Γρηγόρης Μανιαδάκης
Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής,
μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας,
προϊστάμενος της Υπηρεσίας Κοινωνικής Ψυχιατρικής Αθήνας, ΕΚΕΨΥΕ,
συνεργάτης της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής, ΕΚΠΑ και
συνεκδότης του International Forum of Psychoanalysis.
σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]
Θα μιλήσω για το βιβλίο Ψυχαναλυτικές Συναντήσεις με τον Οριακό Ασθενή: Το Κενό, το Αρχαϊκό, το Ψυχικό Τραύμα. Θα μιλήσω ασφαλώς ως αναγνώστης, αλλά και ως συν-συγγραφέας, και συμμέτοχος των συναντήσεων που είχαν μεταξύ άλλων εκβάσεων και εκείνη της συγγραφής και έκδοσής του. Αναφερόμαστε σε δυο κυρίως είδη συναντήσεων Τμήματος Διαταραχών Προσωπικότητας της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής. Κλινικές συναντήσεις των ψυχαναλυτών του με τον οριακό ασθενή, άμεσες και έμμεσες (π.χ. μέσω εποπτείας), και συναντήσεις των ψυχαναλυτών μεταξύ τους. Στην πρώτη περίπτωση, πιθανώς πρόκειται για αντιμεταβιβαστική ανταπόκριση σε ένα άλλοτε υπόκωφο και άλλοτε εκκωφαντικό αίτημα, στη δεύτερη, το αίτημα, εκείνο της παραγωγής νοήματος, προέρχεται από τους θεραπεύοντες μεταβιβαστική κίνηση προς μια μορφή σχέσης που ενέχει τη διεργασία του περιέχειν. Το ίδιο το βιβλίο, από όσο θυμάμαι, προέκυψε ως «πρόθεση» σε ένα προχωρημένο, σχετικά πρόσφατο σημείο της πορείας των συναντήσεων.
Ψυχαναλυτικές Συναντήσεις με τον Οριακό Ασθενή είναι ο επίτιτλος της έκδοσης, ο τίτλος είναι: Το Κενό, το Αρχαϊκό, το Ψυχικό Τραύμα. Οι τρείς αυτές θεματικές, που επιλέχθηκαν για τον τίτλο, μαζί με εκείνες της θεραπευτικής σχέσης στις μεταβιβαστικές και αντιμεταβιβαστικές της διαστάσεις , σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο, και του πλαισίου/θεσμού συγκροτούν και τα έξι διπλά κεφάλαια του βιβλίου. Διπλά, επειδή στο κάθε κεφάλαιο υπάρχουν δυο κείμενα, από δυο, αντίστοιχα, συγγραφείς. Υπάρχουν ακόμα ένα επίμετρο κι ένα γλωσσάρι.
Το Κενό, το Αρχαϊκό, το Ψυχικό Τραύμα ως επεξήγηση του επίτιτλου φαίνεται να ορίζουν συνοπτικά την εικόνα του οριακού ασθενή ή/ και κάποιους σημαντικούς τόπους στη διαδρομή των συναντήσεων μαζί του. Οι τρεις αυτοί τόποι έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό, ιδίως οι δυο πρώτοι, το ότι δεν προσδιορίζονται εύκολα εννοιολογικά, ούτε μοιάζει να κινούνται στο ίδιο σημασιολογικό φάσμα: Το κενό «δεν είναι τεχνικός όρος με συγκεκριμένο νόημα», γράφει ο Χρήστος Ζερβής. Μπορεί να αποτελεί «υποκειμενική αίσθηση» ή και να αναφέρεται σε «διακοπή της ψυχικής λειτουργίας». Τοποθετείται «στον άξονα των αμυντικών διαδικασιών, ως ύστατο αμυντικό ανάχωμα». Επίσης έχει την τάση «να καταλαμβάνει σταδιακά τον θεραπευτή και τη σκέψη του», παρατηρεί ο Κώστας Παπακωνσταντίνου. Η έννοια του αρχαϊκού, φαίνεται να ταλαντεύεται ανάμεσα σε μια «αναδρομική χρονικά» και μια «διαχρονική ή αχρονική, δομική» σημασία, κατά τον υπογράφοντα, ανάμεσα στον επιθετικό προσδιορισμό και το ουσιαστικό, και μπορεί να περιγράφει τη συμβιωτική σχέση με το πρωταρχικό αντικείμενο, το εξ αυτής τραύμα ή και το ίδιο το πρωταρχικό αντικείμενο, κατά τον υπογράφοντα και τη Μαρία Κοκκώση. Η έννοια του ψυχικού τραύματος, ταλαντευόμενη και εκείνη εν μέρει ανάμεσα στο συμβάν και το βίωμά του από το υποκείμενο, φαίνεται σαφέστερη κατά το ότι σίγουρα αφορά τη σχέση με το αντικείμενο, και μάλιστα την πρώιμη, όπως τονίζουν τόσο ο Γρηγόρης Βασλαματζής όσο και η Χαρά Καραμανωλάκη, ιδίως όταν αναφερόμαστε σε οριακές καταστάσεις. Και οι δυο συγγραφείς, Γρηγόρης Βασλαματζής και Χαρά Καραμανωλάκη, αναφέρονται χαρακτηριστικά στη «σύγχυση γλωσσών», που συμπυκνώνει σε μεγάλο βαθμό και μέσα σε δυο λέξεις το τραυματικό συμβάν ή σχέση και τις συνέπειές του.
Ίσως μπορεί να παρατηρήσει κανείς, εκτός των άλλων, και μια σημασιολογική διολίσθηση μεταξύ των εννοιών της τριάδας: αν το αρχαϊκό αναφέρεται στη σχέση με το πρωταρχικό αντικείμενο, αφορά και το πρώιμο τραύμα κατά τον υπογράφοντα και τον Γρηγόρη Βασλαματζή, το δε κενό φαίνεται να ταιριάζει αρκετά με την ύστερη φροϋδική σύλληψη των αρνητικών αποτελεσμάτων του τραύματος, δηλαδή του «τίποτα δεν πρέπει να επανέλθει στη μνήμη, ούτε να επαναληφθεί», κατά τη διατύπωση της Χαράς Καραμανωλάκη. Άλλωστε το κενό μπορεί να αφορά και στην ενδοψυχική δεσποτεία του τραυματογόνου πρωταρχικού αντικειμένου, δηλαδή να συνιστά αποφυγή του ή και επανάληψη εκείνου που δεν συνέβη στην πρώιμη σχέση – μια εκδοχή της σύγχυσης γλωσσών. Από τα πιο πάνω προκύπτει και ένα μείζον κοινό χαρακτηριστικό των εννοιών της τριάδας του τίτλου: είναι η ευθεία ή έμμεση αναφορά τους στη σχέση με το αντικείμενο, και μάλιστα το πρωτογενές. Δηλαδή μια σχέση όπου ο εαυτός δεν ξεχωρίζει ακόμα από το αντικείμενο.
Στα κεφάλαια της ομαδικής θεραπείας, η Ειρήνη Ιωάννοβιτς αναφέρει ως άξονες αναφοράς τη σχέση περιέχοντος /περιεχομένου και τη φέρουσα λειτουργία (holding), έννοιες που αναφέρονται στην πρώιμη σχέση μητέρας/ βρέφους, την αρχαϊκή εποχή δηλαδή που μπορεί να είναι εκείνη του πρώιμου τραύματος. Στην εποχή όπου ο εαυτός δεν ξεχωρίζει από το αντικείμενο αναφέρεται γράφοντας για την ομαδική θεραπεία των οριακών και η Ευτυχία Καλλιτεράκη: μιλάει για το κοινό δέρμα μητέρας/ βρέφους ως παράδειγμα.
Μιλώντας για το κεφάλαιο της ομαδικής θεραπείας, ήδη μπήκαμε στον χώρο της κλινικής εργασίας, τη συνάντηση του ψυχαναλυτή με τον οριακό ασθενή. Η κλινική εργασία είναι εμφατικά παρούσα με τη μορφή κλινικού υλικού σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου. Το υλικό είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας αυτής της «ειδικής» διυποκειμενικότητας, αν δικαιούμαστε να χρησιμοποιήσουμε εδώ αυτή την έννοια, μιας κατάστασης όπου ο ψυχαναλυτής δεν αντιπροσωπεύει, αλλά είναι το πρωταρχικό αντικείμενο κατά τον πασίγνωστο αφορισμό του Γουίνικοτ. Σε αυτό απευθύνεται και αυτό πολεμάει ή αποφεύγει ταυτόχρονα ο οριακός ασθενής, κυριαρχημένος από τις δικές του τυραννικές εσωτερικές μορφές. Γράφει, π.χ., η Βιολέττα Κωνσταντινίδου στο κεφάλαιο που αναφέρεται στη θεραπευτική σχέση, για την πρώτη συνάντηση με την ασθενή της Ελένη: «Νιώθω το βλέμμα της να γαντζώνεται στο δικό μου, ενώ η σκέψη μου ακινητοποιείται, τόσο από το βάρος αυτής της παράκλησηςαπαίτησης, όσο και από το βάρος του κενού της βλέμματος». Τι κυριαρχεί εδώ; Η αδηφάγος «πείνα» του οριακού «για το αντικείμενο», που επισημαίνουν σε επόμενο κεφάλαιο (εκείνο που αναφέρεται στην ομαδική θεραπεία οριακών) οι Ειρήνη Ιωάννοβιτς και Ευτυχία Καλλιτεράκη; Η αμυντικού τύπου κενότητα της Ελένης; Η επάνοδος του κενού του πρωταρχικού της αντικειμένου; Ίσως όλα μαζί, το σίγουρο πάντως είναι πως το κενό «καταλαμβάνει σταδιακά τον θεραπευτή και τη σκέψη του», με τα όρια ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο παραβιασμένα. Σε αυτές τις συνθήκες ο ψυχαναλυτής πρέπει να λειτουργήσει ως περιέχον. Αυτό κατά κανόνα δεν μπορεί να επιτευχθεί αν ο ίδιος δεν βιώσει πρώτα, μέσω προβλητικής ταύτισης, και δεν αντέξει, μέσω αυτοανάλυσης ή εποπτείας, κάποια «πολύ ενοχλητική, ιδιαίτερα επώδυνη εμπειρία», όπως γράφει ο Γιώργος Χατζησταυράκης, ομόλογη ή συμπληρωματική εκείνης του ασθενούς του – ή και την εμπειρία της προσπάθειας για αποφυγή του ψυχικού πόνου από μέρους του. Και αυτή είναι πολύ ενοχλητική και συχνά αναπόφευκτη. Όμως αυτού του είδους η περιέχουσα λειτουργία, που ίσως χρειαστεί να περάσει μέσα από θυελλώδεις διαδραματίσεις, μπορεί να επιτρέψει «ασυνείδητες στιγμές συνάντησης» εσωτερικών ψυχικών καταστάσεων του ασθενούς και του ψυχαναλυτή, κατά τη διατύπωση της Μαρίας Κοκκώση και του Γρηγόρη Βασλαματζή. Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συνιστά μια νέα, άγνωστη εμπειρία για τον ασθενή. Ο Γιώργος Χατζησταυράκης, στο κεφάλαιο της θεραπευτικής σχέσης, περιγράφει αυτή την εμπειρία ως στοιχειώδη νοηματοδότηση του διυποκειμενικού μοιράσματος και της επεξεργασίας του στον ψυχισμό του ψυχαναλυτή, μέσα από απλές χειρονομίες και λέξεις.
Αν από τα παραπάνω μπορούμε να εξαγάγουμε έναν οδοδείκτη της πορείας των συναντήσεων με τον οριακό ασθενή, αυτός είναι, νομίζω, η περιέχουσα λειτουργία του αντικειμένου, στο πλαίσιο της σχέσης περιέχοντος / περιεχομένου. Δεν είναι τυχαίο ότι αναφέρεται από όλους τους συγγραφείς στα κείμενά τους. Είναι ασφαλώς γνωστό σε όλους ότι ο Bion, εργαζόμενος με πολύ διαταραγμένους ασθενείς, μορφοποίησε αυτό το σχήμα, όπου το οδυνηρό βίωμα του ασθενούς ανάγεται σε εκείνο του βρέφους που φοβάται ότι πεθαίνει και μέσω προβλητικής ταύτισης μεταδίδει το καταστροφικό του βίωμα στη μητέρα του. Έγραψε χαρακτηριστικά: «Αν το βρέφος νιώθει ότι πεθαίνει, μπορεί να ξυπνήσει μέσα στη μητέρα φόβους ότι πεθαίνει. Μια ισορροπημένη μητέρα μπορεί να δεχτεί τους φόβους αυτούς και να απαντήσει,…, μ’ ένα τρόπο που κάνει το μωρό να νιώσει ότι ξαναπαίρνει πίσω την τρομαγμένη του προσωπικότητα αλλά σε υποφερτή για το ίδιο μορφή».
Θα μου πείτε ίσως ότι λέω πράγματα αυτονόητα, αν όχι κοινότοπα. Ωστόσο, πέρα από τη δεδομένη θεραπευτική αξία της νοηματοδότησης που ενέχει η περιέχουσα λειτουργία, αξίζει να σταθούμε στις συνθήκες, αν όχι τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τη φαντάζεται να λαμβάνει χώρα ο Bion. Αφενός μια μέσω προβλητικής ταύτισης παροδική έστω άρση του ξεχωρίσματος εαυτού/ αντικειμένου, ένα αντίγραφο δηλαδή της αρχαϊκής σύγχυσης. Αφετέρου τον φόβο του θανάτου που βιώνεται έστω και σε μικρογραφία και από το αντικείμενο. Τον φόβο που μπορεί να οδηγεί μέχρι την ακινητοποίηση της σκέψης, το κενό, τις έσχατες άμυνες, τις θυελλώδεις διαδραματίσεις. Τα γνωστά δηλαδή και μη εξαιρετέα χαρακτηριστικά της σχέσης με τον οριακό. Πιστεύω ότι στο κλινικό υλικό του βιβλίου είναι σαφής η προσπάθεια να παραμείνει συνδεδεμένη η νοηματοδότηση με τις αρχαϊκές, οιονεί τραυματικές συνθήκες που τη γεννούν μέσα στο θεραπευτικό ζευγάρι – στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι επιθέσεις στη θεραπεία είτε ως τυραννική εκδήλωση του πρωταρχικού αντικειμένου είτε ως άμυνα απέναντί του. Αυτό νομίζω εννοεί εντέλει στο κείμενό της η Χαρά Καραμανωλάκη όταν υπενθυμίζει την οδηγία του Γκριν – να αποφύγει ο ψυχαναλυτής τον πειρασμό να ερμηνεύσει την αφήγηση, να επιστρατεύσει, ει δυνατόν, ανεξάντλητη υπομονή και ανεκτικότητα. Σε αυτό μάλλον αναφέρεται η Ευτυχία Καλλιτεράκη όταν γράφει ότι η ερμηνεία στην ομαδική θεραπεία των οριακών θα πρέπει να καθρεφτίζει τη συμβιωτική σχέση.
Η όποια αναφορά σε προϋποθέσεις της συνάντησης με τον ασθενή θέτει και το ζήτημα του πλαισίου. Στο βιβλίο, όπως αναφέραμε, υπάρχει ειδικό κεφάλαιο που επικεντρώνεται στη σχέση του πλαισίου των συγκεκριμένων συναντήσεων με τον συγκεκριμένο θεσμό στο εσωτερικό του οποίου συνέβησαν, δηλαδή την Α’ Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπάρχει όμως και στα περισσότερα κείμενα η αναφορά στο πλαίσιο, ουσιαστικά υπό την έννοια του περιέχοντος, καθώς και της δυνατότητας και των ορίων της χρήσης του αντικειμένου/ θεραπευτή από τον ασθενή. Στο ειδικό κεφάλαιο τώρα, η Ειρήνη Ιωάννοβιτς και η Χαρά Καραμανωλάκη εκθέτουν τα προβλήματα που θέτει η συνύπαρξη –ή καλύτερα να λέγαμε: η συμβίωση– ψυχαναλυτικού ή και ευρύτερα ψυχοθεραπευτικού πλαισίου και ψυχιατρικού θεσμού. Κατ’ εμέ, έχει μεγάλη σημασία το ότι οι συγγραφείς θέτουν το ζήτημα από την οπτική γωνία της σχέσης περιέχοντος/ περιεχομένου, και μάλιστα με τους ρόλους να εναλλάσσονται: πόσο «χωράνε» η ψυχιατρική θεσμική πανεπιστημιακή ρουτίνα και η σχετική μ’ αυτή νοοτροπία την αντιμεταβιβαστική βάσανο της σχέσης με τον οριακό (Ειρήνη Ιωάννοβιτς). αλλά και πόσο μπορεί να απεκδυθεί τις αμυντικές παντοδυναμικές του φαντασιώσεις ο ψυχαναλυτής επόπτης αντιμέτωπος με τα όρια, π.χ., των εποπτευομένων ή και τις εγγενείς αβεβαιότητες του θεσμού και τα σχετικά άγχη που διακινούνται (Χαρά Καραμανωλάκη);
Έχει κανείς την εντύπωση ότι το ψυχοδυναμικό πλαίσιο, δηλαδή ένα σύνολο αλληλοδιαπλεκομένων κλινικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων με άξονα την ψυχαναλυτική σκέψη και αποδέκτη τον οριακό ασθενή που λειτούργησε στην Α’ Ψυχιατρική Κλινική, αποτέλεσε και μιαν αναζήτηση απαντήσεων σε αυτά τα ζητήματα, «Ζητήματα σύμμειξης ψυχιατρικής και ψυχαναλυτικής-ψυχοθεραπευτικής αντιμετώπισης», τα χαρακτηρίζει στο Επίμετρο που αποτελεί και ένα χρονικό του εγχειρήματος, ο εμπνευστής του, Γρηγόρης Βασλαματζής. Σύμμειξης, δηλαδή συμβίωσης, θα έλεγα πάλι, και μάλιστα στην πράξη.
Για όσους έχουν εργαστεί με οριακούς ασθενείς τα θέματα που ως έννοιες, όρους, περιγραφές προσπαθήσαμε να διατρέξουμε σ’ αυτή την περιδιάβαση του βιβλίου που επιχειρήσαμε, φαίνεται να διελαύνονται από ένα κοινό νήμα, από μια λέξη κλειδί: πρόκειται για την αντιμεταβίβαση – ως αντιληπτικό όργανο, ως υποδοχέα, ίσως και ως προαπαιτούμενο στην κατασκευή του περιέχοντος. Αυτό ισχύει νομίζω και για όσους ψυχαναλυτές εργαστήκαμε θεραπευτικά ή/ και εποπτικά με αφετηρία τον οριακό ασθενή στο Τμήμα Διαταραχών Προσωπικότητας της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής, ως μέλη του προσωπικού ή ως συνεργάτες. Μπορούμε να φανταστούμε πόσο η θεσμοθετημένη μεταξύ μας συνάντηση για συζήτηση, κυρίως κλινικού ή εποπτικού υλικού, ήταν σημαντική ως περιέχον της αντιμεταβίβασης, ως πηγή νοηματοδότησης θα έλεγα, και ως αντικείμενο μεταβίβασης.
Η νοηματοδότηση αυτή υπήρξε και η πρώτη ύλη του βιβλίου που συζητάμε. Αυτό δεν είναι παράξενο, αφού τα νοήματα ξεκινώντας από το αντιμεταβιβαστικό βίωμα καταλήγουν να εκφραστούν σε λέξεις, φράσεις, ρηματικές κατασκευές. Πρόκειται, αν επανέλθουμε στο ζευγάρι ψυχαναλυτή/ οριακού, για μια πρώτη έξοδο από το αποπνικτικό αδιέξοδο της τραυματικής σύγχυσης εαυτού/ αντικειμένου ή την ερήμωση των αμυνών απέναντι σ’ αυτή, μια «τρίτη» λύση στο δίπολο των προβλητικών ταυτίσεων. Δεν είναι τυχαίο ίσως ότι ο Bion χρησιμοποίησε γράμματα του αλφαβήτου (στοιχεία β, στοιχεία α) για να αποδώσει την κίνηση αυτού του μετασχηματισμού που λαμβάνει χώρα στην πρώιμη, αρχαϊκή σχέση.
Αξίζει να θυμηθούμε εδώ ότι το τελευταίο τμήμα του βιβλίου είναι ένα γλωσσάρι με προτάσεις ελληνικής απόδοσης όρων που φάνηκαν στους συγγραφείς νοηματοδοτικά χρήσιμοι. Ίσως και η επιλογή για γλωσσάρι σε μια τέτοια κλινική έκδοση να αντανακλά την προσπάθεια της ομάδας των ψυχαναλυτών του Τμήματος για την εξεύρεση μιας απλής, καθομιλουμένης γλώσσας της θεραπευτικής σχέσης με τον οριακό ασθενή. Ίσως αυτός να είναι και ένας από τους αφανείς στόχους του βιβλίου.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.