν επιπλοκές, η ασθενής επισκέπτεται το γιατρό έπειτα από τρεις εβδομάδες για έλεγχο.
Ορισμένες δομές, όπως ο οικογενειακός προγραμματισμός (le planning familial), προτείνουν μια συνέντευξη πριν τη λήψη του χαπιού, αλλά ουδόλως προβλέπεται κάποιο πλαίσιο ώστε, ύστερα από μια τέτοιου είδους άμβλωση, να μπορέσει το υποκείμενο να μπορέσει μιλήσει για την απόφασή του.
Η επιστροφή σε φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής, από την επόμενη κιόλας ημέρα, επιβάλλεται στο υποκείμενο, όπως άλλωστε το απαιτεί και η κοινωνία, χωρίς περαιτέρω ανάλυση από μέρους του.
Συμβαίνει, ωστόσο, αρκετά συχνά, όπως θα το διαπιστώσουμε στη συνέχεια μέσα από δύο κλινικές περιπτώσεις, το υποκείμενο να σημαδευτεί από την αδυναμία να απορροφηθεί πλήρως το πραγματικό που διακυβεύεται εκεί από τη συμβολική και φαντασιακή τάξη.
Ο Λακάν στη Ραδιοφωνία επισημαίνει πολύ σωστά πως «η επιστήμη είναι μια ιδεολογία της κατάργησης του υποκειμένου».1 Κι αυτή η κατάργηση του υποκειμένου παρουσιάζεται εδώ με την ακύρωση του ρόλου που παίζουν η ενδεχομενικότητα και το απρόβλεπτο στον συνδυασμό που προκύπτει από το τυχαίο με τα σημαίνοντα του ασυνειδήτου. Οι περιπτώσεις της Claire και της Jeanne αποτελούν δύο κλινικά παραδείγματα.
• Η πρώτη περίπτωση παρουσιάστηκε σε κλινικό σεμινάριο, στο ψυχιατρικό νοσοκομείο St. Anne στο Πάρισι από ασκούμενο ψυχίατρο.
Η Claire, μια νεαρή γυναίκα 30 περίπου ετών, βοηθός φαρμακείου σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, νοσηλεύεται για πρώτη φορά σε ψυχιατρείο τον Ιούλιο του 2013, αφού έχει υποστεί μια σειρά διερευνητικών ιατρικών εξετάσεων. Μητέρα ήδη ενός παιδιού από προηγούμενο σύντροφο, με τον οποίο δεν ζούσαν πια μαζί, αποφάσισε να προχωρήσει σε άμβλωση λαμβάνοντας το συγκεκριμένο χάπι. Τρεις μήνες μετά, νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο.
Ήταν μια απόφαση που πάρθηκε από κοινού με τον πατέρα του παιδιού, καθώς «δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή». Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, πολύ γρήγορα άρχισε να νιώθει συμπτώματα που η ίδια απέδωσε στο φάρμακο. Μεγάλη αδυναμία, περίεργη αίσθηση στο σώμα, αίσθηση καύσου υποδόρια και υπογάστρια, τρέμουλο στο σώμα, μυϊκές συσπάσεις, ιδιαίτερη αίσθηση στον κόλπο και μια έντονη αίσθηση κόμπου στο στομάχι. Εξέφραζε αλλόκοτες σκέψεις σχετικά με μια θεϊκή τιμωρία, ούσα πεπεισμένη ότι είχε κάτι μέσα στην κοιλιά της, το οποίο έπρεπε να αφαιρεθεί.
Πιστεύοντας ότι έχει δηλητηριαστεί από το χάπι, τηλεφώνησε στο εργαστήριο για να μάθει αν υπήρχαν κι άλλες περιπτώσεις σαν τη δική της με σκοπό να προειδοποιήσει τον κόσμο, έχοντας ως αποστολή να αποκαλύψει τις παρενέργειες του φαρμάκου. Από τη στιγμή που ξεκίνησε φαρμακευτική αγωγή, δεν θέλησε να ξαναμιλήσει για το χάπι, καθώς, σύμφωνα με τη μετέπειτα εξήγησή της, είχε κολλήσει έναν ιό που εν τέλει είχε ιαθεί. Αμέσως μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο, ξεκίνησε θεραπεία σε Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής.
• Συνάντησα τη Jeanne για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της έπειτα από μια απόπειρα αυτοκτονίας με λήψη χαπιών, που έλαβε χώρα μια ημέρα πριν καταθέσει την πτυχιακή της εργασία. Στην πρώτη μας συνάντηση μου εξηγεί ότι ήθελε να πεθάνει κι ότι μια διαρκής αίσθηση του ανικανοποίητου την είχε ωθήσει στην απόπειρα. Ενόσω μου μιλούσε γι’ αυτό, πίεζε την κοιλιά της.
Πρόκειται για νέα γυναίκα 27 ετών, με καταγωγή από την Τυνησία, το τέταρτο παιδί μιας τετραμελούς οικογένειας, που μόλις είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της στη διοίκηση επιχειρήσεων στο Παρίσι κι έμενε μαζί με τη μεγαλύτερη αδερφή της.
Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως άτομο παθιασμένο με την ποίηση και τη συγγραφή. Επιπλέον, το μικρό της όνομα, το οποίο είχε διαλέξει ο πατέρας της, είναι ίδιο με αυτό μιας πολύ σπουδαίας ποιήτριας από την Παλαιστίνη.
Η Jeanne, από την πρώτη κιόλας συνεδρία, εκφράζει την επιθυμία να δουλέψει πάνω στη σχέση με τη μητέρα της και κυρίως στην ψυχρότητά της, η οποία αποτελεί, σύμφωνα με την ίδια, μια από τις πηγές των προβλημάτων της. Χαρακτηρίζει τον εαυτό της καταθλιπτικό εδώ κι έναν χρόνο, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αϋπνίας και υποφέρει από απομόνωση και άγχος. Καταφεύγει στο Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής της περιοχής της, λίγες μέρες πριν την απόπειρα αυτοκτονίας, όπου της χορηγούνται αντικαταθλιπτικά, τα οποία και χρησιμοποιεί στη συνέχεια για να βάλει τέλος στη ζωή της.
Ένα χρόνο πριν, η Jeanne προέβη σε άμβλωση, λαμβάνοντας το συγκεκριμένο χάπι, διαδικασία που δεν είχε ομαλή εξέλιξη και, σύμφωνα με την ίδια, αυτό επηρέασε και την παρούσα κατάστασή της. Παρά τη λήψη του χαπιού, το έμβρυο δεν απεβλήθη κι έτσι χρειάστηκε επείγουσα χειρουργική επέμβαση ένα μόλις μήνα μετά, εξαιτίας ιατρικής ολιγωρίας. Η Jeanne αναφέρει ότι ο πόνος ήταν ανυπόφορος. Ήταν η τρίτη της άμβλωση μέσα σε δυο χρόνια, αλλά η πρώτη φορά που χρησιμοποιούσε αυτήν τη μέθοδο αποβολής. Την επόμενη μέρα της επέμβασης, έπεσε θύμα επίθεσης και κλοπής της τσάντας της, μέσα στην οποία βρισκόταν το προσωπικό της ημερολόγιο των τελευταίων ετών.
Έπειτα από όλα αυτά αποφάσισε να εγκαταλείψει τον σύντροφό της και πατέρα αυτού του τρίτου παιδιού. Εκείνος μόλις είχε αναρρώσει από έναν καρκίνο του στομάχου.
Η Jeanne μου εξηγεί ότι ήταν δική της απόφαση να προχωρήσει σε αυτές τις αμβλώσεις κι ότι κάθε φορά, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να μείνει έγκυος. Την πρώτη φορά είχε πάρει το χάπι της επόμενης ημέρας, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Τη δεύτερη φορά δεν υπήρξε διείσδυση και την τρίτη φορά, καθώς ο τελευταίος της φίλος είχε καρκίνο, τον θεωρούσε ανίκανο να τεκνοποιήσει λόγω της φαρμακευτικής αγωγής που είχε λάβει στη διάρκεια της θεραπείας του. Μετά το πέρας αυτής, η Jeanne πίστευε ότι θα ήταν προσεκτικός.
Έπειτα από αυτόν τον χωρισμό, ήρθε στο Παρίσι για να ολοκληρώσει τις σπουδές της, και εδώ είχε μιαν ολέθρια σχέση με έναν άνδρα που «την πρόδωσε και την εγκατέλειψε», όπως η ίδια αναφέρει. Μιλώντας για την τρίτη της εγκυμοσύνη, η Jeanne μου λέει στην τελευταία συνεδρία: «παρά το γεγονός ότι αποφάσισα να προχωρήσω σε άμβλωση, είχα ένα ιδιαίτερο δέσιμο μ’ αυτό το παιδί, δεν ήθελα να φύγει». Της υπογραμμίζω ότι τελικά δεν έφυγε. Η Jeanne ένιωθε καλά στο νοσοκομείο, καθώς εκεί προστατευόταν από έναν κοινωνικό περίγυρο που της φαινόταν απειλητικός. Γι’ αυτό το λόγο, ξεκίνησε αμέσως θεραπεία στο Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής.
Η αναφορά στα δύο αυτά κλινικά παραδείγματα, αποσκοπεί στο να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι, παρόλο που το πραγματικό της επιστήμης τοποθετείται μέσα στο σώμα, σύμφωνα με τον Λακάν, και δρα προς όφελός του με τρόπο υπάκουο, το ασυνείδητο του λεγόμενου υποκειμένου της επιστήμης απέχει πολύ από τον έλεγχο και την υπακοή στους επιστημονικούς νόμους. Όπως καταδεικνύουν αυτές οι δύο περιπτώσεις, ο τρόπος χρήσης του χαπιού της άμβλωσης, γνώρισμα της δυσφορίας της επιστήμης, όταν η γυναίκα που δεν επιθυμεί να γίνει μητέρα, μένει μόνη της αντιμέτωπη με την πράξη της, φανερώνει τη νοσηρότητα στη (μη) ύπαρξη δεσμού συγγένειας.
Η περίπτωση της Claire, αυτής της βοηθού φαρμακοποιού, αποτελεί την ενσάρκωση αυτού του «νέου» υποκειμένου της επιστήμης που μπορεί να κατέχει ορισμένες γνώσεις, αλλά που ακολουθεί, εν αγνοία του, τη σκέψη του Λακάν στη Μεταβίβαση: «Τραύμα δεν είναι αυτό που εισβάλλει κάποια στιγμή και διαρρηγνύει σε κάποιο σημείο μια δομή που φανταζόμαστε πλήρη. Το τραύμα είναι συγκεκριμένα γεγονότα που έρχονται να τοποθετηθούν σε ένα συγκεκριμένο σημείο σε αυτή τη δομή».2
Στη περίπτωση της Jeanne, μπορούμε να υποθέσουμε τα εξής: Όντας αντιμέτωπη με το πραγματικό του νεκρού παιδιού που παρέμεινε μέσα της, «καθίσταται σύμπτωμα ενός άλλου σώματος».3 Παρά το χάπι της άμβλωσης και το χάπι της επόμενης ημέρας, η επιθυμία της να γίνει μητέρα παραμένει, απευθυνόμενη σε έναν Άλλον που δεν την προστατεύει και για τον οποίο κατέχει θέση αντικειμένου απόλαυσης.
Το ερώτημα που μπορούμε να θέσουμε είναι το ακόλουθο: πώς θα μπορούσε η ψυχανάλυση να εξάγει μία γνώση από το ξεχείλισμα της απόλαυσης που υπαγορεύει ο επιστημονικός λόγος; Το υποκείμενο παγιδευμένο μέσα σε μια περίεργη διεργασία, μέσα στον κίνδυνο που προκαλεί «αψηφώντας τον νόμο», έχει πρόσβαση σε μια απόλαυση που στηρίζεται στην παραβατικότητα προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της. Η ιατρική επιστήμη δρα, κατά κάποιον τρόπο, προς όφελος αυτής της απόλαυσης.
Στην επιστήμη, το υποκείμενο καλείται να σωπαίνει. Η αλλοτρίωση του σώματος από την επιστήμη δεν έχει όριο και κατά συνέπεια η ασυνείδητη γνώση αποκλείεται, με άλλα λόγια «το όνειρο του σώματος, στο βαθμό που μιλάει»,4 δεν έχει καμία θέση. Ωστόσο η ψυχανάλυση δεν είναι η επιστήμη του υποκειμένου, αντιθέτως, είναι η μόνη εμπειρία που ενθαρρύνει τις προσωπικές επινοήσεις που λαμβάνουν υπ’ όψιν τους το πραγματικό. Μια εμπειρία όπου το υποκείμενο, ως ομιλούν ον, που διαθέτει ένα ζωντανό σώμα, αποδεικνύει τι σημαίνει το να μιλάει κανείς. «Μιλάω με το σώμα μου, και μάλιστα χωρίς να το γνωρίζω. Λέω άρα πάντοτε πιο πολλά από όσα γνωρίζω».5
1 Lacan J. «Radiophonie », Autres écrits, Paris, Seuil, 2001, σ.437.
2 Lacan J. Le transfert. Paris, Seuil, 2001, σ. 380.
3 Lacan J. Joyce le Symptôme, Autres écrits, Paris, Seuil, 2001, σ. 569.
4 Lacan J. Interview de Lacan sur la science-fiction. Cause du désir, Paris,Navarin éditeur, 2013, σ. 9.
5 Λακάν Ζ. Ακόμη, Αθήνα, Ψυχογιός, 2011, σ. 277
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.