Harold F. Searles
σύναψις 38 [2015 – τόμος ΙΙ]
[ The effort to drive the other person crazy-An element in the aetiology and psychotherapy of schizophrenia British Journal of Medical Psychology, Vol.32 (1959), 1-18. In Collected papers on schizophrenia and related subjects, New York: International Universities Press 1965 ]
Μετάφραση: Χρυσή Γιαννουλάκη
Οι παράγοντες οι οποίοι ενέχονται στην εμφάνιση της σχιζοφρένιας είναι αναμφίβολα πολλοί και διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση. Ανάμεσά τους υπάρχει όμως κάποιος, ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, ανευρίσκεται συχνά, ίσως και ανελλιπώς· η κλινική εμπειρία μου έχει δείξει ότι, εν μέρει, οι σχιζοφρενείς ασθενείς τρελαίνονται ως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας προσπάθειας ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων να τους τρελάνουν. Η προσπάθειά αυτών των, σημαντικών για τους ασθενείς, ανθρώπων είναι ασυνείδητη εν μέρει ή εξ ολοκλήρου.
Γνωρίζω καλά ότι είναι απλουστευτικό να αναγάγουμε τη σύνθετη αιτιολογία της σχιζοφρένιας σε μια θεωρητική θέση, η οποία υποστηρίζει ότι κάποιος γίνεται σχιζοφρενής, δηλαδή τρελαίνεται, διότι κάποιος άλλος τον τρελαίνει. Αυτό θα αδικούσε την ιδία ψυχολογική δραστηριότητα του ασθενούς, την πολυπλοκότητα των διαπροσωπικών του σχέσεων, τις σύνθετες διεργασίες-ομάδας (group-processes) της οικογένειάς του και τις ευρύτερες κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες, στις οποίες μετέχει η οικογένεια αυτή, των οποίων δεν αποτελεί παρά ένα τμήμα τους· άλλωστε, η οικογένεια είναι, συχνά, αβοήθητη, αντιμέτωπη με τραγικές συνθήκες, οι οποίες είναι πολύ πέραν της ικανότητάς της να τις ελέγξει ή να τις αποφύγει. Μέθοδοι για να τρελάνεις τον άλλον.1
Στην προσπάθεια μου να περιγράψω λεπτομερώς τους τρόπους ή τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για να κάνει κάποιος έναν άλλο τρελό –ή, στην επιστημονική μας ορολογία, σχιζοφρενή–, θα ήθελα να δώσω ιδιαίτερη έμφαση αφενός στο γεγονός ότι η μάχη αυτή λαμβάνει χώρα σε ένα ασυνείδητο, κατά κύριο λόγο, επίπεδο και αφετέρου, στην πεποίθησή μου ότι αυτή η προσπάθεια αποτελεί μόνον ένα στοιχείο ενός σύνθετου παθογόνου σχετίζεσθαι, το οποίο είναι πολύ πέραν της ικανότητας ενός εκάστου και αμφοτέρων των συμμετεχόντων να το ελέγξουν πλήρως.
Σε γενικές γραμμές, θεωρώ ότι οποιαδήποτε μορφή διαπροσωπικής αλληλεπίδρασης, η οποία τείνει να ενεργοποιήσει ποικίλες περιοχές της προσωπικότητας του άλλου, οι οποίες αντιτίθενται η μια στην άλλη, υποδαυλίζοντας τοιουτοτρόπως μια συναισθηματική σύγκρουση, συντελεί στο να τον τρελάνει (με άλλα λόγια, να τον κάνει σχιζοφρενή).
Για παράδειγμα, μια γυναίκα ανέφερε ότι ο σύζυγός της, ο οποίος ήταν σε ανάλυση, έθετε εν αμφιβόλω τη λειτουργικότητα της μικρότερης αδελφής της με τόσο επίμονο τρόπο, ώστε η νέα και ανασφαλής γυναίκα γινόταν όλο και περισσότερο ανήσυχη. Ο άντρας αυτός εφιστούσε κατ’ επανάληψη την εστίαση της προσοχής της νέας γυναίκας σε πλευρές της προσωπικότητάς της, για τις οποίες δεν ήταν, παρά αμυδρά, ενήμερη· πλευρές οι οποίες ήταν επιπροσθέτως σε ασυμφωνία με το πρόσωπο που θεωρούσε η ίδια ότι ήταν. Τοιουτοτρόπως, οι απωθήσεις οι οποίες ήταν απαραίτητες για τη διατήρηση ενός λειτουργικού Εγώ βάλλονταν (ενώ η γυναίκα δεν ήταν σε ψυχοθεραπεία), με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι συγκρούσεις και να προκαλείται άγχος. Παρομοίως παρατηρείται, ενίοτε, ότι κάποιος άπειρος ή ασυνείδητα σαδιστικός αναλυτής κάνει πολλές πρόωρες ερμηνείες ωθώντας έτσι τον αναλυόμενο να γίνει ψυχωτικός· συντελεί τοιουτοτρόπως στο να αδυνατίσει το Εγώ του αναλυομένου σε αντίθεση με τον συνειδητό του στόχο, ο οποίος είναι να ενδυναμώσει αυτό το Εγώ. Η επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής για την ερμηνεία είναι απαραίτητη, ώστε να βοηθηθεί ο ασθενής να απαρτιώσει βαθμιαία το προηγουμένως απωθημένο υλικό.
Επίσης, ενδέχεται κάποιος να διεγείρει σεξουαλικά τον άλλον, σε συνθήκες όπου θα ήταν καταστροφικό για αυτόν να ζητήσει ικανοποίηση για τις ούτως αφυπνισθείσες σεξουαλικές του ανάγκες· τοιουτοτρόπως, δημιουργείται πάλι μια σύγκρουση. Σε αναρίθμητα περιστατικά του βίου σχιζοφρενών ασθενών διαπιστώνεται ότι ένας γονέας συμπεριφέρθηκε στο παιδί του υπερβολικά αποπλανητικά, προκαλώντας έτσι στο τελευταίο μια έντονη σύγκρουση μεταξύ των σεξουαλικών αναγκών του και των άκαμπτων αντιποίνων από το Υπερεγώ του, σύντονων με το ταμπού του πολιτισμού μας ενάντια στην αιμομιξία. Μπορούμε να δούμε αυτή την περίσταση και ως δημιουργό μιας σύγκρουσης στο παιδί μεταξύ της επιθυμίας του να ωριμάσει και να προχωρήσει προς την εξατομίκευσή του και της παλινδρομικής του επιθυμίας να παραμείνει σε μια συμβίωση με τον γονέα· να παραμείνει σε αυτή τη παλινδρομημένη σχέση, δίνοντας εκεί ακόμα και τις σεξουαλικές του μάχες, οι οποίες αποτελούν το δυνατό χαρτί του για να κερδίσει την αυτοπραγμάτωσή του.
Η ταυτόχρονη ή ταχέως εναλλασσόμενη διέγερση-και-ματαίωση και των άλλων αναγκών, επιπροσθέτως των σεξουαλικών, ενδέχεται να έχει μια παρομοίως αποδιοργανωτική επίδραση. Ένας άνδρας ασθενής, ο οποίος «έβγαινε» από μια ψύχωση στην οποία τα εντόνως αμφιθυμικά συναισθήματα για τη μητέρα του έπαιξαν έναν κεντρικό ρόλο, μπόρεσε να περιγράψει, εν μέρει, τη μορφή της σχέσης του με τη μητέρα του στην παιδική του ηλικία. Η απορριπτική στάση της μητέρας τονιζόταν από το γεγονός ότι δεν είχε καμία ανάμνηση όπου η μητέρα του να φιλά τον πατέρα του, τον οποίο εξουσίαζε και στον οποίο γκρίνιαζε ανηλεώς. Ο ασθενής θυμήθηκε ότι υπήρξε μια φορά όπου η μητέρα άρχισε να φιλά τον σύζυγό της. Αυτό συνέβη κάποια φορά, στην ύστερη παιδική του ηλικία, καθώς μετέφεραν τον πατέρα του προς την αίθουσα χειρουργείου ενός νοσοκομείου, για μια σοβαρή επέμβαση ύστερα από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η μητέρα έσκυψε ως εάν να επρόκειτο να φιλήσει το σύζυγό της και ο ασθενής είδε το πρόσωπό της να κατακλύζεται από ευφρόσυνη προσδοκία. Κατόπιν η μητέρα το σκέφτηκε καλύτερα και όρθωσε πάλι το κορμί της. Ο ασθενής το περιέγραψε αυτό με έναν λυπημένο τόνο, ως εάν να είχε νιώσει ο ίδιος αυτή τη ματαίωση στη σχέση με τη μητέρα του πολλές φορές στη ζωή του.
Παρόμοια πράγματα συμβαίνουν με την επιθυμία του παιδιού ή/και το καθήκον να βοηθήσει έναν γονέα: βρίσκουμε συχνά στην ιστορία των σχιζοφρενών ασθενών ότι ο ένας ή κι οι δυο γονείς παρακαλούσαν μονίμως τον ασθενή για συμπάθεια, κατανόηση (στην ουσία, για κάποιου είδους θεραπευτική παρέμβαση), ενώ ταυτόχρονα απέρριπταν τις προσπάθειές του. Κατόπιν τούτου, η αυθόρμητη συμπάθειά του και η επιθυμία του να βοηθήσει αναμιγνυόταν με ενοχή, οργή και, ίσως πάνω απ’ όλα, με μια αίσθηση προσωπικής αναξιότητας και αδυναμίας να βοηθηθεί (helplessness). Σε σχέση με αυτό, ο Bateson και οι συνεργάτες του (1956) έχουν περιγράψει αυτές τις γονεϊκές εντολές, οι οποίες είναι αλληλοσυγκρουόμενες ή της τάξεως του «διπλού δεσμού» (double bind), τονίζοντας τη σημασία τους για την πρόκληση της σχιζοφρένιας.
Μια άλλη μέθοδος, η οποία συνδέεται στενά με την παραπάνω μέθοδο της διέγερσης-ματαίωσης, είναι όταν κάποιος σχετίζεται με το άλλο πρόσωπο σε δυο (ή και περισσότερα) εντελώς ασύνδετα επίπεδα, ταυτόχρονα. Απαιτείται τότε να διαχωρίσει τη συμμετοχή του στο ένα ή στο άλλο (ή, πιθανά, και στα δυο) επίπεδα, καθώς νιώθει ότι είναι τόσο τρελά ανάρμοστο να συνειδητοποιήσει ότι απαντά με όρους του ενός επιπέδου, ενόσω αυτό είναι πλήρως ασύνδετο με αυτό που συμβαίνει στο άλλο επίπεδο, το οποίο είναι το πιο συνειδητό και εμφανές.
Για παράδειγμα, σε μια ή δυο περιπτώσεις στη μακροχρόνια εργασία μου με μια γοητευτική και, συχνά, πολύ αποπλανητική, παρανοειδή, σχιζοφρενή γυναίκα, ήταν πολύ δύσκολη η αντίστασή μου στο να τρελαθώ όταν ταυτόχρονα
α) με ενέπλεκε σε φιλοσοφικο-πολιτική συζήτηση (στην οποία εκφραζόταν με ενός είδους αρσενικό, ισχυρό, επαγγελματικό δυναμισμό, ενώ εγώ ωθούμουν να αμφισβητήσω κάποια από τα επιχειρήματά της· κι αυτό έκανα, αν και δεν είχα την ευκαιρία να πω πολλά), και
β) σεργιάνιζε στο δωμάτιο ή καθόταν στο κρεβάτι της με έναν σεξουαλικά ερεθιστικό τρόπο φορώντας μια ιδιαιτέρως κοντή φούστα χορού.
Δεν έκανε ρητές αναφορές σε οτιδήποτε σεξουαλικό, πέρα από την αρχή της συνάντησής μας, όταν με επιφόρτισε ότι έχω «λάγνες», «ερωτικές» επιθυμίες· από εκεί και μετά, όλη η λεκτική επικοινωνία περιορίστηκε σε αυτή τη διαμάχη πάνω σε θεολογικά, φιλοσοφικά και διεθνούς πολιτικής θέματα, ενώ μου φαινόταν ότι η μη λεκτική επικοινωνία ήταν εμφανώς σεξουαλική. Αλλά (κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο), δεν ένιωθα εκ μέρους της, σε ένα συνειδητό επίπεδο, καμία συμφωνία που να επικυρώνει αυτό που αισθανόμουν ως συγκαλυμμένη αλληλεπίδραση· αυτή η μη λεκτική σεξουαλική αλληλεπίδραση έτεινε έτσι να εμφανιστεί, απλά, ως ένα «τρελό» προϊόν της δικής μου φαντασίας. Κι ενώ ήξερα ότι υπήρχε μια θεμελίωση στην πραγματικότητα για την ανταπόκρισή μου σε αυτά τα δύο ασύνδετα επίπεδα, ένιωθα τέτοια πίεση ώστε ήταν, μπορώ να πω, ως εάν να έχανα το μυαλό μου. Ένα ανασφαλές παιδί, που θα βίωνε επανειλημμένως μια τέτοια, ευρέως διχασμένη, αλληλεπίδραση με ένα γονέα, θα υφίστατο ένα σημαντικό τραύμα στην προσωπικότητά του.
Μια άλλη μέθοδος, σχετική με την προαναφερθείσα, συνίσταται στην αιφνίδια μεταπήδηση από έναν συναισθηματικό τόνο σ’ έναν άλλον, κι αυτή τη συναντούμε πολύ συχνά σε γονείς σχιζοφρενών ασθενών. Για παράδειγμα, η μητέρα ενός βαριά ψυχωτικού νεαρού άντρα, η οποία είχε μια πολύ έντονη παρουσία και μιλούσε με ταχύτητα πολυβόλου, με περιέλουσε (μέσα σε μια έκρηξη λέξεων, χωρίς διακοπή) με τις ακόλουθες προτάσεις, οι οποίες ήταν τόσο έμπλεες ανακολουθιών όσον αφορά τον συναισθηματικό τόνο, ώστε με άφησαν στιγμιαία σύξυλο: «Ήταν πολύ ευτυχισμένος. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι τού συνέβη αυτό. Δεν ήταν ποτέ πεσμένος, ποτέ. Του άρεσε η δουλειά του στο μαγαζί του κυρίου Mitchell στο Lewiston, όπου επισκεύαζε ράδια. Ο κύριος Mitchell είναι ένας τελειομανής. Δεν πιστεύω ότι κανείς, πριν από τον Edward, έμεινε στο μαγαζί περισσότερο από λίγους μήνες. Αλλά ο Edward τα πήγε περίφημα με αυτόν. Συνήθιζε να έρχεται σπίτι και να λέει (η μητέρα μιμείται κάποιον εξαντλημένο, ο οποίος μιλάει αναστενάζοντας): «Δεν μπορώ να το αντέξω ούτε ένα λεπτό παραπάνω». Ο ασθενής, για αρκετούς μήνες πριν από τη νοσηλεία έμενε, ως επί το πλείστον, σπίτι παρέα με τη μητέρα του. Κατά τη γνώμη μου, το προαναφερθέν είχε ως αποτέλεσμα να παρουσιάζει κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της νοσηλείας του την ακόλουθη συμπεριφορά: έδειχνε παντοιοτρόπως (στην έκφραση του προσώπου του κ.ο.κ.) ότι καταλαμβάνεται από αιφνίδια συναισθήματα, τα οποία εναλλάσσονταν σε ποιότητα αιφνιδίως και με εξουθενωτική ταχύτητα. Για παράδειγμα, τη μια στιγμή το πρόσωπό του εξέφραζε ένα μίγμα μίσους και απροθυμίας και την άλλη εξέφραζε έντονο πόνο και αναπηδούσε ως εάν να δεχόταν χτύπημα από κάποιο βαρύ αντικείμενο.
Το επαγωγικό συμπέρασμά μου, ότι αυτό το φαινόμενο ήταν εν μέρει το αποτέλεσμα της μακροχρόνιας έκθεσής του στη φτωχά απαρτιωμένη προσωπικότητα της μητέρας του, δεν έχει την πρόθεση να αποκλείσει την πιθανότητα ότι η διεργασία αυτή ίσχυε και για την αντίθετη πλευρά, ταυτόχρονα. Αντιθέτως, έμεινα κατάπληκτος από τη βελτίωση στην απαρτίωση της μητέρας μετά ένα διάστημα απομάκρυνσης του ασθενούς από το σπίτι. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι κατά τη διάρκεια της, προαναφερθείσας, συνέντευξής της, η οποία έγινε κατά την υποδοχή του γιού της για νοσηλεία, παρουσίαζε κάποιες από τις συνέπειες της μακροχρόνιας έκθεσής της σε ένα ιδιαίτερα φτωχά απαρτιωμένο, ψυχωτικό άτομο. Την ικανότητα του ασθενούς να επιτίθεται στην απαρτίωση του άλλου αντιμετώπισα κι εγώ ο ίδιος στη διάρκεια της εργασίας μου μαζί του. Πρόκειται, κατά βάση, για τη μάχη, μεταξύ του παιδιού και του γονέως ή μεταξύ του ασθενούς και του θεραπευτή «ποιος θα τρελάνει τον άλλον». Θα εμβαθύνω σε αυτό πιο κάτω.
Η μητέρα ενός άλλου σχιζοφρενούς, η οποία έχει πεθάνει πια, περιγράφεται από τα αδέλφια του ασθενούς ως άτομο τελείως απρόβλεπτο στη συναισθηματική του μεταβλητότητα· λόγου χάρη, μπορούσε να επιστρέψει από τη συναγωγή με μια μακάρια έκφραση στο πρόσωπό της ως εάν να είχε βυθιστεί σε κάποια ευφρόσυνη πνευματική εμπειρία και μετά από δυο λεπτά, να πετάξει ένα σκεύος της κουζίνας σε κάποιο από τα παιδιά. Κάποιες φορές ήταν ζεστή και τρυφερή με τον ασθενή αλλά, αιφνιδίως, μπορούσε να του επιτεθεί λεκτικά, με δηλητηριώδεις κατηγορίες, ή/και σωματικά, χτυπώντας τον άσχημα. Ο ασθενής, ο οποίος όταν ξεκίνησα τη θεραπεία μαζί του έπασχε για χρόνια από παρανοειδή σχιζοφρένια, χρειάστηκε πάνω από τρία χρόνια εντατικής ψυχοθεραπείας για να απελευθερωθεί από την ψευδαίσθηση ότι είχε πολλές και διαφορετικές μητέρες. Στη δική μου έκφραση «η μητέρα σου», αντέτεινε επανειλημμένα ότι δεν είχε ποτέ μια μητέρα· κάποτε εξήγησε εμπεριστατωμένα και τελείως πειστικά: «Όταν χρησιμοποιείτε τη λέξη “μητέρα”, έχω μια εικόνα από πολλές γυναίκες που παρελαύνουν και κάθε μια αναπαριστά μία διαφορετική άποψη».
Μια συνεχής και αιφνίδια μεταπήδηση από ένα πεδίο συζήτησης σε ένα άλλο δίχως να συνοδεύεται, απαραιτήτως, από κάποια σημαντική μετατόπιση στο συναισθηματικό περιεχόμενο συνιστά, επίσης, έναν τρόπο αλληλεπίδρασης που έχει, εν δυνάμει, ένα σοβαρά αποδιοργανωτικό αποτέλεσμα στην ψυχική λειτουργία του άλλου. Αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί από οποιονδήποτε θεραπευτή, ο οποίος έχει εργαστεί με ασθενή με μακροχρόνια και σοβαρή σύγχυση.
Καθεμία από τις προαναφερθείσες μεθόδους τείνει να μειώσει την εμπιστοσύνη του άλλου στην αξιοπιστία των δικών του συναισθηματικών αντιδράσεων και της δικής του αντίληψης της εξωτερικής πραγματικότητας (μια διατύπωση για την οποία είμαι ευγνώμων στον Dr Donald L. Burnham). Σε ένα άρθρο (Johnson et al.,1956), περιγράφεται η ακόλουθη σχέση του σχιζοφρενούς ασθενούς με τους γονείς του στην παιδική ηλικία: «…όταν αυτά τα παιδιά αντιλαμβάνονταν τον θυμό και την επιθετικότητα του γονέως, κάτι που συνέβαινε συχνά, ο γονέας αρνιόταν, αμέσως, ότι ήταν θυμωμένος και ζητούσε επίμονα να το αρνηθεί και το παιδί. Τοιουτοτρόπως, το παιδί βρισκόταν αντιμέτωπο με το δίλημμα σε ποιον να δώσει πίστη, στον γονέα ή τις αισθήσεις του. Εάν πίστευε τις αισθήσεις του, θα διατηρούσε μια ακλόνητη σχέση με την πραγματικότητα· αν πίστευε τον γονέα, θα διατηρούσε τη σχέση που χρειαζόταν, αλλά θα διαστρέβλωνε τη δική του αντίληψη της πραγματικότητας. Επαναλαμβανόμενη άρνηση από τον γονέα κατέληγε στην αποτυχία του παιδιού να αποκτήσει κατάλληλο εργαλείο αντίληψης πραγματικότητας (reality testing)».
Το θέμα με το οποίο ασχολούμαι σε αυτό άρθρο έχει σχέση και με μια ανθρώπινη δραστηριότητα ενός τελείως διαφορετικού πεδίου· τη διεθνή πολιτική και τον πόλεμο. Αναφέρομαι στο θέμα της πλύσης εγκεφάλου και τις συναφείς μεθόδους. Διαβάζοντας ένα πρόσφατο και αξιόλογο βιβλίο πάνω σε αυτό το θέμα από τον Merloo, O βιασμός της ψυχής (1956), εντυπωσιάστηκα επανειλημμένως από τις πολλές ομοιότητες των συνειδητών και ηθελημένων μεθόδων πλύσης εγκεφάλου, τις οποίες περιγράφει και των ασυνειδήτων (ή, κατά κύριο λόγο, ασυνειδήτων) μεθόδων αποθάρρυνσης της ανάπτυξης του Εγώ και της υποτίμησης της λειτουργίας του Εγώ, τις οποίες έχω αναγνωρίσει στα παρόντα και παρελθόντα βιώματα των σχιζοφρενών. Η υποχρεωτική απομόνωση στην οποία ζει το πρόσωπο, το οποίο υφίσταται την πλύση εγκεφάλου, απομονωμένο από όλους πλην των ανακριτών του, δεν είναι παρά ένα παράδειγμα αυτών των ομοιοτήτων· στη ζωή του παιδιού που μέλλει να γίνει σχιζοφρενές, μία συνηθισμένη συμπεριφορά του γονέα, η οποία είναι διαβρωτική της απαρτίωσης του παιδιού, είναι η νουθεσία στο παιδί να μη στραφεί σε άλλα πρόσωπα τα οποία να μπορούν να επικυρώσουν τις δικές του συναισθηματικές αντιδράσεις και τα οποία να μπορούν έτσι να τον προστατεύσουν από τον (εμπνεόμενο από τον γονέα) φόβο ότι πρέπει να είναι «τρελός» για να έχει τέτοιες «παράλογες» αντιδράσεις στον γονέα.
Το βιβλίο του Merloo περιγράφει την πλύση εγκεφάλου και τις συναφείς μεθόδους που χρησιμοποιούνται εν είδει α) εσκεμμένων πειραμάτων στην υπηρεσία ολοκληρωτικών πολιτικών ιδεολογιών και β) πολιτισμικών υπόγειων ρευμάτων στη σύγχρονη κοινωνία, ακόμα και σε δημοκρατικά καθεστώτα. Το δικό μου άρθρο περιγράφει τις ίδιες μεθόδους που λαμβάνουν χώρα σε ένα τρίτο πεδίο. τις ζωές των σχιζοφρενών ασθενών.
Κίνητρα πίσω από την προσπάθεια να τρελάνεις τον άλλον
Είναι προφανές ότι η συμμετοχή στη διαπροσωπική αλληλεπίδραση, η οποία στοχεύει να τρελάνει τον άλλον, μπορεί να ερείδεται σε μια πλειάδα κινήτρων· σε καθεμία περίπτωση ένας συνδυασμός διαφόρων και διαφορετικών κινήτρων είναι σε δράση.
Αυτά εκτείνονται από την έντονη επιθετικότητα, στο ένα άκρο της κλίμακας, έως τις επιθυμίες για μια υγιέστερη και πιο στενή σχέση με το άλλο πρόσωπο και τις επιθυμίες για αυτοπραγμάτωση, στο άλλο άκρο. Θα ξεκινήσω με τα εμφανέστερα κίνητρα στο πρώτο από τα δύο άκρα της κλίμακας.
1. Η προσπάθεια να τρελάνεις τον άλλον ενδέχεται να συνιστά, κατά κύριο λόγο, το ψυχικό ισοδύναμο του φόνου· δηλαδή, ενδέχεται να πρόκειται, πρωταρχικά, για μια προσπάθεια να τον καταστρέψεις, να απαλλαγείς από αυτόν τόσο ολοκληρωτικά ως εάν να είχε εξοντωθεί φυσικά (σωματικά). Αξίζει να υπενθυμίσουμε, σχετικά, ότι το νομικό μας σύστημα επιφυλάσσει την πιο αυστηρή τιμωρία γι’ αυτόν που διαπράττει φόνο, ενώ δεν επιβάλλει καμία (ή, κατ’ ανώτατο όριο, μηδαμινή) τιμωρία για ψυχικό «φόνο»· για την καταστροφή ενός ανθρώπου ψυχικά, τρελαίνοντάς τον. Σύμφωνα με όσα γνωρίζω ως μη ειδικός, η μόνη ποινή σε αυτό το επίπεδο είναι η, κατ’ εφαπτομένη σχετική, για την «ψυχική βία», η οποία δεν τρομάζει καθόλου και την οποία επικαλούνται συχνά ως αιτία σε ένα μεγάλο αριθμό διαζυγίων.
Δεν υπαινίσσομαι ότι με ανησυχεί αυτή η κατάσταση του νομικού συστήματος, ούτε προτείνω κάποια αλλαγή σε αυτό το επίπεδο· για το νομικό σύστημα, θα ήταν αδύνατον να αποδειχθεί εμπεριστατωμένα ότι η συμβολή κάποιου στο να τρελαθεί κάποιος άλλος ήταν σημαντική. Το επιχείρημά μου επικαλείται την κατάσταση του νομικού μας συστήματος για να δείξει ότι ενώ κάποιος έχει λόγους να αποτρέπεται από τον (βιολογικό) φόνο, φοβούμενος τις συνέπειες του νόμου, δεν έχει, πρακτικά, λόγο να αποτραπεί από αυτό το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ψυχικός φόνος.
Επιπροσθέτως, θα έπρεπε να επισημάνουμε ότι μια ψύχωση, όταν είναι τόσο σοβαρή ώστε να απαιτεί μακροχρόνια νοσηλεία, απομακρύνει τον ασθενή από την ενεργό συμμετοχή στη ζωή μιας οικογένειας τόσο αποτελεσματικά όσο και ο ίδιος ο θάνατος. Δεν είναι σπάνιο οι γονείς κάποιου ψυχωτικού παιδιού, μακροχρόνια νοσηλευόμενου, να αφήνουν να διαρρεύσει ότι το παιδί τους πέθανε· και είναι ακόμα πιο συχνό τα μέλη της οικογένειας, που παραμένουν στο σπίτι, να αποφεύγουν να αναφέρονται στον ασθενή στην καθημερινή τους ζωή με φίλους και γνωστούς. Αποφεύγουν, επίσης, να ενημερώνουν τον ασθενή για οικογενειακές κρίσεις και να συσκέπτονται επ’ αυτών ως εάν, ακριβώς, «είχε περάσει στο επέκεινα».
Θα παραθέσω, για παράδειγμα αυτού του είδους κινήτρου, κάποια δεδομένα από τη θεραπεία μιας νεαρής γυναίκας, η οποία νοσηλεύτηκε για σχιζοφρένεια για διάστημα μεγαλύτερο από τρία χρόνια και η οποία, τώρα πια, είναι ικανή να μου πει κάποιες λεπτομέρειες από τη ζωή της στην οικογένειά της πριν από την έναρξη της νόσου.
Η ασθενής είχε μια αδελφή δύο χρόνια μικρότερη από αυτήν. Και οι δύο αδελφές ήταν ευπαρουσίαστες· και οι δύο είχαν κατηχηθεί στην άποψη του πατέρα και της μητέρας ότι ο μόνος λόγος ύπαρξης (γαλλικά στο πρωτότυπο: raison d’être) ενός κοριτσιού είναι η κατάκτηση ενός κοινωνικά επιφανούς και εύπορου συζύγου· και στις δύο, η φαντασίωση ότι είναι η σύζυγος του πατέρα ήταν τόσο περισσότερο έντονη όσο η μητέρα τους δεχόταν έναν πολύ υποβιβασμένο ρόλο στην οικογένεια. Ως αποτέλεσμα, ήταν έντονα και ανοιχτά ανταγωνιστικές η μία με την άλλη.
Η ασθενής μου, σε μία από τις ψυχοθεραπευτικές της συνεδρίες, θυμήθηκε μία φορά (όχι περισσότερο από δύο χρόνια πριν από την πρώτη της νοσηλεία) που η αδελφή της εγκαταλείφθηκε άσπλαχνα από τον εραστή της, τον οποίον η ασθενής είχε συστήσει σε μια υποτιθέμενη φίλη, ονόματι Μαρία. Είπε ότι, για έναν περίπου χρόνο έπειτα από αυτή την εγκατάλειψη, η αδελφή της φορούσε μαύρα γυαλιά και πηγαινοερχόταν στο σπίτι μιλώντας για αυτοκτονία και κλαίγοντας. Η ασθενής είπε ότι τα γυαλιά την (αδελφή, ενν.) τρέλαιναν. Προσέθεσε «Η αδελφή μου συνήθιζε να λέει ότι διάβασε πολλά για να μη τρελαθεί». Σχολίασε, δε, ότι «η ζήλια και το μίσος …και η κοροϊδία…κάνουν έναν άνθρωπο άγριο». Αναφέρθηκε στο «πόσο ζήλευε η Σάρα (η αδελφή) τη Μαρία» δίνοντάς μου την εντύπωση ότι θα έλεγε «με ζήλευε» όταν είπε ότι «ζήλευε την Μαρία» (“of me” όταν είπε “of Mary”). Από αυτά και άλλα πολλά, σχημάτισα την ξεκάθαρη εντύπωση ότι η ζήλια μεταξύ των δυο αδελφών ήταν απύθμενη εκείνη την περίοδο. Παρατήρησα ότι, ενόσω μιλούσε για τον πόνο της αδελφής της, εμφανιζόταν από καιρού εις καιρόν ένα σαδιστικό χαμόγελο στο πρόσωπό της. Κάποια φορά είπε ότι «το να θέλουν δυο άνθρωποι το ίδιο πράγμα τους υποχρεώνει να τρέφουν μίσος και ζήλια ο ένας για τον άλλον» και μια κατοπινή φορά τόνισε πόσο μίσος και ζήλια νιώθει κάποιος γι’ αυτόν που στέκει εμπόδιο στον δρόμο προς κάτι ή κάποιον που θέλει. Με την ευκαιρία αυτή, σχολίασα ότι κάποιος νιώθει ότι θέλει να σκοτώσει τον άλλον, να απαλλαγεί από αυτόν. Απάντησε ότι «να τον σκοτώσει, δεν επιτρέπεται», ως εάν να το είχε ήδη σκεφτεί, αλλά να είχε πάρει υπόψη της ότι, για κάποιον λόγο που ήταν ακατανόητος σε αυτήν, αυτό απαγορευόταν.
Παρενθετικά, στο ιστορικό αυτής της κοπέλας υπάρχει η ρητή απειλή φόνου εκ μέρους της προς την αδελφή της. Της είχε πει «Θα σου την φέρω από πίσω όταν δεν θα έχεις το νου σου» παίρνοντας ένα τσεκούρι στα χέρια της και απειλώντας και τη μητέρα ότι θα την σκοτώσει με αυτό. Η αδελφή, η οποία παντρεύτηκε μερικούς μήνες μετά την αρχική νοσηλεία της ασθενούς, φοβόταν να επιτρέψει στην ασθενή να την επισκεφτεί διότι φοβόταν ότι θα σκότωνε το μωρό της. Εν ολίγοις, η οικογένεια έπαιρνε τις απειλές της για φόνο εντελώς στα σοβαρά.
Όταν είπε στη διάρκεια αυτής της συνεδρίας «να τον σκοτώσει, δεν επιτρέπεται», συμπλήρωσε με σημασία «αλλά υπάρχουν άλλοι τρόποι». Σε μια άλλη ευκαιρία, καθώς μιλούσε για τα συμπτώματα της κατάθλιψης της αδελφής της, άρχισε να απαγγέλει τα λόγια του ανόητου τραγουδιού Mairzy Doats, το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές εκείνη την εποχή. Μπέρδεψε, στο μονίμως συγχυτικό μυαλό της τη λέξη “Marzy”, επαναλαμβάνοντας δυο φορές άλλοτε Marzy κι άλλοτε Mary. Σχημάτισα, έτσι, την εντύπωση ότι κατά τη διάρκεια της κατάθλιψης της αδελφής της, η ασθενής πρέπει να τη βασάνιζε ζητώντας της να της πει αυτό το τραγούδι, χρησιμοποιώντας τη μισητή λέξη Mary, το όνομα αυτής της παλιάς της φίλης που της έκλεψε τον φίλο της, τον οποίο και παντρεύτηκε στη συνέχεια.
Το υλικό είναι πολύ εκτενές γι’ αυτή την εργασία, αλλά η ουσία είναι ότι η ασθενής ένιωσε ότι βρισκόταν σε μια απελπισμένη μάχη με την αδελφή της ως προς το ποια θα τρελάνει την άλλη πρώτη. Μια φορά η ασθενής θυμήθηκε με εμφανή ανησυχία, «η Σάρα είπε ότι εγώ είχα κάποια σχέση με αυτό», το “αυτό” όντας η κατάθλιψη της Σάρας. Προσέθεσε ότι η Σάρα είπε, «ελπίζω ότι δεν θα το πάθεις ποτέ αυτό», κάτι που είχε έναν δυσοίωνα απειλητικό υπαινιγμό για την ασθενή. Σχημάτισα την έντονη εντύπωση ότι η ασθενής ένιωθε ένοχη για την ασθένεια της αδελφής της, ότι ένιωθε ότι η αδελφή της την κατηγορεί ως υπεύθυνη και ότι φοβόταν ότι μπορούσε να της προκαλέσει την ίδια νόσο για αντίποινα, από εκδίκηση.
Τα προαναφερθέντα άπτονται του θέματος που έχω ονομάσει «ευχές τρέλας» κατ’ αναλογία με το «ευχές θανάτου». Σε αρκετές περιπτώσεις, εργαζόμενος με ασθενείς που είχαν, νωρίς στη ζωή τους και πριν αρρωστήσουν οι ίδιοι, το βίωμα της νοσηλείας ενός συγγενούς για ψυχική νόσο, ανακάλυψα ότι ένιωθαν ένοχοι για απωθημένες «ευχές τρέλας» εντελώς ανάλογες με τις «ευχές θανάτου» που προκαλούν ενοχές σε κάποιον μετά τον θάνατο του μισητού συγγενούς. Οι ασθενείς, οι οποίοι διακατέχονται από αυτή την ενοχή για «ευχές τρέλας», νιώθουν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ότι έχουν υπάρξει νικητές στην αμοιβαία μάχη με τον συγγενή ως προς το ποιος θα τρελάνει τον άλλον· η μεταγενέστερη ψύχωσή τους μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην ενοχή τους και στον φόβο για εκδίκηση εκ μέρους του συγγενούς, ως αποτέλεσμα της παλιάς μονομαχίας. Στην παραπάνω περίπτωση, η αδελφή δεν νοσηλεύτηκε στην πραγματικότητα. Αλλά, κατά τα άλλα, οι συνθήκες ήταν ίδιες με αυτές που μόλις σκιαγράφησα όσον αφορά τους ασθενείς, των οποίων η μητέρα ή ο πατέρας νοσηλεύτηκαν για ψύχωση κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας.
Στην οικογενειακή ζωή αυτού του κοριτσιού, ο ιδιαίτερος τρόπος διαπροσωπικής συμμετοχής στον οποίον αναφέρομαι σε αυτό το άρθρο, η προσπάθεια να τρελάνεις τον άλλον, υπήρξε ο συνήθης τρόπος που είχαν να σχετίζονται όλα τα μέλη της οικογένειας, για χρόνια ολόκληρα. Θα αναφερθώ μόνο σε ένα ακόμα μικρό κομμάτι από τις διαθέσιμες πληροφορίες. Κατά τη διάρκεια της παιδικής της ηλικίας και της εφηβείας, η ασθενής είχε πολύ άγχος για τα δόντια της, εν μέρει επειδή είχε χάσει κάποια από αυτά ως αποτέλεσμα ενός ατυχήματος στην παιδική χαρά. Ο πατέρας της συνήθιζε, συχνά, να την τρομάζει λέγοντάς της, πειρακτικά, «θα σου βγάλω τα δόντια και θα τα χρησιμοποιήσω στο γκολφ (golf tee λέγεται η αφετηρία του γκολφ)». Στη διάρκεια των πρώτων μηνών της νοσηλείας της στο Chestnut Lodge, η ασθενής ήταν τρομοκρατημένη, ζητώντας συνεχή διαβεβαίωση ότι δεν θα συνέβαινε καμία βλάβη στα δόντια της και σε άλλα μέρη του σώματός της. Έπειτα από αρκετά χρόνια θεραπείας μού αποσαφήνισε την πεποίθησή της ότι τα μέλη της οικογένειάς της, το καθένα από τα οποία έτρεφε μεγάλο μίσος και φθόνο γι’ αυτήν, ενήργησαν συντονισμένα για να την τρελάνουν και έτσι να απαλλάξουν το σπίτι από την παρουσία της και, παρόλο που αυτό δεν είναι μια ακριβής εικόνα συνολικά, αποτελεί μια ακριβή περιγραφή ενός μέρους από αυτά που συνέβαιναν.
2. Η προσπάθεια να τρελάνεις τον άλλον μπορεί να έχει ως κυρίαρχο κίνητρο την επιθυμία εξωτερίκευσης της απειλητικής τρέλας μέσα στον εαυτό, άρα και απαλλαγής από αυτήν. Είναι γνωστό ότι οι οικογένειες των σχιζοφρενών τείνουν να θεωρούν τον ασθενή ως τον «τρελό» της οικογένειας, τον αποθηκευτικό χώρο όλης της τρέλας των διαφόρων μελών. Το βιβλίο του Hill (1955) περιλαμβάνει μερικές αξιοσημείωτες παρατηρήσεις, οι οποίες μας βοηθούν να συλλάβουμε την ιδέα ότι η τρέλα του ασθενούς έγκειται, σε ένα σημαντικό βαθμό, στην ενδοβολή ενός τρελού γονέως (συνήθως της μητέρας, σύμφωνα και με την εμπειρία του Hill και με τη δική μου)· ενός γονέως, ο οποίος τώρα, καθώς είναι ενδοβλημένος, αποτελεί το παράλογο και κυριαρχικό Υπερεγώ του ασθενούς που τον σακατεύει. Στον βαθμό που η διεργασία αυτή λαμβάνει χώρα στη σχέση της μητέρας με το παιδί, η πρώτη επιτυγχάνει πράγματι να εξωτερικεύσει τη δική της «τρέλα» στο τελευταίο. Η άποψή μου για την προσπάθεια να τρελάνεις τον άλλον αναδύθηκε, όπως είναι ευνόητο, από τις πολλές κι ενδιαφέρουσες διατυπώσεις στις οποίες κατέληξε ο Hill.
Έχω παρουσιάσει σε άλλα κείμενα τη θέση ότι το πιο σημαντικό στοιχείο της προαναφερθείσας σχέσης της μητέρας με το παιδί συνίσταται στην αυθόρμητη αγάπη και έγνοια του παιδιού για τη μητέρα, αγάπη και έγνοια τέτοιου μεγέθους που να το εξωθεί να συνεργαστεί μαζί της σε αυτή την παθολογική ενοποίηση. Την αγαπά τόσο βαθιά εν ολίγοις, ώστε θυσιάζει την αναπτυσσόμενη ατομικότητά του στη συμβίωση η οποία είναι απολύτως απαραίτητη στη δική της λειτουργία ως προσωπικότητα.
3. Ένα άλλο κίνητρο είναι, σε πολλές περιπτώσεις, η ευχή να υπάρξει ένα τέλος σε μια ανυπόφορα συγκρουσιακή και αγωνιώδη κατάσταση. Για παράδειγμα, εάν η μητέρα κάποιου απειλεί κατ’ επανάληψη ότι θα τρελαθεί, υπαινισσόμενη ότι θα είναι καταστροφικό για το παιδί να χαθεί η ίδια τοιουτοτρόπως, ενδέχεται το παιδί να βάλει τα δυνατά του για να την τρελάνει και να απαλλαγεί έτσι από την απειλή, η οποία κρέμεται ως η Δαμόκλειος Σπάθη πάνω από το κεφάλι του· έτσι διασώζει τουλάχιστον την ικανοποίηση ότι το δικό του χέρι είναι που πραγματοποίησε την αναπόφευκτη καταστροφή.
Στην ψυχιατρική μας εργασία, βλέπουμε καθημερινά ότι οι ασθενείς τείνουν να προκαλούν στον εαυτό τους κάθε καταστροφή που νομίζουν ότι είναι αναπόφευκτη, στην προσπάθειά τους να ελαττώσουν τα ανυπόφορα συναισθήματα αβοηθησίας και αγωνίας μπροστά σε αυτή την προοπτική.
Η βασανιστικά αβέβαιη φύση της, πάντα αμφίθυμης, συμβιωτικής σχέσης η οποία υπήρξε κατά τη βρεφική και παιδική ηλικία ανάμεσα στον σχιζοφρενή ασθενή και τη μητέρα του ή τον πατέρα του έχει περιγραφεί από τον Hill (1955), τον Arieti (1955), τον Bowen (1956) κι εμένα. Οποιοσδήποτε είχε μια μακροχρόνια θεραπευτική σχέση με έναν σχιζοφρενή ασθενή, γνωρίζει από πρώτο χέρι την έντονα (και αμοιβαία) αμφίθυμη σχέση που υπήρξε ανάμεσα στον ασθενή και τον γονέα ο οποίος ήταν ο πιο παθογόνος, καθώς αυτή επαναλαμβάνεται στη μεταβιβαστική σχέση ανάμεσα στον ίδιο και τον ασθενή.
4. Με συχνότητα που προκαλεί έκπληξη, ανευρίσκεται τόσο στις αφηγήσεις των ασθενών όσο και, ακόμα πιο εντυπωσιακά, στο ξεδίπλωμα των παιδικών τους σχέσεων με τους γονείς τους στη μεταβίβαση, ότι είχαν ανακαλύψει στην παιδική τους ηλικία ότι ο ένας ή ο άλλος από τους γονείς τους ήταν, ούτως ειπείν, λίγο τρελός. Ένιωθαν –δικαίως, κατά τη γνώμη μου– ότι η απόδειξη για την τρέλα του γονέως ήταν τόσο κρυμμένη από τη δημόσια έκθεση και αποκαλυπτόταν μόνο μέσα στη δική τους σχέση με τον γονέα, ώστε μόνο οι ίδιοι είχαν γνώση της πλήρους έκτασής της. Σε αυτές τις συνθήκες, αυτή η γνώση παρέμενε ένα ένοχο μυστικό για το παιδί, το οποίο είχε μια έντονη τάση να νιώθει υπεύθυνο για το γεγονός της τρέλας του γονέως. Επιβαρυνόταν τοιουτοτρόπως και από την τρέλα –εφόσον ο γονέας αναζητούσε ικανοποίηση για τις ψυχωτικές του ανάγκες που εκφράζονταν κυρίως προς αυτό το παιδί– και από την επίγνωση που είχε αυτής της τρέλας. Τοιουτοτρόπως οι συνθήκες ήταν ώριμες για να του δημιουργηθεί ο πειρασμός να υποδαυλίσει την τρέλα του γονέα, ώστε να γίνει επαρκώς εμφανής· πειρασμός να συντελέσει να γίνει η τρέλα του γονέα εμφανής και σε άλλους πλην του ιδίου, ούτως ώστε η οικογένεια και η ευρύτερη κοινότητα να μοιραστούν το δικό του φορτίο.
Οι ασθενείς που έχουν αυτό το είδος του προ-ψυχωτικού βιώματος είναι πολύ περισσότεροι από αυτούς που έχουν κάποιον γονέα, ο οποίος υπήρξε «ανοιχτά» ψυχωτικός και χρειάστηκε νοσηλεία. Αναφερόμενος σε αυτό, δεν ξεχνώ ότι ο ασθενής, ο οποίος παλεύει ενάντια στη δική του τρέλα, θα προβάλει την τρέλα που τον απειλεί στον ένα ή τον άλλο γονέα. Αυτό συμβαίνει συχνά και, μάλιστα, ανελλιπώς. Αλλά η διεργασία, την οποία περιέγραψα, συμβαίνει και αυτή συχνά.
5. Ένα από τα πιο ισχυρά και συχνά κίνητρα πίσω από την εν λόγω προσπάθεια είναι η επιθυμία κάποιου να βρει μια αδελφή ψυχή για να ανακουφίσει την αβάσταχτη μοναξιά του. Σε όλες τις περιπτώσεις των σχιζοφρενών ασθενών, με τους οποίους είχα μια μακροχρόνια και επιτυχή θεραπεία, τέτοια ώστε να γίνουν με σαφήνεια αντιληπτές οι σχέσεις της παιδικής ηλικίας, αυτό το κίνητρο εντοπίστηκε στον γονέα που είχε μια συμβιωτική σχέση με το παιδί. Ο επισφαλώς απαρτιωμένος γονέας είναι, χαρακτηριστικά, ένα πολύ μοναχικό άτομο το οποίο πεινάει για κάποιον που θα μοιραστεί μαζί του τόσο τις ιδιωτικές συναισθηματικές του εμπειρίες όσο και τις στρεβλές εικόνες του κόσμου.
Η ακόλουθη αναφορά ενός θεράποντος γιατρού από τη συνομιλία του με ένα 28χρονο άρρενα σχιζοφρενή ασθενή δείχνει το κίνητρο αυτό εν δράσει: Ο Carl ήταν ήσυχος, σχεδόν καταθλιπτικός όλο το πρωινό, όταν ξαφνικά άρχισε να μιλά για την αρρώστια της μητέρας του. Είπε ότι φθονούσε τη μεγαλύτερη αδελφή του διότι αυτή δεν όφειλε να αντέξει το βάρος του πλήγματος της ασθένειας της μητέρας (η αδελφή δεν είναι άρρωστη). Είπε ότι η μητέρα “δοκίμασε” τις παρανοϊκές της ιδέες σε αυτόν. Πηγαινοερχόταν στο σπίτι, κατέβαζε τα παντζούρια, ήλεγχε εάν κάποιος ήταν κοντά, και έπειτα έλεγε σε αυτόν όλα αυτά που αποτελούσαν προφανώς τις ολότελα παρανοϊκές της ιδέες για φίλους και γείτονες. Πολύ σοφά προσέθεσε ότι ένιωθε ότι η μητέρα χρειαζόταν παρέα στην αρρώστια της· ότι ένιωθε τόσο μόνη που χρειαζόταν να τον χρησιμοποιήσει με αυτόν τον τρόπο…(Ο ασθενής) έχει ιδέες ότι οι άνθρωποι μιλούν γι’ αυτόν και ακούει φωνές που εκφράζουν αυτές τις ιδέες με έναν αφελή και πέραν πάσης αμφιβολίας τρόπο.
Το γονεϊκό κίνητρο αντανακλάται στη φανατική πίστη του ασθενούς στον γονέα, πίστη που υποχωρεί μόνο ύστερα από χρόνια σκληρής διεργασίας θεραπευτή και ασθενούς στην ψυχοθεραπεία της χρόνιας σχιζοφρένιας. Απόδειξη γι’ αυτό το κίνητρο ανακαλύπτει κάποιος και στη συχνότητα που οι βαριά ψυχωτικοί ασθενείς έχουν ψευδαισθήσεις αυτού του γονέα σε μια εξιδανικευμένη μορφή, η οποία διαχωρίζεται σε δυο, εκ των οποίων η μια αποτελεί την προσωποποίηση του κακού και η άλλη την προσωποποίηση της στοργικής προστατευτικότητας. Με τους βαρύτερα ασθενείς, θα χρειαστούν πολλοί μήνες σκληρής εργασίας πριν ο θεραπευτής αρχίσει να επενδύεται λιβιδινικά από τον ασθενή σε βαθμό συγκρίσιμο με αυτόν των ψευδαισθητικών μεν, αλλά για τον ασθενή άμεσα και ζωηρά πραγματικών, γονεϊκών μορφοειδώλων. Τη μεγαλύτερη μαρτυρία γι’ αυτό το κίνητρο αποτελεί η μάχη, με νύχια και με δόντια, του γονέως ενάντια στην κοινή προσπάθεια του θεραπευτή και του ασθενούς να απελευθερωθεί ο τελευταίος από τη (μαγικά «κλειστή», μαγικά «αμοιβαίας και πλήρους κατανόησης» των δύο -εναντίον-του-κόσμου) σχέση τους.
Στα παραπάνω, δεν υπάρχει η αναγνώριση της αντίθετης και υγιούς επιθυμίας των γονέων να βοηθήσουν το παιδί τους να ωριμάσει, η εκπλήρωση της οποίας είναι σε τέλεια ασυμφωνία με αυτό το είδος της παντοδύναμης και μυθικής αγάπης, η οποία είναι στην πραγματικότητα έντονα αμφιθυμική και ψυχωτική και την οποία μόλις περιέγραψα. Οι γονείς δεν είναι ποτέ άμοιροι μιας τέτοιας επιθυμίας και, συχνά, αυτή είναι αρκετά δυνατή, ούτως ώστε να τους ωθεί να έχουν την απαραίτητη συμβολή στη θεραπευτική προσπάθεια. Αλλά, δεν παύει να είναι αληθές ότι αυτή η παιδιάστικη, παντοδύναμη σχέση μεταξύ των πιο άρρωστων και ανώριμων πλευρών της προσωπικότητας των γονιών από τη μία και της προσωπικότητας του ασθενούς από την άλλη, αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ίαση.
Όλο αυτό αναπαράγεται στην ανάπτυξη της μεταβίβασης και, αναπόφευκτα, ο θεραπευτής εμβυθίζεται έντονα στην υποκειμενική εμπειρία της μαγικής εγγύτητας και της, διαμοιραζόμενης με τον ασθενή, παντοδυναμίας. Η συναρπαστική αυτή φάση εξηγεί σε πολλές περιπτώσεις τη μεγάλη διάρκεια της θεραπείας αυτών των ασθενών. Ο θεραπευτής είναι με το ένα πόδι μέσα στην ίδια ψυχική διεργασία με τον ασθενή, δηλαδή τη διεργασία της διατήρησης της σχάσης μεταξύ του “καλού εαυτού” του και του “κακού εαυτού” του, όπως και της σχάσης μεταξύ του «καλού άλλου» και του «κακού άλλου». Γενικά, ο θεραπευτής στην αρχή έχει και τα δυο πόδια σε αυτή τη διεργασία για Χ μήνες. Έπειτα, αμφότεροι, και αυτός και ο ασθενής, περνούν αρκετό καιρό λουφάζοντας σε μια καθαρά «καλή» εμπειρία του ιδίου και του άλλου, ενόσω τα «κακά» στοιχεία στη σχέση παραμένουν σε ένα είδος καταστολής και προβολής στον κόσμο, έξω από αυτή τη φωλιά. Ο θεραπευτής μαθαίνει σε αυτού του είδους την εμπειρία από πρώτο χέρι πόσο δυνατό ήταν το δέλεαρ που προσέφερε ο γονέας στον ασθενή στην παιδική ηλικία· το δέλεαρ να μοιράζεσαι την απόλαυση να είσαι «τρελός» μαζί με τον γονέα.
6. Κάτι από την πολυπλοκότητα της πραγματικής κατάστασης στη διαπροσωπική σχέση, η οποία καθιστά κάθε απόπειρα περιγραφής (όπως αυτή που επιχειρώ εδώ) μια ωμή υπεραπλούστευση, γίνεται εμφανής εάν αναλογιστούμε και το παρακάτω κίνητρο.
Ένας τρόπος διαπροσωπικής συμμετοχής, ο οποίος φέρει όλα τα γνωρίσματα μιας προσπάθειας να τρελάνεις τον άλλον, ενδέχεται να ερείδεται, στην πραγματικότητα, σε μια συνειδητή ή ασυνείδητη επιθυμία να ενθαρρύνεις τον άλλον προς μια υγιέστερη προσέγγιση, μια καλύτερη απαρτίωση τόσο διαπροσωπικά με έναν άλλον όσο και ενδοπροσωπικά με τον εαυτό του. Στην πραγματικότητα η επιτυχής ψυχοθεραπευτική παρέμβαση εμφανίζεται συχνά με αυτή την όψη προς τα έξω.
Σε αυτή την περίπτωση, δηλαδή, η συνειδητή ή ασυνείδητη προσπάθεια έγκειται στην ενεργοποίηση αποσυνδεδεμένων ή απωθημένων στοιχείων στην προσωπικότητα του άλλου με στόχο, όχι να κατακλυσθεί το Εγώ του μέσα από την επίγνωσή τους, αλλά να τα απαρτιώσει. Δεν υπαινίσσομαι, φυσικά, ότι αυτός ο οποίος θέτει σε κίνηση αυτού του είδους τη διεργασία, την έχει σχεδιάσει στην παραμικρή λεπτομέρεια.
Η υπόθαλψη της διακαι ενδοπροσωπικής απαρτίωσης του άλλου, ή αυτοπραγμάτωσης, αποτελεί ουσιώδες μέρος του «σχετίζεσθαι εν αγάπη», όπως αυτό ορίστηκε από τον φιλόσοφο-θεολόγο Martin Buber (Friedman, 1955). Το αποδίδει τονίζοντας την προσπάθεια «να κάνεις τον άλλον παρόντα» και, όταν αυτό συμβαίνει αμοιβαία, το ορίζει ως «αμοιβαία επαλήθευση»· και εκφράζει την πεποίθησή του ότι «…η βοήθεια που οι άνθρωποι δίνουν ο ένας στον άλλον, ώστε να γίνει ο καθείς ο εαυτός του, οδηγεί τη ζωή τους στο υψηλότερο σημείο της…».
Λέγοντας το με άλλα λόγια, νομίζω ότι η ουσία της σχέσης αγάπης απαιτεί την ανταπόκριση στην ολότητα του άλλου, κάτι που σημαίνει ότι ανταποκρίνεται κάποιος με τέτοιο τρόπο στον άλλον, ακόμα κι όταν ο ίδιος δεν είναι ενήμερος της ολότητάς του, ανακαλύπτοντας (και αντιδρώντας σε) ένα ευρύτερο πρόσωπο αυτό που ο ίδιος θεωρεί ότι είναι· αυτό συμβαίνει κυρίως όταν έχουμε να κάνουμε με παιδιά ή με ψυχικά ασθενείς.
Έτσι, για να εστιάσω ειδικότερα στην προσπάθεια κάποιου να τρελάνει τον άλλον, ανακαλύπτουμε ότι αυτή ενδέχεται να γειτνιάζει ή και να περιέχεται στην προσπάθεια να βοηθήσει τον άλλον προς μια καλύτερη απαρτίωση, κάτι που μπορεί να ιδωθεί ως η ουσία μιας σχέσης αγάπης. Μια γνήσια προσπάθεια να τρελάνει κάποιος ένα άλλον –να αποδυναμώσει την προσωπική του απαρτίωση, να ελαττώσει το πεδίο του Εγώ του και να μεγεθύνει το πεδίο των αποσχισμένων ή κατασταλμένων διεργασιών της προσωπικότητά του– είναι στον αντίποδα αυτού του είδους σχέσης την οποία περιγράφει ο Buber.
Εικάζω ότι σε πολλές περιπτώσεις που ο γονέας υποδαυλίζει την τρέλα του παιδιού, η ψύχωση του βλαστού είναι αποτέλεσμα της αστοχίας της γονεϊκής επιθυμίας, συνειδητής ή ασυνείδητης, να οδηγήσει το παιδί προς μια πιο ώριμη απαρτίωση. Δεν είναι εύκολο νε γνωρίζει κάποιος τις ακριβείς ικανότητες του Εγώ του άλλου, όπως κάθε θεραπευτής μπορεί να βεβαιώσει. Ενδέχεται αυτοί οι γονείς να ενεργούν όπως οι θεραπευτές όταν δίνουν ερμηνείες σε λάθος χρόνο ή μη συντονισμένες με τις ανάγκες του Εγώ του ασθενούς· το αποτέλεσμα είναι αποδιοργανωτικό αντί για το επιθυμητό της καλύτερης απαρτίωσης.
Το παραπάνω ενισχύεται από την παρατήρηση ότι στην έναρξη της νόσου οι επιταχυντικές συνθήκες, όποιες κι αν ήταν, οδήγησαν τον ασθενή να συνειδητοποιήσει αλήθειες για τον εαυτό του και τις σχέσεις του με τους άλλους στην οικογένεια· αλήθειες οι οποίες είναι πολύτιμες και επί μακρόν αναζητούμενες και οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια βάση για μια γρήγορη ανάπτυξη του Εγώ, για μια γρήγορη απαρτίωση της προσωπικότητας. Ήρθαν, όμως, υπερβολικά γρήγορα για να μπορέσει να τις αφομοιώσει το Εγώ του ασθενούς κι έτσι το Εγώ παλινδρόμησε, οπισθοδρομώντας από αυτό, το οποίο είναι ένα ανοιχτό κουτί της Πανδώρας γι’ αυτούς. Έτσι αυτό που θα μπορούσε να αποτελέσει (και προφανώς αποτελεί για όσους δεν έρχονται ποτέ στον ψυχίατρο) μια δημιουργική, πολύτιμη και απαρτιωτική εμπειρία ωρίμανσης, μετατρέπεται σε μια σχιζοφρενιογόνο εμπειρία, καθώς διάφορες παθολογικές άμυνες (παραληρήματα, ψευδαισθήσεις, αποπροσωποποίηση κ.ο.κ) εγείρονται ενάντια στη συνειδητοποίηση αυτών των αληθειών.
Στην ψυχοθεραπεία, ο θεραπευτής καλείται να συμμετέχει (με επιδέξια επιλογή δόσης και χρόνου) σε μια αλληλεπίδραση, η οποία εάν δεν γίνει τεχνηέντως (είτε εξαιτίας απειρίας, είτε εξαιτίας της τάσης του να βιώνει τον ασθενή περισσότερο μισητό από αγαπητό), ενδέχεται να έχει το ακριβώς αντίθετο από το αναμενόμενο θεραπευτικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, πρόωρες ερμηνείες ενδέχεται να έχουν αποδιοργανωτική παρά απαρτιωτική επίδραση στον ασθενή.
7. Το επόμενο κίνητρο συνδέεται με την παρατήρηση του Hill, σύμφωνα με την οποία η μητέρα του σχιζοφρενούς φέρνει το παιδί αντιμέτωπο με την απειλή ότι θα τρελαθεί, εάν αυτό γίνει ένα ανεξάρτητο άτομο, διαχωριζόμενο ψυχικά από αυτήν. Το σχετικό κίνητρο είναι, λοιπόν, το εξής: το παιδί μπορεί να βιώσει την επιθυμία του για εξατομίκευση ως επιθυμία να τρελάνει την μητέρα του. Η μητέρα του αντιδρά στην επιθυμία του για εξατομίκευση ως εάν να προσπαθεί να την τρελάνει· οπότε, νομίζω ότι, είναι απόλυτα φυσιολογικό που το ίδιο το παιδί δεν είναι σε θέση να διακρίνει ανάμεσα στη δική του φυσιολογική και πολύτιμη προσπάθεια προς την εξατομίκευση από την μια μεριά και την τερατώδη επιθυμία να τρελάνει τη μητέρα του από την άλλη· την οποία η μητέρα επιβεβαιώνει, καθώς επανειλημμένα αντιδρά ως εάν το παιδί τής την αποδεικνύει.
Αυτή η ψυχοδυναμική κατάσταση είναι ανάλογη με αυτήν όπου η μητέρα υποδηλώνει ότι αν το παιδί μεγαλώσει, θα την σκοτώσει· σε αυτή την περίπτωση, όπως φαίνεται στην κλινική εργασία, το παιδί βιώνει τις φυσιολογικές του επιθυμίες προς την εξατομίκευση ως τερατώδεις επιθυμίες να σκοτώσει τη μητέρα του. Ο Hill αναφέρεται σε αυτό, στο βιβλίο του.
Εάν εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στη σχέση του παιδιού με μια τέτοια μητέρα, όπως την περιγράφει ο Hill, και αλλάξουμε την οπτική γωνία από την οποία κοιτάζουμε τη μάχη μεταξύ μητέρας και παιδιού για το ποιος θα τρελάνει τον άλλον, αναδύεται ένα άλλο ενδιαφέρον ζήτημα: οι φαινομενικές προσπάθειές της να τρελάνει το παιδί της ενδέχεται να περιέχουν έναν πυρήνα αξιέπαινης, αν και αδιαμόρφωτης, προσπάθειας να το βοηθήσει να γίνει ένα ανεξάρτητο άτομο. Είναι εμφανές ότι, στον ψυχισμό μιας τέτοιας μητέρας, η έννοια του αποχωρισμού και της ατομικότητας ισοδυναμούν σε τόσο μεγάλο βαθμό με την τρέλα, ούτως ώστε δεν είναι σε θέση να συλλάβει αυτό το κίνητρο ως την επιθυμία να βοηθήσει το παιδί να γίνει ανεξάρτητο. Αλλά κάποιο κομμάτι υγιούς μητέρας που υπάρχει σε αυτήν διαισθάνεται ότι το παιδί χρειάζεται κάτι που αυτή δεν μπορεί να του το προσφέρει, κάτι πολύ ουσιαστικό· αυτό αποτελεί το κομμάτι της που προσπαθεί, δήθεν, να τρελάνει το παιδί της, ενώ προσπαθεί, στην πραγματικότητα, να το βοηθήσει να γίνει ένα ανεξάρτητο άτομο.
Στην ψυχοθεραπευτική σχέση βρίσκουμε, ως φυσική συνέπεια αυτής της εμπειρίας του παρελθόντος, ότι ο ασθενής τείνει να αντιδρά στη δική του αναπτυσσόμενη ατομικότητα, τη δική του ανάπτυξη του Εγώ, ως εάν να πρόκειται για τρέλα που γεννά άγχος· και ο θεραπευτής (στη μεταβιβαστική θέση της μητέρας σε αυτή τη φάση της θεραπείας) τείνει και ο ίδιος να βιώνει αυτό το άγχος. Τοιουτοτρόπως και οι δυο συμμετέχοντες τείνουν ασυνείδητα να διαιωνίζουν τη συμβιωτική σχέση από φόβο μήπως ο ασθενής «τρελαθεί» τελείως· στην πραγματικότητα, φόβο μήπως ο ασθενής βγει από τη συμβίωση σε μια κατάσταση υγιούς ατομικότητας. Αυτή η άποψη είναι στην ίδια γραμμή σκέψης με το σχόλιο της Szalita-Pemow (σε προσωπική ανακοίνωση) ότι «η ατομικότητα του σχιζοφρενούς ασθενούς εδρεύει εν μέρει στα συμπτώματά του».
8. Το τελικό κίνητρο είναι στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την εμπειρία μου, το πιο ισχυρό από όλα τα προηγηθέντα· η αναφορά μου σε αυτό είναι σύντομη εδώ διότι το έθιξα ήδη στην ανάπτυξη του 5ου κινήτρου και διότι πολλές από τις τελευταίες σελίδες θα αφιερωθούν σε αυτό. Αυτό το κίνητρο είναι η επίτευξη, διαιώνιση ή ανάκτηση των ικανοποιήσεων που είναι σύμφυτες με τη συμβιωτική μορφή σχέσης. Συνηθέστερα, η προσπάθεια κάποιου να τρελάνει τον άλλον ή να διαιωνίσει την τρέλα του ερείδεται κυρίως στην ασυνείδητη προσπάθεια αμφοτέρων των συμμετεχόντων να έχουν πρόσβαση στις ικανοποιήσεις που η συμβιωτική σχέση προσφέρει, παρά τις αγχογόνες και ματαιωτικές της πλευρές.
Δεν θα επιχειρήσω να θέσω σε συζήτηση κι άλλα κίνητρα. Αναμφίβολα μπορεί να ανακαλυφθούν κι άλλα και ενδέχεται κάποια από αυτά να είναι τόσο ευρείας σημασίας όσο και τα προαναφερθέντα. Αλλά, σύμφωνα με την εμπειρία μου, αυτά τα οχτώ είναι τα πιο συχνά και ισχυρά.
Η σχέση ασθενούς-θεραπευτή
Σημαντικό τμήμα της κλινικής εμπειρίας που οδήγησε στην κεντρική θέση αυτού του άρθρου βασίστηκε σε αναφορές και παρατηρήσεις που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο οι ασθενείς σχετίζονται με την ομάδα της οικογένειάς τους αφενός και με την ομάδα των ασθενών και του προσωπικού στο τμήμα του νοσοκομείου αφετέρου· εάν το επέτρεπε ο χώρος, θα μπορούσα να παρουσιάσω υλικό το οποίο να αποδεικνύει ότι, σε καθεμία από αυτές τις περιοχές, η ενσωμάτωση του ασθενούς στην ομάδα παίρνει τη μορφή μιας αμοιβαίας μάχης ποιος θα τρελάνει τον άλλον.
Όμως, εφόσον θεωρώ ότι πρόκειται βασικά για τις ίδιες ψυχοδυναμικές διεργασίες οι οποίες είναι σε κίνηση, η μόνη ουσιαστική διαφορά όντας ότι εκεί εκτυλίσσονται σε πλαίσιο ομάδας και όχι δυάδας, και επειδή το κύριο ενδιαφέρον μου επικεντρώνεται στην ατομική ψυχοθεραπεία, θα περιορίσω τις τελευταίες παρατηρήσεις μου εντός του πλαισίου της σχέσης ασθενούς-θεραπευτή.
Σύμφωνα με την εμπειρία μου, εντός της σχέσης ασθενούς-θεραπευτή μπορούμε να διακρίνουμε καθαρότερα αυτόν τον τρόπο αλληλεπίδρασης, «την προσπάθεια να τρελάνεις τον άλλον». Ειδικότερα, μπορούμε να δούμε αυτόν τον τύπο σχέσης να κυριαρχεί κατά τη διάρκεια μιας ιδιαίτερης φάσης της ανάπτυξης της μεταβίβασης του σχιζοφρενούς ασθενούς στον θεραπευτή, μια φάση κατά την οποία επαναφέρεται μεταξύ ασθενούς και θεραπευτή εδώ και τώρα, μια προηγούμενη μάχη μεταξύ του ασθενούς και του γονέως «ποιος θα τρελάνει τον άλλον». Βάσει της δικής μου θεραπευτικής εργασίας, αλλά και βάσει της εργασίας άλλων θεραπευτών στο Chestnut Lodge, σχημάτισα την άποψη ότι κάθε επιτυχής ψυχοθεραπεία με σχιζοφρενή ασθενή περιλαμβάνει μια τέτοια φάση. Κατά τη διάρκειά της, ο θεραπευτής εμπλέκεται άμεσα σε αυτή τη μάχη και τοιουτοτρόπως αισθάνεται ότι η προσωπική του απαρτίωση κινδυνεύει αληθώς, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Η απαραίτητη συμμετοχή του θεραπευτή σε αυτή τη φάση της ανάπτυξης της μεταβίβασης είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της ψυχοθεραπείας με σχιζοφρενείς ασθενείς τα οποία συντελούν στην ένταση και δυσκολία της θεραπείας κατά διαστήματα.
Ένας από τους άνδρες, σχιζοφρενείς ασθενείς μου εξέφραζε αυτή την πεποίθησή του για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών ως εξής: «Είστε κάπως περίεργος, Dr Searles»· «Είστε τρελός, Dr Searles»· «Σκέφτεστε περίεργα»· και όντως, εν γνώσει του θέματος, «Δεν εκφράζεστε στους άλλους ανθρώπους όπως σε μένα, έτσι δεν είναι;» Στην ανάπτυξη της μεταβίβασης αυτού του ανθρώπου σε εμένα ως μητρικής φιγούρας, αποκαλύφθηκε ευδιάκριτα το γεγονός ότι, στα πρώτα χρόνια της ζωής του, έθετε κατ’ επανάληψη την ψυχική υγεία της μητέρας του σε δοκιμασία, δημιουργώντας διάφορες καταστάσεις και εξετάζοντας εάν θα αντιδρούσε με φυσιολογικό ή παθολογικό τρόπο. Η μητέρα, η οποία είχε πεθάνει μερικά χρόνια πριν από τη νοσηλεία του ασθενούς, ήταν μια σχιζοειδής προσωπικότητα, με την οποία ο ασθενής είχε εμπλακεί για πολλά χρόνια σε μια τυπικά συμβιωτική σχέση. Τα άλλα μέλη της οικογένειας, έντονα ενδιαφερόμενα για αίγλη, είχαν διατηρήσει ένα όριο προστασίας και απαξίωσης γύρω από την εκκεντρική μητέρα και αυτόν τον γιο, τόσο ίδιο με τη μητέρα σε αυτή την εκκεντρικότητα.
Στην εργασία μου με αυτόν τον άνδρα, η μάχη «ποιος θα τρελάνει τον άλλον» αναζωπυρώθηκε με ασυνήθιστη ένταση. Ο ασθενής με έβαζε σε μια συνεχή δοκιμασία με τον ίδιο τρόπο που προφανώς το είχε κάνει σε προηγούμενα χρόνια με τη σχιζοειδή μητέρα του, ούτως ώστε να αποκαλυφθούν στοιχεία που να υποστηρίζουν τη διαρκή του υποψία ότι ήμουν (ελαφρά ή και βαρύτερα) τρελός. Επανεισήγαγε για χρόνια εξωφρενικά αδιατάρακτα στερεότυπα, περιγράφοντας τον εαυτό του ως πλήρως υγιή και καλό και εμένα ως διεστραμμένο και κακό, με μία διαβρωτική επιμονή· υπήρχαν φορές που με καταπονούσε με τον ίδιο βασανιστικό, σαρκαστικό, κατηγορητικό τρόπο, τον οποίον προφανώς η μητέρα του χρησιμοποιούσε προς αυτόν, σε τέτοιο βαθμό που με δυσκολία με έπειθα να παραμείνω στο δωμάτιο. Με κατηγορούσε, ξανά και ξανά, ότι τον τρέλαινα. Έπειτα από ώρες που πέρασα μαζί του, πολεμώντας με ασυνήθιστη προσπάθεια να διατηρήσω τη δική μου ψυχική ισορροπία, άρχισε να διαμορφώνεται μέσα μου η ιδέα ότι αυτή η επαναλαμβανόμενη κατηγορία του (ότι εγώ προσπαθούσα να τον τρελάνω) αποτελούσε μάλλον μια προβολή.
Στη διάρκεια μιας συνεδρίας με μια 24χρονη σχιζοφρενή γυναίκα, κατακλύστηκα από μια αίσθηση σύγχυσης και μηπραγματικότητας όταν αυτή, μια εξόχως παραληρητική ασθενής, μου διάβαζε αποσπάσματα από ένα βιβλίο οδηγιών για το γιαπωνέζικο παιχνίδι «Go». Φαινόταν να βρίσκει κάποιο κρυμμένο νόημα σε κάθε λέξη, σχεδόν σε κάθε συλλαβή, κοιτώντας με σημασία, με ένα σαρκαστικό χαμόγελο πολύ συχνά, ως εάν να ήταν πεπεισμένη ότι γνώριζα τα κρυφά νοήματα που ανακάλυπτε σε όλα αυτά. Συνειδητοποίησα, με ένα στιγμιαία αποδιοργανωτικό αντίκτυπο, πόσο απειλημένη, δύσπιστη και απομονωμένη ήταν αυτή η γυναίκα. Αυτό που έκανε σε εμένα είναι παρόμοιο με αυτό που έκανε η μητέρα της σε αυτήν, όταν την έπαιρνε μαζί της στον κινηματογράφο στην παιδική της ηλικία, και τη διέταζε επανειλημμένα “τώρα σκέψου!” Αυτό η ασθενής το λάμβανε (και σωστά, νομίζω) ως διαταγή να αντιληφθεί τα ίδια μυστικά νοήματα στη διάρκεια του έργου που η μητέρα, μια ενεργά ψυχωτική γυναίκα κατά την ανατροφή του κοριτσιού, αντιλαμβανόταν. Η ασθενής παρέλυε κάτω από το βάρος αυτής της αδύνατης εργασίας (η επιτυχής έκβαση της οποίας θα σήμαινε ότι μοιραζόταν με τη μητέρα της την ψύχωσή της), ακριβώς όπως παρέλυα εγώ στη συνεδρία με τα διαβάσματά της. Επίσης, σε μια κατοπινή περίπτωση, μου περιέγραψε πώς διάβαζε στη μητέρα με τον ίδιο τρόπο για ώρες ολόκληρες, ενώ η μητέρα της έκανε τις δουλειές του σπιτιού· ήταν φανερό ότι αντλούσε έντονα σαδιστική ικανοποίηση που ήταν ικανή να οδηγήσει τη μητέρα της στην τρέλα με αυτή την μέθοδο. Πολλές φορές, παρομοίως, την είδα να κάθεται με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο αφού είχε καταφέρει να με βυθίσει σε σύγχυση και ανασφάλεια με τη χαοτική ρηματοποίηση παραληρητικού υλικού.
Αυτή η γυναίκα ήταν αντιμέτωπη με την αναφώνηση «είσαι τρελή!» από τότε που ήταν μικρό παιδί και κατ’ επανάληψη από διάφορα μέλη της οικογένειάς της. Σύμφωνα με όσα η ίδια θυμόταν, αυτό συνέβαινε οποτεδήποτε ζητούσε από οποιονδήποτε από αυτούς να τη βοηθήσει να βγει από τη σύγχυση, την οποία όλα τα παιδιά βιώνουν συχνά όταν εκτίθενται σε ασυνήθεις και περίπλοκες καταστάσεις. Μια φορά μού είπε «Όποτε άνοιγα το στόμα μου, έξι ή οχτώ από αυτούς (τα μέλη της ασυνήθιστα μεγάλης οικογένειάς της) θα έπεφταν πάνω μου λέγοντάς μου ότι είμαι τρελή, έως ότου άρχισα να ανησυχώ μήπως πράγματι έχανα το μυαλό μου». Διαπιστώθηκε ότι μια αμοιβαία μάχη «ποιος θα τρελάνει τον άλλον» διαμειβόταν ανάμεσα σε αυτήν και τα άλλα μέλη της οικογένειας. Αυτή η μάχη διεξήχθη με ιδιαίτερη ένταση μεταξύ της ιδίας και της μητέρας της, ένα ιδιαίτερα ευμετάβλητο άτομο (όπως επιβεβαιώθηκε από έναν από τους αδελφούς της ασθενούς), για την οποία η ασθενής ήταν πεπεισμένη, για χρόνια μετά την έναρξη της θεραπείας με εμένα, ότι δεν ήταν ένα πρόσωπο, αλλά πολλά. Μια φορά μού ανέφερε τον κάτωθι ισχυρισμό της μητέρας, ο οποίος είναι ενδεικτικός ακριβώς της μάχης που περιέγραψα: «Συνήθιζαν να λένε “είσαι ψυχοσωματική και αν δε προσέξεις, θα καταλήξεις σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο!” Αυτός είναι ο τρόπος που αυτοί συμπεριφέρονταν και δεν θα το παραδέχονταν».
Εν τούτοις, υπήρχαν νύξεις στην εργασία μου με αυτή τη γυναίκα ότι οι προσπάθειές της να με τρελάνει (ως μια μητρική φιγούρα στη μεταβίβαση, σε αυτή τη φάση της θεραπείας) δεν είχαν κατά διαστήματα ως κίνητρο τη σαδιστική ευχαρίστηση να με αποδιοργανώσει ή την ανάγκη της να εξωτερικεύσει σε μένα τη δική της ψύχωση, αλλά, μάλλον, μια γνήσια έγνοια για μένα. Σε τέτοιες στιγμές, η αλληλεπίδραση μεταξύ μας ήταν τέτοια που καθιστούσε προφανές ότι ήμουν, όπως με έβλεπε, στη θέση μιας ψυχικά άρρωστης μητέρας η οποία χρειαζόταν θεραπεία, την οποία η ίδια ένιωθε αδύναμη να προσφέρει· κατάσταση απολύτως παρόμοια με αυτήν που βίωσε κατά την παιδική της ηλικία στη σχέση με μια ψυχιατρικά άρρωστη μητέρα, η οποία δεν είχε την ευεργεσία μιας επαγγελματικής φροντίδας για τη χρόνια «περιπατητική» (ambulatory) σχιζοφρένια της.
Κάποια φορά, όταν αυτή η όψη της μεταβίβασης ήταν εμφανής, προς το τέλος μιας συνεδρίας, όπου είχαμε ανταλλάξει απόψεις σε έντονο ύφος, η ασθενής διαμαρτυρήθηκε: «Γιατί δεν πας σε ένα νοσοκομείο; Αυτό δεν ήθελες, όλη την ώρα που μιλούσες;». Δεν το είπε με έναν εχθρικό τόνο, αλλά με ενδιαφέρον και αγωνία, ως εάν να είχε αναλάβει την ευθύνη να με πάει σε ένα νοσοκομείο και να ένιωθε εντελώς ανίκανη να φέρει εις πέρας αυτή την υποχρέωση. Σε μια άλλη συνεδρία, δυο εβδομάδες μετά, ρώτησε: «Πότε θα σε στείλουν σε ένα νοσοκομείο;… Το ξέρω ότι προσπαθείς να νοσηλευτείς σε κάποιο». Σε αυτές τις περιπτώσεις, υποθέτω ότι ήταν σε δράση η προβολή της δικής της ασυνείδητης επιθυμίας να εισαχθεί σε ένα νοσοκομείο. Μολοντούτο, όλο αυτό ταιριάζει τόσο καλά με τη σχέση που είχε με τη μητέρα της και, επιπροσθέτως, υπήρχαν πολλές ενδείξεις ότι αντιδρούσε σε μένα ως εάν να ήμουν η μητέρα τής παιδικής ηλικίας, ώστε παρέμεινα πεπεισμένος για την παραπάνω περιγραφείσα μεταβιβαστική ερμηνεία των αντιδράσεών της.
Τα παραπάνω παραδείγματα περιγράφουν τις προσπάθειες των ασθενών να τρελάνουν τον θεραπευτή τους. Το κλινικό μου υλικό, τόσο από τη δική μου εργασία όσο και από την εργασία των συναδέλφων μου, δείχνει ότι κι από την πλευρά του θεραπευτή υπάρχει μια αντίστοιχη προσπάθεια (ως επί το πλείστον ασυνείδητη, επισημαίνω και πάλι). Ακριβώς όπως οι ασθενείς τους, χρησιμοποιούν όλη τη γκάμα των μεθόδων που περιέγραψα νωρίτερα. Και το εύρος των υποκείμενων κινήτρων είναι παρομοίως ευρύ για τους θεραπευτές, όπως και για τους ασθενείς.
Σε κάθε περίπτωση, η αιτία της προσπάθειας του θεραπευτή προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αποδοθεί σε δυο πηγές:
α) τη φύση της μεταβίβασης του ασθενούς σε αυτόν· δηλαδή, τον τύπο σχέσης “τρελαίνω-τρελαίνομαι από τον άλλον”, η οποία είναι τέτοια που αναπόφευκτα οδηγεί τον θεραπευτή σε μια συναισθηματική κατάσταση κι έναν τύπο έκδηλης σχέσης, η οποία είναι συμπληρωματική αυτής της μεταβίβασης και
β) ένα χαρακτηριολογικό γνώρισμα του θεραπευτή, το οποίο υπερβαίνει τη σχέση του με αυτόν τον συγκεκριμένο ασθενή εν είδει μιας ασυνείδητης τάσης (η οποία φυσικά ποικίλλει σε ένταση στους διάφορους θεραπευτές, αλλά δεν είναι, προφανώς, εντελώς απούσα από τον συγκεκριμένο αστερισμό χαρακτηριολογικών γνωρισμάτων κάθε θεραπευτή) να τρελάνει το άλλο πρόσωπο· οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με το οποίο εγκαθιστά μια σχέση μεγάλης εγγύτητας.
Είναι προφανές, λοιπόν, όταν ανακαλύπτουμε κατά τη διερεύνηση της ιδιαίτερης σχέσης ασθενούς-θεραπευτή ότι χαρακτηρίζεται κυρίως από την αμοιβαία μάχη μεταξύ των συμμετεχόντων «ποιος θα τρελάνει τον άλλον», ότι η συμπεριφορά του θεραπευτή εκκινεί εν μέρει (και κατά κύριο λόγο, συνήθως) από την πρώτη πηγή «φυσιολογικής» ανταπόκρισης του θεραπευτή στη μεταβίβαση του ασθενούς.
Όμως, σε ένα σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, η δεύτερη πηγή της συμμετοχής του θεραπευτή παίζει επιπροσθέτως (μεγαλύτερο ή μικρότερο) ρόλο. Ανακάλυψα αποδείξεις για αυτό το χαρακτηριολογικό γνώρισμα στον εαυτό μου, προς μεγάλη μου απογοήτευση και φόβο, στις ύστερες φάσεις της ανάλυσής μου (περίπου επτά χρόνια πριν γράψω αυτό το άρθρο)· ένα γνώρισμα το οποίο ανακάλυψα ότι δρα, όχι μόνο στη σχέση με τον ένα ή δυο ασθενείς που είχα εκείνη την περίοδο, αλλά με όλους τους ασθενείς· επιπροσθέτως, το ανακάλυψα σε όλες τις σχέσεις μου με φίλους, συγγενείς και απλούς γνώριμους. Οι παρακάτω επικρατούσες αιτίες υποδηλώνουν τη μεγάλη διασπορά αυτού του γνωρίσματος ανάμεσα στους ψυχοθεραπευτές και τους ψυχαναλυτές:
1. Η ψυχαναγκαστική δομή προσωπικότητας δεν είναι σπάνια μεταξύ των θεραπευτών και των ψυχαναλυτών. Δεν είμαι βέβαιος ότι κυριαρχεί αλλά, αν μη τι άλλο, είναι τόσο συχνή ανάμεσά μας όσο και στον γενικό πληθυσμό, στον πολιτισμό μας που επιφυλάσσει τόσες ανταμοιβές για τέτοια ψυχαναγκαστικά χαρακτηριολογικά γνωρίσματα όπως η τάξη, ο ανταγωνισμός, η διανοητικοποίηση κ.ο.κ.
Είναι γνωστό ότι ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς άμυνας της ψυχαναγκαστικής δομής προσωπικότητας είναι ο αντιδραστικός σχηματισμός (reaction formation). Βάσει αυτού, είναι αναμενόμενο να ανακαλύψουμε ότι η επιλογή του επαγγέλματος εκ μέρους ενός σημαντικού αριθμού ψυχοθεραπευτών και ψυχαναλυτών έχει ως αφετηρία, τουλάχιστον εν μέρει, τον αντιδραστικό σχηματισμό ενάντια σε ασυνείδητες επιθυμίες, οι οποίες δρουν αντίθετα στη συνειδητή τους προσπάθεια που κυριαρχεί καθημερινά. Δηλαδή, όπως δεν θα εκπληττόμαστε εάν ανακαλύπταμε ότι ένας χειρουργός συνειδητοποιεί κατά τη διάρκεια της ψυχανάλυσής του ότι έχει έντονες και, άρα, βαθιά απωθημένες επιθυμίες να διαμελίσει σωματικά άλλους ανθρώπους, έτσι θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι να διακρίνουμε στους περισσότερους από εμάς, που διαλέξαμε το επάγγελμα να θεραπεύουμε ψυχιατρικές ασθένειες, παρομοίως έντονες και από παλιά απωθημένες επιθυμίες να αποσυναρμολογήσουμε τη δομή της προσωπικότητας των άλλων.
2. Προχωρώντας έτι περαιτέρω σε αυτή τη γραμμή συζήτησης που παρουσιάστηκε στο (1), είναι κατανοητό ότι στις διδακτικές αναλύσεις των ανθρώπων που έχουν επιλέξει την ψυχοθεραπεία ή την ψυχανάλυση ως επάγγελμα, ο αναλυόμενος θα εγείρει μεγάλες αντιστάσεις στη συνειδητοποίηση ότι έχει επιθυμίες όπως αυτή που διαπραγματευόμαστε εδώ, δηλαδή ότι έχει την επιθυμία να τρελάνει τον άλλον· η επιθυμία αυτή είναι σε ευθεία σύγκρουση με το γνήσιο και ισχυρό ενδιαφέρον του να βοηθήσει να θεραπευθεί ο άλλος από την ψυχική του ασθένεια. Ως εκ τούτου, τέτοιες επιθυμίες της τάξης του χαρακτηριολογικού γνωρίσματος τείνουν ευνόητα να μην ανιχνεύονται στις διδακτικές αναλύσεις και, άρα, να μην τυγχάνουν διεξοδικής επεξεργασίας· η επιλογή επαγγέλματος τείνει να μην εμφανίζεται ως συστατικό στοιχείο της πάλης του αναλυόμενου ενάντια στις ασυνείδητες επιθυμίες του να υποδαυλίσει την αποδιοργάνωση της προσωπικότητας των άλλων.
Νομίζω ότι αυτό μπορεί να περιγραφεί ευκρινέστερα ως εξής: οι επιθυμίες να τρελάνεις τον άλλον αποτελούν μέρος της αναρίθμητης ποικιλίας χαρακτηριστικών της προσωπικότητας των, συναισθηματικά υγιών, ανθρώπινων όντων. Η επιλογή του επαγγέλματος του θεραπευτή και του ψυχαναλυτή υποβάλλει ότι, εφόσον η δομή της προσωπικότητας είναι ψυχαναγκαστικού τύπου, το άτομο μάχεται (τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό) ενάντια σε (πάνω από τον μέσο όρο) έντονες, ασυνείδητες επιθυμίες αυτού του τύπου. Επιπροσθέτως, στον βαθμό που οι θεραπευτές και αναλυτές έχουν αφιερώσει τον εαυτό τους σε αυτή τη δια βίου εργασία (την ανακούφιση της ψυχιατρικής ασθένειας), είναι ιδιαίτερα δύσκολο γι’ αυτούς να επιτρέψουν στον εαυτό τους την αναγνώριση της παρουσίας αυτών των ποιοτικά φυσιολογικών επιθυμιών.
3. Καθώς τόσο πολλοί από εμάς εμφανιζόμαστε επίμονα διαθέσιμοι να θεωρήσουμε είτε κάποιο είδος λειτουργικής ψυχιατρικής ασθένειας είτε κάποιον ασθενή ως ανίατη/ο, παρά την υπάρχουσα άφθονη και εμπεριστατωμένη κλινική μαρτυρία για το αντίθετο, τίθεται το ερώτημα μήπως αυτή η τάση μας να υιοθετούμε μια ασυνείδητα «ανέλπιδη» στάση κρύβει ενδεχομένως, στην πραγματικότητα, μια ασυνείδητη επιθυμία να καθηλωθούν οι συγκεκριμένοι ασθενείς στην ασθένειά τους. Διατυπώνοντας αυτή την άποψη, δεν επιθυμώ να ελαχιστοποιήσω τις τεράστιες δυσκολίες της πορείας πολλών ψυχικά ασθενών προς την ίαση· αντιθέτως, είναι η από πρώτο χέρι εμπειρία μου των δυσκολιών αυτών, η οποία με κάνει να θεωρώ σημαντικό να προσθέτουμε όσο λιγότερους επιπρόσθετους παράγοντες οι οποίοι κάνουν ακόμα πιο πολύπλοκη αυτή τη δεινή μακροχρόνια εργασία με τους χρόνιους ψυχωτικούς ασθενείς.
Έχω έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος (τόσο στην προσωπική μου εργασία ως θεραπευτής και επόπτης είκοσι και πλέον θεραπευτών στο Chestnut Lodge και αλλού όσο και στην ακρόαση της εργασίας του προσωπικού και άλλων θεραπευτών που συμμετέχουν σε σεμινάρια) με την προθυμία να νιώθουμε αβοήθητοι και απελπισμένοι με έναν ασθενή ακριβώς ως εκδήλωση της ασυνείδητης προσκόλλησής μας στις ικανοποιήσεις που αντλούμε από μια συμβιωτική σχέση μαζί του· ικανοποιήσεις που αρνιόμαστε, αλλά στην πραγματικότητα τις αξιολογούμε ως ιδιαίτερα πολύτιμες. Σε αυτή τη φάση, τείνουμε να πολεμάμε με νύχια και με δόντια, αν και άθελά μας, ενάντια στο επόμενο βήμα του ασθενούς, βήμα που κάτι μέσα μας νιώθει ότι επίκειται. Κάθε φορά, πριν από ένα σημαντικό βήμα στη θεραπεία προηγείται μια φάση απελπισίας, η οποία μπορεί να θεωρηθεί αναδρομικά ότι είναι το αποτέλεσμα της αμοιβαίας προσκόλλησης στη συμβιωτική μας σχέση.
Έχουν γραφτεί πολλά άρθρα και βιβλία που τονίζουν την παθογόνο επίδραση αυτού του είδους της σχέσης στην ανατροφή του ασθενούς, ιδιαίτερα του σχιζοφρενούς· εν τούτοις, νομίζω ότι έχουμε υποτιμήσει τα εντόνως ικανοποιητικά στοιχεία αυτής της μορφής σχέσης, μιας σχέσης που επιτρέπει σε κάθε συμμετέχοντα να απολαμβάνει πολυτελώς συναισθήματα παιδικής ικανοποίησης και φαντασιώσεων μητρικής παντοδυναμίας. Νομίζω ότι μια από τις πολλές αιτίες που η σχιζοφρένια είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστεί είναι η εσωτερική αντίσταση του θεραπευτή ενάντια στην έξοδο του ασθενούς από την, επαναλαμβανόμενη στη μεταβίβαση, συμβιωτική σχέση. Όχι μόνον ο ασθενής, αλλά κι ο θεραπευτής τείνει να αξιολογεί τους καρπούς που υπόσχεται μια πιο ώριμη σχέση ότι αξίζουν μετά βίας, αν αξίζουν κιόλας, την έξοδο από μια συμβιωτική σχέση, η οποία προσφέρει, παρά τα βάσανά της, πολύ σημαντικές ικανοποιήσεις. Οποτεδήποτε υπήρξα σε θέση να έχω λεπτομερή δεδομένα γι’ αυτές τις καταστάσεις, διαπίστωσα ότι η αμοιβαία μάχη των δυο, θεραπευτή και ασθενούς, «ποιος θα τρελάνει τον άλλον» λαμβάνει χώρα στο κατώφλι ασυνήθιστα μεγάλων βημάτων του ασθενούς στη θεραπεία, όπως μπορεί να κριθεί εκ των υστέρων. Είναι ως εάν κι οι δυο να μάχονται, μέσα από την επιδείνωση της περί ης ο λόγος μάχης, ενάντια στην ευνοϊκή εξέλιξη της θεραπείας.
Δεν θέλω να δημιουργήσω την εντύπωση ότι ο θεραπευτικός δρόμος έπειτα από μια τέτοια μάχη είναι πλατύς κι ομαλός. Στην επεξεργασία της, επαναλαμβανόμενης στη μεταβίβαση, συμβιωτικής σχέσης του ασθενούς με τη μητέρα του, η ίδια μάχη θα δοθεί ξανά και ξανά. Αν και σε διαδοχικές επαναλήψεις η αποδιοργανωτική σοβαρότητα είναι μικρότερη, ο θεραπευτής βιώνει ανελλιπώς την ίδια απελπισία, την ίδια αίσθηση ότι τρελαίνεται από αυτόν τον ανυπόφορο ασθενή, πάντα στο κατώφλι διαδοχικών σταδίων προς τη χαλάρωση της συμβιωτικής σχέσης. Η διαδικασία μπορεί να συγκριθεί με τον τοκετό του ανατομικά ξεχωριστού εμβρύου από τη μητέρα· όχι μόνο μια, αλλά μια σειρά από ωδίνες προηγείται της τελικής εξόδου του βρέφους. Σχετικού ενδιαφέροντος είναι οι ακόλουθες παρατηρήσεις της Margaret Little σε ένα άρθρο με τίτλο Αντιμεταβίβαση και η απόκριση του ασθενούς σε αυτήν (1951).
Συνειδητά, και σίγουρα σε ένα μεγάλο βαθμό και ασυνείδητα, όλοι θέλουμε οι ασθενείς μας να γίνουν καλά, και μπορούμε εύκολα να ταυτιστούμε με αυτούς ως προς την επιθυμία τους αυτή, δηλαδή με το Εγώ τους. Αλλά, ασυνείδητα, τείνουμε να ταυτιστούμε επίσης και με το Υπερεγώ και το Αυτό του ασθενούς, και ως εκ τούτου με τον ίδιο ως προς την απαγόρευση να γίνει καλά και την επιθυμία να παραμείνει ασθενής και εξαρτημένος· ως αποτέλεσμα, ενδέχεται να επιβραδύνουμε την ανάρρωσή του. Ασυνείδητα, ενδέχεται να εκμεταλλευόμαστε την ασθένεια του για τους δικούς μας λόγους, τόσο λιβιδινικούς όσο και επιθετικούς, και αυτός γρήγορα θα αποκριθεί σε αυτό.
Ένας ασθενής που έχει μείνει στην ανάλυση για κάποιο διάστημα έχει συνήθως γίνει το αντικείμενο αγάπης του αναλυτή του· είναι αυτός στον οποίο ο αναλυτής του επιθυμεί να δώσει γέννηση σε επανορθώσεις κι αυτές οι επανορθωτικές παρορμήσεις, ακόμα κι όταν είναι συνειδητές, μπορούν να τεθούν (μέσα από μια μερική απώθηση) υπό την αιγίδα του καταναγκασμού της επανάληψης, ούτως ώστε να γίνει απαραίτητο ο ίδιος ασθενής να θεραπευθεί ξανά και ξανά, πράγμα που σημαίνει να τον αρρωστήσει ξανά και ξανά για να χρειάζεται και πάλι να θεραπευθεί.
Με την ορθή προσέγγιση, αυτή η επαναληπτική διεργασία μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία της προόδου· το να τον αρρωστήσει σε αυτή την περίπτωση σημαίνει να του δημιουργήσει άγχη τα οποία να μπορούν να γίνουν αντικείμενο ερμηνείας και επεξεργασίας. Αυτό όμως συνεπάγεται έναν βαθμό ασυνείδητης προθυμίας από τη μεριά του θεραπευτή να επιτρέψει στον ασθενή του να γίνει καλά, να γίνει ανεξάρτητος και να τον εγκαταλείψει…
Σύμφωνα με την εμπειρία μου, σε αντίθεση με άλλες απόψεις, θεωρώ ότι το νέο και θεραπευτικό που προσφέρει ο θεραπευτής στον ασθενή δεν είναι η αποφυγή της συμβιωτικής σχέσης και της συνεπαγόμενης αμοιβαίας εξάρτησης, αλλά η αποδοχή της· αποδοχή του γεγονότος ότι ο ασθενής έφτασε να σημαίνει πολλά γι’ αυτόν προσωπικά. Αυτή την αποδοχή της δικής της εξάρτησης από αυτόν δεν μπόρεσε να του προσφέρει η μητέρα του.
Ενδέχεται η ανάγκη άρνησης των ικανοποιητικών όψεων της συμβιωτικής σχέσης, η οποία είναι διαδεδομένη όχι μόνον ανάμεσα στους σχιζοφρενείς αλλά και στους επαγγελματίες που ασχολούνται μαζί τους, να είναι υπεύθυνη για την επιμονή της παράλογης έννοιας της, ούτως ειπείν, «σχιζοφρενιογόνου μητέρας». Μας ελκύουν, δηλαδή, τόσο ισχυρά οι ικανοποιήσεις τις οποίες προσφέρει μια τέτοια μητέρα, ώστε οφείλουμε να αρνηθούμε τις παλινδρομικές μας τάσεις προς αυτή την κατεύθυνση και άρα αντιλαμβανόμαστε αυτή τη γυναίκα (και την περιγράφουμε σε επιστημονικές εργασίες) ως εντελώς άχαρη και «σχιζοφρενιογόνο»· ως κάποια που θα ήταν καθαρή κόλαση να σχετιστούμε στενά με αυτήν.
4. Πάρα πολλοί από τους χαρακτηριστικούς τρόπους με τους οποίους οι θεραπευτές ή αναλυτές αντιδρούν σε αυτά που τους επικοινωνούν οι ασθενείς τους φαίνονται ως εάν να είναι υπολογισμένοι για να κάνουν τους τελευταίους τρελούς ή ακόμα πιο τρελούς από ό,τι είναι· είναι δύσκολο, λοιπόν, να αποδώσουμε αυτό το φαινόμενο εξ ολοκλήρου στην έλλειψη προσωπικής εμπειρίας, ικανότητας και δεκτικότητας. Η υπόθεσή μου είναι ότι πολλές περιπτώσεις αδέξιας θεραπευτικής τεχνικής, τεχνικής η οποία προκαλεί περαιτέρω αποδιοργάνωση μάλλον παρά απαρτίωση του ασθενούς, ενδέχεται να οφείλεται σε χρονίως απωθημένες (και ως εκ τούτου χρονίως παρούσες) επιθυμίες του θεραπευτή να τρελάνει τον άλλον.
Για παράδειγμα (και μάλιστα συχνό), οι θεραπευτές έχουμε μια έντονη τάση να αντιδρούμε μόνο στη μια πλευρά των αμφίθυμων συναισθημάτων του ασθενούς. Ας σκεφτούμε μια νοσηλευόμενη σχιζοφρενή ασθενή, η οποία συμπεριφέρεται με σοβαρά διαταραγμένο τρόπο δείχνοντας έτσι ότι έχει την ασυνείδητη ανάγκη για την ασφάλειά της να συνεχιστεί η νοσηλεία, ενώ συνειδητά εκφράζει το έντονο και ρηματοποιημένο αίτημα να τής επιτραπεί να πάρει εξιτήριο· ας αναλογιστούμε πόσο ωμή είναι η θεραπευτική τεχνική όταν ενδέχεται να απαντήσουμε με καθησυχαστικό τόνο: «Αντιλαμβάνομαι ότι θέλεις πραγματικά να μείνεις στο νοσοκομείο και ότι φοβάσαι να βγεις έξω». Δεν τη συναντούμε σε τόσο δύσκαμπτη μορφή πολύ συχνά, αν και έχω παρατηρήσει, και έχω συνειδητοποιήσει αναδρομικά ότι έχω χρησιμοποιήσει στην προσωπική μου δουλειά με τους ασθενείς μου, ανάλογης ωμότητας τεχνικές. Σίγουρα, ακόμα κι ένας νευρωτικός ασθενής νιώθει συχνά να τρελαίνεται στην ανάλυσή του όταν ο αναλυτής του τείνει να υποτιμά τη σημασία των συνειδητών συναισθημάτων και διαθέσεών του και να αντιδρά στα προσυνειδητά ή ασυνείδητα μηνύματα ως εάν τα τελευταία να εκκινούν από τις μόνες «πραγματικές» ή «γνήσιες» επιθυμίες και διαθέσεις του.
Η διόρθωση αυτών των αντιδράσεων του θεραπευτή δεν αποτελεί απλώς ένα θέμα εκμάθησης μιας τεχνικής καταλληλότερης για αυτή την κατάσταση του αρρώστου, που είναι γνήσια αμφιθυμική και ατελώς απαρτιωμένη. Για να γίνει πιο ικανός να βοηθήσει τους ασθενείς του, ο θεραπευτής οφείλει να μπορεί να συνειδητοποιήσει τη δική του σύγκρουση ανάμεσα στις επιθυμίες του να βοηθήσει τον ασθενή να ωριμάσει, από τη μία, και τις επιθυμίες του να τον κατέχει ή ακόμα και να τον καταστρέψει μέσα από τη διαιώνιση ή την επιδείνωση της ασθένειάς του, από την άλλη. Μόνο η προσωπική εναισθησία αυτού του είδους τον προετοιμάζει να γίνει χρήσιμος στους ασθενείς του, κυρίως τους οριακούς ή τους σχιζοφρενείς, στον μέγιστο βαθμό· ειδικότερα, τον καθιστά ικανό να τους βοηθήσει μέσα από την (αποφασιστικής σημασίας) επεξεργασία της φάσης της μεταβίβασης, την οποία περιέγραψα σε αυτό το κείμενο.
1 Παραλείπεται το κεφάλαιο “προηγούμενη βιβλιογραφία” για την οικονομία χώρου. Πολλές από τις βιβλιογραφικές αναφορές ανευρίσκονται στο κείμενο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Arieti, S. (1955). Interpretation of Schizophrenia. New York: Brunner.
2. Arlow, J.A. and Brenner, C. (1969). The Psychopathology of the Psychoses: A Proposed Revision. Int. J. Psycho-Anal., 50: 5-14.
3. Bachrach, H.M. and Leaff, L.A. (1978). “Analyzability”: A Systematic Review of the Clinical and Quantitative Literature. J. Amer. Psychoanal. Assn., 26: 881-920.
4. Bateson, G., et al. (1956). Toward a theory of Schizophrenia. Behavioral Science, 1: 251-64.
5. Bowen, L. M. (1956). In a transcript of the combined clinical staffs of the National Institutes of Health, Clinical Center Auditorium, 29 March 1956; mimeographed by the Dept. of Health, Education, and Welfare; Nat. Institutes of Health, Bethesda, Maryland.
6. Γιαννουλάκη, Χ. (2009). Η φροϋδική θεωρία για την ψύχωση και οι προεκτάσεις της στη σύγχρονη θεραπευτική των ψυχώσεων. Διδακτορική διατριβή.
7. Freud, S. (1911). The Case of Schreber. SE, 12: 3-85.
8. Freud, S (1914). On Narcissism: an introduction. SE, 14: 67-102.
9. Freud, S. (1938). Outline of psychoanalysis. SE, 23: 139-208.
10. Friedman, M.S. 1955. Martin Buber-The life of dialogue. Chicago: Univ. of Chicago Press.
11. Gabbard, G.O. (2000). H ψυχοδυναμική ψυχιατρική στην κλινική πράξη. Washington, London: American Psychiatric Publishing. Στα ελληνικά, επιμέλεια Υφαντή Θ. Αθήνα: Εκδ. Βήτα.
12. Gedo, J.E. (1988). My Work with Borderline Patients. Psychoanal Q., 57:258263.
13. Gonella, V. (2005). The Contribution of Harold F. Searles to an Emerging Therapeutic Relationship with a Chronic Schizophrenic Man, Journal of American Academy of Psychoanalysis, 33:705-724.
14. Ferenczi, S., Rank, O. (1924). The Development of Psychoanalysis. New York & Washington: Nerv. Ment. Dis. Monogr., 1925.
15. Hill, L.B. (1955). Psychotherapeutic intervention in Schizophrenia. Chicago: Univ. of Chicago Press.
16. Johnson, A.M., et al. (1956). Studies in Schizophrenia at the Mayo ClinicII. Observations on Ego Functions in Schizophrenia. Psychiatry, 19: 143-8.
17. Little, M. (1951). Countertransference and the patient’s response to it. Int. J. Psycho-Anal., 32: 32-40.
18. Mann, T (1934). Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού. Στα ελληνικά, μτφ Αναγνώστου Λ. Αθήνα: Gutenberg (2004).
19. Mentzos, S. (1996). Psychodynamische Modelle in der Psychiatrie (4th edition). Göttingen, Zürich:Vanden-hoeck & Ruprecht.
20. Mentzos, S. (1997). Psychose und Konflikt (3rd edition). Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht.
21. Meerloo, J.A.M. (1956). The rape of the mind. The psychology of thought control menticide, and brainwashing. Cleveland and New York World Pub. Co.
22. Ogden, T.H. (2007). Reading Harold Searles. Int. J. Psycho-Anal., 88:353369.
23. Searles H. F. (1959). The effort to drive the other person crazy-An element in the aetiology and psychotherapy of schizophrenia. In (1965) “Collected papers on schizophrenia and related subjects”, New York: International Universities Press. First published in the British Journal of Medical Psychology, Vol.32 (1959), pp 1-18.
24. Searles, H.F. (1961). Schizophrenic Communication στο Collected Papers on Schizophrenia and Related Subjects (1965). New York: Int. Univ. Press.
25. Searles, Η.F. (1961). Phases of Patient-Therapist Interaction in the Psychotherapy of Chronic Schizophrenia, ibid.
26. Searles, H.F. (1962). The Differentiation between Concrete and Metaphorical Thinking στο the Recovering Schizophrenic Patient, ibid.
27. Searles, H. (1962). Concerning the development of an identity. Psychoanal. Rev., 53: 507-530.
28. Searles, H. (1963). Transference psychosis in the psychotherapy of schizophrenia. Int. J. Psycho-Anal., 44: 249-281.
29. Stone, L. (1954). The Widening Scope of Indications for Psychoanalysis. J. Amer. Psychoanal. Assn., 2:567-594.
30. Sullivan, H.S. (1962). Schizophrenia as a human process. New York: W.W. Norton. In French: (1998). La schizophrénie, un processus humain. Paris: Éditions Érès.
31. Szalita-Pepmow, A.(1951).Remarks on the pathogenesis and treatment of Schizophrenia. Psychiatry 14: 295-300.
32. Szalita-Pepmow, A. (1952). Further remarks on the pathogenesis and treatment of Schizophrenia. Psychiatry 15: 143-50.
33. Τζαβάρας, Ν. (2004). Προφορική ανακοίνωση στo πλαίσιo του σεμιναρίου για τις Ψυχώσεις της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας
34. Τζαβάρας, Ν. (2008). The necessity of psychopathology nowadays. Workshop in the XIV World Congress of Psychiatry, Prague.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.