Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ιορδάνα Μοσκόφη
Στρατιωτική Ψυχολόγος στο 251ο Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας και
μεταπτυχιακή φοιτήτρια Κλινικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]

Το δέρμα και οι ψυχικές λειτουργίες του

«Η ολοκλήρωση του άρθρου συγχρηματοδοτήθηκε μέσω του Έργου «Υποτροφίες ΙΚΥ» από πόρους του ΕΠ «Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση», του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ) του ΕΣΠΑ, 2007-2013»

Περίληψη

Στην ανασκόπησή μας πρόκειται να εκθέσουμε τις ψυχικές λειτουργίες που αναλαμβάνει το ανθρώπινο δέρμα όντας ταυτόχρονα όργανο αισθητηριακό, περίβλημα προστατευτικό και μέσο ψυχοσωματικής έκφρασης. Αρχικά, εξετάζεται εν συντομία το ζήτημα της ενοποίησης ψυχής σώματος και οι διχασμοί αυτής. Στη συνέχεια, σκιαγραφείται η συμβολή του πρωταρχικού μητρικού περιβάλλοντος στη δόμηση του αναδυόμενου ψυχισμού και στην εγκατάσταση της ψυχοσωματικής ενότητας μέσα από τις απτικές ανταλλαγές και την αλεξιδιεγερτική λειτουργία που αυτό παρέχει. Παράλληλα, διερευνώνται οι επιπτώσεις μιας ανεπαρκούς μητρικής φροντίδας και η πολυεπίπεδη εγγραφή τους σε όψεις της ψυχοσωματικής ύπαρξης του βρέφους. Ακολουθούν θεμελιώδεις ψυχοδυναμικές θεωρητικοποιήσεις γύρω από το δέρμα ως προστατευτικό αλλά και παθολογικό περίβλημα, εκκινώντας από τον Freud και συνεχίζοντας: (α) με τον Anzieu και τις λειτουργίες του Εγώ δέρματος και (β) την Bick και την αντίληψή της για το δεύτερο μυϊκό δέρμα. Τέλος, αποτυπώνονται αδρά ορισμένες όψεις της κλινικής εργασίας με δερματικούς ασθενείς.

Λέξεις κλειδιά: δέρμα, ψυχικές λειτουργίες, Eγώ δέρμα, δεύτερο δέρμα.

 

Αναζητώντας τους αρμούς ψυχής σώματος

Η αναρώτηση γύρω από τη σχέση ψυχής σώματος έχει αποτελέσει πολλάκις αντικείμενο φιλοσοφικού στοχασμού και θεωρητικών αναμετρήσεων· γόνιμες συναλλαγές που ευόδωσαν τη μετατόπιση από τη θέση του δυϊσμού σε αυτή της ψυχοσωματικής ενότητας και του συνεχούς μεταξύ σωματικού και ψυχικού. Η πρότερη διχοτόμηση επέβαλε μία λιβιδινικά αποστραγγισμένη θέαση του σώματος με όρους ανατομικούς, στερώντας το σώμα από τον πλούτο των συμβολικών του αναφορών (Sarti & Cossidente, 1984). Με την εκτεταμένη αμφισβήτηση αυτής της θέσης και από το ευρύτερο σώμα της ψυχανάλυσης, και πιο ειδικά από την Ψυχοσωματική Σχολή των Παρισίων, η σύλληψη του ψυχοσωματικού μονισμού πρόβαλε στο προσκήνιο, υποστηρίζοντας πως τα ένστικτα ζωής και θανάτου αφορούν τόσο στην ψυχική όσο και στη σωματική σφαίρα λειτουργίας (Τζίκας, 2009).

Για την ψυχανάλυση, το σώμα κατέχει κεντρική θέση στην ανάπτυξη της ψυχικής λειτουργίας, αφού, κατά τον Freud (1915, 1923), το ένστικτο και τα ενορμητικά παράγωγα αυτού, ο έλεγχος της πραγματικότητας και η δόμηση του Εγώ συνιστούν βασικές όψεις του σωματοψυχικού δεσμού. Ο Ferrari (2004) συνέλαβε το σώμα ως ένα Συγκεκριμένο Γνήσιο Αντικείμενο (Concrete Original Object), ως ένα πρωτίστως μη συμβολικό αντικείμενο που μόνο σταδιακά αποκτά την ικανότητα για σκέψη και συμβολική λειτουργία. Παράλληλα, επεσήμανε δύο είδη σχέσεων που δρουν παράλληλα, μία κάθετη σχέση μεταξύ σώματος και ψυχισμού και μία οριζόντια σχέση μεταξύ μητέρας και παιδιού, της οποίας η ποιότητα επιδρά καταλυτικά στην εγκατάσταση ή μη της ψυχοσωματικής ενότητας στο αναπτυσσόμενο υποκείμενο (Ferrari, 2004).

Επιπλέον, για τη McDougall (1989), η βαθιά ρήξη της σύνδεσης ψυχής σώματος είναι αυτή που εντοπίζεται στον πυρήνα των ψυχοσωματικών ασθενειών. Κεντρική στο έργο της είναι η έννοια της απο-συναισθηματικοποίησης (disaffection). Πρόκειται για ασθενείς στους οποίους πρώιμα τραύματα στη σχέση μητέρας βρέφους οδήγησαν σε μία ψυχική λύση που περιελάμβανε εγγραφή του σωματικού πόλου της εμπειρίας και μαζική απώθηση του συναισθηματικού της περιεχομένου. Ως αποτέλεσμα αυτού του ψυχικού αποκλεισμού, το σώμα και οι λειτουργίες του καταλήγουν να αποτελούν τη βασική μνήμη της οδύνης, εξασφαλίζοντας μεν ψυχική ισορροπία, πτωχαίνοντας όμως τον ψυχισμό του ατόμου (ΜcDougall, 1989).

Το πρωταρχικό μητρικό περιβάλλον ως προϋπόθεση της ψυχοσωματικής ενότητας του βρέφους

Στην κατάσταση της υγείας, ο ψυχισμός συνδέεται με το σώμα μέσα από την εναρμονισμένη εναλλαγή εμπειριών ηρεμίας και διέγερσης, εμπειρίες που πηγάζουν από το δέρμα, την αναπνοή, τις κινήσεις των μυών. Για τη διασφάλιση της ψυχοσωματικής ύπαρξης και συνέχειας του βρέφους οι μητρικοί χειρισμοί είναι θεμελιώδους σημασίας, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις του υγιούς ναρκισσισμού, της σταθερής εικόνας σώματος και της αυτοεκτίμησης (Koblenzer, 1990, 1997 Μανωλόπουλος, 2009).

Η εγγύτητα της μητέρας, ο λεκτικός και τονικός διάλογος που αναπτύσσει με το βρέφος της και το απαλό άγγιγμά της καθησυχάζουν τον κατακλυσμένο από αρχαϊκά άγχη αφανισμού ψυχισμό του βρέφους, παρέχοντας ένα πρότυπο για ρύθμιση της εσωτερικής έντασης και ευρύτερα του συναισθήματος. Ιδανικά, η μητέρα, μέσα από την αλεξιδιεγερτική λειτουργία της, επιτρέπει στο βρέφος να προχωρήσει από το δέρμα του στη συνάντηση του εξωτερικού κόσμου (Koblenzer, 1990 Μανωλόπουλος, 2009). Σε περίπτωση αποτυχίας του πρωταρχικού μητρικού περιβάλλοντος, η εκτόνωση της εσωτερικής έντασης μέσω σωματικών οδών αναδεικνύεται ως η μόνη λύση εις βάρος του ονείρου, του παιχνιδιού και της φαντασιακής δραστηριότητας (Koblenzer, 1997).

Ταυτόχρονα, η παροχή συναισθηματικά συντονισμένων μητρικών φροντίδων και η εναλλαγή καταπράυνσης και διέγερσης μέσω του αγγίγματος και των συνοδών αισθητηριακών συνιστωσών (όπως η θερμότητα, η πίεση κ.ά.) είναι κριτικής σημασίας για την ανάπτυξη και εδραίωση της αυτοεκτίμησης. Η φυσική επαφή με το λιβιδινοποιημένο σώμα της μητέρας και το συναισθηματικό κλίμα αποδοχής, θαυμασμού και περηφάνιας μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η μητρική διαχείριση επιτρέπει την ταύτιση μαζί της και την ενσωμάτωση των αντίστοιχων ποιοτήτων στην υπηρεσία του υγιούς ναρκισσισμού (Κoblenzer 1990, 1997, 2003).

Παράλληλα, είναι γεγονός πως όσο μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του σώματος του βρέφους αποτελεί αντικείμενο χαδιών και αγγιγμάτων τόσο πιο ακριβής και ικανοποιητική είναι η εσωτερική αντίληψη και αναπαράσταση του μεγέθους και του σχήματος του σώματος, διασφαλίζοντας μία σταθερή αίσθηση εαυτού και ταυτότητας του φύλου (Koblenzer, 1997). Ελλείψει των ενορχηστρομένων απτικών ανταλλαγών μητέρας βρέφους πλήττεται βαθιά η δυνατότητα δόμησης μίας σταθερής εικόνας σώματος με όρια που διακρίνουν και διαχωρίζουν μεταξύ Εγώ και μη Εγώ, εσωτερικότητας και εξωτερικότητας. Αργότερα τα άτομα αυτά, ελλείψει μίας σταθερής αίσθησης εαυτού και ψυχοσωματικής ενότητας, αναζητούν να θέσουν και να επενδύσουν τα σωματικά όρια του Εγώ μέσω προκλητών δερματικών βλαβών, αναβιώνοντας και ξαναβρίσκοντας τον βρεφικό εκείνο λιβιδινικό ερεθισμό που τόσο λαχτάρησαν και μόνο μερικώς, στην καλύτερη περίπτωση, δέχθηκαν (Koblenzer, 1988, 1990).

Επιπλέον, ο απτικός ερεθισμός του βρέφους είναι κεντρικής σημασίας στο επίπεδο της οργανικής σφαίρας για τη σκελετική του ανάπτυξη, την έκκριση της αυξητικής ορμόνης και την ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος. Όταν απουσιάζει, συχνά παρατηρούνται διαταραχές ανάπτυξης στην κινητική δραστηριότητα και τη μαθησιακή ικανότητα, ενώ έχει συνδεθεί και με το σύνδρομο του ψυχοκοινωνικού (ψυχογενούς) νανισμού (Koblenzer, 1988, 1990).

Οι ανεπάρκειες αυτές του μητρικού περιβάλλοντος στην ικανοποίηση των βρεφικών αναγκών για απτικές εμπειρίες συμβαίνουν πριν την ανάδυση του λόγου, σε μια κρίσιμη για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του βρέφους περίοδο, όπου το Εγώ είναι εν τω γεννάσθαι, άμορφο ακόμα και πορώδες (Musaph, 1969). Η ταύτιση με τη μητέρα και η εσωτερίκευση της λειτουργίας της παρεμποδίζονται, ενώ οι επιθετικές και λιβιδινικές ενορμήσεις του βρέφους, που στη φυσιολογική ανάπτυξη βρίσκουν διέξοδο μέσω των μητρικών χειρισμών και μετασχηματίζονται σε ταυτίσεις, τώρα λιμνάζουν, αναζητώντας εκφόρτιση υπό τη μορφή ψυχικά ανεπεξέργαστων σωματικών εκδηλώσεων (Musaph, 1969 Spitz, 1965).

Το δέρμα: περίβλημα και επιφάνεια εγγραφών

Έχοντας υπ’ όψιν ότι «κάθε τι ψυχικό εξελίσσεται πάντα σε αναφορά με τη σωματική εμπειρία» (Αnzieu, 2003, σ.152), γίνεται σαφές ότι ελλείψει της ικανότητας για συμβολική αναπαράσταση των διεγέρσεων, οποιοδήποτε μέρος του σώματος δύναται να αναλάβει την εκφόρτιση μέσω σωματικής έκφρασης. Άλλωστε, η σωματική μήτρα των ψυχικών περιεχομένων διαφαίνεται ήδη από την απαρχή του ενδομήτριου σχηματισμού του εμβρύου, όπου το δέρμα και το κεντρικό νευρικό σύστημα δημιουργούνται από την ίδια εμβρυϊκή δομή, το «έξω βλαστικό δέρμα» (Koblenzer, 1997).

Το δέρμα επίσης, πέραν της χρονολογικής του προτεραιότητας έναντι των υπόλοιπων οργάνων, καλύπτει όλο το σώμα, ενώ παράλληλα περιέχει άλλες αισθήσεις, όπως τη θερμοκρασία με τη διάκριση θερμού ψυχρού, τον πόνο, την επαφή, την πίεση και την τονικότητα. Στην πρωτοκαθεδρία του έναντι των υπόλοιπων οργάνων συμβάλλει δε και το γεγονός ότι είναι το μόνο όργανο που περιβάλλει και συγκρατεί το σύνολο του εσωτερικού του σώματος (Βλαχάκη, 2001, 2009). Παράλληλα, το δέρμα αποτελεί τον τόπο εγγραφής πρώιμων ικανοποιητικών εμπειριών, όπως ο θηλασμός, αποτελώντας ταυτόχρονα μέσο επικοινωνίας και εγκατάστασης σχέσεων (Consoli, 2006). Στο δέρμα τέλος, εντοπίζεται το σωματικό ισοδύναμο και η ρίζα της αναστοχαστικότητας της σκέψης, αφού κάθε φορά που αγγίζουμε κάτι, ταυτόχρονα αγγιζόμαστε από αυτό, ως μία μορφή αναστοχαστικότητας του δέρματος (Bλαχάκη, 2001, 2009).

Το δέρμα λοιπόν, επιτελώντας πολλαπλές λειτουργίες και αποτελώντας ένα περίβλημα με τη δική του επιφάνεια που δέχεται και ταυτόχρονα προμηθεύει τον ψυχισμό με διεγέρσεις, αποτελεί συχνά πεδίο έκφρασης ενδοψυχικών συγκρούσεων. Άλλοτε γίνεται φορέας συμπτωμάτων που εμφανίζονται ξαφνικά και απαλείφονται εξίσου γρήγορα, ενώ άλλοτε τα συμπτώματα αυτά οργανώνονται γύρω από κάποια δερματική νόσο.

Οι απόψεις του Freud για το δέρμα

Ο Freud μελέτησε το δέρμα υπό ποικίλα πρίσματα. Σε σχέση με το Εγώ, σκιαγράφησε τις σχετικές λειτουργίες του ορίου, της αντίληψης, της επιφάνειας και της προστασίας που αναλαμβάνει λειτουργώντας ως «φραγμός επαφής», που προστατεύει το ψυχικό όργανο από πλεονάζοντα ή ελλειμματικό ερεθισμό (Ulnik, 2008). Σύμφωνα με τον ίδιο (1923), το Εγώ είναι πρωτίστως ένα σωματικό Εγώ του οποίου η σύσταση στηρίζεται στις σωματικές, αισθητηριακές εμπειρίες, «ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως νοητική προβολή της επιφάνειας του σώματος» (Βλαχάκη, 2009, σ.46). Με την έκφραση «επιφάνεια του σώματος» υπονοείται, κατά τον Αnzieu (2003), το δέρμα, αποτελώντας το σωματικό περίβλημα από το οποίο προέρχεται το ψυχικό περίβλημα, δηλαδή το Εγώ.

Παράλληλα, το δέρμα στον Freud μελετάται ως όργανο ερωτισμού όπου εδράζονται οι ερωτογόνες ζώνες, αλλά και ως πηγή και αντικείμενο των ενορμήσεων, κυρίως των ενορμήσεων της αφής, του βλέμματος και του σαδισμού (Ulnik, 2008). Όταν μάλιστα, οι δερματικές παθήσεις εντοπίζονται στα αντίστοιχα όργανα των διαφόρων σταδίων της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, καθίσταται εμφανές ότι το σύμπτωμα συνδέει μια ερωτική ευχαρίστηση με τον σωματικό πόνο και τη ντροπή· απαραίτητα επακόλουθα για τον κατευνασμό του Υπερεγώ που επιζητά τιμωρία για αυτές τις ενορμήσεις και ηθική δικαίωση (Αnzieu, 2003). Και πράγματι, στην κλινική πρακτική, οι δερματικές αλλοιώσεις στην περιοχή του στόματος, στον βλεννογόνο του πρωκτού, αλλά και στη γεννητική περιοχή συνιστούν μία βασική εστία σωματικών αιτημάτων (Koblenzer, 1997, 2005).

Οι συνδέσεις δερματικής νόσου και ασυνείδητων νοηματοδοτήσεων είναι σαφές ότι αντλούν από όλο το φάσμα της θεωρίας του Freud. Επιχειρώντας μάλιστα μια σύνδεση του δέρματος και του φετιχισμού, ο Freud υποστηρίζει ότι καθώς το δέρμα είναι πιθανό να ερωτικοποιηθεί ως όλον και να λάβει χαρακτήρα φαλλικής αναπαράστασης λειτουργώντας ενίοτε ως φετίχ, είναι εξίσου πιθανό να φετιχοποιηθούν οι βλάβες που εντοπίζονται στην επιφάνειά του (Freud, 1927).

Για παράδειγμα, ερυθήματα ή κάποια φλεγμονή που συχνά συγκεντρώνουν την προσοχή με την ερυθρότητα ή τη διόγκωσή τους ενδέχεται να λάβουν φαλλική υπόσταση, οπότε και η θεραπεία τους να εγείρει άγχος ευνουχισμού. Στον αντίποδα, ειδικά όταν η ασθένεια εντοπίζεται στα γεννητικά όργανα ή όταν εκτεταμένες βλάβες προκαλούνται στα άκρα (περιπτώσεις εκζέματος ή ψωρίασης), το άγχος ευνουχισμού («θα μου αποσπάσουν κάτι που έχω») μπορεί να αναπαρασταθεί μέσα από τη φαντασίωση ότι κάποιο μέρος του σώματος χάνεται ή καταβροχθίζεται και κατακυριεύεται από την ασθένεια (Ulnik, 2008).

Didier Anzieu: Το Εγώ δέρμα και οι λειτουργίες του

Ο Didier Anzieu (2003), εκκινώντας από τον Freud, αξιοποίησε τις ιδέες του Bowlby και του Winnicott για να συλλάβει την έννοια του Εγώ δέρματος, όπου το δέρμα αποτελεί μια επιφάνεια διεπαφών, που ορίζει τα όρια του μέσα με το έξω, ενώ, ταυτόχρονα, επιτελεί μια λειτουργία περίεξης (containing function) των ψυχικών περιεχομένων. Πρόκειται για έναν σχηματισμό που το παιδί χρησιμοποιεί κατά την πρώτη φάση της ανάπτυξής του προκειμένου να αναπαραστήσει εαυτόν ως ένα Εγώ που περιέχει. Συμβολίζει δηλαδή κατ’ ουσία «την ικανότητα του Εγώ για απεικόνιση μέσω των αισθητηριακών εμπειριών του δέρματος» (Βλαχάκη, 2009, σ. 48).

Το Εγώ δέρμα, ως επιφάνεια διεπαφών μητέρας βρέφους, αποτελείται από ένα εξωτερικό περίβλημα που ενσαρκώνεται από το μητρικό περιβάλλον και ένα εσωτερικό περίβλημα, την επιφάνεια δηλαδή του σώματος του βρέφους (Ulnik, 2008). Το χαμόγελο, η απαλότητα της αφής, η σωματική ζεστασιά του αγκαλιάσματος και η σταθερότητα του κρατήματος, το λίκνισμα και τα σιγομουρμουρίσματα της μητέρας αποτελούν αισθητηριακές εμπειρίες που εγγράφονται στο σώμα του βρέφους παρέχοντας μια βασική αίσθηση ασφάλειας και συνεχούς της ύπαρξης (Αnzieu, 1993 Βλαχάκη, 2009).

Ταυτόχρονα, όταν τα σήματα που εκπέμπει η μητέρα ως περιβάλλον φροντίδας συντονίζονται ευέλικτα με τους ρυθμούς του βρέφους, τότε κατά την επαφή αυτή, δέρμα με δέρμα, αναδύεται η φαντασίωση ενός κοινού δέρματος που απεικονίζει τη συμβιωτική τους ένωση. Αυτό το κοινό δέρμα εξασφαλίζει μια αδιαμεσολάβητη επικοινωνία μεταξύ τους, μια αμοιβαία ενσυναίσθηση. Μέσα από την εσωτερίκευση δε της περιέχουσας λειτουργίας του, επιτρέπεται στο παιδί να αποκτήσει σταδιακά το δικό του ψυχικό δέρμα, που θα το καταστήσει συμπαγές και αυτόνομο με μια σταθερή αίσθηση Εαυτού (Αnzieu, 1993 Βλαχάκη, 2009).

Τo επόμενο στάδιο απαιτεί την εγκατάλειψη αυτής της φαντασίωσης και την αναγνώριση ότι καθένα από τα μέρη της δυάδας έχει το δικό του δέρμα και Εγώ. Κατά την οδυνηρή αυτή διαδικασία αποχωρισμού δραστηριοποιούνται «οι φαντασιώσεις του αποσπασμένου, κλεμμένου, μωλωπισμένου ή θανατηφόρου δέρματος» (Anzieu, 2003, σ.125). Ο Anzieu (2003) μάλιστα, υποστηρίζει πως στις δερματικές παθήσεις και τον μαζοχισμό, η καθήλωση σε αυτές τις φαντασιώσεις, και δη σε αυτή του αποσπασμένου δέρματος, έχουν εξέχουσα σημασία.

Το Εγώ δέρμα επιτελεί επίσης ορισμένες λειτουργίες που εξεικονίζουν την παράλληλη κίνηση των λειτουργιών του δέρματος με εκείνες του Εγώ, αναδεικνύοντας τους τρόπους αντιστοιχίας (correspondence) οργανικού και ψυχικού. Αρχικά, σε αναλογία με τη στήριξη του σκελετού και των μυών που προσφέρει το δέρμα, το Εγώ δέρμα αναλαμβάνει τη συγκράτηση (maintenance) του ψυχισμού. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την εσωτερίκευση της λειτουργίας του κρατήματος (holding) που αναλαμβάνει η μητέρα και της στήριξης που προσφέρει μέσω των χεριών της. Πρόκειται για μια πρωτογενή ταύτιση με ένα αντικείμενο – υποστήριγμα, το οποίο παρέχει τη στέρεη ραχοκοκαλιά που συγκρατεί το σώμα και επιτρέπει στον γεννώμενο ψυχισμό να βρει το κέντρο βάρους του. Επίσης, το Εγώ δέρμα έχει μία περιέχουσα λειτουργία λειτουργώντας ως ψυχικός φάκελος· λειτουργία που τίθεται σε κίνηση από τις μητρικές φροντίδες (handling) κατά το παιχνίδισμα σώμα με σώμα και την ανταλλαγή χειρονομιών και φωνημάτων που εμπλουτίζουν το απτικό περίβλημα (Anzieu, 2003 Ulnik, 2008).

Μια ακόμα λειτουργία του Εγώ δέρματος είναι η αλεξιδιεγερτική που προστατεύει τον ψυχισμό από πλεονασματικές ή αντίθετα ελλειμματικές διεγέρσεις κατ’ αναλογία με την προστασία από τις σωματικές επιθέσεις που παρέχει η εξωτερική στοιβάδα της επιδερμίδας στην ευάλωτη εσωτερική (Anzieu, 2003). Το Εγώ δέρμα, όπως ακριβώς το δέρμα διαφοροποιείται ποιοτικά (υφή, χρώμα, μυρωδιά) από άνθρωπο σε άνθρωπο, αναλαμβάνει επίσης μία λειτουργία εξατομίκευσης ως αίσθημα μοναδικότητας του εαυτού· ενός εαυτού που διαθέτει όρια και συνοχή (Ulnik, 2008).

Μία επιπλέον λειτουργία που απέδωσε ο Anzieu (2003) στο Εγώ δέρμα είναι αυτή της διαισθητηριακότητας (intersensoriality), η αλληλοσύνδεση και απαρτίωση δηλαδή των διαφορετικών αισθήσεων έχοντας ως αρχικό υπόβαθρο το απτικό περίβλημα, το δέρμα. Μέσα από αυτή τη λειτουργία αναδύεται η αίσθηση του κοινού αισθήματος (common sense), ελλείψει της οποίας κυριαρχεί το άγχος σωματικού κατακερματισμού λόγω της άναρχης λειτουργίας των αισθητηρίων οργάνων (Anzieu, 2003).

Επιπλέον, το δέρμα του βρέφους, αποτελώντας το αντικείμενο της μητρικής λιβιδινικής επένδυσης, καθίσταται το σύνηθες υπόβαθρο της σεξουαλικής ευχαρίστησης (Anzieu, 2003). Το Εγώ δέρμα λειτουργεί δηλαδή ως επιφάνεια στήριξης της σεξουαλικής διέγερσης, όπου εδράζονται οι ερωτογόνες ζώνες και οπές· ένας καθ’ όλα ερωτογενής φάκελος (Ulnik, 2008). Συμπληρωματικά στην ανωτέρω λειτουργία, το Εγώ-δέρμα αναλαμβάνει επίσης τη λιβιδινική επαναφόρτιση της ψυχικής λειτουργίας στην υπηρεσία της διατήρησης μιας εσωτερικής ενεργητικής έντασης που δεν κατακλύζει ούτε εκμηδενίζεται. Η λειτουργία αυτή φαίνεται να απουσιάζει στους χρόνια νοσούντες ασθενείς (Ulnik, 2008).

Το Εγώ δέρμα λειτουργεί ακόμα ως επιφάνεια εγγραφής των απτικών ιχνών παρέχοντας πληροφορίες για τον εξωτερικό κόσμο μέσα από τις αισθήσεις και τη συνοδή ευαισθησία (άγγιγμα, ζεστό κρύο, πόνος), ως εάν τα δερματικά ίχνη να συνθέτουν μια προλεκτική γραφή (Αnzieu, 2003). Στη βάση αυτής της λειτουργίας αναδύονται άγχη για ανεξίτηλες εγγραφές που προέρχονται από το Υπερεγώ ως συμβολικές πληγές, όπως το έκζεμα και οι κοκκινίλες, σπιλώνοντας το δέρμα και το Εγώ (Bettelheim, 1954).

Τέλος, το Εγώ δέρμα δύναται να έχει μία ένατη λειτουργία, στην υπηρεσία όμως αυτή τη φορά των ενστίκτων θανάτου και όχι της λιβιδούς. Πρόκειται για μια τοξική λειτουργία, όπου υπάρχει αδυναμία διάκρισης μεταξύ Εγώ και μη-Εγώ και πρωτοστατεί η φαντασίωση του δέρματος ως ενός δηλητηριώδους, φλεγόμενου χιτώνα. Τη λειτουργία αυτή μπορούμε να εντοπίσουμε σε αυτοάνοσες εκδηλώσεις, στο έκζεμα και λοιπές αλλεργίες (Ulnik, 2008).

Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η σύλληψη του Εγώ δέρματος, αντλώντας από τις βιολογικές λειτουργίες του δέρματος καθ’ αυτού και αποτυπώντοντας γόνιμες μεταξύ τους αναλογίες, προσφέρει μια πλούσια εννοιολογικά μήτρα για την κατανόηση ποικίλων κλινικών φαινομένων που περιλαμβάνουν δερματικές αλλοιώσεις.

Esther Bick: Το δεύτερο μυϊκό δέρμα

Η Esther Bick (1968, 1986) υπήρξε πρωτοπόρος στην ψυχαναλυτική παρατήρηση βρεφών. Υποθέτοντας ότι στην αρχαϊκή τους μορφή τα μέρη του ψυχισμού δεν είναι διαφοροποιημένα από τα σωματικά μέρη και βιώνονται χωρίς συνεκτική ισχύ, θεώρησε ότι ένα εξωτερικό αντικείμενο, το δέρμα, και συγκεκριμένα το δέρμα μητέρας βρέφους, είναι αυτό που τα κρατάει ενωμένα με τρόπο παθητικό. Μέσω του κοινού δέρματος μητέρας βρέφους, όπως αυτό βιώνεται κατά την επαφή του στόματος του βρέφους με τη θηλή κατά τον θηλασμό και την επαφή δέρμα με δέρμα στην αγκαλιά της μητέρας, παρέχεται μία πρωταρχική περίεξη των τμημάτων του Εγώ (primary skin containment).

Η ενδοβολή αυτής της λειτουργίας του περιέχοντος αντικειμένου όχι μόνο παρέχει στο βρέφος ένα σωματικό όριο (Βick, 1968), αλλά επιτρέπει επίσης τη φαντασίωση του διαχωρισμού ενός εσωτερικού και ενός εξωτερικού χώρου που οριοθετεί, ευοδώνοντας μετέπειτα τον διαχωρισμό Εαυτού και αντικειμένου (Anzieu, 2003). Ταυτόχρονα η λειτουργία της περίεξης διά του δέρματος προστατεύει τον ψυχισμό από τα αρχαϊκά άγχη σωματικού κατακερματισμού (falling into pieces), πτώσης σε έναν άμορφο χώρο (falling through space) και ρευστοποίησης (liquefying) (Bick, 1968, 1986).

Όταν, ωστόσο, το πραγματικό εξωτερικό αντικείμενο δεν μπορεί να επιτελέσει με επιτυχία αυτή τη φέρουσα και κρατούσα λειτουργία ή οι καταστροφικές φαντασιώσεις επίθεσης του βρέφους είναι πολύ έντονες, η ενδοβολή του ψυχικού δέρματος καθίσταται προβληματική (Anzieu, 2003). Αμυνόμενο το βρέφος απέναντι σε αυτή την αποτυχία για ενότητα του εαυτού και στα συνοδά άγχη καταφεύγει στον σχηματισμό ενός δεύτερου μυϊκού δέρματος (second skin formation) ως προστατευτικής προθήκης (Bick,1968, 1986).

Καταφεύγει δηλαδή, στην ενεργητική χρήση του σώματός του, διαμέσω κυρίως του μυϊκού συστήματος, οπότε και αναπτύσσει αμυντικά ένα μυϊκό κέλυφος μέσα στο οποίο περιχαρακώνεται. Η υπερβολική κινητική δραστηριότητα, η μυϊκή υπερτονία, διεγέρσεις του σώματος μέσω αυτοτραυματισμών αποτελούν μερικές μόνο από τις εκφάνσεις αυτού του μηχανισμού (Βλαχάκη, 2009). Αποτέλεσμα της εκτεταμένης ανάπτυξης αυτού του αμυντικού περιβλήματος είναι, πέρα από την αποδυνάμωση του Εγώ, η εικόνα μιας ψευδοανεξαρτησίας με ευαλωτότητα στην αποαπαρτίωση στη μετέπειτα ζωή του ατόμου (Willoughby, 2004).

Μία ακόμη άμυνα που μετέρχεται το βρέφος προκειμένου να εξασφαλίσει την ενότητα του εαυτού είναι η κολλώδης, προσφυτική ταύτιση (adhesive identification). Πρόκειται για όρο που εισήγαγε ο Meltzer (1975) σε εξέλιξη του όρου της Βick (1968) «προσφυτική ταυτότητα» (adhesive identity). Αυτός ο τύπος ταυτότητας δηλώνει την προοπτική ενός δισδιάστατου χώρου της ψυχικής ζωής, αφού το βρέφος αποκτά συνέχεια του εαυτού του όχι με το να βρίσκεται χωμένο μέσα στο αντικείμενο, αλλά μέσα από την επαφή δέρμα με δέρμα με το τοίχωμα του αντικειμένου (Athanasiou Popesco, 2001). Η Bick δηλώνει ρητά: «Θα αποκτήσετε μια ταυτότητα μόνο αν κολλήσετε. Είναι μια προσφυτική ταυτότητα, γιατί δεν υπάρχει ακόμα η αντίληψη του αντικειμένου ως ξεχωριστού. Υπάρχει μόνο κάτι απ’ όπου γραπώνεστε, και αν δεν μπορείτε να το κάνετε, τότε διαλύεστε.» (Βλαχάκη, 2001, σ.109).

Η προσφυτική ταύτιση, ως άμυνα, συνίσταται στην πρόσδεση σε ένα μερικό αντικείμενο. Η αναζήτηση δηλαδή, μέσω των αισθήσεων ενός σημείου γραπώματος στην επιφάνεια του αντικειμένου που θα παράσχει έναν στοιχειώδη βαθμό ασφάλειας απέναντι στα άφατα αρχαϊκά άγχη πτώσης, κατακερματισμού και αδειάσματος του εαυτού μέσα από τις οπές του σώματος. Το σημείο κρατήματος μπορεί είτε να είναι το δέρμα της μητέρας είτε το κράτημα από το βλέμμα, κάποιον ήχο ή τις λοιπές αισθήσεις, λειτουργία που καταπραΰνει και επιτρέπει, έστω στιγμιαία, την εμπειρία της ενότητας των τμημάτων του Εαυτού (Anzieu, 2003 Βλαχάκη, 2009).

Η κλινική εργασία με τους δερματικούς ασθενείς

Το δέρμα λοιπόν, αναλαμβάνει πολλαπλές λειτουργίες, όντας όργανο αισθητηριακό, όργανο που προσκαλεί την επαφή, όργανο που δρα ως εμπόδιο απέναντι στις εξωτερικές απειλές, ενώ παράλληλα αποτελεί μέσο ψυχοσωματικής έκφρασης (Kutter, 2004). Προσερχόμενος ο ασθενής με το πληγωμένο δέρμα του στον γιατρό, όχι μόνο του προσφέρει αυτό το σώμα πόνου για εξέταση, αλλά αναμένει και από αυτόν τρόπους επανόρθωσης, πραγματικής και συμβολικής (Sarti & Cossidente, 1984).

Η προσέγγιση συνεπώς του δερματολογικού ασθενή προτάσσει αρκετές φορές την αναγκαιότητα μιας ολιστικής, διεπιστημονικά πλαισιωμένης φροντίδας, όπου η ιατρική αντιμετώπιση της δερματοπάθειας συναντά την ψυχολογική κατανόηση του συμπτώματος με ανάλογη παρέμβαση. Μάλιστα, η Koblenzer (1987) πρότεινε ένα οργανωμένο μοντέλο διασυνδετικής δερματολογίας, όπου, κατά περίπτωση, μια διεπιστημονική ομάδα θα προσφέρει ψυχολογική εκτίμηση μέσω ψυχοδιαγνωστικών δοκιμασιών, καθώς και ψυχοθεραπεία ή συμβουλευτική. Υποστήριξε δε την ιδέα στέγασης του όλου τμήματος στη δερματολογική κλινική, σε ένδειξη αναγνώρισης του δικαιώματος του ασθενή να επιλέγει τον γιατρό στον οποίο θα απευθυνθεί (Panconesi, 2005).

Στο πλαίσιο της βοηθητικής λειτουργίας του διεπιστημονικού πλαισίου και των ποικίλων δυνατοτήτων που αυτό παρέχει, η ψυχολογική παρέμβαση κατέχει εξέχουσα θέση, καλώντας σε μία δράση εσωτερική με πολλαπλές προκλήσεις. Κατά την ψυχοθεραπευτική εργασία με αυτούς τους ασθενείς, μια βασική δυσκολία έγκειται στην αδυναμία τους να ρηματοποιήσουν πρώιμες συναισθηματικές στερήσεις (Βλαχάκη, 2009). Απέναντι σε αυτά τα ακατέργαστα πρώιμα άγχη, το σώμα του θεραπευτή αναλαμβάνει αντιμεταβιβαστικά να αισθανθεί το σώμα που βρίσκεται σε οδύνη προκειμένου στη συνέχεια το σωματικό βίωμα να εισέλθει στην περιοχή του λόγου. Η λειτουργία αυτή προϋποθέτει την εσωτερική διαθεσιμότητα του θεραπευτή να νιώσει και να ακούσει το σώμα του ασθενή· λειτουργία που θα επιτρέψει το πέρασμα από το σώμα στη σκέψη, δημιουργώντας πολύτιμους αρμούς μεταξύ ψυχής και σώματος (Βλαχάκη, 2001, 2009 Τζίκας, 2009).

Αντί επιλόγου

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της περιπλάνησης στους λαβυρίνθους του σωματοψυχικού δεσμού με πρωταγωνιστή το δέρμα και τη πολλαπλότητα των λειτουργιών του, δεν μπορεί παρά να υπογραμμιστεί η στενή σχέση μεταξύ δερματικών παθήσεων και ανεπαρκειών στη δόμηση του Εγώ· ανεπάρκειες που χρονολογούνται ήδη κατά την ανάδυση των υποκειμενικών ριζών και εγγράφονται, ενίοτε ανεξίτηλα, στον δερματικό εαυτό. Το δέρμα αυτό, περιτύλιγμα της οδύνης, διακοινωνεί την αποτυχία του πρωταρχικού αντικειμένου να επιτρέψει στον ψυχισμό να κατοικήσει το σώμα του και ταυτόχρονα διακοινωνεί την ελπίδα ότι η επικοινωνία θα εισακουστεί παρέχοντας μια νέα ευκαιρία ψυχοσωματικής ενοποίησης (Μανωλόπουλος, 2009). Έργο του κλινικού είναι να αφουγκραστεί τις υφέρπουσες ψυχικές δονήσεις και μαζί με τον ασθενή να επιχειρήσουν την ψυχική μορφοποίησή τους συγκροτώντας ένα συνεκτικό Εγώ δέρμα που ιδιοποιείται την ύπαρξή του.

Βιβλιογραφία

Anzieu, D. (1993). Autistic phenomena and the skin ego. Psychoanalytic Inquiry: A Topical Journal for Mental Health Professionals, 13(1), 42-48.

Anzieu, D. (2003). Το Εγώ-δέρμα. Αθήνα: Kαστανιώτη.

Athanasiou Popesco, A. (2001). Δύο όψεις των διαδικασιών σύνδεσης. Στο Γρ.

Αμπατζόγλου & Σ. Μανωλόπουλος (Επιμ.), Προσεγγίσεις του βρέφους (σσ.115132). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Bettelheim, B. (1954). Les Blessures Symboliques, tr. fr., Paris, Gallimard, 1970. Aναφέρεται στο Anzieu, D. (2003). Το Εγώ-δέρμα. Αθήνα: Kαστανιώτη.

Bick, E. (1968). The experience of the skin in early object relations. International Journal of Psychoanalysis, 49, 484-486.

Bick, E. (1986). Further considerations on the function of the skin in early object relations: Findings from infant observation integrated into child and adult analysis. British Journal of Psychotherapy, 2(4), 292-299.

Βλαχάκη, Ε. (2001). Ο δερματικός εαυτός και τα άλγη του. Στο Γρ. Αμπατζόγλου & Σ. Μανωλόπουλος (Eπιμ.), Προσεγγίσεις του βρέφους (σσ. 107-114). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Βλαχάκη, Ε. (2009). Δερμική εγγραφή της ταυτότητας και παθογένεια. Παιδί και Έφηβος. Ψυχική Υγεία και Ψυχοπαθολογία, 11(2), 46-56.

Consoli, S.G. (2006). Από το άγγιγμα στην τρυφερότητα. Στο: Ψυχοσωματική ιατρική: ψυχοπαθολογία και κλινικό έργο, διασυνδετική ψυχιατρική, ψυχοογκολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήσης. Αναφέρεται στο Τσαγκάδα, Α. (2009). Αλεξιθυμία και ψυχολογικός αποχωρισμός σε ασθενείς με ψωρίαση. Διπλωματική Εργασία. ΠΜΣ Κλινικής Ψυχολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα.

Ferrari, A. B. (2004). From the eclipse of the body to the dawn of thought. London: Free Association Books. Αναφέρεται στο Lombardi, R. (2008). The body in the analytic session: Focusing on the body mind link. International Journal of Psychoanalysis, 89, 89-110.

Freud, S. (1915). L’inconscient, nouv. tr. fr. in Métapsychologie, Paris, Gallimard, 1968. Ελλ. μτφρ. Δοκίμια Μεταψυχολογίας, μτφρ. Θόδωρος Παραδέλλης, εκδ. Καστανιώτη, 2000. Αναφέρεται στο Anzieu, D. (2003). Το Εγώ-δέρμα. Αθήνα: Kαστανιώτη.

Freud, S. (1923). The Ego and the Id. In J. Strachey (Ed. and Trans.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 19, pp. 3-66). London: Hogarth Press. Αναφέρεται στο Βλαχάκη, Ε. (2009). Δερμική εγγραφή της ταυτότητας και παθογένεια. Παιδί και Έφηβος. Ψυχική Υγεία και Ψυχοπαθολογία, 11(2), 46-56.

Freud, S. (1927). Fetishism. In J. Strachey (Ed. and Trans.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 21, pp. 152-159). London: Hogarth Press. Αναφέρεται στο Ulnik, J. C. (2008). Skin in Psychoanalysis. London: Karnac Books.

Koblenzer, C.S. (1987). Psychocutaneous Disease. Orlando (FL): Grune and Stratton. Aναφέρεται στο Panconesi, E. (2005). Psychosomatic factors in dermatology: Special perspectives for application in clinical practice. Dermatology Clinics, 23, 629-633.

Koblenzer, C.S. (1988). Stress and the skin: Significance of emotional factors in dermatology. Stress Medicine, 4, 21-26.

Koblenzer, C.S. (1990). A neglected but crucial aspect of skin function: A challenge for the 90s. International Journal of Dermatology, 29(3), 185-187.

Koblenzer, C.S. (1997). Psychodermatology of women. Clinics in Dermatology, 15, 127-141.

Koblenzer, C.S. (2003). Psychosocial aspects of beauty: How and why to look good. Clinics in Dermatology, 21, 473-475.

Koblenzer, C.S. (2005). The emotional impact of chronic and disabling skin disease: A psychoanalytic perspective. Dermatology Clinics, 23, 619-627.

Kutter, P. (2004). Skin and Intimacy -Psychoanalytic Reflections. Dermatology and Psychosomatics, 5, 196-202.

Lombardi, R. (2008). The body in the analytic session: Focusing on the body mind link. International Journal of Psychoanalysis, 89, 89-110.

Μανωλόπουλος, Σ. (2009). Οι συνδέσεις ψυχής -σώματος στη σκέψη του Winnicott. Παιδί και Έφηβος. Ψυχική Υγεία και Ψυχοπαθολογία, 11(2), 57-65.

Meltzer, D. (1975). Adhesive Identification. Contemporary Psychoanalysis, 11(3), 289-309. Aναφέρεται στο Βλαχάκη, Ε. (2001). Ο δερματικός εαυτός και τα άλγη του. Στο Γρ. Αμπατζόγλου & Σ. Μανωλόπουλος (Eπιμ.), Προσεγγίσεις του βρέφους (σσ. 107-114). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

McDougall, J. (1989). Theatres of the Body. London: Free Association Books.

Musaph, H. (1969). Aggression and symptom formation in dermatology. Journal of Psychosomatic Research, 13, 257-264.

Panconesi, E. (2005). Psychosomatic factors in dermatology: Special perspectives for application in clinical practice. Dermatology Clinics, 23, 629-633.

Sarti, M.G., & Cossidente, A. (1984). Therapy in psychosomatic dermatology. Clinics in Dermatology, 2(4), 255-273.

Spitz, R. (1965). The First Year of Life. NewYork: International University Press, 224-42.

Τζίκας, Δ. (2009). Διαταραχές Διατροφής και άμυνες «μη εισόδου». Παιδί και Έφηβος. Ψυχική Υγεία και Ψυχοπαθολογία, 11(2), 66-78.

Τσαγκάδα, Α. (2009). Αλεξιθυμία και ψυχολογικός αποχωρισμός σε ασθενείς με ψωρίαση. Διπλωματική Εργασία. ΠΜΣ Κλινικής Ψυχολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα.

Ulnik, J. C. (2008). Skin in Psychoanalysis. London: Karnac Books.

Willoughby, R. (2004). Between the basic fault and second skin. International Journal of Psychoanalysis, 85, 179-196.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.