Θανάσης Καράβατος
Ψυχίατρος, Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ
σύναψις 38 [2015 – τόμος ΙΙ]
Ένα μέρος του προβληματισμού αποτέλεσε ανακοίνωση στο 17ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής, Χαλκιδική 19-23 Απριλίου 2002, [Γαμβρουλά Κ., Ανδρέου Χρ., Καράβατος Α. Η προγνωστική σημασία του «άνευ θεραπείας χρόνου» και η αμφιλεγόμενη πρώιμη ανίχνευση και θεραπεία των ψυχώσεων] και κατόπιν ομότιτλη δημοσίευση στα Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 2004, 21, 4, 330-324. Ακολούθησε η ομιλία μου «Ηθικά και δεοντολογικά ζητήματα στην έγκαιρη Παρέμβαση στην Ψύχωση», στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Έγκαιρη παρέμβαση στην ψύχωση Στρατηγικές πρόληψης, θεραπείας και ανάπτυξης υπηρεσιών». Ιωάννινα 21-24 Ιουνίου 2007. Εδώ παρουσιάζεται με εκτεταμένη πρόσφατη ενημέρωση.
Εισαγωγή
Η αναγκαιότητα της ηθικής στον χώρο της υγείας γίνεται αυτονόητη αρκεί απλώς να στοχαστούμε ότι η ιατρική μπορεί να περιγραφεί ως τέχνη που βρίσκεται στο σταυροδρόμι πολλών επιστημών.1 Από την πλευρά της επιστήμης, η ιατρική έχει ως αντικείμενο μελέτης τη νόσο· από την πλευρά της τέχνης, η ιατρική δημιουργεί τις συνθήκες για τη συνάντηση του γιατρού με τον πάσχοντα εντός της οποίας ο γιατρός θα αναλάβει μιαν ευθύνη που είναι έννοια της ηθικής.2 Πρόκειται για την ευθύνη εκείνη που προκύπτει μέσα σε κάθε ανθρώπινη πράξη όταν αυτή εμπεριέχει τη δυνατότητα επιλογής. Όπως δηλαδή συμβαίνει και σε κάθε ιατρική (διαγνωστική και θεραπευτική) πράξη: Ο γιατρός καλείται να εφαρμόσει μια γνώση και ταυτόχρονα να εκφράσει μια αξιολογική κρίση λαμβάνοντας μιαν απόφαση μεταξύ πολλών δυνατών. Άλλωστε, οι έννοιες της υγείας, της ασθένειας και της νόσου «ενσωματώνουν [και] αξιακές κρίσεις».3
Η ανάπτυξη και ταχεία εξάπλωση της ιατρικής ηθικής κατά τις τελευταίες δεκαετίες δεν άφησε αδιάφορη την ψυχιατρική. Εδώ και τριάντα χρόνια, ο ευρύτατος χώρος της ψυχικής παθολογίας δεν έπαψε να «διηθείται» –κατά την έκφραση των Κ. Fulford και S. Bloch4– από τους σύγχρονους βιοηθικούς προβληματισμούς. Μπροστά, βέβαια, στην ηθική της λεγόμενης «high-tech ιατρικής», η ψυχιατρική ηθική φάνταζε ως τώρα σαν το «ασχημόπαπο της βιοηθικής» καθώς δεν την αφορούσαν για καιρό τα ηθικά προβλήματα που έθετε και θέτει ακόμα στις άλλες ειδικότητες η ταχεία και πρωτοφανής ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας και των ερευνητικών αναγκών.5,6 H κατάσταση όμως έχει από καιρό αλλάξει κι όπως επισημαίνει ο J. Hermerén, καθηγητής της ιατρικής ηθικής στο Πανεπιστήμιο του Lound στη Σουηδία, η ψυχιατρική έχει εισέλθει για τα καλά στις πλέον «αντιφατικές και αμφισβητούμενες», από την πλευρά της ηθικής, περιοχές της ιατρικής, όπως είναι τα θέματα της «προσυμπτωματικής» διάγνωσης,7 που αναπτύσσονται τα τελευταία είκοσι χρόνια στο πλαίσιο της προληπτικής ψυχιατρικής
Από τον «άνευ θεραπείας χρόνο» στην «πρόωρη παρέμβαση» σε μια ψύχωση
Θα δούμε τις σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα της ψυχιατρικής πρόληψης, αρχίζοντας από τη διαπίστωση ότι αυτό που θα ονομαστεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90 «πρόωρη, πρώιμη παρέμβαση σε μια ψύχωση» [early intervention in a psychosis] προσέλκυε το κλινικό και ερευνητικό ενδιαφέρον ήδη από τη δεκαετία του ’80.8,9 Μια παρέμβαση που θα πρέπει να την χαρακτηρίζουμε καλύτερα ως έγκαιρη (εν καιρώ, όταν πρέπει – timely, opportune intervention), όπως από το 2002 τονίζω, παρά πρόωρη ή πρώιμη (πριν την ώρα της, πριν το ωρίμασμα), όπως συνήθως λέγεται.10 Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε και η προβληματική για την αναγνώριση του «πρώτου σχιζοφρενικού επεισοδίου».11 Στόχος, η αποφυγή της χρονιότητας και των συνεπειών της.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η προσοχή στράφηκε και στη λεγόμενη «προψυχωτική περίοδο» που εμπεριέχει ποικίλες πρόδρομες νευρωτικές, συναισθηματικές, βουλητικές, αλλά και σωματικές εκδηλώσεις τις οποίες, αρχικά, μόνο ο ίδιος ο άρρωστος ασαφώς αντιλαμβάνεται, κατόπιν δε και το οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον διαπιστώνει ως «περίεργες» εκδηλώσεις, οι οποίες θα αναγνωριστούν ως «παθολογικές» αργότερα, κατά την αναδρομική διερεύνησή τους, με την ευκαιρία της πρώτης ψυχιατρικής εξέτασης.12 Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται, συνήθως, σε άλλοτε άλλο χρόνο από την εκδήλωση σαφών ψυχωτικών συμπτωμάτων, χωρίς να συμπίπτει κατ’ ανάγκη πάντοτε και με την πρώτη επαρκή θεραπευτική παρέμβαση. Γι’ αυτό απέκτησε, επίσης, σημασία και η διερεύνηση της προγνωστικής αξίας που πιθανόν έχει ο Άνευ Θεραπείας Χρόνος σε μια Ψύχωση (ΑΘΧΨ) (Duration of Untreated Psychosis – DUP), χρόνος που ορίζεται ως το διάστημα μεταξύ της έναρξης των πρώτων θετικών συμπτωμάτων (> 4 σε ένα από τα items της PANSS13) και της πρώτης φαρμακευτικής αγωγής με αντιψυχωτικά.14 Ο προσδιορισμός αυτός δεν έχει τύχει γενικής εφαρμογής, γι’ αυτό και δεν λείπουν τα σχετικά προβλήματα. περισσότερα για το πρώτο σημείο, αλλά όχι ανύπαρκτα και για το δεύτερο όταν, συμπληρωματικά, τίθεται και ο όρος της «αποτελεσματικότητας».15 Πάντως, διαφέρει από το DU-Illness, όπου εμπεριέχεται και ο χρόνος από την εκδήλωση οποιουδήποτε πρώτου ψυχιατρικού συμπτώματος. Επιπρόσθετα, για λόγους μεγαλύτερης ακρίβειας, κάποιοι προτιμούν να αναφέρονται στον «αρχικό, άνευ φαρμακοθεραπείας χρόνο».16
Σε πολλούς σχιζοφρενείς η αντιψυχωτική αγωγή αρχίζει εντός του πρώτου χρόνου από την εκδήλωση της ψύχωσης.17 Το σύνηθες είναι εντός 1 έως 2 ετών.18 Εντούτοις δεν είναι λίγοι αυτοί που παραμένουν χωρίς θεραπεία για πάρα πολλά χρόνια· στο 1/3 των περιπτώσεων για περισσότερο διάστημα, ακόμα και μέχρι 20 χρόνια.19 Ιδιαίτερα αισθητό το φαινόμενο στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπως έδειξε σχετική έρευνα που διεξήχθη στην Ινδία.20
Αξιολογώντας τον «άνευ θεραπείας χρόνο σε μια ψύχωση»
• Στο πέρας της δεκαετίας του ’90, πρώτης δεκαετίας των σχετικών μελετών, η παρατεταμένη διάρκεια του ΑΘΧΨ είχε αναγορευθεί σε «μείζον, πλην όμως αντιστρεπτό πρόβλημα δημόσιας υγείας»,21 όσο κι αν τα αποτελέσματα ήταν εν πολλοίς αντιφατικά. Υπήρχαν εργασίες που συσχέτιζαν τη μεγάλη καθυστέρηση στην έναρξη θεραπείας με τη δυσμενή πορεία της ψύχωσης ή, ειδικότερα, με τη σοβαρότητα των αρνητικών συμπτωμάτων, και άλλες που θεωρούσαν ότι η καθυστέρηση στη θεραπεία συνδέεται με χαμηλή εναισθησία και κοινωνική απομόνωση, ιδίως κατά τους πρώτους μήνες της ψύχωσης.22,23,24 Υπήρξαν και αποτελέσματα που δεν επιβεβαίωναν τη συσχέτιση παρατεταμένου ΑΘΧΨ και κακής πρόγνωσης25 ή υποστήριζαν πως τέτοιοι συσχετισμοί, όταν υπάρχουν, δεν είναι αιτιολογικοί, καθώς η παράμετρος του «άνευ θεραπείας χρόνου» εξαρτάται από ποικίλα δημογραφικά και κλινικά δεδομένα, όπως το οικογενειακό ιστορικό και το επίπεδο εκπαίδευσης26 ή, ακόμα, πως η συσχέτιση του ΑΘΧΨ με την έκβαση είναι επίπλαστη, καθώς η κακή προνοσηρή λειτουργικότητα συνδέεται ανεξάρτητα και με τον ΑΘΧΨ και με την κακή έκβαση, χωρίς να διαπιστώνεται εν συνεχεία άμεση σύνδεσή της με τις δύο αυτές παραμέτρους.27 Ας σημειωθεί ότι, εκτός της πρώιμης και παρατεταμένης φαρμακευτικής παρέμβασης με καλά αποτελέσματα σε αρρώστους με πρώτο σχιζοφρενικό επεισόδιο,28 και η εντατική ψυχοκοινωνική θεραπεία είχε εξίσου καλά αποτελέσματα στην έκβαση ενός τέτοιου επεισοδίου.29 Υποστηρίχτηκε, επίσης, ότι είναι προβληματική η ωφέλεια από μια εξ αρχής φαρμακευτική παρέμβαση σε πρώτο σχιζοφρενικό επεισόδιο και μικρό ΑΘΧΨ, χωρίς ένα συγκεκριμένο υποστηρικτικό πρόγραμμα.30
Την ίδια εκείνη εποχή, ο McGorry και οι συνεργάτες του αναφέρονταν πρώτα σε όσους δεν έβλεπαν παρά μόνο ένα «επιφαινόμενο» στην καθυστερημένη έναρξη της θεραπείας μιας ψύχωσης και κατόπιν τόνιζαν ότι, αντίθετα, η σμίκρυνση του χρόνου αυτού έχει πραγματική κλινική αξία, στον βαθμό που γίνεται έγκαιρα και αφορά σε μια κρίσιμη περίοδο ολίγων μηνών.31 Είχε ήδη δοθεί σημασία στη λεγόμενη «κριτική περίοδο» ως πρώιμη φάση της ψύχωσης (που περιλαμβάνει τον ΑΘΧΨ), κατά την οποία μπορεί να προδικάζεται η μακρόχρονη έκβαση, ενώ διαπιστώνεται και η μέγιστη πλαστικότητα των βιολογικών, ψυχολογικών και ψυχοκοινωνικών επιδράσεων, παρέχοντας έτσι μια ευκαιρία για δευτερογενή πρόληψη.32 Είχε, επίσης, παρατηρηθεί πως οι άρρωστοι με παρατεταμένο ΑΘΧΨ δεν απαντούν εύκολα στις θεραπευτικές προσπάθειες33 ή πως επέρχονται αλλαγές στο κεντρικό σεροτονινεργικό σύστημα αυτών των αρρώστων.34
Λίαν ενδιαφέρουσα ήταν και η συζήτηση σχετικά με το εάν και κατά πόσο ο ΑΘΧΨ σχετίζεται με το μέγεθος της γνωστικής έκπτωσης ή τις αναφερόμενες δομικές εγκεφαλικές αλλαγές.35 Μια ομάδα ερευνητών υπό την Andreasen υποστήριξε ότι η λεγόμενη «τοξική υπόθεση» για τη σχιζοφρένεια δεν μπορεί να βρει εδώ στήριγμα.36 Διατυπώνοντας τις μεθοδολογικές αντιρρήσεις της, η ομάδα του McGorry αποδέχτηκε ότι μπορεί να υπάρχουν «ελάχιστες αποδείξεις υπέρ της βιολογικής τοξικότητας του ΑΘΧΨ πλην όμως είναι φανερή η ψυχοκοινωνική τοξικότητά της».37 Η ομάδα της Andreasen ανταπάντησε ότι ο χρόνος αυτός είναι τελικά μια απλοϊκή ποσοτικοποίηση των δυσχερειών που καθυστερούν τη θεραπεία,38 προσθέτοντας λίγο αργότερα ότι, άσχετα με το αν δεν διαπιστώνεται συσχέτιση του ΑΘΧΨ με τη γνωστική έκπτωση και τα ελλείμματα στην εγκεφαλική μορφολογία, η έγκαιρη θεραπεία μειώνει την οδύνη του πάσχοντος.39 O «άνευ θεραπείας χρόνος» και το μέγεθος της γνωστικής έκπτωσης ή οι δομικές εγκεφαλικές αλλαγές δεν φαίνεται να συσχετίζονται.40,41,42 Πάντως, ακόμη κι αν διαπιστωνόταν η συσχέτιση του χρόνου αυτού με τα αρνητικά συμπτώματα, ο Hann και συν, δεν πρότειναν την έναρξη μιας αντιψυχωτικής αγωγής αμέσως με την εμφάνιση των πλέον πρώιμων συμπτωμάτων της ψύχωσης «ώστε να προστατευθεί ο εγκέφαλος».43 Δεν παραγνωριζόταν, βέβαια, ότι η καλή ή κακή προνοσηρή κοινωνική λειτουργικότητα του αρρώστου προλέγει, συνήθως, την καλή ή κακή, αντιστοίχως, πρόγνωση.44,45,46,47
Στο πέρας της δεκαετίας του 2000, δεύτερης δεκαετίας των σχετικών ερευνών, τι ακριβώς γνωρίσαμε για την αποτελεσματικότητα της έγκαιρης παρέμβασης σε μια ψύχωση; Δημοσίευμα του 200748 προέβαλε δύο μετα-αναλύσεις, εκ των οποίων η μία βρίσκει μέτρια συσχέτιση του ΑΘΧΨ με την έκβαση της ψύχωσης49 κι η δεύτερη θεωρεί τον ΑΘΧΨ ένα δυνητικό προγνωστικό παράγοντα.50 Όσο για τη νευροτοξικότητα μιας ενεργούς ψύχωσης, αυτή εξακολουθούσε να καταρρίπτεται: η κοινωνική έκπτωση αρχίζει συνήθως έναν χρόνο μετά την έναρξη της νόσου, ενώ η γνωστική έκπτωση φαίνεται να αρχίζει στην τελική προνοσηρή ή αρχόμενη πρώιμη περίοδο, αλλά οι κλινικές αυτές εκδηλώσεις δεν σχετίζονται με νευροεκφυλιστικές διαδικασίες, έχοντας σχέση με την πλαστικότητα, ακριβέστερα με τον περιορισμό των συναπτικών συνδέσεων.51
Ούτως ή άλλως οι έρευνες συνεχίζονταν, αλλά τα αποτελέσματα εξακολουθούσαν να είναι αντιφατικά. Παράδειγμα δύο πρόσφατες (2009) δημοσιεύσεις: η πρώτη διαπιστώνει συσχέτιση μεταξύ αυξημένου ΑΘΧΨ και περιορισμένης βελτίωσης της κλίμακας «Global Assessment of Functioning» σε ομάδα με πρόδρομες ψυχωτικές εκδηλώσεις που παρακολουθήθηκε επί ένα έτος·52 αντίθετα η δεύτερη, ανασκοπώντας πρόσφατες κλινικές μελέτες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «προς το παρόν, τα δεδομένα που αφορούν στο όφελος και τους κινδύνους δεν δικαιώνουν την πρόδρομη παρέμβαση ως καθιερωμένη κλινική πρακτική».53 Στο θέμα των αναζητούμενων δομικών αλλαγών σε εφήβους με υψηλό κίνδυνο για ψύχωση, πρόσφατη επίσης δημοσίευση βεβαιώνει ότι δεν ανευρίσκονται νευροανατομικές αλλαγές σε αυτούς,54 ενώ μια άλλη δεν διαπιστώνει συσχέτιση του ΑΘΧΨ με την in vivo αποτίμηση της νευρωνικής λειτουργίας μέσω χημικών δεικτών στις περιοχές του μετωπιαίου και του κροταφικού λοβού αριστερά και του αριστερού θαλάμου σε ομάδα ατόμων με πρώτο επεισόδιο σχιζοφρένειας.55 Άλλη όμως έρευνα έδειχνε συσχέτιση του ΑΘΧΨ με την ελάττωση της πυκνότητας του φλοιού στο λιμβικό σύστημα, ιδίως στον ιππόκαμπο,56 ενώ ταυτόχρονα, στην ίδια ομάδα ασθενών, ο ΑΘΧΨ αποδείχτηκε πως είναι μέτριος δείκτης της κλινικής έκβασης.57
• Οι έρευνες φυσικά συνεχίστηκαν μέχρι σήμερα. Μια μετα-ανάλυση του 2012 βρήκε θετική συσχέτιση μεταξύ ενός μικρού ΑΘΧΨ και λιγότερο σοβαρών αρνητικών συμπτωμάτων, αναφέροντας όμως κάποιους μεθοδολογικούς περιορισμούς.58 Αντίθετα, μια δημοσίευση του 2013, δεν επιβεβαίωσε καμιά συσχέτιση μεταξύ ΑΘΧΨύχωση ή ΑΘΧΝόσο και νευρογνωστικών επιδόσεων σε άτομα με «ψυχική κατάσταση σε κίνδυνο» και σε πάσχοντες με «πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο», κάτι που οι ερευνητές απέδωσαν στον νευροαναπτυξιακό χαρακτήρα των σχιζοφρενικών ψυχώσεων και ως εκ τούτου οι όποιες γνωστικές εκπτώσεις παρατηρηθούν υπάρχουν πολύ πριν την έναρξη των ψυχιατρικών συμπτωμάτων.59 Άλλοι ερευνητές κατέγραψαν το 2012 τη συσχέτιση του οικογενειακού (πρώτου βαθμού) ιστορικού ψύχωσης με την πρωϊμότερη έναρξη των προδρόμων συμπτωμάτων και της ψύχωσης, αλλά όχι με τη διάρκεια της πρόδρομης περιόδου και, επιπρόσθετα, του οικογενειακού ιστορικού και του άρρενος φύλου με μακρότερο ΑΘΧΨύχωση ή ΑΘΧΝόσο, σημειώνοντας και αυτοί τον περιορισμό του μικρού αριθμού (84) των ατόμων που εξετάστηκαν.60 Εξίσου σημαντικό είναι και το εύρημα, άλλης μιας έρευνας του 2012, που ρητώς δηλώνει πως απαιτούνται πρόσθετες αποδείξεις για να υποστηριχθεί πως η απομεμακρυσμένη θεραπεία ενός πρώτου ψυχωτικού επεισοδίου σχετίζεται με κακή γνωστική (της μνήμης κυρίως) και κλινική εξέλιξη.61
Στο θέμα των εγκεφαλικών «αλλαγών» εξακολουθεί να είναι ασαφές ποιες δομικές ή βιοχημικές αλλοιώσεις προηγούνται της έναρξης της νόσου στον ιππόκαμπο που αποτελεί περιοχή-κλειδί στην παθοφυσιολογία της σχιζοφρένειας. Αναγνωρίζοντας τον προβληματισμό, οι Wood και συν [της ομάδας του Mc Gorry] θα επιχειρήσουν να τον διερευνήσουν μελετώντας πληθυσμό «λίαν-υψηλού-κινδύνου». Τα αποτελέσματά τους έδειξαν την ύπαρξη λεπτών μη ειδικών παθολογικών αλλοιώσεων στον ιππόκαμπο πριν την ανάπτυξη της ψύχωσης, περιορισμένων αριστερά, που είναι κοινές σε περιπτώσεις που αργότερα αναπτύσσουν μια μη ψυχωτική διαταραχή.62 Αρνητική και η πλέον πρόσφατη μελέτη που δεν βρίσκει καμιά συσχέτιση μεταξύ ΑΘΧΝόσο [όπου εμπεριέχεται και ο χρόνος από την εκδήλωση οποιουδήποτε πρώτου ψυχιατρικού συμπτώματος] και αλλαγών στον όγκο του εγκεφάλου που παρακολουθήθηκε επί 5ετία με εικόνες μαγνητικής απήχησης.63
Στο πεδίο των ψυχοκοινωνικών παραγόντων δυο εξίσου πρόσφατες μελέτες είναι επίσης χαρακτηριστικές του σύνθετου προβληματισμού που εξακολουθεί να επικρατεί: Η πρώτη (της ομάδας OASIS) διαπιστώνει ότι η εκσεσημασμένη παρουσία ψυχοκοινωνικών προβλημάτων (η ανεργία, ιδίως) σε ομάδα ατόμων που χαρακτηρίζονται ως «λίαν-υψηλού-κινδύνου» για ψύχωση μπορεί να είναι παράγοντας που ευνοεί την ευαλωτότητα για την εκδήλωση ψυχωτικού επεισοδίου.64 Η δεύτερη, μιας μεγάλης ομάδας υπό τον McGorry και πάλι, δεν θεωρεί αναγκαία την άμεση καταφυγή σε αντιψυχωτική αγωγή για όλες τις περιπτώσεις πρώτου ψυχωτικού επεισοδίου, προτιμώντας τις πλέον ασφαλείς ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, τις οποίες βρήκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικές, τουλάχιστον σε μια υποομάδα τέτοιων ασθενών.65 Άλλωστε, κατά τον Leucht et al,66 η φαρμακοθεραπεία έχει μόνο οριακή επίδραση στη βαρύτητα των αρνητικών συμπτωμάτων, αντίθετα προς κάποιες ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις.
Από την «σχιζοταξία» στους «ενδοφαινότυπους»
Παράλληλα με αυτές τις έρευνες προχωρούσε και ένας άλλος επιχειρήματα προβληματισμός που αποσκοπούσε στην ανίχνευση σε συγγενείς πρώτου βαθμού της λεγόμενης «σχιζοταξίας» –της προδιάθεσης δηλαδή για ανάπτυξη σχιζοφρενικής ψύχωσης– μέσω της ανεύρεσης εκπτωτικών «ευρημάτων» (κλινικών, νευροψυχολογικών, ψυχοφυσιολογικών, νευροαπεικονιστικών) πριν την εκδήλωση των πρόδρομων εκδηλώσεων.67,68,69 Η περαιτέρω επέκταση του σκεπτικού αυτού θα οδηγήσει στη «στρατηγική του ενδοφαινότυπου», με σκοπό να διερευνηθεί η γενετική της σχιζοφρένειας μέσα από την αναζήτηση των νευροχημικών, ενδοκρινολογικών, νευροανατομικών και νευροψυχολογικών εκείνων δεικτών που βρίσκονται μεταξύ γενότυπου και (εξωτερικού) φαινότυπου και θεωρούνται ως ικανοί να υποδείξουν μια υποκρυπτόμενη ψυχική ευπάθεια· ακριβέστερα να αντανακλά καθένας εξ αυτών ένα γονίδιο, παρά αυτή καθεαυτή την πολυγονιδιακή νόσο που δέχεται και τις ποικίλες επιδράσεις περιβαλλοντικών παραγόντων, εξ ου και η διατύπωση πως «η γονιδιακή αναζήτηση στη σχιζοφρένεια έχει γίνει μια ριψοκίνδυνη δουλειά».71
Έτσι, η πρόβλεψη για μελλοντική νόσηση δεν φαίνεται να είναι πρακτικά εφικτή. Πιο εύχρηστο είναι να στηριχθεί κανείς στη γνώση ότι πολλοί γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου δεν είναι ειδικοί για τη σχιζοφρένεια, αλλά για αυξημένη ψυχοπαθολογία γενικώς.72 Με δεδομένο, μάλιστα, ότι η σχέση ενός ενδοφαινότυπου και μιας ψυχικής διαταραχής βρίσκεται στο επίπεδο της συσχέτισης και όχι της αιτιολογίας, υπάρχει, επίσης, αβεβαιότητα ως προς την εκτίμηση του κινδύνου και του οφέλους από μια προγνωστική διαδικασία και τη συνακόλουθη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής σε ένα ασυμπτωματικό άτομο, γεγονός που απαιτεί αυξημένη ευαισθησία ως προς την εφαρμογή του ηθικού κανόνα της πληροφορημένης συναίνεσης.73
Οι τελευταίες αυτές «επεκτάσεις» του ενδιαφέροντος προς ομάδες υγιών ατόμων έχουν ενταχθεί από καιρό στον πιο «προωθημένο» [γι’ αυτό και με περισσότερα προβλήματα, όπως θα δούμε] χώρο της δευτερογενούς πρόληψης, που σήμερα αρχίζει να προσελκύει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των δημόσιων προγραμμάτων υγείας. Η μετατόπιση του ενδιαφέροντος, στην εκτίμηση του επιπέδου της συνολικής υγείας των πληθυσμών, από τη θνητότητα στην ανικανότητα74 θα μπορούσε να είναι μια πρώτη εξήγηση για το ενδιαφέρον να βρεθούν τρόποι ώστε να μειωθεί η ατομική και κοινωνική επιβάρυνση που επιφέρουν τα σοβαρά ψυχικά νοσήματα.75
Στο πλαίσιο αυτό ιδρύθηκε τo 1996 η International Early Psychosis Association και τον Φεβρουάριο του 2007 κυκλοφόρησε και το πρώτο (διπλό) τεύχος του περιοδικού Early Intervention in Psychiatry, με αρχισυντάκτη τον Patric McGorry, εκ των πρωτεργατών του κινήματος. Στο ενημερωτικό σημείωμα του εκδότη για την κυκλοφορία του περιοδικού διαβάζουμε: «Σε αντίθεση με τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει η φροντίδα υγείας, η πρώιμη διάγνωση και παρέμβαση καθυστέρησε να έρθει στο πεδίο της ψυχιατρικής. Εργαζόμενοι, κατά την τελευταία δεκαετία, για την εκθετική πρόοδο στον τομέα της πρώιμης ψύχωσης, καθώς και την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για την προληπτική ψυχιατρική σε όλο τον κόσμο, είναι πλέον καιρός να διευρύνουμε την εστία της πρώιμης παρέμβασης».76
Κεντρικό σημείο εδώ ήταν εξ αρχής η έννοια των «πρόδρομων σημείων» που, κατά την Cornblatt και τους συνεργάτες της, μπορούσε να είναι παραπλανητική καθώς συνεπαγόταν πως η ψύχωση θα ήταν αναπόφευκτη χωρίς παρέμβαση, ενώ δεν είχε αποδειχθεί η σχέση μεταξύ αυτών των σημείων και της κατοπινής σχιζοφρένειας. Προσέθεταν, λοιπόν, ότι ο McGorry είχε προτείνει ως υποκατάστατο τον όρο «ψυχική κατάσταση σε κίνδυνο», ενώ οι ίδιοι προτιμούσαν τον όρο «κλινικός κίνδυνος», διακριτό του όρου «γενετικός κίνδυνος» που αφορούσε σε συγγενείς των πασχόντων, προσθέτοντας ακόμα και τον ηθικό προβληματισμό γύρω από το πρόβλημα της «θεραπείας» σε όσους τεθεί ψευδώς θετική «διάγνωση».77 Θα τον θέσουν και άλλοι μέσα από το ερώτημα για τους «κινδύνους» να «είσαι σε κίνδυνο», όχι μόνο για την έκθεση σε φαρμακευτική αγωγή, αλλά και για το στιγματισμό στον οποίο μπορεί να τεθεί κάποιος με «ψευδώς θετική διάγνωση».78
Παρόλα αυτά, το 2009 θα προστεθεί και το ερώτημα εάν ο «κίνδυνος για ψύχωση» πρέπει να αποτελέσει μια καινούργια διαγνωστική τάξη στο υπό κατασκευή DSM-V (και τώρα DSM5). Το διατύπωσε ο William Carpenter, μέλος της ομάδας εργασίας για το DSM-V, δηλώνοντας πως εκφράζει προσωπικές του απόψεις. Ο συγγραφέας αποδέχεται ότι η ανίχνευση του κινδύνου προψυχωτικώς είναι σήμερα αδύναμη και αντιφατική, η δε βελτίωσή της με την αναζήτηση των ενδοφαινότυπων ανήκει στο μέλλον· ότι τα κριτήρια εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από την έκδηλη ψυχοπαθολογία κι ότι φαινόμενα που μοιάζουν με ψυχωτικά είναι κοινά στον γενικό πληθυσμό, επομένως υπάρχει κίνδυνος στιγματισμού. Πλην όμως θεωρεί πως «το DSMV πρέπει να αντιπροσωπεύει ό,τι είναι επιστημονικώς έγκυρο ακόμα κι αν η ανησυχία για πιθανή κακή χρήση του είναι σοβαρή». Μόνο που δεν κρίνει κατάλληλο τον όρο «πρόδρομο σύνδρομο» γιατί στο ερώτημα «πρόδρομο για ποιο πράγμα» δεν υπάρχει ικανοποιητική απάντηση· ίσως για ψύχωση γενικώς; Πιστεύει πως η πιο ικανοποιητική λύση είναι «σύνδρομο κινδύνου για ψύχωση» [S. Heckers79] ή το, κατ’ αυτόν, λιγότερο στιγματιστικό «σύνδρομο κινδύνου», κατ’ αναλογία προς τον κίνδυνο της αυξημένης αρτηριακής πίεσης ή της αυξημένης τιμής του σακχάρου.80 Θα επανέλθω στο θέμα πιο κάτω, με την τελική απόφαση που καταχωρήθηκε στο DSM-5.
Η ηθική στο προσκήνιο
Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί εδώ ότι η μέριμνα για τον εντοπισμό των εφήβων με υψηλό κίνδυνο να εκδηλώσουν ψύχωση81 δεν πρέπει να εκτοπίζει μιαν άλλη μέριμνα, εκείνη που υπολογίζει τους κινδύνους μιας άκαιρης ψυχιατρικής παρέμβασης, ιδίως όταν αυτή βασιστεί μόνο στις ιδιαίτερα ασταθείς και αμφιλεγόμενες κατά τη εφηβεία πρόδρομες προψυχωτικές εκδηλώσεις. Γνωστά είναι άλλωστε από παλιά τα βραχέα πρόσκαιρα, αυτο-ελεγχόμενα ψυχωσιόμορφα φαινόμενα, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων.82,83
Γι’ αυτό δεν έλειψαν οι απόλυτα καταγγελτικές αντιρρήσεις84 και παρατηρήσεις σχετικά με το «βιαστικό» ενδιαφέρον για πρόληψη,85 αλλά και τα διλήμματα σχετικά με την αναζήτηση πληθυσμών με κίνδυνο για (πιθανή) ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας.86 Οι προβληματισμοί αυτοί βρίσκουν σήμερα έναν αντίλογο στο επιχείρημα ότι όσο είναι ηθικά προβληματικό να θεραπεύεις εν απουσία ψυχοπαθολογίας άλλο τόσο ηθικά προβληματικό είναι να χαθεί η ευκαιρία προφύλαξης όταν υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες.87
Προβλήματα φαίνεται να θέτει και ο τρόπος ανίχνευσης των «ύποπτων» περιστατικών. Στην 3η International Early Psychosis Conference [Κοπεγχάγη, 2002] τονίστηκε ότι τα εργαλεία ανίχνευσης που έχουμε στη διάθεσή μας είναι ανεπαρκή, ενώ τα ψευδώς-θετικά περιστατικά που καταγράφονται είναι υψηλά.88 Στο ίδιο Συνέδριο, ο McGorry και οι συνεργάτες του θα χαρακτηρίσουν την «πρώιμη ψύχωση» ως «γέφυρα προς το μέλλον» που μας απομακρύνει από τις μηδενιστικές θεραπευτικές αντιλήψεις του παρελθόντος και τις απλές νευροεκφυλιστικές και νευροαναπτυξιακές υποθέσεις, χάριν δυναμικότερων μοντέλων που περιλαμβάνουν κινδύνους, αλλά και προστατευτικούς παράγοντες, καθώς και τις διαντιδράσεις γενετικής και περιβάλλοντος που προβάλλουν και πάλι με έμφαση τις ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις. 89
Στη δική του παρέμβαση ο McGorry, θα παρατηρήσει, επίσης, ότι η «πρώιμη διάγνωση» δεν δικαιολογείται όταν δεν υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες ή αν οι υπάρχουσες που χορηγούνται πρώιμα μπορεί να προκαλέσουν βλάβη. Γι’ αυτό, όντας πάντα θερμός θιασώτης του νέου παραδείγματος που έχει εγκαινιάσει η «πρώιμη διάγνωση και παρέμβαση», όχι μόνο αναγνωρίζει ότι χρειάζονται προσεκτικά βήματα, αλλά και προβάλλει την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στις δομές και τις πρακτικές της σύγχρονης ψυχιατρικής ώστε να αποφευχθούν ιατρογενή ανεπιθύμητα αποτελέσματα από την κακή ποιότητα των ψυχιατρικών υπηρεσιών που θα επιδιώξουν να εφαρμόσουν την «πρώιμη ανίχνευση και παρέμβαση».90 Είχε, βέβαια, στο μεταξύ υιοθετήσει την πρόταση των Mrazek και Haggerty91 να αντικατασταθούν οι έννοιες «πρωτογενής, δευτερογενής και τριτογενής πρόληψη» με εκείνες: (α) της καθολικής universal [στον γενικό πληθυσμό], (β) της επιλεκτικής selective [σε υψηλού κινδύνου ομάδες χωρίς συμπτώματα] και (γ) της ενδεδειγμένης indicated [σε ομάδες με πρώιμα προψυχωτικά συμπτώματα] – για τον McGorry, η πρόωρη παρέμβαση ανήκει στην κατηγορία της ενδεδειγμένης πρόληψης.92 Έτσι, θα απαντήσει [και πάλι] θετικά στο ερώτημα που έθετε το 2008 το έγκυρο βρετανικό περιοδικό BMJ, αν δηλαδή είναι δικαιολογημένη η πρόωρη παρέμβαση [υποστηρίζοντας ότι ο πραγματικός κίνδυνος να στερηθεί κάποιος τη θεραπεία του επισκιάζει τον θεωρητικό κίνδυνο της πρόωρης απόδοσης μιας ετικέτας και της υπερ-θεραπείας],93 ενώ αρνητικά θα απαντήσει ο Antony Pelosi [υποστηρίζοντας ότι δεν βλέπει να υπάρχουν τυχαιοποιημένες μελέτες που να στηρίζουν τη χρήση προληπτικών ψυχολογικών ή φαρμακευτικών θεραπευτικών παρεμβάσεων].94 Αντίθετες και πάλι θέσεις θα υποστηρίξουν δυο χρόνια αργότερα, το 2010, οι McGorry και συν και οι Bosanac και συν. Χαρακτηριστικοί οι τίτλοι των άρθρων τους: «Πρόωρη παρέμβαση σε μια ψύχωση: διατηρώντας την πίστη μαζί με τη βασισμένη σε αποδείξεις φροντίδα υγείας» των πρώτων·95 «Πρόωρη παρέμβαση στις ψυχωτικές διαταραχές: η πίστη πριν από τα γεγονότα;»96 των δεύτερων.
Στο μεταξύ, ο McGorry είχε καταφύγει σε μια παλιότερη ξεχασμένη πρόταση των Faca & Kellner97 με την οποία μετέφεραν στην ψυχιατρική την έννοια του «σταδίου μιας νόσου»· ο McGorry θα την υιοθετήσει για τις ανάγκες μιας ορθολογικότερης παρέμβασης, προτιμώντας να αναφέρεται σε ψύχωση παρά σε σχιζοφρένεια.98,99,100 Θα επανέλθει με εκτεταμένο άρθρο101 στην ειδική έκδοση για το «σύνδρομο κινδύνου» στο Schizophrenia Research (Απρίλιος 2010), όπου αναπτύσσει και πάλι διεξοδικά τις προτάσεις του για την αναθεώρηση των ταξινομήσεων του DSM-V: Προτείνει να γίνει δεκτή η ύπαρξη ενός αρχικού συνδρόμου που συνδέεται με την ανάγκη για φροντίδα του απλούστερου τύπου, αλλά και με επίπεδα κινδύνου για μείζονα σύνδρομα που δεν δικαιολογούν ακόμα τον όρο «σύνδρομο κινδύνου (πιθανοί όροι, «εισαγωγικό σύνδρομο ή σύνδρομο γενικής καταπόνησης distress»). Έπεται ένα νέο στάδιο όχι απλώς μεγαλύτερης ή πιο παρατεταμένης καταπόνησης ή εξασθένησης, αλλά με πλέον εμφανή τον κίνδυνο, έως και 50% ή περισσότερο, για ένα από τα μεγάλα σύνδρομα (ψύχωση/σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή ή χρόνια κατάθλιψη). Πρόκειται, λέει, για ένα πολυδύναμο στάδιο που πρέπει να ονομαστεί «κοινό σύνδρομο κινδύνου», πέραν του οποίου θα χρειαστεί να υποδιαιρεθεί σε υποσύνολα, π.χ. «σύνδρομο κινδύνου για ψύχωση». Με όλα αυτά, ο McGorry θα υποστηρίξει περαιτέρω ότι, όσο κι αν αμφισβητείται η έννοια του ρίσκου σε κάθε στάδιο, ακόμα κι αυτό της αρχής, βρισκόμαστε πάνω από το κατώφλι της ανάγκης για φροντίδα που, σε καμιά περίπτωση όμως, δεν μπορεί να είναι ίδια με εκείνη που εφαρμόζουμε για τις πλήρως αναπτυγμένες διαταραχές.
Θα υπάρξει προβληματισμός και αντίρρηση: η ενσωμάτωση του «συνδρόμου κινδύνου για ψύχωση» στο υπό κατασκευή DSM-V αποτελεί ένα δυνητικό στίγμα, θα υποστηρίξουν οι Yang και συν102 στο ίδιο τεύχος του Schizophrenia Research. Αναγνωρίζοντας (α) ότι υπάρχουν πρόδρομα συμπτώματα που προηγούνται στο 80% των περιπτώσεων της έναρξης μιας σχιζοφρένειας, (β) ότι η ανάπτυξη μιας διαγνωστικής για την ανίχνευση της «κλινικά υψηλού-κινδύνου κατάστασης» για ψύχωση θα προλάβει τη νοσηρότητα και θα περιορίσει την επιβάρυνση του συστήματος δημόσιας υγείας, και (γ) ότι υπάρχουν ενδείξεις περιορισμού της επίπτωσης των ψυχωτικών διαταραχών μεταξύ αυτών που ανιχνεύτηκαν και δέχτηκαν ψυχιατρική φροντίδα, θα επισημάνουν ταυτόχρονα ότι υπάρχουν διαφωνίες για την επίσημη ένταξη του «συνδρόμου κινδύνου για ψύχωση» στο DSM-V. Το βασικό τους επιχείρημα είναι πως, καθώς οι μελέτες δείχνουν ότι 50% και περισσότερο των «ενταχθέντων» στο σύνδρομο δεν ανέπτυξαν ψύχωση, επικρέμαται πάντα ο κίνδυνος του στίγματος για μια μεγάλη μερίδα νεαρών ενηλίκων που βρίσκονται στην αρχή της ανάπτυξης μιας ταυτότητας. Για τους λόγους αυτούς οι Yang και συν, χωρίς να παραγνωρίζουν την επιχειρηματολογία που εστιάζει την προσοχή στη στιγματίζουσα δράση των πρόδρομων συμπτωμάτων και τον περιορισμό της όταν αυτά υφίενται με κάποια θεραπευτική παρέμβαση, αντιτίθενται στην ένταξη του εν λόγω «συνδρόμου» στο DSM-V πριν αναπτυχθούν μελέτες σχετικές με τον στιγματισμό τέτοιων ευπαθών ομάδων.
Στην ηθική διάσταση του συνολικού προβληματισμού θα σταθούν και δύο άλλα άρθρα στο ίδιο τεύχος του Schizophrenia Research: «Πρώιμη» θα είναι η ένταξη του επίμαχου συνδρόμου στο DSM-V,103 το οποίο γίνεται «ιδιαίτερα προβληματικό» λόγω του υψηλού ποσοστού των «ψευδώς-θετικών» περιπτώσεων που «ανιχνεύονται» στα προγράμματα «πρώιμης διάγνωσης και παρέμβασης».104 Σε παρακείμενα άρθρα, κάποιοι προβληματίζονται σχετικά με το σημείο περάσματος από μια πρόδρομη κατάσταση στην ψύχωση, διαπιστώνοντας πως το όριο αυτό είναι αυθαίρετο, καθώς λίγες είναι οι προσπάθειες διερεύνησης της εγκυρότητάς του στις ομάδες του «Λίαν-Υψηλού-Κινδύνου».105 Κάποιοι άλλοι θεωρούν πως, ούτως ή άλλως, όσοι πιθανολογούνται πως βρίσκονται σε «κίνδυνο» είναι ήδη ασθενείς, και συνηγορούν υπέρ της ένταξης στο DSM-V ενός «φάσματος ψυχωτικής διαταραχής», παρόμοια με τη «σχιζότυπη διαταραχή» του ICD-10,106 ενώ διατυπώνεται και ο φόβος πως ο πληθωρισμός των προτεινόμενων διαγνωστικών κατηγοριών κάνει πιο πολύπλοκο το διαγνωστικό σύστημα και δυσκίνητη την καθημερινή κλινική πράξη.107
Πρόσφατα, η ομάδα εργασίας για την προετοιμασία του DSM-V προτίμησε να προτείνει την αντικατάσταση της ονομασίας «σύνδρομο κινδύνου για ψύχωση» με τον όρο «σύνδρομο εξασθενημένων (αμβληχρών) ψυχωτικών συμπτωμάτων» (Attenuated Psychotic Symptoms Syndrome), για να δώσει έμφαση στην παρούσα κατάσταση και όχι στη δυνητική πρόγνωση μιας μελλοντικής ψύχωσης, με σκοπό να μειωθούν οι ψευδώς θετικές περιπτώσεις.108 Σχολιάζοντας την πρόταση οι Cornblatt & Correll θα σημειώσουν ότι δεν αλλάζει σε τίποτε το πρόωρο της ένταξης ενός τέτοιου συνδρόμου στο κύριο σώμα του DSM-V, ιδίως πριν ενταχθεί καν στο παράρτημα για περαιτέρω έρευνα.109 Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το editorial του Mark Weiser στο American Journal of Psychiatry (τεύχος Αυγούστου 2011) που περιγράφει την ακόλουθη περίπτωση: «Ένας 22χρονος νεαρός περνά μια συναισθηματική κρίση όταν τον εγκαταλείπει η φίλη του, οπότε αναστατώνεται, έχει δυσκολίες στον νυκτερινό ύπνο και στη συγκέντρωση, μειωμένη λειτουργικότητα στο σχολείο ή στη δουλειά, καθώς και «αμβληχρά θετικά συμπτώματα». Αν το άτομο αυτό παρουσιαστεί σε έναν ψυχίατρο με αυτή την κλινική εικόνα, θα πληροί πάρα πολύ καλά τα κριτήρια για πρόδρομη φάση. Φυσικά, η πιθανότερη εξέλιξη είναι πως ο ασθενής μας θα συναντήσει μια άλλη φίλη με την οποία θα τα πάει καλύτερα και τα συμπτώματά του θα αποδράμουν. Πρόκειται για μια περίπτωση που θα μειώσει τον βαθμό της μετάβασης προς νόσηση σε μια προδρομική μελέτη, αν και αυτό το επεισόδιο δεν έχει καμιά σχέση με τη σχιζοφρένεια».110
Τελικά το «σύνδρομο εξασθενημένων (αμβληχρών) ψυχωτικών συμπτωμάτων» (Attenuated Psychotic Symptoms Syndrome) θα τοποθετηθεί στο Παράρτημα (Appendix – Section 3), του DSM-5 που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2013, ως καταστάσεις που χρίζει περεταίρω διερεύνηση, μεταφέροντάς μας συνειρμικά στην «αδρανή σχιζοφρένεια» της τέως σοβιετικής ψυχιατρικής!
Έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με ένα editorial του Schizophrenia Bulletin, σύγχυση προκαλούσε η βαβυλωνία του πλήθους των όρων και των αντίστοιχων αρκτικόλεξων που προτείνονταν τα τελευταία 15 χρόνια, μετά την πρώτη σχετική δημοσίευση (1996) στο ίδιο περιοδικό, για να προσδιορίσουν την ομάδα όπου επιχειρείται η πρόωρη ανίχνευση μιας ψύχωσης.111 Ιδού παραδείγματα: Το Attenuated Psychotic Symptoms (APS) είχε προταθεί ως κλινική ένδειξη ενός πρώτου ψυχωσικού επεισοδίου στο Personal Assessment and Crisis Evaluation (PACE), τμήμα των Ultra-Hight-Risk (UHR) κριτηρίων. Αν και ο όρος «πρόδρομος» (χρησιμοποιήθηκε για At-Risk (AR) καταστάσεις) δέχτηκε έντονές κριτικές, διατηρήθηκε εντούτοις στις εκφράσεις prodromally symptomatic, potentially or putatively prodromal, prodrome-like state/symptoms. Σύντομη ήταν η ζωή όρων όπως prepsychotic state/symptoms, subthreshold psychotic symptoms, early psychosis, subsyndromal psychosis, hypopsychosis ή subpsychosis. Ακολούθησαν και άλλοι όροι, όπως At-Risk Mental State (ARMS), Clinical High Risk (CHR), Psychotic-Like Experiences (PLEs), Brief Limited Intermittent Psychotic Symptoms (BLIPS), όπως και άλλες ονομασίες ερευνητικών εργαλείων: Structural Interview for PsychosisRisk Syndromes (SIPS), Comprehensive Assessment of AtRisk Mental States (CAARMS). Οι συγγραφείς θα προσθέσουν πως η σύγχυση με τους ποικίλους αυτούς όρους συσκοτίζει τις πηγές των ασυμφωνιών μεταξύ των ευρημάτων και δυσχεραίνουν την ερμηνεία τους· δεν είναι, βέβαια, ίδιον μόνο του χώρου μας: στη γενετική, λένε, ταυτοποιήθηκαν 361 όροι με αβέβαιη σημασία, για να κατονομάσουν τη συχνότητα εμφάνισης γενετικών μεταβλητών, κι αυτό σε μόνο 227 άρθρα.
Οι προβληματισμοί παραμένουν
Ανασκοπώντας την πρόληψη στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ο Ruhramann και οι συνεργάτες του θα συμπεράνουν πως τα αποτελέσματα των διαθέσιμων μελετών είναι ενθαρρυντικά, αλλά μακράν του να είναι οριστικά, καθώς παραμένουν αρκετά μεθοδολογικά προβλήματα προς επίλυση, ιδίως σε ό,τι αφορά τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της «μετάβασης» στην ψύχωση, όπως είναι οι έννοιες του «λίανυψηλού-κινδύνου» και των «βασικών συμπτωμάτων»,112 για τα οποία πρόσφατο είναι το ανανεωμένο ενδιαφέρον στο πλαίσιο της πρώιμης ανίχνευσης και παρέμβασης σε μια ψύχωση.113 Άλλοι, πάντως, θεωρούν πως «αυτά τα συμπτώματα», οι υποκειμενικές εμπειρίες των σχιζοφρενών, θα μπορούσαν ενδεχομένως να μετριάσουν τον ανεπαρκή εννοιολογικό ορισμό της σχιζοφρένειας και της έναρξής της.114
Στη δική τους γενική περί σχιζοφρένειας ανασκόπηση, οι van Os και Kapur115 θα σταθούν στο συμπέρασμα των Marshall και Rathbone πως είναι λίγες οι μελέτες με ενθαρρυντικά αποτελέσματα από τη χρήση εξειδικευμένων πρόωρων παρεμβάσεων σε ασθενείς με πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο, εξ ου και η αδυναμία να προταθούν κάποια οριστικά συμπεράσματα, όσο κι αν αναγνωρίζεται η σημασία του εγχειρήματος το οποίο απαιτεί ένα πιο συναινετικό διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα,116 ενώ η πενταετής παρακολούθηση ασθενών, από τους Bertelsen M et al., έδειξε πως τα πλεονεκτήματα της πρώιμης παρέμβασης χάνονταν στο διάστημα αυτό.117 Ανάλογο είναι και το συμπέρασμα πρόσφατης ανασκόπησης του θέματος των φαρμακολογικών παρεμβάσεων σε σύνδρομο κινδύνου για ψύχωση από τους φίλους συναδέλφους Γαρύφαλλο, Λαυρεντιάδη και Γκιουζέπα: «Συνοπτικά από όλες τις ανωτέρω μελέτες μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι τα αντιψυχωσικά σε Σύνδρομο Κινδύνου για Ψύχωση μπορεί να καθυστερούν την έναρξη της ψύχωσης και να βελτιώνουν τα συμπτώματα, κυρίως τα θετικά, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, δεν ασκούν όμως μακροπρόθεσμη προστατευτική δράση μετά τον τερματισμό της».118
Είναι ορατή η επίδραση των βιοηθικών προβληματισμών. Ήδη, οι υπέρμαχοι της αναζήτησης των «ύποπτων» περιστατικών έχουν επικεντρωθεί σε ομάδες «λίαν υψηλού κινδύνου»119 και όχι στον γενικό πληθυσμό, όπου δεν ταυτοποιούνται ισχυροί παράγοντες κινδύνου ή προνοσηρά σημεία για την πρόβλεψη της σχιζοφρένειας,120 όπως και στο γεγονός ότι, αμυνόμενοι έναντι όσων προβάλλουν ηθικές ενστάσεις, τονίζουν πως η παρέμβασή τους στα «θετικά» περιστατικά που αποκαλύπτουν αρχίζει με ήπια θεραπευτικά μέσα ψυχοκοινωνικού χαρακτήρα.121,122 Εντούτοις, φαίνεται να παραμένει πάντα επίκαιρο το παλαιότερο ερώτημα για το εάν και κατά πόσο «ήρθε η ώρα για την πρώιμη παρέμβαση σε μια ψύχωση»,123 το οποίο εξακολουθεί να παίρνει και θετικές και αρνητικές απαντήσεις. Διότι, αναμφίβολα, τέτοιου είδους «ανιχνεύσεις» και «παρεμβάσεις» θέτουν μείζονα προβλήματα ηθικής και δεοντολογίας. Όπως τα ακόλουθα: Δεν πρέπει να παραγνωρίζονται οι αρνητικές συνέπειες του χαρακτηρισμού κάποιων ατόμων ως «δυνητικώς ψυχωτικών», να θίγεται δηλαδή το δικαίωμα ενός αληθώς-θετικού περιστατικού «να μη γνωρίζει» ή να κινδυνεύει να στιγματιστεί ένα ψευδώς-θετικό περιστατικό124 –αναφέρονται έως και 60-90% τέτοια περιστατικά125–, χωρίς βέβαια να αγνοούμε ότι υπάρχει πάντα και η περίπτωση να καθησυχάσουμε ένα ψευδώς-αρνητικό περιστατικό.126
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, είναι ανάγκη να διαφυλάξουμε τουλάχιστον τα όρια πέραν των οποίων κάποιες ρηξικέλευθες προτάσεις της προληπτικής ψυχιατρικής δεν θα θυμίζουν το ιστορικό παράδειγμα του ευγονισμού. Μιας ιδεοληψίας δηλαδή πρόληψης και διόρθωσης που, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, μπορεί να έχει δύο όψεις, την κοινωνική πρόνοια και τις στειρώσεις, όχι μόνο από τους χιτλερικούς του παρελθόντος, αλλά και προοδευτικούς σοσιαλδημοκράτες Σουηδούς του σχετικά πρόσφατου παρόντος.127,128,129,130 Σε κάθε περίπτωση, δικαίως διαμαρτύρονται οι Schrecker και οι συνεργάτες του131 όταν διατυπώνεται, ελαφρά τη καρδία, η άποψη πως «δεν χρειάζονται να αιτιολογηθεί» η βασική πρόταση στον χώρο της δημόσιας υγείας ότι η πρόληψη είναι προτιμότερη της θεραπείας.132 Άλλωστε, όπως παρατηρούν, λίγες είναι οι προτάσεις στον χώρο της δημόσιας υγείας που δεν απαιτούν αιτιολόγηση, κάτι που είναι ιδιαίτερα μάλιστα προφανές στον χώρο της ψυχικής υγείας, όπου είθισται να βασίζουν τους χειρισμούς πρόληψης σε οικονομικές, πρωταρχικώς, βάσεις. Η πρόληψη των ψυχικών νοσημάτων ανακινεί πολύπλοκα θέματα ηθικής εκεί που συνάπτονται η επιστήμη, η δημόσια διοίκηση, ο νόμος και η κλινική πράξη. Υπ’ αυτήν την έννοια, η ηθική ανάλυση οφείλει να περιλαμβάνει όχι μόνο τον στόχο, αλλά και την επιλογή της μεθοδολογίας και της ίδιας της στρατηγικής.
Αισιοδοξία και σκεπτικισμός
Η ανάπτυξη μεθόδων αναζήτησης με αποδεκτή θετική αλλά και μίνιμουμ ψευδώς-θετική βαθμολογική αξία πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι μιας «πρώιμης ή πρόωρης παρέμβασης», για τις προσδοκίες της οποίας δεν είναι όλοι αισιόδοξοι. Μια θεραπευτική παρέμβαση, επαναλαμβάνω, ας είναι έγκαιρη (εν καιρώ, όταν πρέπει), όπως από πολύ καιρό τονίζω, παρά πρόωρη (πριν την ώρα της), όπως συνήθως λέγεται. Είναι αλήθεια πως τα ηθικά προβλήματα προκύπτουν από την «ιατρική αβεβαιότητα»·133 στη περίπτωσή μας από την ανάγκη να επιλέξει ο γιατρός ανάμεσα σε «επιστημονικά δεδομένα και ιατρική κρίση», ανάμεσα σε «προληπτική θεραπεία και θεραπεία υπαρχουσών ήδη καταστάσεων».134 Άλλωστε έτσι ήταν πάντα: «στη διαχρονική πορεία της ιατρικής ανιχνεύεται ένα ιδιαίτερα σταθερό χαρακτηριστικό γνώρισμα, ο διαρκής αγώνας για την αντιμετώπιση της αβεβαιότητας που, αναπόδραστα, συνοδεύει τις διαγνωστικές και θεραπευτικές πρακτικές της».135 Πολύ περισσότερο στο θέμα που μας απασχολεί εδώ, ιδίως εν γνώσει των αποτελεσμάτων που δημοσίευσε ο van Os και συν το 2009: Η συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση όλων των μελετών για τον επιπολασμό και την επίπτωση σε πληθυσμούς με υποκλινικές ψυχωσικές εμπειρίες έδειξε μέσες τιμές επιπολασμού περί το 5% και περί το 3% για την επίπτωση ενώ η μετα-ανάλυση των παραγόντων κινδύνου έδειξε συσχετίσεις με κοινωνικές αντιξοότητες, χρήση ψυχοδραστικών ουσιών, άρρεν φύλο και μετανάστευση. Η μικρή μεταξύ τους διαφορά, σε συνδυασμό με τα δεδομένα μελετών follow-up, δείχνουν ότι τέτοιες εμπειρίες είναι παροδικές και χάνονται με το χρόνο σε ποσοστό 75-90%. Οι συγγραφείς θεωρούν εντούτοις ότι τέτοιες καταστάσεις «ψυχωτικής ροπής» μπορεί να «επιμείνουν» και ακολούθως να «εκδηλωθούν κλινικώς», στο βαθμό που τα άτομα εκτεθούν σε πρόσθετους περιβαλλοντικούς κινδύνους οι οποίοι μπορεί να διαντιδράσουν με ενδεχόμενους γενετικούς κινδύνους.136
Ανάγκη λοιπόν να έχουμε πάντα κατά νου την υπενθύμιση της ομάδας της Andreasen: ας μην ξεχνάμε ότι η πρόοδος στην προληπτική ψυχιατρική περνάει μέσα από την εξισορρόπηση αισιοδοξίας και σκεπτικισμού.137
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Canguilhem G, Le normal et le pathologique. Paris, PUF, 61996, 7.
2 Amado-Valensi E. L’éthique comme fondement épistémologique de la psychiatrie. Στο Guy Marouani (ed), Psychiatrie et Éthique. La psychiatrie face au malade, à la société et à lui-même. Privat, Toulouse, 1979, 45-56.
3 Boyd KM. Disease, illness, sickness, health, healing and wholeness: exploring some elusive concepts. Journal of Medical Ethics: Medical Humanities, 2000, 26, 9-17.
4 Fulford K.W.M., Bloch S. Ψυχιατρική Ηθική: κώδικες, έννοιες και κλινικές δεξιότητες. Στο Michel G. Gelder, Juan J. Lopez-Ibor, Nancy Andreasen (eds), Oxford Σύγχρονη Ψυχιατρική ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδη 2007, 3441 [Ελληνική μετάφραση του συγγράμματος Textbook of Psychiatry. Oxford University Press, New York, 2001].
5 Fulford K.W.M. Analytic philosophy, brain science, and the concept of disorder. Στο Sydney Bloch, Paul Chodoff, Stephen A. Green (eds) Psychiatric Ethics. Oxford University Press, New York, 1999, 161-191.
6 Fulford K.W.M, Hope RA. Psychiatric ethics: a bioethical ugly duckling? In Gillon R, and Lloyd A (ed) Principles of health care ethics. Chichester, Wiley 1993 (chapiter 58).
7 Hermerén G. Risk Screening, testing and diagnosis: ethical aspects. In NJ Smelser, PB Baltes (eds) International Encyclopedia of the Social & Behavioral Sciences, 2004, 13351-13356. Online edition (www.sciencedirect.com).
8 Crow TJ, Erickson D, Fleming JAE, Iacono WG. A randomized controlled trial of prophylactic neuroleptic treatment. British Journal of Psychiatry 1986, 148, 120-127.
9 Wyatt RJ, Neuroleptics and the natural course of schizophrenia. Schizophrenia Bulletin 1991, 17, 325-351.
10 Γαμβρουλά Κ., Ανδρέου Χρ., Καράβατος Α. Η προγνωστική σημασία του «άνευ θεραπείας χρόνου» και η αμφιλεγόμενη πρώιμη ανίχνευση και θεραπεία των ψυχώσεων. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 2002, 21, 4, 330-324 [ανακοίνωση στο17ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής, Χαλκιδική 19-23 Απριλίου 2002].
11 Loebel AD, Liebeman JA, Alvir JM, et al. Duration of psychosis and outcome in first-episode schizophrenia. American Journal of Psychiatry 1992, 149, 1183-1188.
12 Yung AR, McGorry PD, The prodromal phase of first-episode psychosis: past and current conceptualizations. Schizophrenia Bulletin 1996, 22, 353370.
13 Larsen TK, McGlashan TH, Moe LC. First-episode schizophrenia: I. Early course parameters. Schizophrenia Bulletin 1996, 22, 241-256.
14 Black K, Peters L, Rui Q, Miliken H, Whitehorn D, Kopala LC. Duration of untreated psychosis predicts treatment outcome in an early psychosis program. Schizophrenia Research 2001, 47, 215-222.
15 Norman RMG, Malla AK. Duration of untreated psychosis: examination of the concept and its importance. Psychological Medicine 2001, 31, 381-400.
16 Meagher D, Quinn J, Murphy P, Kinsella A, Mulleney J, Waddington JL. Relationship of the factor structure of psychopathology in schizophrenia to the timing of initial intervention with antipsychotics. Schizophrenia Research 2001, 50, 95-103.
17 Hass GL, Garratt LS, Sweeney JA. Delay to first antipsychotic medication in schizophrenia: impact on symptomatology and clinical course of illness. Journal of Psychiatric Research 1998, 32, 151-159.
18 Ho BC, Andreasen NC. Long delays in seeking treatment for schizophrenia. Lancet 2001, 357, 898-900.
19 Hass GL, Sweeney L. Premorbid and onset features of first-episode schizophrenia. Schizophrenia Bulletin 1992, 18, 373-386.
20 Padmavathi R, Rajkumar S, Srinivasan TN. Schizophrenic patients who were never treated. A study in an Indian urban community. Psychological Medicine 1998, 28, 1113-1117.
21 McGlashan TH. Duration of untreated psychosis in first-episode schizophrenia: marker or determinant of course? Biological Psychiatry 1999, 46, 899-907.
22 Waddington JL, Youssef HA, Kinsella A. Sequential cross-sectional and 10year prospective study of severe negative symptoms in relations to duration of initially untreated psychosis in chronic schizophrenia. Psychological Medicine 1995, 25, 849-857.
23 Hass GL, Garatt LS, Sweeney JA. Delay to first antipsychotic medication in schizophrenia: impact on symptomatology and clinical course of illness. Journal of Psychiatric Research 1998, 32, 3-4.
24 Drake RJ, Haley CJ, Akhtar S, Lewis SW. Causes and consequences of duration of untreated psychosis in schizophrenia. British Journal of Psychiatry 2000, 177, 511-515.
25 Craig TJ, Bromet EJ, Fenning S, Tenenberg-Karant M, Lavelle J, Galambos N. Is there an association between duration of untreated psychosis and 24-month clinical outcome in a first-admission patients. Am J Psychiatry 2000, 157, 60-66.
26 Verdoux H, Bergery C, Assens F, Abalan F, Gonzales B, Pauillac P et al. Prediction of duration of psychosis before first admission. European Psychiatry 1998, 13. 346-352.
27 Verdoux H, Liraud F, Bergey Ch, Assens F, Abalan F, van Os J. Is the association between duration of entreated psychosis and outcome confounded? A two year follow-up study of first-admitted patients. Schizophrenia Research 2001, 49, 231-241.
28 Wyatt RJ, Henter ID. The effects of early and sustained intervention on the long-term morbidity of schizophrenia. Journal of Psychiatric Research 1998, 32, 169-177.
29 Lehtinen V, Aaltonen J, Koffert T, Rakkolainen V, Syvalahti E. Two-year outcome in first-episode psychosis treated according to an integrated model. Is immediate neuroleptisation always needed? European Psychiatry 2000, 15, 312-320.
30 Linszen D, Dingemans P, Lenior M. Early intervention and a five year follow up in young adults with a short duration of untreated psychosis: ethical implications. Schizophrenia Research 2001, 51, 55-61.
31 McGorry PD, Krstev H, Harrigan S. Early detection and treatment delay: implications for outcome in early psychosis. Current Opinion of Psychiatry 2000, 13, 37-43.
32 Birchwood M, Todd P, Jackson C. Early intervention in psychosis: the critical period hypothesis. British Journal of Psychiatry 1998, 172, Suppl 33, 53-59.
33 Black K, Peters L, Rui Q, Miliken H, Whitehorn D, Kopala LC. Duration of untreated psychosis predicts treatment outcome in an early psychosis program. Schizophrenia Research 2001, 47, 215-222.
34 Angelopoulos EK, Markianos M, Daskalopoulou EG, Hatzimanolis J, Tzemos J. Changes in central serotonergic function as a correlate of duration of illness in paranoid schizophrenia. Psychiatric Research 2002, 110, 9-17.
35 Hoff AL, Sakuma M, Razi K, Heyderbrand G, Csetmansky JG, DeLisi LE. Lack of association between duration of untreated illness and severity of cognitive and structural brain deficits at the first episode of schizophrenia. American Journal of Psychiatry 2000, 157, 1824-1828.
36 Ho BC, Andreasen NC, Flaum M, Nopoulos P, Miller D. Untreated initial psychosis: its relation to quality of life and symptom remission in first-episode schizophrenia. American Journal of Psychiatry 2000, 157, 808-815.
37 McGorry PD, Harigan SM, Norman R, Mala A. Untreated initial psychosis. American Journal of Psychiatry 2001, 7, 1161-1162.
38 Ho BC, Andreasen NC, Flaum M, Nopoulos P, Mil Letter to the Editor (Απάντηση στο προηγούμενο άρθρο) American Journal of Psychiatry, 2001, 7, 1162-1163.
39 Ho BC, Alicata D, Ward J, Moser DJ, O’Learry DS, Arndt S, Andreasen NC. Untreated Initial Psychosis: Relation to cognitive deficits and brain morphology in first-episode schizophrenia. American Journal of Psychiatry 2003, 160, 142-148.
40 Hoff AL, Sakuma M, Razi K, Heydebrand G, Csetmansky JG, DeLisi LE. Lack of association between duration of untreated illness and severity of cognitive and structural brain deficits at the first episode of schizophrenia. Am J Psychiatry 2000, 157: 1824-1828
41 Norman RMG, Townsend L, Malla AK. Duration of untreated psychosis and cognitive functioning in first-episode patients. British Journal of Psychiatry 2001, 179, 340-348.
42 Heyderbrand GH, Weiser M, Rabinowitz J, Hoff Al, DeLisi L, Csernansky GJ. Correlates of cognitive deficits in first episode schizophrenia. Schizophrenia Research, 2004, 68, 1, 1-9.
43 Haan L, van der Gaag M, Wolthaus J. Duration of untreated psychosis and the long-term course of schizophrenia. European Psychiatry 2000, 15, 2647.
44 Hafner H, Maurer K, Loffler W, van der Heiden W, Munk-Jorgensen P, Hambrecht M. The ABC schizophrenia study: a preliminary overview of the results. Social Psychiatry & Psychiatric Epidemiology 1998, 33, 380-386.
45 Addington J, Addington D, Premorbid functioning, cognitive functioning symptoms and outcome in schizophrenia. Journal of Psychiatry & Neuroscience 1993, 18, 18-23.
46 Bailer J, Brauer W, Rey ER. Premorbid adjustment as a predictor of outcome in schizophrenia: results of prospective study. Acta Psychiatrica Scandinavica 1996, 93, 368-377.
47 Henry AD, Coster WJ. Predictors of functional outcome among adolescents and young adults with psychotic disorders. American Journal of Occupational Therapy 1996, 50, 171-181.
48 Killackey E, Yung AR. Effectiveness of early intervention in psychosis. Current Opinion in Psychiatry 2007, 20, 121-125.
49 Marshall M, Lewis S, Lockwood A et al. Association between duration of untreated psychosis and outcome in cohorts of first-episode patients: a systematic review. Archives of General Psychiatry 2005, 62, 975-983.
50 Perkins DO, Gu H. Boteva K, Lieberman JA. Relationship between duration of untreated psychosis and outcome in first-episode schizophrenia: a critical review and meta-analysis. American Journal of Psychiatry 2005, 162, 1785-1804.
51 McGlashan TH. Is active psychosis neurotoxic? Schizophrenia Bulletin 2006, 32, 4, 609-613.
52 Fusar-Poli P, Meneghelli A, Valmaggia L, Allen P, Galvan F, McGuire P, Cocchi A. Duration of untreated prodromal symptoms and 12-month functional outcome of individuals at risk of psychosis. British Journal of Psychiatry 2009, 194, 181-182.
53 De Koning MB, Bloemen OJN, van Amelsvoort TAM, Becker HE, Nieman DH, van der Gaag M, Linszen DH. Early intervention in patients at ultra high risk of psychosis: benefits and risks. Acta Psychiatrica Scandinavica 2009, 119, 426-442.
54 Ziermans TB, Durston S, Sprong M, Nederveen H, van Haren NEM, Schnack HG, Lahuis BE, Schothorst PF, van Engeland H. No evidence for structure brain changes in young adolescents at ultra high risk for psychosis. Schizophrenia Research 2009, 112, 1-6.
55 Galinska B, Szulc A, Tarasov E, Kubas B, Dzienis W, Czerniklewicz A. Dyration of untreated psychosis and proton resomance spectroscopy (1H-MRS) findings in first-episode schizophrenia. Medical Science Monitor 2009, 15, 2, CR82-CR88.
56 Penttilä M, Jääskelainen E, Haapea M, Tanskanen P, Veijola J et al. Association between duration of untreated psychosis and brain porphology in schizophrenia within the Northern Finland 1966 birth cohort. Schizophrenia Research 2010, 123, 145-152.
57 Penttilä M, Miettunen J, Koponen H, Kyllönen M, Veijola J, Isohanni M, Jääskeläinen E. Schizophrenia Research 2013, 143, 3-10.
58 Boostra N, Klaassen R, Sytema S, Marshall M, De Haan L, Wunderink L, Wiersma D. Duration of untreated psychosis and negative symptoms -A systematic review and meta-analysis of individual patient data. Schizophrenia Research 2012, 142, 12-19.
59 Rapp Ch, Studerus E, Bugra H, Aston J, Tamagni C, Walter A, Pfluger M, Borgwardt S, Riecher-Rössler A. Duration of untreated psychosis functioning. Schizophrenia Research 2013, 145, 43-49.
60 Esterberg M, Comton M. Family history of psychosis negatively impacts age at onset, negative symptoms, and duration of untreated illness and psychosis in first-episode psychosis patients. Psychiatry Research 2012, 197, 23-28.
61 Chang WC, Hui CLM, tang JYM, Wong GHY, Chan SKW, Lee EHM, Chen EYH. Impacts of duration of untreated psychosis on cognition and negative symptoms in first-episode schizophrenia: a 3-year prospective follow-up study. Psychological Medicine, FirstView Article, March 2013, 1-11.
62 Wood SJ, Kennedy D, Phillips LJ et al. Hippocampal pathology in individuals at ultra-high risk for psychosis: A multi-modal magnetic resonance study. NeuroImage 2010, 52, 62-68.
63 Boonstra G, Cahn W, Schnack HG, Hulshoff Pol HE, Minderhoud TC, Kahn RS, van Haren KRS. Duration of untreated illness in schizophrenia is not associated with 5-year brain volume change. Schizophrenia Research 2011, 132, 1, 84-90.
64 Fusar-Poli P, Byrne M, Valmaggia L, Day F, Tabraham P, Johns L, McGuire P, on behalf of the OASIS Team. Journal of Psychiatric Research 2010, 44, 294-301.
65 Francey SM, Nelson B, Thompson A. et al. Who needs antipsychotic medication in the earliest stages of psychosis ? A reconsideration of benefits, risks, neurobiology and ethics in the era of early intervention. Schizophrenia Research, 2010, 119, 1-10.
66 Leucht S, Heres S, Kissling W, Davis JM. Evidence-based pharmacotherapy of schizophrenia. International Journal of Neuropsychopharmacology 2011, 14, 2, 269-284.
67 Meehl PE, Schizotaxia revisited. Archives of General Psychiatry 1989, 46, 935-944.
68 Faraone SV, Green AI, Seideman LJ, Tsuang MT. “Schizotaxia”: clinical implications and new directions for research. Schizophrenia Bulletin 2001, 27, 1-18.
69 Tsuang MT, Stone WS, Faraone SV. Towards the prevention of schizophrenia. Biological Psychiatry 2000, 48, 349-356.
70 Thaker GK. Endophenotypic studies in schizophrenia: promise and challenges. Schizophrenia Bulletin 2007, 33, 1-2.
71 Braff D, Shork NJ, Gottesman II. Endophenotyping schizophrenia American Journal of Psychiatry 2007, 164, 705-707.
72 Weiser M, Davidson M, Noy S. Comments on risk for schizophrenia. Schizophrenia Research 2005, 79, 15-21.
73 Glannon W. Key concepts: Endophenotypes. Philosophy, Psychiatry & Psychology, 2003, 10: 277-284.
74 Strine TW, Balluz L, Chapman DP, Moriarty DG, Owens M, Mokdad AH. Risk behaviors and healthcare coverage among adults by frequent mental distress status, 2001. American Journal of Preventive Medicine 2004, 26, 3, 213-216.
75 Compton MT. Considering schizophrenia from a preventive perspective. American Journal of Preventive Medicine 2004, 26, 2, 178-185.
76 Message from the editor [P. McGorry]. www.willey.com/bw/journal. sp?ref=1751-7885.
77 Cornblatt B, Lencz T, Kane JM. Treatment of the schizophrenia prodrome: is it presently ethical ? Schizophrenia Research 2001, 51, 31-38.
78 Corcoran C, Malaspina D, Hercher L. Prodromal interventions for schizophrenia: the risks of being «at risk». Schizophrenia Research 2005, 73, 173184.
79 Heckers S. Who Is at Risk for a Psychotic Disorder? Schizophrenia Bulletin 2009, 35, 847-850.
80 Carpenter W. Anticipating DSM-V: Should Psychosis Risk Become a Diagnostic Class? Schizophrenia Bulletin 2009, 35, 841–843.
81 Yung AP, McGorry PD, McFarlan CA, Patton G. The PACE Clinic: development of a clinical service for young people at high risk of psychosis. Australasian Psychiatry 1995, 3, 345-349.
82 Van Os J, Ravelli A, Bijl R. Evidence for a psychosis continuum in the general population. Schizophrenia Research 1999, 36, 57-58.
83 Verdoux H, van Os J, Murice-Tison S, Gay B, Salamon R, Bourgeois M. Is early adulthood a critical stage for psychosis proneness? A survey of delusional ideation in normal subjects. Schizophrenia Research 1998, 29, 247254.
84 Gosden R. Prepsychotic treatment for schizophrenia: preventive medicine, social control, or drug marketing strategy? Ethical Human Sciences and Services, 1999, 1, 2, 165-177.
85 Cornblatt BA, Lencz T, Kane JM. Treatment of the schizophrenia prodrome: is it presently ethical? Schizophrenia Research 2001, 51, 31-38.
86 Jackson GE. The dilemma of early intervention: some problems in mental health screening and labeling. Ethical Human Sciences and Services 2003, 5, 1, 35-40.
87 Christodoulou G, Christodoulou NG. Early intervention in psychiatry (editorial). Early Intervention in Psychiatry 2007, 1, 7-8.
88 Warner R. problems with early and very early intervention in psychosis. British Journal of Psychiatry 2005, 187, suppl. 48, s104-s107.
89 McGorry P, Norrdendoft M, Simonsen E. Introduction to “early psychosis: a bridge to the future”. British Journal of Psychiatry 2005, 187, suppl 48, s1s3.
90 McGorry PD. Early intervention n psychotic disorders: beyond debate to solving problems. British Journal of Psychiatry 2005, 187, suppl. 48, s108s110.
91 Mrazek PJ, Haggerty RJ (eds). Reducing risks for mental disorders: frontiers for preventive intervention research. Washington: National Academy Press, 1994.
92 McGorry P. The recognition and optimal management of early psychosis: an evidence-based reform. World Psychiatry 2002, 1, 2, 76-83.
93 McGorry P. Is early intervention in the major psychiatric disorders justified? YES. British Medical Journal 2008, 338, 802-803.
94 Pelosi A. P. Is early intervention in the major psychiatric disorders justified? NO. British Medical Journal 2008, 338, 802-803.
95 McGorry P, Johanessen JO, Lewis S, Birchwood M, Malla A, Nordentorf M, Addington J, Yung A, Early intervention in psychosis: keeping faith with evidence-based care. Psychological Medicine 2010, 40, 399-404.
96 Bosanac P, Patton GC, Castle DJ. Early intervention in psychotic disorders: faith before facts? Psychological Medicine 2010, 40, 353-358.
97 Fava GA, Kellner R. Staging: a neglected dimension in psychiatric classification Acta Psychiatrica Scandinavica 1993, 87, 225-230.
98 McGorry PD, Purcell R, Hickie IB, Yung AR, Pantelis Chr &Jackson HJ. Clinical staging: a heuristic model for psychiatry and youth mental health. Medical Journal of Australia 2007, 187, S40-S42.
99 McGorry PD. Issues for DSM-V: Clinical Staging: A heuristic pathway to valid nosology and safer, more effective treatment in psychiatry. American Journal of Psychiatry 2007, 164, 6-7.
100 McGorry PD, Killancey E, Yung A. Early intervention in psychosis: concepts, evidence and future directions. World Psychiatry 2008, 7, 3, 148-156.
101 McGorry P. Risk syndromes, clinical staging and DSM-V: New diagnostic infrastructure for early intervention in psychiatry. Schizophrenia Research, 2010, 120, 49-53.
102 Yang LH, Wonpat-Borja AJ, Opler MG, Corcoran ChM. Potential stigma associated with inclusion of the psychosis risk syndrome in the DSM-V: an empirical question. Schizophrenia Research, 120, 42-48.
103 Yung AR, Nelson B, Thompson AD, Wood SJ. Should a “risk syndrome for psychosis” be included in the DSM-V? Schizophrenia Research, 120, 7-15.
104 Corcoran CM, First MB, Cornblatt B. The psychosis risk syndrome and its proposed inclusion in the DSM-V: a risk-benefit analysis. Schizophrenia Research, 120, 16-22.
105 Yung AR, Nelson B, Thompson A, Wood SJ. The psychosis threshold in Ultra High Risk (prodromal) research: It is valid? Schizophrenia Research, 120, 1-6.
106 Ruhrmann S, Schultze-Lutter F, Klosterkötter J. Probably at-risk, but certainly ill – Advocating the introduction of a psychosis spectrum disorder in DSM-V. Schizophrenia Research, 120, 23-37.
107 Drake RJ, Lewis SW. Valuing prodromal psychosis: what do we get and what is the price. Schizophrenia Research, 120, 38-41.
108 http://www.dsm5.org/ProposedRevisions.
109 Cornblatt BA, Correll SU. A new diagnostic entity in DSM-5? www.medscape.com (from medscape psychiatry & mental health).
110 Weiser M. Early intervention for schizophrenia: the risk-benefit ratio of antipsychotic treatment in the prodromal phase. American Journal of Psychiatry 2011, 168, 761-762.
111 Schultze-Lutter F, Schimmelmann BG, Ruhrmann S. The near babylonian speech confusion in early detection of psychosis. Schizophrenia Bulletin 2011, 4, 653-655.
112 Ruhrmann St, Schultze-Lutter, Klosterkotter J. Intervention in the at-risk state to prevent transition to psychosis. Current Opinion in Psychiatry 2009, 22, 117-183.
113 Schultze-Lutter F. Subjective Symptoms of Schizophrenia in Research and the Clinic: The Basic Symptom Concept. Schizophrenia Bulletin, 2009, 35, 1, 5-8.
114 Parnas J. Clinical detection of schizophrenia-prone individuals. Critical appraisal. British Journal of Psychiatry 2005, 187, suppl. 48, s111-s112
115 Van Os J, Kapur S. Schizophrenia. The Lancet 2009, 374, 635-645.
116 Marshall M, Rathbone R. Early intervention for psychosis. Cochrane Database Systematic Review, 2006, 4, CD 004718.
117 Bertelsen M, Jeppesen P, Petersen L, et al.. Five-year follow-up of a randomized multicenter trial of intensive early intervention vs standard treatment for patients with a first episode of psychotic illness: The OPUS trial. Archives of General Psychiatry 2008, 65, 762-771.
118 Γαρύφαλλος Γ, Λαυρεντιάδης Γ, Γκιουζέπας Ι. Σύνδρομο κινδύνου για ψύχωση: Φαρμακολογικές παρεμβάσεις. Ψυχιατρική 2011, 22, 4, 280-281.
119 McGorry P, Yung AR, Phillips LJ. The “close-in” or ultra high-risk model: a safe and effective strategy for research and clinical intervention in psychiatric mental disorders. Schizophrenia Bulletin 2003, 29, 4, 771-790.
120 Isohanni M, Lauronen E, Moilanen K, et al. Predictors of schizophrenia. Evidence from the northern Finland birth cohort and other sources. British Journal of Psychiatry 2005, 187, suppl 48, s4-s7.
121 McGorry P, Hickie IB, Yung AR, et al. Clinical staging of psychiatric disorders: a heuristic framework for choosing earlier, safer and more effective interventions. Australian and New Zeeland Journal of Psychiatry 2006, 40, 616-622.
122 Morrison AP, French P, Walford L et al. Cognitive therapy for the prevention of psychosis in people at ultra-high risk: randomized controlled trial. British Journal of Psychiatry 2004, 185, 291-297.
123 Verdoux H. Have the time come for early intervention in psychosis? Acta Psychiatrica Scandinavica 2001, 103, 321-322.
124 Hanssen MSS, Bijl RV, Volleberg W, van Os. Self-reported psychotic experiences in the general population: a valid screening tool for DSM-III-R psychotic disorders? Acta Psychiatrica Scandinavica 2003, 107, 369-377.
125 Haroun N.Dunn L, Ηaroun A, Cadenhead KS. Risk and protection in prodromal schizophrenia: ethical implications for clinical practice and future research. Schizophrenia Bulletin 2006, 32, 1, 166-178.
126 Gougnard A, Salmi LR, Verdoux H. A decade of debate of early intervention in psychosis: a systematic review of screening criteria. Schizophrenia Research 2003, 60, 91-93.
127 Αllen GE, The social and economic origins of genetic determinism: a case history of the American Eugenics Movement, 1900-1940 and its lessons for today. Genetica 1997, 99, 77-88.
128 Αllen GE, Genetics, eugenics and the medicalization of social behavior: lessons from the past. Endeavour 1999, 23, 10-19.
129 Kelves DJ, Eugenics and human rights. BMJ 1999, 319-435-38.
130 Gems D. Politically correct eugenics. Theoretical Medicine and Bioethics 1999, 20, 201-213.
131 Schrecker T, Acosta L, Somerville MA, Bursztajn HJ. The ethics of social risk reduction in the era of the biological brain. Social Science & Medicine 2001, 52, 1677-1687.
132 Breakey W. Prevention. W Breakey (ed) Community Mental Health Services. New York, Oxford University Press, 1996, 323-336.
133 Brett AS. Ethical issue in risk factor intervention. American Journal of Medicine, 1984, 78, 557-561.
134 Candilid Ph. Early intervention in schizophrenia: three frameworks for guiding ethical inquiry. Psychopharmacology 2003, 171, 75-80.
135 Πεφάνης Π. Συνοπτική ιστορία της ιατρικής. Εξάντας / Προσεγγίσεις-3, 2004, 7.
136 Van Os J, Linscott RJ, Myin-Germeys I, Delespaul P, Krabbendam L. A systematic review and meta-analysis of the psychosis continuum: eviedence for a psychosis proneness-persistence-impairement model of psychotic disorder. Psychological Medicine 2009, 39, 179-195.
137 Ho BC, Andreasen NC. Long delays in seeking treatment for schizophrenia. Lancet 2001, 357, 898-900.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.