Αδάμ Αδαμόπουλος
Κοινωνιολόγος και εξωτερικός συνεργάτης
της Α΄ Ψυχιατρικής ΚλινικήςΑιγινήτειο Νοσοκομείο του ΕΚΠΑ
Μαρίνα Οικονόμου
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ψυχιατρικής
της Α΄ Ψυχιατρικής ΚλινικήςΑιγινήτειο Νοσοκομείο του ΕΚΠΑ.
σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]
1. Εισαγωγή
Η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια και η σχετιζόμενη με αυτήν παθολογική συμπεριφορά
Η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια είναι μια κοινωνική δραστηριότητα που απαντάται σε όλες τις κοινωνίες και τους πολιτισμούς του πλανήτη. Αποτελεί μια ευρέως διαδεδομένη μορφή ψυχαγωγίας στον δυτικό κόσμο, καθώς και μία από τις πολλές δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, η οποία κατέχει αξιοσημείωτη θέση στη βιομηχανία υπηρεσιών που παρέχονται στους σύγχρονους καταναλωτές. Παρόλα αυτά, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με μια επίσης διαδεδομένη δραστηριότητα του ελεύθερου χρόνου, την κατανάλωση αλκοόλ, η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια, αν υπερβεί κάποια όρια, μπορεί να αποβεί επιζήμια τόσο για τον εμπλεκόμενο σε αυτή όσο και για το άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον.
Η Παθολογική Ενασχόληση με τα Τυχερά Παιχνίδια καταγράφεται ως ψυχική διαταραχή και περιλαμβάνεται σε όλα τα αναγνωρισμένα διαγνωστικά εγχειρίδια της Ψυχιατρικής. Στην τελευταία, πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας (DSM-5), για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ότι μια δραστηριότητα όπως η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια, η οποία δεν σχετίζεται με κάποια εξωτερικά χορηγουμένη ουσία, μπορεί να είναι εξαρτητική. Συγκεκριμένα, ο όρος “Pathological Gambling” (Παθολογική Ενασχόληση με τα Τυχερά Παιχνίδια) του DSM-IV-TR, στο DSM-5 μετονομάζεται σε “Gambling Disorder” (Διαταραχή Ενασχόλησης με τα Τυχερά Παιχνίδια) και μεταφέρεται από τη διαγνωστική κατηγορία «Διαταραχές Ελέγχου των Παρορμήσεων» στη νεοδημιουργηθείσα κατηγορία «Διαταραχές Εθισμού» (Addiction Disorders).1 Η συγκεκριμένη εξέλιξη συμπυκνώνει τη βιβλιογραφική τεκμηρίωση της υψηλής συνοσηρότητας των Διαταραχών Χρήσης Ουσιών και της Παθολογικής Ενασχόλησης με τα Τυχερά Παιχνίδια, συνοσηρότητας που παραπέμπει σε ομοιότητες στην παρουσία συμπτωμάτων, σε εν δυνάμει επάλληλες βιολογικές δυσλειτουργίες και σε κοινή γενετική αιτιολογία και επικάλυψη των θεραπειών.2
Ως δραστηριότητα που μπορεί να συνδεθεί με την ψυχική διαταραχή, η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια επισύρει τον κοινωνικό στιγματισμό. Μελέτες αναφορικά με την παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια και το σχετιζόμενο κοινωνικό στίγμα είναι μόνο σποραδικές στη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ απουσιάζουν από την ελληνική. Σε γενικές γραμμές, οι σχετικά λίγες διεθνείς ερευνητικές απόπειρες προσανατολίζονται μάλλον στη συσχέτιση του στίγματος με τον πολιτιστικό περίγυρο, επομένως αφορούν και σε διαπολιτισμικές, συγκριτικές μελέτες, καθώς και στη συγκριτική μελέτη του δείκτη κοινωνικής απόστασης απέναντι στην παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια και σε άλλες συμπεριφορές ή/και καταστάσεις υγείας.
Στην Ελλάδα, από την άποψη της επιστημονικής μελέτης της, η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια αποτελεί ένα ουσιαστικά άγνωστο πεδίο. Ωστόσο, πληροφορίες γι’ αυτήν και για την κοινωνική αντιμετώπισή της –ειδικότερα όταν οι σχετιζόμενες με τα τυχερά παιχνίδια συμπεριφορές σημειώνονται καθ’ υπέρβαση των άτυπων ορίων που τις συνοδεύουν και λαμβάνουν παθολογική μορφή– μπορούν να ανιχνευθούν στην καθημερινή χρήση της γλώσσας. Κατά συνέπεια, η σχετική διερεύνηση θα έπρεπε να εκκινήσει, και επί του παρόντος να αρκεστεί, στο ενδεχόμενο στιγματιστικό φορτίο που φέρουν οι λέξεις και οι φράσεις της καθημερινής γλώσσας οι οποίες χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν γενικά αυτήν τη δραστηριότητα, με προεξάρχοντες τους όρους: «τζόγος», «τζογαδόρος», «παίκτης».
2. Η έννοια του κοινωνικού στίγματος
Το κοινωνικό στίγμα σε βάρος ατόμων «διαφορετικών» είναι ένα φαινόμενο τόσο παλιό όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες, το οποίο διατηρεί –σχεδόν αμείωτη– την ισχύ του και στις σύγχρονες, νεωτερικές κοινωνίες του ορθού λόγου. Ο κοινωνικός στιγματισμός έχει σχεδόν πάντοτε να κάνει με τη «διαφορετικότητα», την απόκλιση από τον μέσο όρο του εκάστοτε κοινωνικού κανονιστικού πλαισίου.3 Έναυσμα του κοινωνικού στιγματισμού, εκτός από ειδικές συμπεριφορές, καταστάσεις και ιδιότητες (πολιτιστική, εθνοτική, θρησκευτική, σεξουαλική ταυτότητα) ατόμων ή/και κοινωνικών ομάδων, μπορεί να αποτελούν και νοσολογικές οντότητες (για παράδειγμα η λέπρα και η σύφιλη στο παρελθόν, ο καρκίνος, το AIDS και η εξάρτηση από ουσίες στη σύγχρονη εποχή), οι οποίες φέρουν ιδιαίτερα αρνητική φόρτιση στην πρόσληψή τους από τον κοινό νου. Κατά συνέπεια, έχοντας συνδεθεί με ποικίλες καταστάσεις ασθένειας, τα τελευταία χρόνια ο στιγματισμός αποτελεί μια κοινωνική πραγματικότητα την οποία οι επαγγελματίες υγείας καλούνται συχνά να αντιμετωπίσουν στην καθημερινή τους εργασία.
Οι ψυχικές ασθένειες είναι από τις νοσολογικές οντότητες που διαχρονικά συνοδεύονται από τον μεγαλύτερο βαθμό στίγματος, κυρίως δε η περίπτωση της σχιζοφρένειας,4 η οποία αποτελεί την πιο αντιπροσωπευτική μορφή ψυχικής νόσου στις αναπαραστάσεις του κοινού. Η σύγχρονη πρόοδος της επιστημονικής γνώσης και κατανόησης των ψυχικών διαταραχών δεν έχει επιφέρει σημαντική μεταβολή της κατάστασης.5 Καθώς η σοβαρή ψυχική ασθένεια προσβάλλει πρωταρχικής σημασίας πεδία της ψυχοσυναισθηματικής συγκρότησης του ατόμου, γεγονός που αντανακλάται στην αλληλεπίδρασή του με τους άλλους και κατ’ επέκταση πλήττει την κοινωνική του ταυτότητα, ο στιγματισμός του ψυχικά πάσχοντα επισυμβαίνει σχεδόν αυτόματα και αναπόφευκτα από πλευράς της κοινωνίας. Για τα άτομα με ψυχική ασθένεια, το στίγμα που συνοδεύει την ψυχιατρική διάγνωση έχει περιγραφεί ως «μια δεύτερη νόσος», που έρχεται να προστεθεί στην ιατρικά προσδιορισμένη ασθένεια.6 Εγκαθίσταται έτσι ένας ατέρμονος φαύλος κύκλος, όπου η ασθένεια πυροδοτεί τον στιγματισμό και ο τελευταίος μεγεθύνει τις επιπτώσεις ασθένειας, τόσο μέσα από την αντικειμενική υποβάθμιση της ποιότητας ζωής και των πραγματικών δυνατοτήτων του ασθενούς για θεραπεία και κοινωνική ένταξη, όσο και μέσα από το υποκειμενικό βίωμά του ως στιγματιζόμενου και τις προεκτάσεις που αυτό παίρνει για την αυτοεικόνα και τον αυτοπροσδιορισμό του (αυτοστιγματισμός).7, 8
Πλούσια ερευνητική δραστηριότητα έχει αναπτυχθεί αναφορικά με το φαινόμενο του στιγματισμού και τις κοινωνιογνωστικές διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσεται. Ειδικότερα το στίγμα που συνοδεύει την ψυχική νόσο –και κυρίως τη σχιζοφρένεια– έχει ερευνηθεί εκτενώς τόσο σε διεθνή κλίμακα9,10 όσο και στη χώρα μας.11,12,13 Λιγότερο αλλά επαρκές ερευνητικό υλικό ανευρίσκεται σχετικά και με άλλες ομάδες που στιγματίζονται, όπως τα άτομα που πάσχουν από AIDS,14 οι χρήστες ουσιών,15,16 οι πρώην φυλακισμένοι17 και οι άστεγοι18. Σχετικές έρευνες καταδεικνύουν επίσης ότι οι μετανάστες ή οι φυλετικές μειονότητες συχνά γίνονται στόχος διακρίσεων και ρατσιστικών προκαταλήψεων, ιδιαίτερα όταν διατηρούν ισχυρή ταύτιση με τη φυλετική τους ιδιότητα ή τη χώρα προέλευσής τους.19,20 Μεταξύ των στιγματιζόμενων ομάδων, συγκριτικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι με ψυχική νόσο βιώνουν σοβαρότερο στιγματισμό σε σύγκριση με εκείνους που πάσχουν από ασθένειες όπως ο καρκίνος ή η άνοια,21 ενώ εντός του φάσματος των ψυχικών διαταραχών οι ασθενείς με ψύχωση αντιμετωπίζονται πιο στιγματιστικά από ό,τι ασθενείς με κατάθλιψη ή αγχώδεις διαταραχές.22 Στην Ελλάδα, η παρουσία κοινωνικού στίγματος απέναντι στους ψυχικά πάσχοντες είναι επαρκώς τεκμηριωμένη.11,12,13 Συγκριτική διερεύνηση των απόψεων και των στάσεων των κατοίκων της Αθήνας απέναντι σε μια σειρά ευάλωτων κοινωνικών ομάδων (ψυχικά ασθενείς, φορείς του HIV, χρήστες ουσιών, άστεγους, μετανάστες, άτομα με σωματική αναπηρία και πρώην φυλακισμένους) έδειξε ότι, βάσει του δείκτη κοινωνικής απόστασης, οι πιο στιγματισμένες ομάδες είναι οι χρήστες ουσιών και οι ψυχικά ασθενείς.23
Καμία σχεδόν από τις διάφορες μορφές ψυχικής διαταραχής, ακόμα και οι πλέον ήπιες, δεν είναι απρόσβλητες από το κοινωνικό στίγμα. Η παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια είναι μία από τις διαταραχές που κατά τα φαινόμενα επιφέρουν την κοινωνική αποδοκιμασία, επομένως και τον στιγματισμό. Στην περίπτωση αυτή, η άγνοια γύρω από την παθολογική φύση του φαινομένου δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, καθώς ο κοινωνικός περίγυρος τείνει να αποδίδει την ηθική ευθύνη της παθολογικής συμπεριφοράς στον παίκτη, υποθέτοντας τη δυνατότητα αβίαστης επιλογής του τελευταίου και θεωρώντας την αποκλίνουσα συμπεριφορά ως προϊόν ελεύθερης βούλησης.
3. Στίγμα και κοινωνικές στάσεις απέναντι στα τυχερά παιγνίδια και τους παίκτες
Στη διεθνή βιβλιογραφία, οι έρευνες αναφορικά με το στίγμα της παθολογικής ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια δεν είναι πολλές. Όσες υπάρχουν, κυρίως εκτιμούν τις κοινωνικές στάσεις απέναντι στο φαινόμενο, γενικά, της ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια, αλλά και, ειδικότερα, την κοινωνική απόσταση που εκφράζει ο πληθυσμός απέναντι στους εμπλεκόμενους στην παθολογική αυτή συμπεριφορά. Σε σχετική έρευνα που διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο του Calgary (University of Calgary)24 μετρήθηκε η κοινωνική απόσταση αναφορικά με την ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια σε σχέση με άλλες καταστάσεις υγείας ή προβληματικές συμπεριφορές (σχιζοφρένεια, αλκοολισμός, καρκίνος, αδιάγνωστη ομάδα ελέγχου με υποκλινικά προβλήματα). Από την έρευνα προέκυψε ότι η κοινωνική απόσταση απέναντι στους παθολογικά ενασχολούμενους με τα τυχερά παιχνίδια ήταν, όπως αναμενόταν από τους ερευνητές, σημαντικά μεγαλύτερη σε σχέση με την κοινωνική απόσταση απέναντι στους ασθενείς με καρκίνο και την ομάδα ελέγχου. Αντίθετα, η κοινωνική απόσταση απέναντι στους παθολογικά ενασχολούμενους με τυχερά παιχνίδια δεν βρέθηκε να διαφέρει σημαντικά από αυτήν που καταγράφηκε απέναντι στους πάσχοντες από σχιζοφρένεια και αλκοολισμό. Σε κάθε περίπτωση, η έρευνα έδειξε ότι η παθολογική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια στιγματίζεται κοινωνικά.
Έρευνες για τις κοινωνικές στάσεις απέναντι στο φαινόμενο, ευρύτερα, της ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια διεξάγονται συστηματικά κυρίως στη Μ. Βρετανία, τον Καναδά και την Αυστραλία. Συγκεκριμένα, η Βρετανική Έρευνα για τον Επιπολασμό της Ενασχόλησης με τα Τυχερά Παιχνίδια το 2010 (British Gambling Prevalence Survey 2010)25 για λογαριασμό της Βρετανικής Επιτροπής για τα Τυχερά Παιχνίδια (Gambling Commission) εμπεριέχει ένα εργαλείο διερεύνησης των στάσεων απέναντι στο φαινόμενο (ATGS-8), από το οποίο προκύπτουν αρκετά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Τα αποτελέσματα της έρευνας συμπίπτουν σε γενικές γραμμές με ανάλογες έρευνες στον Καναδά26 και την Αυστραλία.27,28 Εξ αυτών είναι δυνατό να συνεκτιμηθεί και το κοινωνικό στίγμα απέναντι στους παθολογικούς παίκτες.
Σε όλες τις παραπάνω έρευνες διαπιστώνεται μια μάλλον αρνητική στάση απέναντι στην ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια γενικά, η οποία αφορά τις επιπτώσεις της στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η Βρετανική Έρευνα για τον Επιπολασμό της Ενασχόλησης με τα Τυχερά Παιχνίδια το 2010 έδειξε, σε σχέση με την αντίστοιχη του 2007, μια ελαφρά –πλην αξιοσημείωτη– μετατόπιση των στάσεων του πληθυσμού προς το θετικότερο. Η διεύρυνση της βιομηχανίας τυχερών παιχνιδιών παγκοσμίως, καθώς και η εξάπλωσή τους μέσω του διαδικτύου, θεωρείται ότι συμβάλλουν στην εξοικείωση του πληθυσμού με το φαινόμενο. Η ανωνυμία του διαδικτύου, επίσης, θεωρείται ότι βοηθά στην αντιμετώπιση των σχετιζόμενων προβλημάτων και στην αναζήτηση βοήθειας εκ μέρους των προβληματικών παικτών, γεγονός που από μόνο του συμβάλλει στην καταπολέμηση του κοινωνικού στίγματος.29
Κάποιες έρευνες επιχειρούν να αναδείξουν συσχετισμούς της ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια και της πρόσληψής της από τον γενικό πληθυσμό με το ευρύτερο πολιτιστικό πλαίσιο της εκάστοτε κοινωνίας ή τοπικής κοινότητας. Από τις σχετικές μελέτες φαίνεται να υπάρχει μια διαφοροποίηση ανάμεσα σε άτομα προερχόμενα από παραδοσιακά πολιτιστικά περιβάλλοντα και σε άτομα που είναι περισσότερο ενταγμένα στις νεωτερικού τύπου, ατομικιστικές δυτικές κοινωνίες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με έρευνες σε ΗΠΑ και Καναδά, άτομα με καταγωγή από την Ανατολική Ασία εμφανίζουν ισχυρότερες στιγματιστικές τάσεις απέναντι στους παθολογικούς παίκτες σε σχέση με άτομα της καυκάσιας (λευκής) φυλής.30 Κατ’ αντιδιαστολή, οι σχετικές μελέτες υποδεικνύουν ότι στο πολιτιστικό πλαίσιο των δυτικών κοινωνιών, με τον περισσότερο ατομικιστικό χαρακτήρα, η τάση για κοινωνικό στιγματισμό δεν είναι τόσο ισχυρή.
Οι προαναφερθείσες μελέτες συνδέουν το στίγμα της ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια με το ευρύτερο στίγμα των ψυχικών διαταραχών, όπως αυτό εκφέρεται σε οικογενειακά περιβάλλοντα κοινοτικής-παραδοσιακής πολιτιστικής προέλευσης. Μελέτες αναφορικά με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις ατόμων κινεζικής καταγωγής έδειξαν ότι η σημασία των δεσμών αίματος σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό πλαίσιο επηρεάζει και τη συνολική στάση της κοινότητας απέναντι σε ατομικά προβλήματα όπως η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια.31 «… Άτομα που ανήκουν σε «κοινοτιστικούς πολιτισμούς» (collectivist cultures) αισθάνονται έντονα ότι οι ανάγκες της οικογένειας εν συνόλω προηγούνται των αναγκών του μεμονωμένου ατόμου και η αποκάλυψη ότι ένα μέλος της οικογένειας εμφανίζει προβληματική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια μπορεί να οδηγήσει στη ντροπή και την απομόνωση ολόκληρη την οικογένεια: η ψυχική ασθένεια είναι ατιμωτική για το σύνολο της οικογένειας».32 Είναι γεγονός, πάντως, ότι τα προβλήματα, οικονομικά και άλλα, που μπορεί να προκαλέσει στην οικογένεια η εξάρτηση ενός μέλους της από τα τυχερά παιχνίδια, ενισχύουν τις στιγματιστικές τάσεις, ασχέτως πολιτισμικού πλαισίου.
Σε κάθε περίπτωση, το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει την ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια, ιδιαιτέρως όταν αυτή παίρνει παθολογική μορφή, αποτελεί σημαντικό εμπόδιο στις προσπάθειες θεραπευτικής αντιμετώπισης του προβλήματος, όπως προκύπτει και από αναφορές παθολογικών παικτών.33 Ισχυρές ενδείξεις για την ύπαρξη κοινωνικού στίγματος αποτελούν ακριβώς τα προσκόμματα, οι δισταγμοί και οι καθυστερήσεις που παρατηρούνται από πλευράς των παικτών ως προς το να αναγνωρίσουν το πρόβλημά τους, να το κοινοποιήσουν ως τέτοιο και να αναζητήσουν την κατάλληλη βοήθεια.34 Επιπλέον, ακόμα και εκείνοι που αναζητούν βοήθεια είναι πολύ πιθανό να αποσυρθούν πρόωρα από το θεραπευτικό πρόγραμμα. Έρευνες έχουν δείξει ότι, ανάμεσα στους παράγοντες κινδύνου που αποτελούν προγνωστικούς δείκτες για την πρόωρη διακοπή της θεραπείας, σε εξέχουσα θέση βρίσκονται τα αισθήματα ενοχής και ντροπής, τα οποία συνδέονται, άμεσα ή έμμεσα, με το κοινωνικό στίγμα της παθολογικής ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια και την απαξίωση που την συνοδεύει.35
4. Οι όροι «τζόγος», «τζογαδόρος», «παίκτης» στην ελληνική γλώσσα
Όπως σημειώθηκε εισαγωγικά, στη χώρα μας το καθαυτό φαινόμενο της ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια –ιδιαίτερα οι παθολογικές μορφές του–, καθώς και το κοινωνικό στίγμα που πιθανότατα το συνοδεύει, δεν έχουν μελετηθεί. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του παρόντος εισαγωγικού κειμένου επιχειρείται μια αρχική προσέγγιση όψεων του φαινομένου, υπό το πρίσμα της εξέτασης των γλωσσικών χρήσεων των όρων που συνδέονται με αυτό και των κοινώς αποδεκτών νοημάτων και εννοιών που εμπεριέχονται σε αυτές τις χρήσεις, όπως εμπειρικά, επί του παρόντος, μπορεί να διαπιστωθεί.
Η λέξη «τζόγος» προέρχεται από τα ιταλικά και σημαίνει τυχερό παιχνίδι (giuoco, βενετσιάνικα: zogo, από όπου και στα ελληνικά).36 Ο «τζογαδόρος» είναι ο παίκτης τυχερών παιχνιδιών, αυτός που, με σκοπό το οικονομικό κέρδος, διακινδυνεύει κατά σύστημα χρήματα ή άλλα αντικείμενα αξίας σε δραστηριότητες που εμπεριέχουν έναν μηχανισμό τυχαίων αποδόσεων και αποτελεσμάτων, άνισα και απρόβλεπτα κατανεμημένων μεταξύ των παικτών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μεταφορικές χρήσεις των όρων «τζόγος», «τζογαδόρος», «τζογάρω» στην καθημερινή γλώσσα. Από αυτές τις χρήσεις προκύπτει μια κατεστημένη κοινωνική εννοιολόγηση που υπερβαίνει την ουδέτερη περιγραφή μιας δραστηριότητας και των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτήν, εννοιολόγηση η οποία εκτός από πληροφορίες μεταφέρει και αξιολογικές κρίσεις. Έτσι, κάθε συμπεριφορά η οποία εμπεριέχει στοιχεία διακινδύνευσης, σε οποιοδήποτε πεδίο της κοινωνικής ζωής, μπορεί να χαρακτηριστεί μεταφορικά ως «τζογαδόρικη». Ως τέτοια, ορίζεται η «ενασχόληση με οποιαδήποτε συμπεριφορά υψηλού ρίσκου στην οποία οι αποφάσεις που λαμβάνονται βασίζονται σε ατελή γνώση του περιβάλλοντος».37
Στο γλωσσικό πεδίο των μεταφορών και των μετωνυμιών, η έννοια του «τζογαδόρου» είναι ταυτόσημη με αυτήν του «τυχοδιώκτη». Από την παράθεση του λήμματος «τζόγος» από το λεξικό Μπαμπινιώτη, προκύπτει εύγλωττα η προφανής συσχέτιση της κυριολεκτικής σημασίας του όρου και των μεταφορικών του χρήσεων:
τζόγος (ο) (λαϊκ.) 1. η χαρτοπαιξία. 2. (γενικότ.) οποιοδήποτε τυχερό παιχνίδι, αλλά και όλα τα τυχερά παιχνίδια στο σύνολό τους: εκατομμύρια χάνονται στον ~ // τα καζίνα είναι μια βιομηχανία τζόγου 3. (μτφ.) οποιαδήποτε διαδικασία ή κατάσταση έντονης και αμφίρροπης αντιπαράθεσης, η έκβαση, το αποτέλεσμα της οποίας εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, εύστοχες κινήσεις, προβλέψεις και χειρισμούς: ο ~ της πολιτικής 4. η ασταθής επαφή, η μερική εφαρμογή.36
Σε κάθε περίπτωση, η μεταφορική χρήση ενός όρου –η οποία πάντοτε έπεται της κυριολεκτικής– «μεταφέρει» σημασίες και περιεχόμενα σε διαφορετικά πλαίσια και συμφραζόμενα, διευρύνοντας, ως προς τα κοινωνικά πεδία εφαρμογής, την έννοια στην οποία αναφέρεται ο εν λόγω όρος, αλλά και εμβαθύνοντας στις λανθάνουσες αντιλήψεις που υποκρύπτονται στην αρχική χρήση του. Για παράδειγμα, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η σημ. 4 του παραπάνω λήμματος αναφέρεται σε έκφραση αντλημένη από την ιδιόλεκτο (αργκό) των τεχνικών επαγγελμάτων. Στις κατασκευαστικές και μηχανικές εργασίες, όπου το ζητούμενο είναι η ακρίβεια, η εναρμόνιση των επιμέρους τμημάτων και η λειτουργικότητα, λέγεται ότι υπάρχει «τζόγος» όταν δύο τμήματα ενός μηχανισμού δεν εφάπτονται καλώς, δεν συναρμόζονται. Κατά συνέπεια, ο τζόγος ως έκφραση ταυτίζεται με την πιθανή δυσλειτουργία και την αταξία μιας συνθήκης οιονεί χαλαρής, μη επαρκώς συγκροτημένης και συγκερασμένης.
Προπάντων όμως, η έννοια του τζόγου σχετίζεται στενά με τις έννοιες της τύχης και του παιχνιδιού. Το ενδιαφέρον για την έννοια της τύχης38 είναι πανανθρώπινο και διαχρονικό· συνδέεται με την ανάγκη των ανθρώπων να αντιτάξουν στην εγγενή αβεβαιότητα και απροσδιοριστία της ζωής τον υψηλότερο δυνατό βαθμό ελέγχου. Κατά παράδοξο τρόπο, όταν η ενασχόληση με την τύχη λαμβάνει τη μορφή των τυχερών παιχνιδιών, συνεπάγεται την προσπάθεια να ασκηθεί έλεγχος και πρόβλεψη στο κατεξοχήν πεδίο αβεβαιότητας, αυτό της καθαρής τύχης, μέσω μιας κατεξοχήν απρόβλεπτης δραστηριότητας, όπως αυτής του παιχνιδιού.39
Είναι ενδεικτικό ότι η λέξη «παιχνίδι» νοηματοδοτείται θετικά μόνο όταν αναφέρεται σε παιδικές δραστηριότητες ή, έστω, δραστηριότητες ενηλίκων που καταστατικά ορίζονται, βάσει κανόνων, ως ελεγχόμενα παιγνιώδεις και επομένως καταρχήν αθώες ή ουδέτερες (π.χ. αθλητικά παιχνίδια). Για τα υπόλοιπα πεδία κοινωνικών δραστηριοτήτων του ενήλικου κόσμου, η χρήση των λέξεων «παιχνίδι», «παίζω», «παίκτης» επενδύει συνήθως με αρνητικές συνδηλώσεις τις περιγραφόμενες συμπεριφορές και τους εμπλεκόμενους σε αυτές. Εκφράσεις όπως: «παίζει παιχνίδια», «παίζονται παιχνίδια πίσω από την πλάτη μας», «με παίζει» (εμπαίζει), «εμπαιγμός» κ.ά. παραπέμπουν σε συμπεριφορές που παραβιάζουν δεοντολογικούς κανόνες και ηθικές αρχές, σε μεθοδεύσεις που πιθανόν να είναι προσβλητικές, ακόμα και επικίνδυνες ή απλά σε συμπεριφορές στερούμενες της ενδεδειγμένης σοβαρότητας.
Σε σχέση με το εξεταζόμενο πλαίσιο των τυχερών παιχνιδιών, η χρήση της λέξης «παίκτης» είναι η πλέον ενδιαφέρουσα, καθώς συχνά υιοθετείται ως εναλλακτική της λέξης «τζογαδόρος». Ο όρος «παίκτης» περιγράφει το άτομο που συστηματικά εμπλέκεται στη δραστηριότητα των τυχερών παιχνιδιών, χωρίς να έχει όμως το προφανώς στιγματιστικό φορτίο του όρου «τζογαδόρος». Θεωρείται μια πιο εύηχη και τυπική περιγραφή της ίδιας κατάστασης και είναι ενδεικτικό ότι αποτελεί την κύρια επιλογή συγγραφέων και μεταφραστών σε περιπτώσεις όπου η ουδετερότητα της περιγραφής είναι το ζητούμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι το περίφημο παγκοσμίως έργο του F. Dostoyevsky, το οποίο στα αγγλικά αποδίδεται ως “The Gambler”, στα ελληνικά επικράτησε σε όλες τις μεταφράσεις ως «Ο Παίκτης». Στο εν λόγω έργο, ο ρώσος συγγραφέας, στηριζόμενος στα δικά του βιώματα, περιγράφει την τυπική περίπτωση ενός παθολογικού τζογαδόρου.40
Η μέριμνα των μεταφραστών να αποφύγουν τον όρο «τζογαδόρος» ως τίτλο του βιβλίου στις δεκάδες ελληνικές εκδόσεις που έχουν κυκλοφορήσει, αποτελεί ένδειξη ότι η λέξη, αν και εγγύτερη στο αγγλικό “gambler”, που οι αγγλόφωνοι μεταφραστές του ρωσικού έργου έχουν καθιερώσει, εκλαμβάνεται ως κακόηχη και δυσφημιστική.
Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το κατά πόσο οι όροι «τζόγος», «τζογαδόρος», «τζογάρω» ή «παιχνίδι» «παίζω», «παίκτης» εμπεριέχουν αρνητική σημασιολογική φόρτιση ή όχι, δεν είναι εξαρχής δεδομένο. Οι λέξεις αποκτούν θετική ή αρνητική χροιά αναλόγως του πλαισίου εντός του οποίου εκφέρονται, των συμφραζομένων, αλλά και των εκάστοτε πολιτιστικών παραμέτρων. Για παράδειγμα, η έννοια του ρίσκου αναφέρεται σε μια μάλλον επιθυμητή ιδιότητα όταν πρόκειται για δραστηριότητες επιχειρηματικές ή άλλες που απαιτούν ικανότητες αυτοσχεδιασμού. Κατά συνέπεια, η απόδοση του χαρακτηρισμού «τζογαδόρος» σε έναν επιχειρηματία που παίρνει τολμηρές πρωτοβουλίες ή η χρήση του ρήματος «παίζω» για την περιγραφή ενός καλλιτέχνη που πειραματίζεται με τις εκφραστικές μορφές του έργου του, μπορεί να υποδηλώνει θετική αποτίμηση.
Σε άλλα επαγγελματικά πλαίσια, ωστόσο, όπως π.χ. αυτό του επαγγελματία υγείας ή του οδηγού μέσων μαζικής μεταφοράς, όπου προϋποτίθεται μια θέση ευθύνης και αναμένονται συμπεριφορές προβλέψιμες βάσει συγκεκριμένων προδιαγραφών, η απόδοση τέτοιων χαρακτηρισμών είναι οπωσδήποτε αρνητική. Στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων επίσης, οι ριψοκίνδυνες, «τζογαδόρικες» συμπεριφορές τείνουν να θεωρούνται αρνητικές, αναξιόπιστες. Συμπερασματικά, σε γενικές γραμμές η λέξη «τζογαδόρος» παραπέμπει σε αρνητικές σημασίες που μπορούν να κωδικοποιηθούν ως: απρόβλεπτος, ασταθής, ριψοκίνδυνος, επικίνδυνος, επιπόλαιος, αναξιόπιστος, καταστροφικός και αυτοκαταστροφικός, παθιασμένος, ανεξέλεγκτος κ.λπ. Τέτοιες, τόσο φορτισμένες, γλωσσικές χρήσεις αποτελούν ισχυρές ενδείξεις για τον κοινωνικό στιγματισμό που συνοδεύει –προπάντων την παθολογική– ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια, και στη χώρα μας.
5. Αντί επιλόγου
Παγκοσμίως, είναι αναγνωρισμένο ότι οι ψυχικές διαταραχές επιφέρουν σχεδόν πάντοτε –αν και σε διαφορετικό βαθμό, ανάλογα με τη βαρύτητα της δυσλειτουργίας που συνεπάγονται– τον κοινωνικό στιγματισμό. Έτσι και η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια, όταν παίρνει παθολογικές μορφές, στιγματίζεται κυρίως λόγω των επιπτώσεών της στη ζωή του ίδιου του εξαρτημένου παίκτη, αλλά και του άμεσου κοινωνικού του περιβάλλοντος. Συνοπτικά, η Διαταραχή Ενασχόλησης με τα Τυχερά Παιχνίδια ανήκει στην ομάδα των παρορμητικών, ψυχαναγκαστικών ή/και εθιστικών συμπεριφορών, μεταξύ των οποίων πιθανολογείται η ύπαρξη κοινών αιτιολογικών μηχανισμών.41 Η εμφάνιση παθολογικών συμπεριφορών σε σχέση με τα τυχερά παιχνίδια φαίνεται να εξαρτάται από την αλληλεπίδραση μεταξύ ατομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.42 Επιστημονικές υποθέσεις και ερευνητικά προγράμματα διεθνώς εστιάζουν στη βιοχημική τεκμηρίωση και την περιγραφή της παθοφυσιολογίας του φαινομένου.43
Παρόλα αυτά, οι προβληματικές συμπεριφορές που εντάσσονται στο πλαίσιο της ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια δεν είναι πάντα αναγνωρίσιμες από το ευρύ κοινό ως προϊόν ψυχοπαθολογίας, γεγονός που φαίνεται να ισχύει σε σημαντικό βαθμό στη χώρα μας. Το στίγμα που συνδέεται με την προβληματική ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια θεμελιώνεται εν πολλοίς στην άγνοια του κοινού για την παθολογική φύση του φαινομένου. Η άγνοια αυτή ενισχύει τις αρνητικές στάσεις απέναντι στους εξαρτημένους παίκτες, καθώς επικρατεί η γενική πεποίθηση ότι οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για τις συμπεριφορές τους, εφόσον υποτίθεται ότι έχουν τον ορθολογικό έλεγχο των επιλογών τους. Έτσι, αποδίδεται στους εξαρτημένους παίκτες πλήρης ευθύνη και ηθικός καταλογισμός για τις προβληματικές συμπεριφορές τους σε σχέση με τα τυχερά παιχνίδια.
Σε κάθε περίπτωση, η προτροπή για την καταπολέμηση του κοινωνικού στίγματος της παθολογικής ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να γίνονται ανεκτές –πολύ δε περισσότερο να ενθαρρύνονται– σχετικές συμπεριφορές που λαμβάνουν ή τείνουν να λάβουν υπερβολικές / εξαρτητικές μορφές. Το επιχείρημα πίσω από την ανάγκη καταπολέμησης του στίγματος είναι ότι η κοινωνική απόρριψη του προβληματικού ή παθολογικού παίκτη δεν βοηθά στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Αντιθέτως, συσκοτίζει τα αίτια και τις παραμέτρους του φαινομένου και λειτουργεί ανασταλτικά για τους παίκτες και το περιβάλλον τους στην προσπάθειά τους να διαχειριστούν την κατάσταση και να λάβουν βοήθεια.
Όπως ισχύει και για τις υπόλοιπες ψυχικές διαταραχές, όπου είναι τεκμηριωμένο ότι το στίγμα θεμελιώνεται πρωτίστως στην άγνοια του πληθυσμού για την ψυχοπαθολογική φύση των εκδηλώσεών τους, έτσι και στην περίπτωση της Παθολογικής Ενασχόλησης με τα Τυχερά Παιχνίδια, η ενημέρωση των ίδιων των παικτών, του κοινωνικού περιγύρου, του ευρύτερου κοινού και των δημόσιων υπηρεσιών για την ψυχοπαθολογική βάση των προβληματικών συμπεριφορών, φαίνεται να συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση του φαινομένου, αλλά και στη μείωση του στίγματος που αποδίδεται σε αυτό. Σε χώρες όπως ο Καναδάς, όπου η πολιτεία έχει προχωρήσει σε εκστρατείες ενημέρωση και πρόληψης, ο γενικός πληθυσμός τείνει σε ποσοστό παραπάνω από 50% να αντιμετωπίζει τις προβληματικές μορφές ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια ως παθολογική κατάσταση που χρήζει βοήθειας και θεραπείας.44 Έρευνες έχουν δείξει, επίσης, ότι η ενημέρωση, τόσο του γενικού πληθυσμού όσο και των παικτών ειδικότερα, μειώνοντας το κοινωνικό στίγμα, βοηθά, κατά συνέπεια, τους τελευταίους να αναζητήσουν επαγγελματική βοήθεια.45
Το στίγμα έχει καταδειχθεί διεθνώς, σε μελέτες μετα-ανάλυσης, ως ένας από τους σημαντικότερους εσωτερικούς φραγμούς που αντιμετωπίζουν οι προβληματικοί-παθολογικοί παίκτες στην αναζήτηση βοήθειας.46 Χαρακτηριστικό είναι ότι ανάμεσα στον γενικό πληθυσμό, οι ίδιοι οι προβληματικοί-παθολογικοί παίκτες είναι εκείνοι που τείνουν περισσότερο να αρνούνται την αναγνώριση της συμπεριφοράς τους ως παθολογικής, γεγονός που θα πρέπει να συνδεθεί και με τον αυτοστιγματισμό τους.45 Θα πρέπει, συνεπώς, να θεωρείται δεδομένο ότι για τους ίδιους τους προβληματικούς παίκτες, η επίγνωση της ψυχοπαθολογίας τους είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν διαφορετικά τη φύση της δραστηριότητάς τους και να προβούν στο μεγάλο βήμα της θεραπευτικής αντιμετώπισης.
Το κοινωνικό στίγμα είναι λοιπόν ένα από τα προσκόμματα που θα κληθούν να υπερβούν τόσο οι παίκτες τυχερών παιχνιδιών όσο και οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας στην προσπάθειά τους να υπερνικήσουν μια παθολογική κατάσταση εξάρτησης με σοβαρές συνέπειες στην ψυχική υγεία και στη ζωή των άμεσα εμπλεκομένων και του στενού οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, αλλά και για την πολιτεία, η διερεύνηση του φαινομένου και η ανάπτυξη παρεμβάσεων τόσο στον τομέα της θεραπείας όσο και σε αυτόν της πρόληψης είναι επιβεβλημένες. Η επαρκής γνώση του φαινομένου αποτελεί την αναγκαία βάση για την ορθή αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων, ατομικών, οικονομικών και κοινωνικών, σχετίζονται με αυτό.
Συνεπώς, για τη χώρα μας –απ’ όπου απουσιάζουν σχετικές ερευνητικές απόπειρες–, η επιστημονική μελέτη της παθολογικής ενασχόλησης με τα τυχερά παιχνίδια, καθώς και του κοινωνικού στίγματος που την συνοδεύει, καταδεικνύεται απαραίτητη. Στη βάση των όποιων ερευνητικών αποτελεσμάτων θα καταστεί δυνατό να σχεδιαστούν δημόσιες πολιτικές υγείας με στόχο την αντιμετώπιση του προβλήματος, του οποίου η έκταση στην ελληνική κοινωνία δεν θα πρέπει να θεωρείται αμελητέα. Ειδικά σήμερα, στις παρούσες συνθήκες οικονομικής κρίσης, αναμένεται έξαρση του φαινομένου και συνεπώς οι σχετικές μελέτες θα ήταν επιβεβλημένο να αναζητήσουν τις πιθανές συσχετίσεις. Η ενασχόληση με τα τυχερά παιχνίδια και οι σχετιζόμενες παθολογικές συμπεριφορές αποτελούν ένα πολλά υποσχόμενο επιστημονικό πεδίο για την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά και για θετικές, υποστηρικτικές παρεμβάσεις στην ελληνική κοινωνία.
Βιβλιογραφικές αναφορές
1. American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed.). Arlington VA, American Psychiatric Publishing; 2013.
2. Albrecht U, Kirschner NE, Grüsser SM. Diagnostic instruments for behavioural addiction: an overview. GMS Psychosocial Medicine 2007, 4:1-11.
3. Blascovich J, Mendes WM, Hunter SB, Lickel B. Stigma, threat and social interactions. In: DT Gilbert, TS Fiske, G Lindzey (Eds), Handbook of social psychology (4th ed., Vol. 2). Boston: Mc Grow-Hill; 2003.
4. Sartorius N, Shulze H. Reducing the stigma of mental Illness: a Report from a Global Program of the World Psychiatric Association. New York, Cambridge University Press; 2005.
5. Οικονόμου Μ, Στεφανής Κ. Στίγμα και ψυχική νόσος: Μια εισαγωγή στο φαινόμενο. Στίγμα 2010, 6-8.
6. Schulze B, Angermeyer MC. Subjective experiences of stigma. A focus group study of schizophrenic patients, their relatives and mental health professionals. Social Science and Medicine 2003; 56(2): 299-312.
7. Economou M, Stefanis NC, Papadimitriou GN. Schizophrenia and stigma: old problems, new challenges. In: S Kasper, GN Papadimitriou (eds), Schizophrenia: Biopsychosocial Approaches and Current Challenges (pp: 299-309). London, Informa Healthcare; 2010.
8. Thornicroft G, Brohan E, Rose D, Sartorius N, Leese M. Global pattern of experienced and anticipated discrimination against people with schizophrenia: a cross-sectional survey. Lancet 2009; 373:408-415.
9. Corrigan PW, Edwards AB, Green A, Diwan SL, Penn DL. Prejudice, social distance and familiarity with mental illness. Schizophrenia Bulletin 2001; 27: 219-225.
10. Gerlinger G , Hauser M, Heart M, deLacluyse K, Wampers M, Correll CU. Personal stigma in schizophrenia spectrum disorders: a systematic review of prevalence rates, correlates, impact and interventions, World Psychiatry 2013; 12:155-164.
11. Economou M, Gramandani C, Richardson C, Stefanis C. Public Attitudes towards people with schizophrenia in Greece. World Psychiatry 2005, 4 (Suppl. 1): 45-49.
12. Economou M, Richardson C, Gramandani C, Stalikas A, Stefanis C. Knowledge about schizophrenia and attitudes towards people with schizophrenia in Greece. International Journal of Social Psychiatry 2009, 55:361-371.
13. Economou M, Kourea A, Gramandani C, Leontiadou A, Louki E, Stefanis C. Mental disorder and mental health representations in Greek newspapers and magazines. World Psychiatry 2005, 4:45-9.
14. Remien RH, Chowdhury J, Mokhbat, JE, Soliman, C, El Adawy M, El-Sadr W. Gender and care: Access to HIV testing, care, and treatment. Journal of Acquired Immune Deficiency Syndrome 2009, 51: S106-S110.
15. Corrigan PW, Watson AC, Miller FE. Blame, shame and contamination: The impact of mental illness and drug dependence stigma on family members. Journal of Family Psychology 2006, 20: 239-246.
16. Luoma JB, Twohig MP, Waltz T, Hayes SC, Roget N, Padilla M, Fisher G. An investigation of stigma in individuals receiving treatment for substance abuse. Addictive Behaviors 2007, 32:1331-1364.
17. Day A, Davey L, Wanganeen R, Casey S, Howells K, & Nakata M. Symptoms of trauma, perceptions of discrimination, and anger: A comparison between Australian indigenous and non-indigenous prisoners. Journal of Interpersonal Violence 2008, 23:245-258.
18. Takahashi LM. The socio-spatial stigmatization of homelessness and HIV/ AIDS: Toward an explanation of the NIMBY syndrome. Social Science and Medicine 1997, 45:903-914.
19. Kaiser CR & Pratt-Hyatt JS. Distributing prejudice unequally: Do Whites direct their prejudice toward strongly identified minorities? Journal of Personality and Social Psychology 2009, 96:432-445.
20. Sellers RM, & Shelton JN. The role of racial identity in perceived racial discrimination. Journal of Personality and Social Psychology 2003, 84:10791092.
21. Corrigan PW, Demming Lurie B, Goldman HH, Slopen N, Medasani K, & Phelan S. How adolescents perceive the stigma of mental illness and alcohol abuse. Psychiatric Services 2005, 56:544-550.
22. Corrigan P. How stigma interferes with mental health care. American Psychologist 2004, 59:614-625.
23. Οικονόμου Μ, Γερουλάνου Κ, Λουκή Ε, Χαρίτση Μ, Χονδρός Δ, Θεοδωράκης Π. Στίγμα και σύγχρονες κοινωνίες: Στάσεις κατοίκων του Δήμου Αθηναίων απέναντι σε κοινωνικά ευάλωτες ομάδες. Άτη 2011, 3, 1: 12-20.
24. Horch JD & Hodgins DC. Public stigma of disordered gambling: social distance, dangerousness, and familiarity. Journal of Social and Clinical Psychology 2008, 27(5):505–528.
25. Wardle H, Moody A, Spence S, Orford J, Volberg R, Jotangia D, Griffiths M, Hussey D & Dobbie F. British Gambling Prevalence Survey (Prepared for: The Gambling Commission), London, National Centre for Social Research; 2011.
26. Azmier J. Canadian gambling behaviour and attitudes: Summary report. Gambling in Canada Research Report No.8, Calgary, Canada West Foundation; 2000.
27. Australian Productivity Commission (APC). Australia’s Gambling Industries. Report No.10, Canberra, Ausinfo; 1999.
28. Centre for Gambling Research. Victorian longitudinal community attitudes survey, Gambling Research Panel Report No. 6. Victoria, Australia; 2004.
29. Cooper G. Online assistance for problem gamblers: an examination of participant characteristics and the role of stigma. Toronto, Ontario Institute for Studies in Education of the University of Toronto; 2001.
30. Dhillon J, Horch JD, Hudgins DC. Cultural influences in stigmatization of problem gambling: East Asian and Caucasian Canadians. Journal of Gambling Studies 2011, 27(4):633-647.
31. Yang LH, Kleinmen A, Link BG, Phelan JC, Lee S, Good B. Culture and stigma: Adding moral experience to stigma theory. Social Science and Medicine 2007, 64:1524-1535.
32. Raylu N & Oei TP. Role of culture in gambling and problem gambling. Clinical Psychology Review 2004, 23:1087-1114.
33. Tavares H, Martins SS, Zilberman ML & el-Guebaly N. Gamblers seeking treatment: Why haven’t they come earlier? Addictive Disorders and Their Treatment 2002, 1:65-69.
34. Cooper GA. Online assistance for problem gamblers: an examination of participant characteristics and the role of stigma. Ontario Institute for Studies in Education of the University of Toronto, 2001.
35. Dunn K, Delfabbro P, Harvey P. A Preliminary, Qualitative Exploration of the Influences Associated with Drop-Out from Cognitive-Behavioural Therapy for Problem Gambling: An Australian Perspective. Journal of Gambling Studies, 2012, 28(2):253-272.
36. Μπαμπινιώτης Γ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας (β΄ έκδοση), 2005.
37. Τσαγρή Κ. Το φυσικό και το δυνητικό casino ως μορφές οργάνωσης και διαχείρισης του τζόγου (Μεταπτυχιακή εργασία). Αθήνα, Πάντειο Πανεπιστήμιο; 2007.
38. Αδαμόπουλος Α, Οικονόμου Μ. Η Τύχη ως αρχετυπική, θεοποιημένη έννοια και η εξάρτηση από τα τυχερά παιχνίδια ως σύγχρονη εκδοχή ψυχολογικής παθολογίας: μια ιστορική και θεωρητική προσέγγιση. Σύναψις 2013, 28(9):4-7.
39. Μακρυδάκης Σ, Hogarth R, Gaba A. Χορεύοντας με την Τύχη. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική, 2009.
40. Ντοστογιέφσκι Φ., Ο παίκτης. Αθήνα: Γκοβόστης, 2000.
41. Wareham JD, Potenza MN. Pathological gambling and substance use disorders. American Journal of Drug and Alcohol Abuse 2010, 36:242-7.
42. Lobo DS & Kennedy JL. Genetic aspects of pathological gambling: a complex disorder with shared genetic vulnerabilities. Addiction 2009, 104:145465.
43. Conversano C, Marazziti D, Carmassi C, Baldini S, Barnabei G, Dell’Osso L. Pathological gambling: A Systematic Review of Biochemical, Neuroimaging and Neuropsychological Findings. Harvard Review of Psychiatry 2013, 20(3):130-148.
44. Cunningham JA, Cordingley J, Hodgins DC, Toneatto T. Beliefs About Gambling Problems and Recovery: Results from a General Population Telephone Survey. Journal of Gambling Studies 2011, 27(4):625-631.
45. Gainsbury S, Hing N, Suhonen N. Professional Help-Seeking for Gambling Problems: Awareness, Barriers and Motivators for Treatment. Journal of Gambling Studies 2014, 30(2): 503-519.
46. Suurvali H, Cordingley J, Hodgins DC, Cunningham J. Barriers to Seeking Help for Gambling Problems: A Review of the Empirical Literature. Journal of Gambling Studies 2009, 25(3):407-424.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.