Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Sigmund Freud

σύναψις 38 [2015 – τόμος ΙΙ]

Το μέλλον μιας αυταπάτης

Εκδ. ΡΟΕΣ [micromega], Αθήνα 2015, σελ. 186.
Μετάφραση: Πελαγία Τσινάρη, Επιμέλεια: Δέσποινα Σαραφείδου.

Εισαγωγικό σημείωμα [μετάφραση Δ. Σαραφείδου]
DIE ZUKUNFT EINER ILLUSION

[Πρώτη έκδοση 1927, Leipzing-Wien-Zurich, Internationaier Psychoanaly-tischer Verlag]

Η μελέτη Die Zukunft einer Illusion ξεκίνησε να γράφεται τον Μάιο του 1927 και δόθηκε για ανάγνωση στον Max Eitingon τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Από τις επιστολές του Φρόυντ στον Eitingon (10 Οκτωβρίου) και στον Ferenczi (23 Οκτωβρίου) προκύπτει πως το Μέλλον μιας αυταπάτης προοριζόταν αρχικά να ενισχύσει τον εκδοτικό οίκο Internationaier Psychoanalytischer Verlag, η κατάσταση του οποίου ήταν τότε επισφαλής. Τα δοκίμια ήταν έτοιμα τον Οκτώβριο και η έκδοση πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1927.

Ο πρώτος τίτλος του κειμένου ήταν Το μέλλον των αυταπατών μαςτην ιδέα του τίτλου μάλλον την υπέβαλε στον Φρόυντ ο Ρομαίν Ρολλάν, ο οποίος, το 1923, του είχε στείλει ένα αντίτυπο του Liluli, ενός θεατρικού έργου του γραμμένου το 1919, με την αφιέρωση: «Στον καταστροφέα κάθε αυταπάτης, τον καθηγητή δόκτορα Φρόυντ». Αυτή η «αριστοφανική φάρσα […] είναι απ’ την αρχή ως το τέλος μια σάτιρα της αυταπάτης προσωποποιημένης από μια νεαρή, αθώα και ελκυστική κοπέλα -τη Liluli- της οποίας η γοητεία αποκοιμίζει τους συνομιλητές της για να τους ρίξει μετά στο βάραθρο της διχόνοιας, του πολέμου και της καταστροφής» (επιστολή του Ρομαίν Ρολλάν στον Richard Strauss, 10 Ιουνίου 1924).1 Συμφωνά με τους Η. και Μ. Vermorel, «η Liluli, με την ειρωνική αφιέρωση της στον Φρόυντ, πρόσφερε κατά πάσα πιθανότητα τη σπίθα που οδήγησε στη συγγραφή του Μέλλοντος μιας αυταπάτης».

Ο Φρόυντ έστειλε το βιβλίο στον Ρομαίν Ρολλάν, κι εκείνος του έγραψε στις 5 Δεκεμβρίου του 1927: «Η ανάλυσή σας για τις θρησκείες είναι σωστή. Ωστόσο θα ήθελα να αναλύσετε κάποτε το αυθόρμητο θρησκευτικό αίσθημα ή, για να γίνω πιο ακριβής, τη θρησκευτική αίσθηση […]. Με αυτό εννοώ το απλό και άμεσο δεδομένο της αίσθησης του «αιώνιου » (που μπορεί βέβαια να μην είναι αιώνιο, αλλά απλώς χωρίς διακριτά όρια και, θα λέγαμε, ωκεάνιο)…». Όταν ο Φρόυντ θα καταπιαστεί με τη συγγραφή της Δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό, θα ζητήσει από τον Ρομαίν Ρολλάν, στις 14 Ιουλίου του 1929, την άδεια του να πραγματευθεί και να ερμηνεύσει την έννοια του «ωκεάνιου αισθήματος» στο πρώτο κεφάλαιο.

Απαντώντας στην επιστολή της 1ης Ιανουαρίου του 1928 του René Laforgue, ο οποίος τον συγχαίρει για τη δημοσίευση του Μέλλοντος μιας ανταπάτης, ο Φρόυντ γράφει στις 5 Φεβρουαρίου: «Μου φαίνεται πάντως πως υπερεκτιμάτε αυτό το πραγματικά ταπεινό βιβλιαράκι. Οι λανθάνουσες πτυχές που ανακαλύπτετε εντοπίζονται στο θέμα και όχι στο βιβλίο. […] Το πώς εδραιώνει κανείς τη διαθεσιμότητα για τον πολιτισμό αποτελεί πρόβλημα άξιο συζήτησης καθαυτό. Οπωσδήποτε, έχετε δίκιο: κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με τρόπο αμιγώς ορθολογικό… ».2

Από το κεφάλαιο IV και μετά, το δοκίμιο λαμβάνει εν μέρει τη μορφή διαλόγου, όχι πλέον όπως στο Ζήτημα της ανάλυσης από μη γιατρούς με έναν «αμερόληπτο συνομιλητή », αλλά με έναν «αντίπαλο». Πρόκειται για τον Ελβετό πάστορα Oscar Pfister, τον πρώτο ο οποίος εφάρμοσε στην παιδαγωγική τις ψυχαναλυτικές θεωρίες και τον οποίο ο Φρόυντ αποκαλούσε «αγαπητό άνθρωπο του Θεοΰ». Ο Pfister απάντησε στον Φρόυντ με ένα άρθρο στην επιθεώρηση Imago [1928, 14 (2-3), σ. 149-184] με τίτλο «Die Illusion einer Zukunft» («Η αυταπάτη ενός μέλλοντος»). Κατά τον Daniel Widlöcher, «ο Pfister αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του σε δυο φάσεις: κατ’ αρχάς, προτίθεται να καταδείξει πως η αντίληψη για τον πιστό την οποία στηλιτεύει ο Φρόυντ δεν ανταποκρίνεται σε μια αυθεντική χριστιανική θέση· κατόπιν, επιτίθεται στην ίδια τη θέση του Φρόυντ, καταγγέλλοντας με τη σειρά του την αυταπάτη που αυτή συνιστά».3

Στις 25 Νοεμβρίου του 1928 ο Φρόυντ έγραφε στον Pfister: «Δεν ξέρω αν έχετε μαντέψει τη σύνδεση ανάμεσα στην «Ανάλυση από μη γιατρούς » και την «Αυταπάτη». Στην πρώτη, θέλω να προστατεύσω την ανάλυση από τους γιατρούς, στη δεύτερη από τους ιερείς. Θα ήθελα να την εμπιστευθώ σε ένα σωματείο που τώρα δεν υφίσταται, ένα σωματείο λαϊκών λειτουργών των ψυχών που δεν θα είχαν την ανάγκη να είναι γιατροί και δεν θα είχαν το δικαίωμα να είναι ιερείς».

1 Henri Vermorel και Madeleine Vermorel, Sigmund Freud et Romain Rolland, Correspondance 1923-1936 [Σίγκμονντ Φρόυντ και Ρομαίν Ρολλάν, Αλληλογραφία 1923-1939], Presses Universitaires de France, Παρίσι, 1993.

2 Αλληλογραφία μεταξύ Freud και Laforgue 1923-1937, μτφρ. P. Cotet και Α. Bourguignon, με τη συνεργασία τών J. Altounian, Ο. Bourguignon και Α. Rauzy, Nouvelle Revue de Psychanalyse, XV, 1977, σ. 292.

3 Daniel Widlocher, Πρόλογος στο Correspondence de Sigmund Freud avec le pasteur Pfister, 1909-1939, Gallimard, Παρίσι, 1966, σ. 39.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.