Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Κώστας Ζερβός
Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής,
μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας

σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]

Πριν το αρχαϊκό

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης για την τιμή που μου έκαναν να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου. Και να τους πω ότι θα είναι απολύτως δικαιολογημένοι να αισθάνονται περήφανοι για τον καρπό της προσπάθειάς τους και να μας επιτρέψουν ως μέλη της ψυχιατρικής και ψυχαναλυτικής κοινότητας να αισθανόμαστε και εμείς περήφανοι μαζί τους. Γιατί η εμφάνιση ψυχαναλυτικών κειμένων, και μάλιστα πρωτότυπων, στη γλώσσα μας είναι ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός για όλους μας.

Και εξηγούμαι: Η ψυχανάλυση είναι μια ιδιότυπη θεραπευτική μέθοδος. Βασίζεται σε μια ζώσα σχέση η οποία όμως απαιτεί ομαλά νερά: δηλαδή δύσκολα και λίγο μπορεί να λειτουργήσει σε συνθήκες επείγοντος. Από την άλλη χρησιμοποιεί σαν βασικό της εργαλείο τον ζωντανό λόγο και μάλιστα τις στιγμές που αυτός ο λόγος γίνεται απροσδόκητος, αιφνιδιαστικός, ανεπανάληπτος. Οι πολύτιμες στιγμές της θεραπείας είναι οι στιγμές που θεραπευτής και θεραπευόμενος έρχονται σε επαφή με το φευγαλέο, το ρευστό, το αδιαμόρφωτο, και όταν μιλάμε για τα μη νευρωτικά μέρη του ψυχισμού μας με αυτό που δεν έχει αναπαρασταθεί. Η θεραπευτική ψυχανάλυση είναι ομιλία, δηλαδή ήχοι τους οποίους μοιράζονται δύο άνθρωποι την ίδια στιγμή. Δεν είναι γραπτό κείμενο.

Τι θέση έχει λοιπόν το γραπτό κείμενο στη δουλειά μας; Κατ’ αρχάς τη θέση που έχει κάθε επιστημονικό κείμενο μέσα στην κοινότητα στην οποία απευθύνεται. Καταγράφει, αρχειοθετεί και μοιράζει τη γνώση. Δημιουργεί δηλαδή τις προϋποθέσεις, αυτή η γνώση να εδραιωθεί, να διευρυνθεί και κάποια στιγμή, εάν όλα πάνε καλά, αναπόφευκτα να αναιρεθεί.

Υπάρχουν όμως, ειδικά για την ψυχανάλυση, δύο ακόμη λόγοι για τους οποίους το γραπτό κείμενο αποκτάει κεφαλαιώδη σημασία. Ο πρώτος: όπως λέγαμε προηγουμένως η ψυχανάλυση, σε γενικές γραμμές, σημαίνει τη συνάντηση δύο ανθρώπων που μιλούν μεταξύ τους. Ο τρίτος αυτόπτης μάρτυρας ή συμμέτοχος είναι κατά κανόνα αποκλεισμένος. Αυτό σημαίνει ότι οι βαθμοί ελευθερίας στους χειρισμούς ή στην αναπαραγωγή της κάθε συνεδρίας είναι πολύ μεγάλοι. Τον αναλυτή δεν τον περιμένουν ας πούμε οι συγγενείς του αρρώστου, έξω από τον θάλαμο, για να ενημερωθούν αλλά όπως ξέρουμε και για να τον ελέγξουν. Και το όριο, μετά από το οποίο αυτή η ελευθερία μπορεί να γίνεται επικίνδυνη αυθαιρεσία, δεν είναι τόσο αυστηρό. Θέλω δηλαδή να πω ότι ένα κείμενο εντάσσεται και σε μια ανάγκη «λόγον διδόναι». Δεν εκμηδενίζει την αυθαιρεσία ούτε αποκλείει το ενσυνείδητο ψέμα, αλλά συνομολογεί και συνδιαμορφώνει ένα «πρέπει» απέναντι και μέσα σε μια επιστημονική κοινότητα η οποία λειτουργεί ως Υπερεγώ. Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το γεγονός ότι όπως έλεγα το βασικό θεραπευτικό εργαλείο της ψυχανάλυσης είναι η γλώσσα. Η οποία πολύ συχνά φτάνει στα όρια της. Και δεν εννοώ μόνο τα όρια της γλώσσας του θεραπευόμενου ή της γλώσσας του θεραπευτή, αλλά και τα όρια της γλώσσας καθαυτής. Σκεφτείτε ας πούμε ότι για να περιγράψουμε τον μαζοχισμό λέμε ότι «το υποκείμενο το ευχαριστεί να δυσαρεστείται». Μέρος λοιπόν της δουλειάς μας είναι να κάνουμε τη γλώσσα πλουσιότερη, πιο εύκαμπτη, περισσότερο εκφραστική και πιο άμεση. Λέγεται ότι ο Κορνήλιος Καστοριάδης αναφερόμενος στην ουσία της αναλυτικής εργασίας μιλούσε για μια ποιητικοεπιστημονική δραστηριότητα. Και ο γραπτός λόγος μας δίνει την ευκαιρία, μακριά από την πίεση της αναλυτικής εργασίας, αυτήν την επεξεργασία της γλώσσας να την φέρνουμε εις πέρας πιο ήσυχα και κατά κανόνα πιο δημιουργικά. Σκεφτείτε μόνο πόσες φορές καταφέρατε να κατανοήσετε έναν ασθενή απλώς προσπαθώντας να καταγράψετε τις συνεδρίες που έχουν προηγηθεί.

Αυτές τις τρεις λειτουργίες για τις οποίες μόλις σας μίλησα, το βιβλίο τις φέρει εις πέρας με ιδιαίτερη επάρκεια, χωρίς να κομπάζει και χωρίς να επιδεικνύεται. Τα κείμενα δείχνουν ότι από πίσω υπάρχει μακρόχρονη, επίπονη και έντιμη θεραπευτική εργασία. Ο θεωρητικός εξοπλισμός των συγγραφέων δείχνει να είναι βαθύς, ενήμερος και πλούσιος. Κάποιες όμως, λίγες φορές, αυτός ο πλούτος φαίνεται να περισσεύει. Και με αφορμή αυτό να σταθώ σε ένα λάθος που φαίνεται να κάνουν όχι σπάνια οι έλληνες ψυχαναλυτές όταν γράφουν. Τα κείμενα είναι πυκνότερα απ’ ό,τι χρειάζεται, δημιουργώντας έτσι δυσκολίες στον αναγνώστη να τα σκεφτεί άνετα. Σαν να κρύβεται μια διάθεση να λεχθούν όλα, να μη παραλειφθεί τίποτα. Σαν ο συνομιλητής τους να είναι ένα μάλλον αυστηρό Υπερεγώ ή ένα ανικανοποίητο Ιδεώδες, παρά ένας καλοήθης συνάδελφος που θα ήθελε να μάθει να κάνει καλλίτερα την δουλειά του μέσα από την ανάγνωσή τους.

Και μιλώντας για τη θεωρητική επάρκεια των κειμένων να προσθέσω κάτι ακόμη. Οι θεωρητικές αναφορές των συγγραφέων δεν είναι μονομερείς. Παραπομπές από τη γαλλική, την αγγλική, την αμερικανική και τη λατινοαμερικανική σχολή υπάρχουν στα κείμενα όλων των συγγραφέων, νομίζω αδιακρίτως. Αυτό εγώ το θεωρώ θετικό. Παρότι μια τέτοια θεωρητική πολυσυλλεκτικότητα λένε ότι οδηγεί συχνά σε ερμηνευτικές αντιφάσεις ή περιορισμούς, μου φαίνεται ότι αυτό είναι αναπόφευκτο και όχι πάντα αποφευκτέο. Η ψυχαναλυτική θεωρία αναπτύσσεται προσθετικά, και συνήθως οι καινούριες απόψεις δεν αντικαθιστούν ούτε αχρηστεύουν τις παλιές. Έτσι ο εργαζόμενος αναλυτής έχει μπροστά του ένα όγκο κειμένων με τα οποία κατά κανόνα δεν μπορεί να αναμετρηθεί προκειμένου να ενταχθεί με βεβαιότητα σε κάποιο υπάρχον ρεύμα. Και συνήθως όταν αυτό γίνεται, οι λόγοι δεν έχουν να κάνουν με θεωρητικές αλλά άλλες επιλογές. Αυτό που μένει λοιπόν σαν σταθερό έδαφος είναι η κλινική μας δουλειά και το ποια θεωρητική προσέγγιση θα μπορεί κάθε φορά να μας βοηθάει σ’ αυτήν. Εάν αυτό οδηγεί σε θεωρητικές ασυνέπειες, ο κλινικός αναλυτής δεν πρόκειται να δει εδώ ένα έγκλημα καθοσιώσεως. Σκεφτείτε για παράδειγμα έναν μαθητή που την μια ώρα ακούει από τον φυσικό τους λόγους που ένα στερεό σώμα θα βυθιστεί στο νερό και την επόμενη τον θεολόγο που θα του λέει ότι ο Χριστός περπάτησε επάνω στα νερά της Τιβεριάδας. Νομίζω ότι αυτοί οι δύο τόσο διαφορετικοί λόγοι δεν δημιουργούν σύγχυση και δεν τρελαίνουν κατ’ ανάγκη. Και ότι αντίθετα, η συνύπαρξή τους μπορεί να δημιουργεί στον ψυχισμό μια ένταση που ίσως αποδειχθεί γόνιμη.

*

Να έρθω τώρα στον τίτλο της ομιλίας μου: πριν το αρχαϊκό. Δεν μ’ αρέσουν οι εξυπνάδες. Σε κανέναν δεν αρέσουν. Όμως αυτή η φράση ανταποκρίνεται με τον καλλίτερο τρόπο σ’ αυτό που θέλω να μεταφέρω. Ότι δηλαδή πριν το αρχαϊκό υπάρχει το οι- διπόδειο. Το οιδιπόδειο είναι το σταθερό έδαφος επάνω στο οποίο θα πατήσουμε προκειμένου να σκεφτούμε τα ψυχικά πε- ριεχόμενα που έχουν τις καταβολές τους σε προηγούμενες φά- σεις της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης. Ό,τι προηγείται σχετίζε- ται με το δυναμικό με το οποίο μπαίνει κανείς στον Οιδιπόδειο αστερισμό, αλλά υποστασιοποιείται και αποκτάει νόημα μόνο εκ των υστέρων και μέσα από την οπτική αυτού του αστερι- σμού. Ο βαθμός στον οποίο θα μπορέσει κανείς να βγει από την τρέλα, αντιστοιχεί στον βαθμό που θα μπορέσει να επεξεργα- στεί τις Οιδιπόδειες συγκρούσεις. Να το πω κάπως διαφορετι- κά. Είναι πολύ σημαντικό το όνειρο και μας δίνει τα κλειδιά για να σκεφτούμε και να κατανοήσουμε τον ανθρώπινο ψυχισμό. Αν δεν ξυπνήσει όμως ο ονειρευόμενος να το αφηγηθεί, για τον ψυχαναλυτή το όνειρο δεν έχει αξία. Το αφήνει στη δικαιοδοσία του φυσιολόγου. Και η δυνατότητα μιας συνεκτικής, έλλογης, γρηγορούσας αφήγησης έχει τις βάσεις της στη λίγο πολύ επι- τυχή επίλυση των Οιδιπόδειων συγκρούσεων. Δεν θα πρέπει λοιπόν να ξεχνάμε από πια μεριά στεκόμαστε.

Επιτρέψτε μου: Πριν από λίγο καιρό παρακολουθούσα την παρουσίαση ενός περιστατικού από έναν εκπαιδευόμενο συ- νάδελφο. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους έκανε μια παρέμβαση, μάλλον δυσφόρησε και εξήγη- σε ότι απλώς του φάνηκε εκείνη τη στιγμή ότι αυτό έπρεπε να πει και ότι αξιολογήσεις σωστό/λάθος δεν έχουν θέση στη δου- λειά μας. Ένα πράγμα είναι ότι μέσα στο πλαίσιο μιας εκπαίδευ- σης ένας εκπαιδευόμενος υποστηρίζει ότι «όλοι οι καλοί χω- ράμε». Ένα άλλο πράγμα, πολύ σοβαρότερο, είναι ότι οι εκπαι- δευμένοι αναλυτές που ήταν παρόντες συμφώνησαν ότι «ναι, δεν υπάρχει σωστό/λάθος σε σχέση με τις παρεμβάσεις μας, και τούτο γιατί το αντικείμενό μας είναι το ασυνείδητο». Η δου- λειά μας είναι να αναγνωρίσουμε, να δεχθούμε και να βρεθού- με αντιμέτωποι με την τρέλα. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, το ξαναλέω, από πια μεριά στεκόμαστε.

Στα κείμενα του βιβλίου οι υπομνήσεις αναφορικά με την οιδιπόδεια διάσταση του υλικού που μας φέρνουν οι ασθενείς είναι συχνές. Στις οιδιπόδειες συγκρούσεις αναφέρονται τα κείμενα του Γρηγόρη Μανιαδάκη, της Χαράς Καραμανωλάκη, της Ειρήνης Ιωάννοβιτς. Η Βιολέτα Αγγέλη-Κωνσταντινίδου όμως τελειώνει το κείμενό της με την παρατήρηση: «Το οιδιπόδειο βρίσκεται παντού και ανέκαθεν ήδη από τη σύλληψη του ατόμου. Η μητέρα φαίνεται αλληλέγγυα σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα προς το τρίτο στοιχείο, το σύμβολο. Όταν όμως η πραγματικότητα εισάγεται πρόωρα και επομένως τραυματικά… η πορεία του οιδιπόδειου ανακόπτεται, η εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα αναπόφευκτα συγχέονται και το υποκείμενο αναλώνεται όχι στην επανεύρεση-δημιουργία του αντικειμένου, αλλά στην αναζήτηση του απολεσθέντος (αντικειμένου), το οποίο αενάως υποκαθιστά με ένα άλλο». Συμφωνώ απολύτως και ελπίζω ότι συμφωνούμε όλοι σ’ αυτό. Για κάποιον λόγο όμως, στον οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια, το ξεχνάμε. Ο Γρηγόρης Βασλαματζής αναφέρεται στο ένα του κείμενο στον δυϊκό τρόπο θέασης της τραυματικής κατάστασης. Και παραθέτει εκεί την έννοια της διόφθαλμης όρασης, όπως ονόμασε ο Μπίον την ταυτόχρονη αντίληψη του συνειδητού και του ασυνειδήτου. Προκειμένου να αναζητήσει τις ρίζες αυτής της έννοιας ο Πάουλο Σεζάρ Σάντλερ, εξέχων μελετητής του Μπίον, αναφέρεται στον Λοκ, τον Χιούμ, τον Καντ, και τέλος στον Αριστοτέλη. Ο Γρηγόρης Βασλαματζής μας μιλάει για τη συντακτική βάση της γλώσσας και τον δυϊκό αριθμό. Δεν θα μπορούσαμε όμως να περιγράψουμε αυτήν τη συνθήκη με οιδιπόδειους όρους; Ότι δηλαδή βρισκόμαστε μπροστά σε δύο οντότητες, τις οποίες θα πρέπει να μπορέσουμε να δούμε να βρίσκονται σε μια συνεχή, γόνιμη, όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, αλληλεπίδραση; Ότι βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε ένα είδος πρωταρχικής σκηνής; Και σε τι θα μας ωφελούσε αυτό; Νομίζω ότι η οιδιπόδεια περιγραφή αυτής της συνθήκης θα εμπεριέχει και το στοιχείο του αποκλεισμού μας από έναν ξένο ψυχισμό. Και η ιδέα του αποκλεισμού είναι νομίζω ένας από τους βασικούς ψυχικούς οργανωτές. Αυτές οι σκέψεις δεν είναι δικές μου. Στην Οιδιπόδεια θεώρηση της διόφθαλμου όρασης αναφέρεται ήδη ο Πάουλο Σάντλερ. Και είναι σκέψη του Κρίστοφερ Μπόλλας το ότι το συνειδητό βρίσκεται σε μια αδιάκοπη ερωτική γόνιμη συνεύρεση με το ασυνείδητο.

Να σας πω ένα άλλο παράδειγμα. Η κυρία Ιωάννοβιτς αναφέρεται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση ομαδικής θεραπείας. Στην εικόνα υπάρχουν τέσσερις τελικά θεραπευόμενοι, δύο θεραπεύτριες μέσα στον αναλυτικό χώρο και μια ομάδα πέντε εκπαιδευόμενων θεραπευτών πίσω από μονόδρομο καθρέφτη. Τρία δηλαδή διακριτά στοιχεία. Στην προτελευταία πριν από τις διακοπές συνεδρία υπάρχει μεγάλη ένταση γιατί κάποιος θεραπευόμενος δεν θέλει να έρθει στην τελευταία συνεδρία και προσπαθεί να παρασύρει και τα άλλα μέλη της ομάδας. Και φαίνεται ότι τελικά τα καταφέρνει. Την επόμενη φορά στη συνάντηση δεν υπάρχουν θεραπευόμενοι, αλλά μόνο η δυάδα των θεραπευτριών και η ομάδα παρατήρησης. Στην αρχή υπάρχει αμηχανία, αλλά σιγά-σιγά και μέσα στον χώρο όπου τα παιδιά-θεραπευόμενοι λείπουν αρχίζει να γίνεται μια γόνιμη, ελεύθερη και απολαυστική όπως φαίνεται συζήτηση. Ο Μπρίτον όπως ξέρετε μιλάει για τον τρίτο κρίκο. Υπάρχει ένας πρώτος που ενώνει το υποκείμενο με τη μητέρα. Ένας δεύτερος που ενώνει το υποκείμενο με τον πατέρα. Και ένας τρίτος που ενώνει τη μητέρα με τον πατέρα και το υποκείμενο το αφήνει απέξω. Νομίζω ότι αυτή η απρόσμενη απουσία των παιδιών-θεραπευόμενων είναι που λειτούργησε ως ηχείο και επέτρεψε στους θεραπευτές γονείς να έρθουν σε μια γόνιμη οιονεί ερωτική συνεύρεση.

Να κάνω κάποιες σκόρπιες σκέψεις και αναφορές σε σχέση με τους λόγους που μπορεί να ξεχνάμε το Οιδιπόδειο και τον πατέρα, ιδιαίτερα όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε βαριά διαταραγμένους ασθενείς. Ο αποχωρισμός από τη συμβιωτική σχέση δεν είναι ένα εύκολο αυτοματικό γεγονός. Η διέλευση από τα στάδια που περιγράφει η Μάργκαρετ Μώλερ δεν γίνεται χωρίς κόπο και ψυχικό πόνο. Οι οριακοί και οι ναρκισσιστικοί ασθενείς προκειμένου να αποφύγουν αυτό το τίμημα αρνούνται την κατοχή των ψυχικών τους περιεχομένων. Είναι πολύ συχνό φαινόμενο όλη η αναλυτική εργασία (η κατονομασία των συναισθημάτων, η δημιουργία συνδέσεων, οι ερμηνείες και πολύ περισσότερο η δημιουργία έστω και στοιχειωδών αφηγηματικών μονάδων) να πέφτει στο κενό γιατί ο ασθενής πιστεύει ότι η οποιαδήποτε αίσθηση κτήσης του σώματός του και της ψυχής του τον ρίχνει σε ένα σύμπαν αφόρητης μοναξιάς. Νομίζω ότι απέναντι στον φόβο αυτής της απελπιστικής μοναξιάς μας παρασύρει με έναν μηχανισμό προβολικής ταύτισης και ξεχνάμε την ύπαρξη του πατέρα. Παρότι αυτός είναι ο βασικός σύμμαχος που θα βρει σε αυτό το καινούριο και κατ’ αρχήν απειλητικό σύμπαν.

Ο δεύτερος είναι ότι για χρονικούς και ποσοτικούς λόγους ο πατέρας δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολα ορατός. Είναι ας πούμε περιπτώσεις όπου βλέπει κανείς να έχει ο ασθενής μια ευλαβική προσκόλληση στο πλαίσιο και από την άλλη στη ζωή του και στις εκφορές του μέσα στη θεραπεία και κυριαρχεί το χάος. Σαν να πρέπει αποσιωπηθεί και μ’ αυτόν τον τρόπο να προστατευτεί ο πατέρας, ίσως από την παρουσία της μητέρας. Λέει ο Γκρην στο κείμενό του στη συλλογή των Καλίνιτς και Τέιλορ η οποία επιγράφεται “Ο νεκρός πατέρας”: «Στην πραγματικότητα είναι αδύνατον να μιλάμε για έναν πρώιμο φόνο του πατέρα, γιατί βλέποντας την κατάσταση εξ των έσω, ο πατέρας δεν είναι ακόμη ένας πατέρας, αλλά μάλλον ένας “πρόκειται να γίνει πατέρας”. Μπορεί να του έχει απαγορευτεί να παίξει τον ρόλο του, αλλά θα παραμείνει ένας κρυφός σύντροφος στην ατυχία, παρότι εξακολουθεί να φαίνεται ως ένας απειλητικός τρίτος». Στο «πρόκειται να γίνει πατέρας» νομίζω ότι θα πρέπει κλινικά να κρατήσουμε το στοιχείο του χρόνου. Αυτό που οφείλουμε να έχουμε διαρκώς κατά νου – δηλαδή τον Οιδιπόδειο αστερισμό – στην κλινική μας δουλειά θα το βλέπουμε να συγκροτείται βαθμιαία. Και εκτός από το στοιχείο του χρόνου, υπάρχει και κάτι ακόμη. Ξεχνάμε να θέτουμε στους εαυτούς μας το ερώτημα «πόσο;». Πόσο δηλαδή είναι αποκλεισμένος ο πατέρας από την υποτιθέμενη δυαδική σχέση; Πόσο κυριαρχούν οι αποδιοργανωτικές δυνάμεις και πόσο οι δυνάμεις του έρωτα; Πόσο τα ναρκισσιστικά και πόσο τα αντικειμενοτρόπα στοιχεία; Πόσο κοντά και πόσο μακριά; Πόσο το θετικό και πόσο το αρνητικό Οιδιπόδειο; Το ποσοτικό στοιχείο υπάρχει στη σκέψη μας σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα σε σχέση με το τραυματικό. Νομίζω ότι όταν το παίρνουμε υπόψη μας και αναφορικά με τα σχετικά μεγέθη που έχουν οι ψυχικοί σχηματισμοί ή οι ψυχικές δυνάμεις μεταξύ τους τότε θα έχουμε μια πληρέστερη, επιτρέψτε μου τον νεολογισμό, οιδιποδειακότερη εικόνα μπροστά μας.

Και μια γραμμή σκέψης ακόμη: είναι μάλλον αναπόφευκτο να αφήνουμε στην άκρη όλες τις σκέψεις γύρω από το πρόσωπο που μας χώρισε κάποτε από το μητρικό σώμα. Από τον τόπο δηλαδή της υπόσχεσης μιας άνευ ορίων ευχαρίστησης. Ίσως το μίσος που κινητοποίησε τότε να δημιουργεί άγχη που να είναι εξαιρετικά δύσκολο να επεξεργαστούμε. Λέει ο Γκρην στο κείμενο που ανέφερα παραπάνω: «Το μίσος προς τον πατέρα, που οδηγεί στη δολοφονία του, είναι ασυνείδητο στον Οιδίποδα Τύραννο, δεδομένου ότι ο ηλικιωμένος άνδρας με τον οποίο καυγάδισε, και τον οποίο τελικά έσφαξε, ήταν ο πατέρας του. Είναι μόνο ο ασυνείδητος χαρακτήρας του πατρικού φόνου που μπορεί να εξηγήσει μια τέτοια φοβερή πράξη. Γιατί θα πρέπει να είναι ασυνείδητη; Η προφανής απάντηση είναι ότι η πατροκτονία που πραγματοποιείται με πλήρη συνείδηση είναι αδιανόητη. Ούτε καν αναφερόταν στους νόμους του Σόλωνα. Και πράγματι, το να καταγραφεί η τιμωρία θα ήταν σαν να γίνεται δεκτό το ενδεχόμενό της. Έτσι συμπερασματικά, ο φόνος του πατέρα και ο νεκρός πατέρας είναι και τα δύο αδιανόητα.

Για να τελειώσω. Υπάρχει στο τέλος του βιβλίου ένα κείμενο του Γρηγόρη Βασλαματζή στο οποίο ο συγγραφέας μιλάει για την ιστορία της δουλειάς του Τμήματος Διαταραχών προσωπικότητας στην Α΄ Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Και αναφέρεται στους καθηγητές Στεφανή, Χριστοδούλου, Ραμπαβίλα, Σολδάτο, Παπαδημητρίου. Στην συνέχεια αναφέρεται στους συνεργάτες ψυχαναλυτές και ψυχοθεραπευτές που εργάστηκαν για τη συγκρότηση του τμήματος. Και τέλος στους νεότερους συναδέλφους που εκπαιδεύτηκαν και εργάζονται στο τμήμα. Στο βιβλίο για τον Νεκρό Πατέρα, στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω παραθέτοντας το κείμενο του Αντρέ Γκρην, υπάρχει ένα κείμενο της Μαρίλιας Αϊζενστάιν, το οποίο έχει ως τίτλο του το ερώτημα «Ο θάνατος του νεκρού πατέρα;». Μεταξύ άλλων η συγγραφέας μας θυμίζει ένα αίνιγμα παρεμφερές με αυτό που ξέρουμε ότι τέθηκε στον Οιδίποδα: Δύο πατέρες και δυο γιοί. Πόσοι είναι; Και η απάντηση βέβαια είναι «τρεις». Ο πατέρας, ο γιος, και ο πατέρας του πατέρα (ο παππούς δηλαδή). Αυτή η γενεαλογική αλληλουχία, που μπορεί κάποια στιγμή να επιφυλάσσει σε κάποιο μέλος της σειράς και τις δύο ιδιότητες, νομίζω ότι δημιουργεί μέσα στην ιστορία, στον χρόνο, τον αναγκαίο χώρο μέσα στον οποίο θα χωρέσουν και θα αποκτήσουν νόημα οι εντάσεις. Με το κείμενο λοιπόν που κλείνει τον τόμο, νομίζω ότι ο Γρηγόρης Βασλαματζής απαντάει σ’ αυτό το αίνιγμα. Δυο πατέρες και δυο γιοί.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.