Διεθνές Συνέδριο –
Το σώμα σε κρίση στον ψυχαναλυτικό και ιατρικό λόγο
σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]
Στα επόμενα τεύχη θα δημοσιευτούν και άλλες παρεμβάσεις που έγιναν στη διάρκεια του Συνεδρίου.
1. Γιώργος Δημητριάδης
Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής. Maitre de Conferances UFR d’ Études Psychanalytiques Université Diderot
Η λέξη κρίση ήδη από τον Ιπποκράτη ήταν συσχετισμένη στενά με το σώμα, στον βαθμό που η ασθένεια λυνόταν ή κατέληγε διαμέσου μίας κρίσης. Το σώμα είχε διάφορες όψεις ανάλογα με την εποχή, αλλά ήταν ανέκαθεν συνυφασμένο με τη δομή του λόγου της εποχής του. Η σύγχρονη σημασία της λέξης ‘κρίση στο ανθρώπινο σώμα’ σχετίζεται με την πρόοδο της επιστήμης, τις τεχνολογικές καινοτομίες και τις εξελίξεις της ιατρικής. Αυτό στον βαθμό που το σώμα έγινε εύπλαστο αντικείμενο, αποκτώντας καινούργιες δυνατότητες με τη χρήση ουσιών, την προσθήκη τεχνητών μελών, τη δυνατότητα υποβοηθούμενης τεκνοποίησης, αλλαγής φύλου κ.ο.κ – γίνεται ο άνθρωπος υπεράνθρωπος, αποκτώντας ιδιότητες που παλαιότερα αποδίδονταν μόνο στον Θεό. Η κρίση του σώματος δηλαδή δεν περιορίζεται πλέον στην οξεία ασθένεια, αλλά τείνει να γίνεται χρόνια. Διάφορες ασθένειες που είχαν άμεσα μοιραία κατάληξη τείνουν να παρατείνονται επί δεκαετίες, όπως το Aids και αρκετές μορφές κακοήθειας και αυτοάνοσων νοσημάτων. Δεν μπορούμε παρά να χαιρόμαστε απ’ αυτήν την πρόοδο της ιατρικής.
Όμως η άλλη όψη του νομίσματος, η καινούργια αυτή μορφή κρίσης του σώματος είναι σχετική με μία γενικότερη κρίση του συμβολικού, αυτού δηλαδή που συνιστά μία μορφή ορίου για τον άνθρωπο, θα λέγαμε την κατεξοχήν ανθρώπινη μορφή ορίου στον βαθμό που ο άνθρωπος είναι ομιλών. Αν όμως ο νευρωτικός κατοικεί τον λόγο, στην ψύχωση θα πει ο Λακάν είναι ο λόγος που τον κατοικεί, που τον κατέχει, και είναι απ’ αυτήν την ειδική συνθήκη που το σώμα γίνεται τόσο συχνά ανοίκειο στον ψυχωτικό. Οι αρρώστιες επίσης καθιστούν το σώμα ανοίκειο. Αλλά στις ημέρες μας, η τεχνολογική πρόοδος με τα διάφορα εξαρτήματα που μας χορηγεί, την υπερπληροφόρηση που δημιουργεί και παράλληλα οι σημαντικές εξελίξεις της ιατρικής διαμορφώνουν μία καινούργια κατάσταση στην οποία το σώμα μας ή το σώμα του άλλου, του πρόωρου νεογνού για τους γονείς του, φερειπείν, τείνει να γίνεται ανοίκειο.
Η σύγχρονη χρηματοπιστωτική κρίση είναι μία άλλη εκδοχή αυτής της απώλειας συμβολικού ορίου και της δημιουργίας εικονικού χρήματος. Για να το πω με μία μόνο φράση στην εποχή μας, όταν κάτι γίνεται τεχνικά εφικτό, όσον αφορά στο σώμα – και όχι μόνο – γίνεται, κατά παράδοξη συνέπεια, ευκταίο. Να αναφέρω μερικά από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής που αφορούν στο σώμα: Η βία στο σχολείο και την πολιτεία, μία καινούργια στάση απέναντι στον θάνατο (ευθανασία, εξασθένιση των τελετουργικών στοιχείων που τον συνοδεύουν, όπως οι εκθέσεις με πτώματα), ο πολλαπλασιασμός των εξαρτήσεων πάσης φύσης, η εμφάνιση καινούργιων συμπτωμάτων (π.χ. ανδρική ανορεξία, υπερκινητικά παιδιά), η πίστη στις αυταρχικές λύσεις, η άνοδος του ρατσισμού, η διαφάνεια ως πρόταγμα, το βάρος των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ο πληθωρισμός της εικόνας: η επιτυχία, για παράδειγμα, του facebook που – ήδη – ως λέξη παραπέμπει στο πρόσωπο ως εικόνα –και όχι ως υποκείμενο. Κάποιος δηλαδή προσεγγίζει και προσεγγίζεται καταρχήν διαμέσου της εικόνας, και όχι ως μέρος μίας αφήγησης, μίας συμμετοχής σε ένα δεδομένο συμβολικό πλαίσιο. Η εικόνα παίρνει τη θέση που είχαν οι λέξεις – όπως λέει και η παροιμία, μία εικόνα χίλιες λέξεις. Αυτή που αναρτάται στο διαδίκτυο, για παράδειγμα, είναι μία εικόνα εύπλαστη κατά βούληση, αυτοπλαστική, όπως γίνεται ολοένα και περισσότερο, το ίδιο το σώμα. Το ιδεώδες της εικόνας τείνει να αντικαταστήσει το ιδεώδες που προέκυπτε από τις συμβολικές ταυτίσεις με τη διαφορά ότι αυτές επέβαλαν ένα όριο που ετεροπροσδιοριζόταν, ενώ τώρα τα άτομα καλούνται να διαμορφώνουν τόσο τα όρια μεταξύ τους όσο και για το ίδιο τους το σώμα. Αυτοδιάθεση που έχει σίγουρα και ενδιαφέρουσες πλευρές, για παράδειγμα, όσον αφορά τη δυνατότητα συνάντησης με τους άλλους.
Η απουσία συμβολικού ορίου γίνεται ιδιαίτερα αισθητή από την απουσία της έλλειψης και, ακόμη περισσότερο, από την αίσθηση ότι η απόλαυση είναι υποχρεωτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι στις σύγχρονες δυτικού προτύπου κοινωνίες δεν υπάρχει φτώχεια – αλλά ότι η απόλαυση έχει πάρει ένα καταναγκαστικό χαρακτήρα. Η επιδημία χρήσης καινούργιων εξαρτησιογόνων ουσιών σε φτωχογειτονιές μεγαλουπόλεων είναι παράδειγμα ενός τέτοιου παράδοξου συνδυασμού. Η βουλιμία πάσης φύσης από τη διατροφική, την ιντερνετική, τις καινούργιες εξαρτησιογόνες ουσίες, οι σκαριφισμοί του δέρματος που αφορούν κυρίως τους νέους σε αναζήτηση ενός περάσματος στην ενήλικο ζωή, έχουν να κάνουν μ’ αυτό: δηλαδή εκεί που δεν υπάρχει το όριο συμβολικά, οι άνθρωποι στρέφονται στα βιολογικά όρια του σώματος ή οφείλουν να επινοήσουν κάποιου άλλου τύπου όρια. Η εφευρετικότητα αυτή έχει βέβαια το ενδιαφέρον της επίσης, για να μη μας καταλαμβάνει κάποιος καταστροφισμός.
Είμαστε μόλις στην αρχή της εφαρμογής των δυνατοτήτων της γενετικής: από την ανίχνευση των γονιδίων που θα μας προκαλέσουν μετά από δεκαετίες μία ασθένεια, τη δυνατότητα κλωνοποίησης μέρους ή και όλου του οργανισμού, τις πρωτοεμφανιζόμενες γενετικές θεραπείες κ.λπ. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι δυνατότητες αυτές δεν είναι και δεν θα είναι κατανεμημένες με όρους ισότητας στους πληθυσμούς ανά την υδρόγειο, αλλά σύμφωνα με μία πυραμίδα η οποία θα στενεύει όλο και περισσότερο. Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή είναι ένα παράδειγμα των καταχρήσεων που γίνονται ή που ενδέχεται να γίνουν, από τη γονιμοποίηση γυναικών πολύ μεγάλης ηλικίας, μέχρι την προσωρινή μεταμόσχευση μήτρας με στόχο την τεκνοποίηση, την επιλογή φύλου στο παιδί και σύντομα ειδικών χαρακτηριστικών: μία καινούργιου τύπου, δηλαδή, ευγονική.
Η αισθητική ιατρική είναι η πιο γνωστή από μία σειρά ιατρικών πρακτικών που δεν αφορούν πλέον αρρώστους ή τέλος πάντων οι άρρωστοι είναι λίγοι σε σύγκριση με το σύνολο των ατόμων που τις χρησιμοποιούν. Μία ολόκληρη γκάμα ιατρικών υπηρεσιών δεν έχει πλέον στόχο την εξάλειψη κάποιας ασθένειας αλλά την «καλύτερη», εντός εισαγωγικών, λειτουργικότητα ή ακόμη και την υπεραναπλήρωση κάποιας αναπηρίας. Η ψυχιατρική έχει γίνει το κατεξοχήν πεδίο εφαρμογής αυτής της τάσης, με την αλόγιστη χρήση ψυχοτρόπων σε καταστάσεις όπου η οδύνη είναι μέρος της ζωής, π.χ. στο πένθος ή σε άγχος και καταθλιπτική διάθεση που αφορά στην αντιμετώπιση των προβληματισμών και των ψυχοσυγκρούσεων, τα οποία συχνά θα μπορούσαν να βρουν μία πιο γόνιμη λύση μέσα από διαδικασίες όπως η ψυχανάλυση.
Το σώμα ανέκαθεν δυσφορούσε μέσα στον πολιτισμό, σε κάθε εποχή με διαφορετικό τρόπο. Αν, για παράδειγμα, ο Φρόιντ μιλούσε για τη δυσφορία εξαιτίας της σεξουαλικής καταπίεσης, της μη ελεύθερης έκφρασής τους με συνέπεια τη νεύρωση, η σεξουαλική απελευθέρωση που ακολούθησε, εν μέρει σε συνάρτηση με τις φροϊδικές αυτές ιδέες, προκαλεί μια νέου τύπου δυσφορία που όμως έχει σχέση, όχι πλέον με την έλλειψη ικανοποίησης, αλλά, επαναλαμβάνω, με την έλλειψη της έλλειψης. Ήταν προτιμότερη άραγε η προηγούμενου τύπου δυσφορία στην οποία το όριο από το συμβολικό καταπίεζε, απ’ ό,τι η τυραννία της υπέρ απόλαυσης, του εικονικού και του ατομικισμού; Κάθε τύπου δυσφορία, προσωπική ή συλλογική, έχει ως άλλη όψη κάποιες δυνατότητες δημιουργίας που στη σημερινή εποχή διαμεσολαβούνται, ως επί το πλείστον, από τις τεχνοεπιστήμες.
Η τάση της καταγγελίας και ακόμη χειρότερα του διωγμού κάποιας ομάδας ανθρώπων που ανήκουν σε κάποια φυλή ή σε κάποιου άλλου τύπου μειονότητα και η διεκδίκηση κάποιας «εθνικής καθαρότητας» οξύνεται, ως γνωστόν, σε περιόδους κρίσης, κοινωνικής καταρχάς αλλά και οικονομικής. Ο ρατσισμός σαφέστατα δεν είναι ένα σύγχρονο και μόνο φαινόμενο, έστω και αν ευνοείται σε κάποιες συνιστώσες του από τη σύγχρονη δυσφορία. Ο αποδιοπομπαίος φορτώνεται τις αιτίες των δεινών μίας ομάδας και ο εξοστρακισμός του δίνει στα μέλη της ομάδας ένα αίσθημα εικονικής ταυτότητας εκεί που οι συμβολικές ταυτίσεις βρίσκονται σε κρίση. Η εικονική αυτή ταυτότητα την οποία βλέπουμε με ευχέρεια στην ομοιογένεια του στυλ των ατόμων που συγκροτούν «τα σώματα ασφαλείας» των ρατσιστικών ομάδων είναι σχετική βέβαια με τη σημασία που δίνεται σήμερα στην εικόνα.
Το σώμα τρανς δεν είναι επίσης κάτι καινούργιο, αλλά πρώτη φορά διεκδικείται και γίνεται δικαίωμα. Δηλαδή ο καθένας να μπορεί να επιλέγει το φύλο του είτε όσον αφορά στην ταυτότητά του και μόνο, να λέγεται δηλαδή άντρας ή γυναίκα ή ακόμη και απροσδιόριστου φύλου, αλλά ακόμη και να μπορεί να αλλάζει την εμφάνιση των χαρακτηριστικών του φύλου του είτε όσον αφορά στην ένδυση είτε ακόμη και στην ανατομία του. Η απουσία συμβολικού ορίου είναι ιδιαίτερα αισθητή εδώ, όπως και η διεκδίκηση της αυτοδιάθεσης του σώματος. Μια ακραία μορφή αυτοδιάθεσης του σώματος μπορεί να είναι ακόμη και η πώληση των οργάνων του.
Αυτά ήταν κάποια από τα θέματα του εν λόγω συνεδρίου, αρκετά από τα οποία θα αποτελέσουν αντικείμενο των κειμένων που θα δημοσιευθούν στα επόμενα τεύχη του περιοδικού.
2. Λίσσυ Κανελλοπούλου
Ψυχαναλύτρια, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Παν/μιο Αθηνών
Σκεφτήκαμε να σχεδιάσουμε αυτές τις διεπιστημονικές συναντήσεις γιατί διαπιστώσαμε ότι διασταυρώνονταν διαφορετικές έγνοιες γύρω από το ίδιο ερώτημα: το σώμα μέσα στον κοινωνικό δεσμό της σημερινής εποχής, μία εποχή που οι τεχνοεπιστήμες δεν παύουν να υπόσχονται όλο και περισσότερα ως προς τη θεραπεία του σώματος σε όλα τα επίπεδα. Τι συνέπειες έχουν άραγε αυτές οι υποσχέσεις και η προσέγγιση του σώματος στην εποχή μας; Το ερώτημα αυτό είναι αποτέλεσμα της επιθυμίας. Και η συνάντηση στο πλαίσιο του διεθνούς διεπιστημονικού συνεδρίου «Το σώμα σε κρίση στον ψυχαναλυτικό και τον ιατρικό λόγο», με τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητα του κάθε ομιλητή στο πλαίσιο της ανταλλαγής των σκέψεων πάνω στο θέμα που μας ενώνει, δείχνει πόσο η επιθυμία παραμένει ζωντανή! Μία νέα γυναίκα σε ανάλυση έλεγε στο ντιβάνι: «Το σώμα μου, θέλω να είναι όπως εγώ το θέλω, όπως εγώ το ορίζω. Να λειτουργεί με τους δικούς μου αλγόριθμους.» Έλεγε ακόμη: «Όταν τρώω, προσπαθώ να μην αφήσω τίποτα μέσα μου… Το τίποτα είναι μαύρο, και κυρίως unerkannt, unheimlich. Δεν μπορώ να βρω έναν τόπο, ακόμη και μέσα μου, για να κουρνιάσω. Το σώμα μου είναι ξένο. Όλο αυτό το Unheimlich με το σώμα, το ανησυχητικό αλλότριο που πάντα ένιωθα για το σώμα μου…»
Υπάρχουν αναμφίβολα διαφορετικοί τρόποι να ακούσει κανείς αυτά τα λόγια. Μπορούμε να τα θεωρήσουμε ως διαταραχή της πρόσληψης τροφής και, από εκεί και πέρα, να προσπαθήσουμε να εξαλείψουμε αυτήν τη διαταραχή, ακολουθώντας τεχνικές επανεκπαίδευσης, προγράμματα επαναπροσαρμογής ή συγκράτησης, ή ακόμη φαρμακευτική αγωγή. Μπορούμε, επίσης, να τα ακούσουμε ως απάντηση με την οποία αυτή η νέα γυναίκα φαίνεται να καταγγέλλει, με αυτό το «τίποτα» που λέει ότι τρέφεται, αυτό που δεν πηγαίνει καλά μέσα στη δομή του λόγου που την αφορά, και το οποίο επιδεικνύει μέσω του σώματός της. Με λίγα λόγια, να το ακούσουμε, ως λύση που βρήκε αυτή η νέα γυναίκα, λύση που της εγγυάται μία υποκειμενική θέση. Το διακύβευμα είναι σε αυτήν την περίπτωση να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε πώς και γιατί απαντά με αυτόν τον τρόπο, αλλά και σε τι απαντά και τι είναι αυτό που κάνει την απάντηση αυτή τόσο συχνή στη σημερινή εποχή.
Ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μία εποχή που το υποκείμενο γίνεται σχεδόν περιττό, αφού εξαρτάται από αντικείμενα ανάγκης στα οποία συμμορφώνεται και που οργανώνουν την απόλαυσή του. Το υποκείμενο πρέπει να κάνει ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια για να μην εξαντληθεί η επιθυμία του και να επινοήσει τη δική του λύση, ώστε να μπορέσει να ζήσει με τους άλλους μέσα στην κοινωνία, χωρίς να χρειάζεται να παραιτηθεί από αυτό που είναι πραγματικά, από αυτό που θέλει πραγματικά. Με άλλα λόγια να μπορεί να κατασκευάσει το δικό του σύμπτωμα.
Σήμερα, η υπερ-τεχνολογική και εξειδικευμένη ιατρική δίνει άραγε μία ευκαιρία στον εαυτό της να συλλάβει το υποκείμενο, αυτό το είναι του λόγου, μέσα στο σύμπτωμά του ή στο acting-out του; Γιατί δεν υπάρχει σώμα που να μην έχει ζυμωθεί από τον λόγο του Άλλου, και αυτό πριν ακόμη από τη γέννηση.
Μήπως η λεγόμενη σύγχρονη ιατρική υπονομεύει, με το να μη δίνει πλήρη θέση στην κλινική ιατρική και στο ακούειν της οδύνης του ασθενούς, όχι μόνο τη σχέση γιατρού-ασθενή, αλλά κυρίως το ίδιο το υποκείμενο, εκμηδενίζοντάς το, προς μεγάλη δυστυχία των ασθενών και των γιατρών; Μήπως, υπακούοντας η ιατρική στον καπιταλιστικό λόγο, το σώμα γίνεται αντικείμενο εμπορευματοποίησης του ανθρώπινου; Ενδιαφέρονται, άραγε, οι σημερινοί γιατροί στην πρακτική τους για την ψυχανάλυση; Και αν ενδιαφέρονται με ποιον τρόπο το κάνουν;
Και η ψυχανάλυση; Ο ψυχαναλυτής έχει κάτι από τον άγιο, λέει ο Lacan. Από τον αληθινό άγιο όμως, που δίνει, πέρα από αυτό που έχει, αφού ακούει τη φύση της επιθυμίας του αναλυόμενου, πέρα από τις λέξεις. Δανείζει τον εαυτό του στον αναλυόμενο, γίνεται αντικείμενο της επιθυμίας του, γνωρίζει ότι θα γίνει απόρριμμα στο τέλος της ανάλυσης, αφού η λειτουργία του είναι να είναι το απόρριμμα της επιθυμίας του άλλου. Ωστόσο, δεν είναι άγιος, αφού δεν παίρνει καμία ευχαρίστηση από την αναλυτική διάταξη. Ποιες απαντήσεις υπόσχεται λοιπόν να δώσει ο ψυχαναλυτής και η ψυχανάλυση που απευθύνεται στο υποκείμενο και στην ενικότητα του συμπτώματος που επιλέγει, έτσι ώστε να ενταχθεί στον κοινωνικό δεσμό;
Μπορούν άραγε ιατρική και ψυχανάλυση να έχουν εποικοδομητικό διάλογο για το σώμα σε κρίση μέσα στον σύγχρονο κοινωνικό δεσμό που αγνοεί την επιθυμία, αποκλείει το υποκείμενο και εθίζει σε μία απόλαυση χωρίς όριο;
Ευελπιστούμε σε έναν διάλογο μεταξύ των δύο κλάδων: την ιατρική και την ψυχανάλυση, μεταξύ ενίοτε ετερογενών θέσεων. Τα κείμενα που ακολουθούν, και που είναι ο γραπτός λόγος των προφορικών παρεμβάσεων των ομιλητών του συνεδρίου όπως διαμορφώθηκε για το περιοδικό, μας καλούν να ξεκινήσουμε και να συνεχίσουμε έναν τέτοιο διάλογο. Οι δύο τομείς, ιατρική και ψυχανάλυση, εκπροσωπούν ερευνητικούς και πρακτικούς προσανατολισμούς που έχουν πολύ λίγο, κατά την άποψή μας, την ευκαιρία να μιλήσουν μεταξύ τους. Μέσα σε αυτό το πνεύμα επιλέξαμε να συγκεντρώσουμε έμπειρους ερευνητές, αλλά και νέους ερευνητές. Θεωρητικές θέσεις, αλλά και ανταλλαγές που αφορούν σε μοναδικές κλινικές εμπειρίες, υπόσχονται να δώσουν κάποια στοιχεία απαντήσεων μέσα από τα κείμενα του συνεδρίου που ακολουθούν. Συνέδριο που έγινε μάρτυρας των ενικών και όχι λιγότερο πρωτότυπων συρραφών που επιτρέπουν στον καθένα να τα βγάλει πέρα με την ηγλώσσα (lalangue όπως την ονόμαζε ο Lacan), που αφήνει τα ίχνη της και εγγράφεται και δίνει σώμα στο είναι του υποκειμένου.
Η επιθυμία που μας κινητοποίησε και που έγινε αφορμή για το συνέδριο θα πρέπει επίσης να μας επιτρέψει να προχωρήσουμε πέρα από την απλή και καθησυχαστική διεπιστημονική αντιπαράθεση στην οποία ελπίζουμε ότι δεν υποπέσαμε κατά τη διάρκεια των τριών ημερών των εργασιών μας. Αντίθετα, στοχεύσαμε και στοχεύουμε σε έναν «κλονισμό», που δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο εάν συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις για έναν ουσιαστικό διάλογο που θέτει σε δοκιμασία τις θέσεις μας. Με την έννοια αυτή, σας καλώ λοιπόν να δεχθείτε να «συγκλονιστείτε».
Το συνέδριο που πραγματοποιήθηκε αξίωσε να επιτρέψει τη συνάντηση εκείνων που είτε είναι ψυχαναλυτές είτε δεν είναι, εγκαλούνται από το σώμα και από αυτήν την εμπειρία του ασυνειδήτου η οποία συνιστά μία ψυχανάλυση, χαράσσουν την πορεία τους σε περιοχές όπου είναι απαραίτητο να αφυπνιστούμε, να ταραχτούμε και να αναρωτηθούμε, έτσι ώστε η επιθυμία του ειδέναι να μην εξαλείφεται μπροστά στις δογματικές γνώσεις στους διαφορετικούς τομείς είτε πρόκειται για ψυχανάλυση είτε για ιατρική.
Ελπίζω, ο διάλογός μας που είναι ένα διακύβευμα να γίνει το βήμα που θα μας απαλλάξει από την αλλοτρίωση του σύγχρονου κοινωνικού δεσμού και θα μας επιτρέψει να μετατρέψουμε το σύμπτωμα στο σώμα σε δημιουργία, που θα επιτρέψει με τη σειρά της την ανανέωση του κοινωνικού δεσμού. Γιατί η έξοδος από το αδιέξοδο στο οποίο μας αφήνει ο καπιταλιστικός λόγος απαιτεί από τον καθένα να επινοήσει τη δική του απάντηση, η οποία ρυθμίζει με τη σειρά της την απάντηση των άλλων και έτσι η έκβαση δεν μπορεί να είναι παρά συλλογική. Με τον τρόπο αυτό ανανεώνεται ο κοινωνικός δεσμός.
«Οποιαδήποτε συνέπεια λόγου έχει αυτό το καλό ότι κάνει γράμμα», λέει ο Lacan στο Σεμινάριο ΧΧ, Encore,[1] δηλαδή φράγμα (barre) μεταξύ του προϊόντος του και της αλήθειας. Πού υπάρχει η δυνατότητα να διαβάσουμε τη συνέπεια κάθε λόγου, παρά σε αυτό που παράγει; Και αυτό που παράγει είναι μια τεχνογνωσία. Ο καθένας από τους τέσσερεις λόγους, όπως τον βρίσκουμε στη διδασκαλία του Lacan, είναι έτοιμος να θεωρήσει τη γνώση του, την τεχνογνωσία, ως αλήθεια του Y a d’l’un, από την οποία δεν βγαίνει. Η λειτουργία του γραπτού είναι ακριβώς να κάνει ριζικά τη διαφορά μεταξύ της γνώσης (με την όψη της τεχνογνωσίας) και της αλήθειας, είναι να κάνει κάθε λόγο να λειτουργήσει έως τo φράγμα του. Η μετατροπή του προφορικού λόγου του συνεδρίου σε γραπτό αισιοδοξεί να αφήσει το ίχνος μίας εμπειρίας που θα κινητοποιήσει και θα επιτρέψει την ανανέωση του κοινωνικού δεσμού. Μόνο βέβαια που «η γραφή είναι ένα ίχνος όπου διαβάζεται μία συνέπεια του λόγου».[2] Με άλλα λόγια, τα γραπτά δεν μένουν. Αυτό που μένει είναι το υλικό ίχνος αυτού που έχει χαθεί διά παντός.
[1] Lacan, J. (1972-1973). Le Séminaire, Livre XX, Encore, Paris : Seuil, 1975, σ. 37.
[2] Lacan, J. (1972-1973). Le Séminaire, Livre XX, Encore, Paris : Seuil, 1975,σ.110.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.