Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Santiago Ramon y Cajal

σύναψις 39 [2015 – τόμος ΙΙ]

Τα τονωτικά της θέλησης
Κανόνες και παγίδες εις την επιστημονική έρευνα

Μετάφραση – Επιμέλεια Λάζαρου Κ. Τριάρχου


Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2015, σελ 343

Από τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης
Του Λάζαρου Κ. Τριάρχου

Η ελληνική είναι η δέκατη γλώσσα στην οποία δημοσιεύεται το απόσταγμα της ερευνητικής και της διδακτικής πείρας του Σαντιάγο Ραμόν υ Καχάλ (Santiago Ramon y Cajal, 1852-1934), του «πατέρα των Νευροεπιστημών» [1], με κανόνες και πρακτικές συμβουλές προς τους νέους ερευνητές. […]. Οι «Κανόνες και παραινέσεις» προσφέρουν στις φοιτώσες νέες γενιές, που ξεκινούν την επιστημονική τους περιπέτεια στην Ελλάδα, με όλες τις προκλήσεις της, τις νουθεσίες που για περισσότερο από έναν αιώνα τονώνουν τη θέληση νέων ερευνητών στην Ισπανία, τη Λατινική Αμερική και τόσες άλλες χώρες, συμβάλλοντας στο αγαθό εγχείρημα της σύζευξης των ανυποχώρητων κανόνων της θετικής Επιστήμης με τις αρετές του ανθρωπισμού. Η κριτική, ολόδροση σκέψη του Καχάλ θα βρει τη θέση της στην ελληνική παιδεία ίσως παρακινήσει και κάποια ικανά νέα μυαλά να ακολουθήσουν με επιτυχία τον δρόμο της επιστημονικής έρευνας.

Τον κορμό του βιβλίου αποτέλεσε η διάλεξη του σαρανταπεντάχρονου Καχάλ στην πανηγυρική συνεδρία (5 Δεκεμβρίου 1897) με αφορμή την εκλογή του ως τακτικού μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Θετικών και Φυσικών Επιστημών της Μαδρίτης· το θέμα στο οποίο είχε επιλέξει να εντρυφήσει ήταν οι «Ορθολογικές βάσεις και τεχνικές συνθήκες της βιολογικής έρευνας». Στην εικοσιπενταετία που ακολούθησε, δηλαδή μέχρι τα εβδομήντα ένα του χρόνια, ο Καχάλ συνέχισε να επεξεργάζεται και να αναθεωρεί το κείμενο, συμπληρώνοντας το με νέες ενότητες: έτσι, το βιβλίο κυκλοφόρησε στην Ισπανία σε έξι συνολικά εκδόσεις (1897, 1899, 1913, 1916, 1920, 1923) όσο ο συγγραφέας βρισκόταν εν ζωή και σε έβδομη και όγδοη έκδοση (1935, 1940) αμέσως κατόπιν. Μια δεύτερη εκδοτική σειρά συναποτέλεσαν οι ανατυπώσεις στη Μαδρίτη, στο Μπουένος Άιρες (Espasa-Calpe Argentina, 1941-1986) και στην Πόλη του Μεξικού (Espasa-Calpe Mexico, 1945-1952). Ένα τρίτο κύμα σύγχρονων εκδόσεων (1982-2015) οδήγησε στο να μην έχει περάσει δεκαετία, από το 1897 έως σήμερα, χωρίς να κυκλοφορήσει το βιβλίο, σε κάποια γλώσσα, σε κάποια ήπειρο.

Το βιβλίο είναι κλασικό στη βιοϊατρική βιβλιογραφία και παραμένει επίκαιρο, τόσο από την πρακτική σκοπιά όσο και ως τέρψη του πνεύματος. Οι περισσότεροι από τους «Κανόνες», παρά το ότι συντάχθηκαν πριν από έναν αιώνα, συνεχίζουν να είναι γενικά αποδεκτοί και ενσωματωμένοι στη σύγχρονη επιστημονική σκέψη, στην Επιστήμη πολλαπλή και απέραντη στις μορφές ης, αλλά μία στις αρχές της (κεφ. 4). […]

Δεν είναι τυχαίο ότι η φήμη του Καχάλ απογειώθηκε με την παρουσίαση των ιστολογικών ευρημάτων του στο Διεθνές Συνέδριο Ανατόμων του 1890 στο Βερολίνο (με τη στήριξη του Ελβετού ανατόμου Αλμπερτ φον Καίλλικερ), καθώς και με τη Διάλεξη Κρουν στο Λονδίνο το 1894 (υπό την αιγίδα του Σερ Τσαρλς Σέρρινγκτον). Ακολούθησε η πρόσκληση από τον Στάνλεϋ Χωλλ, το 1899, στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασσαχουσέττης για την επετειακή συνεδρία, η οποία είχε οργανωθεί με αφορμή τη συμπλήρωση δεκαετίας από την ίδρυση του από τον επιχειρηματία Τζόνας Γκίλμαν Κλαρκ. Αυτή ήταν και η μοναδική επίσκεψη του Καχάλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, με νωπό μάλιστα τον απόηχο της ήττας στον ισπανοα-μερικανικό πόλεμο μόλις έναν χρόνο νωρίτερα [2]. (Η γνωστή επίσκεψη του Φρόυντ και του Γιουνγκ στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ έλαβε χώρα δέκα χρόνια αργότερα, και πάλι έπειτα από πρόσκληση του Χωλλ ως πρυτάνεως, με αφορμή τις τελετές για την εικοσαετία από την ίδρυση του ιδρύματος – εκεί ο Φρόυντ συνάντησε τον Τζέημς Πούτναμ και τον Ουίλιαμ Τζέημς.
[…]
Στην ιδεολογία του Καχάλ προέχει ο φιλοσοφικός ατομισμός και η αποστροφή προς την εξουσία· παράλληλα, απέχοντας σε όλη του τη ζωή από συνήθειες όπως το ποτό και το κάπνισμα, υπολήπτεται τη θρησκεία με την πεποίθηση ότι « η πίστη αναπτύσσει και καθοδηγεί με τέρψη τη μακροζωία, ενώ η αμφιβολία οδηγεί σε οδύνη της ψυχής και σε πρόωρο γήρας».

Ο Καχάλ απεχθανόταν τη μεταφυσική, η οποία «εμπνέει μόνο αισθήματα οίκτου και αποστροφής –οίκτου λόγω του ταλέντου που σπαταλάται στο κυνήγι χιμαιρών, αποστροφής λόγω του χρόνου και του μόχθου που είναι κρίμα να πηγαίνουν χαμένοι». Επικαλείται την εθνική υπερηφάνεια που βασίζεται στην Επιστήμη, με την οποία όλοι οι άνθρωποι θα ήταν πιο ευτυχισμένοι και τα επιθετικά ένστικτα των εθνών, στην προσπάθεια επικράτησης και αύξησης του γοήτρου τους, θα διοχετεύονταν στον ανταγωνισμό της έρευνας παρά σε πράξεις βίας.

Άκρως εργατικός, καταφερόταν εναντίον του απωθητικού εγωισμού καθηγητών που εκμεταλλεύονται τους φοιτητές τους. Εντοπίζει, σε μια δηκτική ακαδημαϊκή χαρακτηρολογία (κεφάλαιο 5 ) με επίκαιρη αντήχηση, υποποικιλίες πανεπιστημιακών στελεχών απελπιστικά άρρωστων, με διαταραγμένη τη βούληση, στους οποίους μαθητές και φίλοι θα μπορούσαν να συστήσουν κάποια κατάλληλη μορφή ψυχοθεραπείας: ανάμεσα τους, οι παθολογικά «οργανόφιλοι», που σαγηνεύονται από τη λάμψη του μετάλλου σαν τον κορυδαλλό στον αντικατοπτρισμό του·οι «άβουλοι», που ούτε παράγουν προσωπικά έργο ούτε γράφουν ποτέ τίποτε· οι «προτζεκτάκηδες», που πιστεύουν ότι με τις υποδείξεις και τα πλάνα τους θα ανοίξουν διάπλατους ορίζοντες αλλά, στερούμενοι καρτερίας, δεν ολοκληρώνουν ποτέ τίποτε και πάντα φταίει δήθεν κάτι άλλο, εκτός φυσικά από τους ίδιους οι «ανεστίαστοι», που χρησιμοποιούν την πανεπιστημιακή καθηγεσία ως σκαλοπάτι για την πολιτική και κατέχουν το πόστο τους όχι για να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, αλλά για να εισπράττουν τον μισθό και να απολαμβάνουν την ευχαρίστηση του αποκλεισμού των ικανών·οι «θεωρητικολόγοι», που ποθούν το γόητρο ακόμη και αν δεν έχουν γερές βάσεις, που βιάζονται να γίνουν αρχιτέκτονες προτού γίνουν χρήσιμοι χτίστες, που τους περιάγει η ανθυγιεινή επιθυμία στο να μιμούνται τους άγονους αυτάρεσκους που μας περιβάλλουν· οι «μεγαλομανείς», που φιλοδοξούν να αναρριχηθούν, ήδη από την πρώτη τους μάχη, από φαντάροι σε στρατηγούς και [3]καταλήγουν να περνούν τη ζωή τους, πυρετωδώς δραστήριοι, διαρκώς σχεδιάζοντας και καταστρώνοντας, όμως αποσπώντας στο τέ λ ο ς μόνο την ανεκτική σιωπή των μαθητών τους και το ειρωνικό χαμόγελο των σοφών.

Ο Καχάλ ανήκει στους Ισπανούς συγγραφείς του «fin-desiècle » που είχαν νοιασθεί για την αναγέννηση της Ισπανίας. Αργότερα κάποιοι καταχράσθηκαν επιλεκτικά ορισμένες θέσεις του προκειμένου να στηρίξουν πολιτικά κατασκευάσματα· ωστόσο, η προσεκτική ανάγνωση των γραπτών του αποκαλύπτει τις αντιφάσεις στην απόπειρα του υπερσυντηρητικού χρωματισμού της εικόνας του [3]. Καθίσταται εμφανές ότι με τους «Κανόνες και παραινέσεις» επιχειρεί να καταχωρίσει τη σύγχρονη Επιστήμη σε μια οιονεί-παραδοσιακή σύνθεση εθνικής ταυτότητας· χρησιμοποιεί μεταφορές, παρομοιώσεις και άλλους τρόπους, προκειμένου να θεμελιώσει ομοιότητες μεταξύ Επιστήμης και πολιτιστικών λαϊτμοτίφ, όπως η θρησκευτική αφοσίωση, η ιπποσύνη, η κατάκτηση του νέου κόσμου, ο δονκιχωτισμός, ακόμη και η ιδέα της «τέλειας συζύγου» [4].

Καθώς οικειοποιείται παρόμοια μοτίβα για να εξηγήσει την Επιστήμη και να ενθαρρύνει την καλλιέργειά της, ο Καχάλ τα μετασχηματίζει και τα εμποτίζει με νέα, κοσμικότερα νοήματα· οικοδομεί μια δυνητικά ανατρεπτική συμβίωση, όπου ο αποδέκτης του γοήτρου από τη σύζευξη με την παράδοση είναι η Επιστήμη. Στα «Τονωτικά της θέλησης» απεικονίζει έναν νέο κοινωνικό χώρο, το ερευνητικό εργαστήριο, με τόνο εκθειαστικό και, διακριτικά, σε αντιδιαστολή με τους κοινωνικούς χώρους της εκκλησίας και της κληρονομιάς των γραφών στις οποίες η τοπική κοινωνία έτρεφε ευλάβεια. Το βιβλίο του Καχάλ αποτελεί παράδειγμα της τεχνοτροπίας που υπάγεται στα «κείμενα αυτοκαλλιέργειας », στην εκκοσμίκευση της θρησκευτικής πίστης, όπου η αναζήτηση της αυτοβελτίωσης αντικαθιστά τη μεταφυσική έννοια της θεϊκά υποβοηθούμενης ανόδου στο «καθ’ ομοίωσιν». Στην προσπάθεια αυτή ο Καχάλ αντλεί έμπνευση από τον Γάλλο παιδαγωγό Ιούλιο Παγιώ και το βιβλίο του « Η εκπαίδευση της θέλησης» (Education de la volonté, 1895), έναν προγενέστερο κοσμικό οδηγό αυτοβελτίωσης (βλ. κεφάλαιο 1, υποσημείωση 8 σελ. 110).

Τη χαρά της ανακάλυψης και τη Νευροεπιστήμη ως αισθητική εμπειρία απαθανατίζει ο Καχάλ, με ανυπέρβλητες αποχρώσεις, στο παρακάτω χωρίο των «Απομνημονευμάτων» του: «Είναι στα αλήθεια γεγονός ότι, αφήνοντας κατά μέρος τις κολακείες της φιλαυτίας, ο κήπος της Νευρολογίας επιφυλάσσει στον ερευνητή σαγηνευτικά θεάματα και ασύγκριτες καλλιτεχνικές συγκινήσεις. Σε αυτόν, τα αισθητικά ένστικτα μου βρήκαν επιτέλους την απόλυτη ικανοποίηση. Σαν εντομολόγος που αναζητούσε πεταλούδες με φανταχτερά χρώματα, η προσοχή μου θήρευε, στον ανθόκηπο της φαιάς ουσίας, κύτταρα με λεπτές και κομψές μορφές, τις μυστηριώδεις ψυχές [=πεταλούδες] της ψυχής (las misteriosas mariposas del alma), των οποίων τα παλλόμενα φτερά μπορεί κάποια μέρα –ποιος ξέρει;– να ξεδιαλύνουν τα μυστήρια του νοητικού βίου.

» Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ο απλός θαυμασμός της κυτταρικής μορφής ήταν μία από τις μεγαλύτερες τέρψεις μου. Διότι, ακόμη και από αισθητική σκοπιά, ο νευρικός ιστός εμπεριέχει τα γοητευτικότερα θέλγητρα. Υπάρχουν άραγε στα πάρκα μας δέντρα κομψότερα και πολυτελέστερα από το κύτταρο Πούρκινιε της παρεγκεφαλίδας ή από το ψυχικό κύτταρο,το περίφημο πυραμιδοειδές κύτταρο του φλοιού; Η θαυμαστή αρχιτεκτονική της παρεγκεφαλίδας και του αμφιβληστροειδούς μετά βίας αφήνει κάποιον να εκτιμήσει το υπέρτατο κάλλος και την κομψή ποικιλότητα του νευρωνικού άλσους.

» Επιπλέον, η συγκίνηση της ανακάλυψης είναι τόσο γλυκιά και παρήγορη! Υπάρχει κάποια ιδιότητα που θωπεύει τόσο απαλά τη ματαιοδοξία και την υπερηφάνεια (ανθρώπινες αδυναμίες με τις οποίες κάποιος πάντα έρχεται αντιμέτωπος) στην κάπως αυτολατρευτική αίσθηση της ανακάλυψης κρυμμένων νήσων ή παρθένων μορφών που φαίνεται ότι ανέμεναν, από την απαρχή του Κόσμου, κάποιον άξιο θεατή του κάλλους τους.

» Πόσες φορές όλα αυτά τα χρόνια της πυρετώδους έρευνας έμεινα ξάγρυπνος από τον ενθουσιασμό μιας νέας ανακάλυψης! Πόσο συχνά, έπειτα από κάποιαν εξαντλητική προσπάθεια και έναν βαθύ ύπνο, σαν εκείνον που εξαφανίζει τα φυσιολογικά δεδουλευμένα και απομακρύνει τα σύννεφα από τη στέγη του εγκεφάλου, προέβαλλε με το χάραμα, λες και είχε γραφεί από κάποιο αόρατο χέρι, η λύση ενός μορφολογικού προβλήματος ή μιας ανατομικής σύνδεσης που με αγωνία αναζητούσα! Μέχρι και σήμερα αδυνατώ να κατανοήσω πώς αυτή η διαρκής πνευματική ένταση και η καθημερινή ψυχική αναστάτωση δεν διατάραξαν την υγεία μου. Δεν χωρεί αμφιβολία, η κυρίαρχη ικανοποίηση του να κάνεις κάτι χρήσιμο συνιστά ένα ισχυρό τονωτικό πρώτης τάξης…».

Ο Καχάλ, εκτός από εξέχων νευροανατόμος, ανακαλείται στη μνήμη των νεωτέρων και ως διακεκριμένος συγγραφέας, φιλόσοφος και στέρεο σύμβολο της ισπανικής ορθολογικής αναγέννησης από το κρίσιμο έτος 1898 και έπειτα [5]. Η «Σχολή Ιστολογίας» που καθιέρωσε έφερε επανάσταση στις μεθόδους σπουδής των προβλημάτων της μορφής του νευρικού συστήματος και επηρέασε τον σύγχρονο κόσμο της Φυσιολογίας και της Νευροπαθολογίας.

Πέρα από την καθαρή Επιστήμη, και έχοντας «απορροφήσει» τους Γάλλους ρομαντικούς και τα σκιρτήματα του Ιουλίου Βερν, ο Καχάλ είχε φαντασθεί, στις «Ψευδοεπιστημονικές αφηγήσεις» (που δημοσίευσε υπό το ψευδώνυμο Δρ Βακτήριο), τις περιπέτειες ενός μικροβίου που πλοηγεί ένα ερυθρό αιμοσφαίριο και παρατηρεί τη σύγκρουση των λευκών αιμοσφαιρίων με παράσιτα· λίγο αργότερα, το μικρόβιο καταλήγει κάπως στον εγκέφαλο και ανακαλύπτει τα μυστικά της σκέψης και της παρόρμησης!

Το φάσμα της επιρροής του Καχάλ στη σφαίρα του πνεύματος είναι ευρύ. Παραδείγματος χάριν, η Επιστήμη φαίνεται να επηρέασε ακόμη και τη σκέψη, το συγγραφικό έργο και τη ζωγραφική του μεγάλου Ισπανού ποιητή και πεζογράφου Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) της «Γενιάς του 1927» κατά την Αργυρή Εποχή της ιβηροαμερικανικής διανόησης. Ο Λόρκα είχε μελετήσει ιδιαίτερα το έργο του Καχάλ και του μαθητή του Πίο δελ Ρίο Ορτέγα (1882-1945) [6], τους οποίους συναντούσε στη Φοιτητική Λέσχη (Residencia de estudiantes) της Μαδρίτης· αναφορές του Λόρκα προσφέρουν νέα ανάγνωση ορισμένων κειμένων του, με τα ανατομικά ιχνογραφήματα και τα γραπτά του Καχάλ και του δελ Ρίο Ορτέγα –ως έργα πλαστικής και ρητορικής καλλιτεχνίας– να έχουν επηρεάσει το δημιουργικό του πνεύμα. Προφανώς ο Λόρκα είχε έτσι καταφέρει να ανακαλύψει νέους τρόπους σκέψης για τη λογοτεχνική και την εικαστική τέχνη και να αναπτύξει ένα μεταφορικό φάσμα που συχνά περιγράφεται ως υπερρεαλιστικό και ανεπιτήδευτο: από την αντιπαράθεση των πινάκων και των θεωρητικών κειμένων του με εκείνα του Καχάλ και του δελ Ρίο Ορτέγα συνάγεται μια «κοινή ποιητική», η οποία μεταμορφώνει επιχειρήματα σχετικά με την παραστατική τέχνη και την κατανόηση του πώς «το μη εκφράσιμο καθίσταται εκφραστό μέσα από την ουσιώδη σχέση ανάμεσα στο μικροσκοπικό και το μακροσκοπικό» [7].
[…]

[1] DeFelipe, J. (2002) Sesquicentenary of the birthday of Santiago Ramon y Cajal, the father of modern neuroscience. Trends in Neurosciences 25: 481484.

[2] Haines, D.E. (2007) Santiago Ramon y Cajal at Clark University, 1899; his only visit to the United States. Brain Research Reviews 55: 463-480

[3] Lambeth, L.C. (2000) Science and Spanish Tradition Fused: Centripetal Discourse in Ramon y Cajal’s “Reglas y consejos sobre investigacion cientifica.” ProQuest, Aw Άρμπορ Μίσιγκαν

[4] Κατά το πρότυπο του αυγουστινιανού ανθρωπιστή Λουίς Πόνθε ντε Λεόν (1527-1591) της φιλολογικής σχολής του ισπανικού Χρυσού Αιώνα (Escuela literaria sal-mantina del siglo XVI), στο εγχειρίδιο του «La perfecta casada» (Σαλαμάνκα, 1584) – μια προσωπική ερμηνεία των Παροιμιών του Σολομώντα με οδηγίες προς τις νεαρές γυναίκες σχετικά με την πρέπουσα συμπεριφορά και τα καθήκοντα υπό την ιδιότητα της συζύγου και της μητέρας και με επαναστατική υπεράσπιση του ρόλου της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής.

[5] McMenemey, W.H. (1952) Section of Pathology: Santiago Ramon y Cajal (1852-1934). Proceedings of the Royal Society of Medicine 46: 173-177.

[6] Ramon y Cajal, S. (2001) Vacation Stories: Five Science Fiction Tales (μτφ. L. Otis). University of Illinois Press,

[7] Cavanaugh, C.J. (2011) New Lenses For Lorca: Literature, Art, and Science in the Edad de Plata. Bucknell Univercity Press.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.