Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

 

σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]

«Νεμπράσκα»

Τα δυο κείμενα που ακολουθούν σχολιάζουν μια κινηματογραφική ταινία. Πρόκειται
για εισηγήσεις που άνοιξαν τη συζήτηση για την ταινία Nebraska του Alexander Payne
(2013, 115’) – η οποία προβλήθηκε και συζητήθηκε στο πλαίσιο του κύκλου προβολών
«Κινηματογράφος και Ψυχιατρική», που διοργάνωσε (Ιανουάριος Μάρτιος 2015), για
όγδοη χρονιά, ο Κλάδος Τέχνη και Ψυχιατρική της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας
σε συνεργασία με την Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Το θέμα του φετινού κύκλου ήταν: η
Πρόκληση του Γήρατος.

Γιος, πατέρας και γενέθλια γη

Γρηγόρης Μανιαδάκης
Ψυχίατρος, Ψυχαναλυτής

Η Νεμπράσκα είναι μια από τις κεντρικές πολιτείες των ΗΠΑ, το όνομα της οποίας αποτελεί παραφθορά των αρχαϊκών ινδιάνικων λέξεων Ñí Brásge, που σημαίνουν επίπεδο νερό. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Νεμπράσκα, Αλεξάντερ Πέιν, γέννημα-θρέμμα της πολιτείας αυτής, λέει, σε μια συνέντευξή του, ότι και οι ταξιδιώτες που τη διασχίζουν με αυτοκίνητο ή πετούν πάνω από αυτή τη λογαριάζουν για επίπεδο τόπο. Ο μαζικός αποικισμός της Νεμπράσκα από Ευρωπαίους ξεκίνησε την εποχή του Πυρετού του Χρυσού, γύρω στο 1850.

Το θέμα της ταινίας είναι το οδοιπορικό ενός πατέρα κι ενός γιου από μια κωμόπολη της Μοντάνα προς το Λίνκολν, την πρωτεύουσα της Νεμπράσκα. Οι δυο συνοδοιπόροι δεν έχουν το ίδιο κίνητρο γι’ αυτό το ταξίδι. Ο πατέρας, ο Γούντι, προσδοκά να εισπράξει εκεί ένα εξωπραγματικό χρηματικό ποσό από τον λαχνό, εμφανέστατη διαφημιστική μπλόφα, που πιστεύει πως κέρδισε. Ο δευτερότοκος γιος, ο μελαγχολικός, άνευρος, παθητικός Ντέιβιντ, φαίνεται να τον συνοδεύει για να τον προστατεύσει – ο γερο-πατέρας δεν μπορεί πια να οδηγήσει και το συνεχώς ανήσυχο, σχεδόν άγριο βλέμμα του δείχνει κάποιον που, αν κάποτε είχε, τώρα πια σίγουρα δεν έχει καλή σχέση με τον έξω κόσμο και την πραγματικότητα. Έτσι μάλλον εξηγείται και η εμμονή του στην υπόθεση του λαχνού. Ωστόσο, η κοινή λογική λέει ότι η καλύτερη προστασία γι’ αυτόν τον παππού θα ήταν να τον εμποδίσουν να κάνει αυτό το ταξίδι, και αυτό πιστεύει και η γυναίκα του κι ο άλλος του γιος. Άρα, το κίνητρο του Ντέιβιντ είναι άλλο. Ο σκηνοθέτης του έργου, λέει πως, κατά τη γνώμη του και σύμφωνα με την προσωπική του πείρα, υπάρχει κάτι ανάμεσα στα παιδιά και τους πατεράδες που κάνει πολλά παιδιά να νιώθουν τους πατεράδες τους ανεξιχνίαστους, «από άλλο πλανήτη». Ο Ντέιβιντ λοιπόν πιθανότατα επιχειρεί το ταξίδι για να βρεθεί τετ α τετ με τον απρόσιτο πατέρα του – ίσως να τον γνωρίσει πιο βαθιά, να μάθει κάτι περισσότερο γι’ αυτόν. Αυτό δείχνει η επιμονή του για στάση στο Χόθορν, γενέτειρα του Γούντι και τόπου ίσως κάποιων οικογενειακών μύθων. Ωστόσο οι μύθοι φαίνεται να θρυμματίζονται πριν καν φτάσουν να γίνουν αφήγηση σαν το ετοιμόρροπο σώμα του Γούντι που σωριάζεται κι αφήνει κυριολεκτικά τα κομμάτια του, όπως λ.χ. την οδοντοστοιχία, ξανά και ξανά. Ο Ντέιβιντ τα μαζεύει με πραγματική στοργή κάθε φορά, ψάχνοντας την οδοντοστοιχία στις ράγες του τραίνου ή πηγαίνοντας τον Γούντι στον γιατρό για ράμματα ή στο νοσοκομείο, ενώ το ύφος του δείχνει να παραξενεύεται δυσάρεστα με αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Η δε επίσκεψη στο Χόθορν θα δείξει στον γιο μιαν ιδιαίτερη πατρίδα κι ένα παρελθόν γεμάτα με μικρότητες ανάμεσα σε συγγενείς και πρώην φίλους, ανθρώπινη κακότητα και απώλειες.

Το τοπίο, ανθρώπινο και φυσικό, αναδίνει μια μυρωδιά φθοράς που αναδεικνύεται από την ασπρόμαυρη κινηματογράφησή του: ένας συνήθως συννεφιασμένος ουρανός που καθρεφτίζεται σε μια σχεδόν επίπεδη γη με λίγη βλάστηση, κατάστικτη που και που από σπίτια, μοτέλ ή αυτοκινητόδρομους. Και μέσα σ’ αυτό το τοπίο κινείται το αυτοκίνητο του Ντέιβιντ, καθώς και τα γερασμένα ή υπέρβαρα σώματα των ανθρώπων, συνήθως σιωπηλά, και σα να ψάχνουν κάτι. Όλα αυτά, μαζί με τη μουσική, παραλλαγές σε μπλουζ, τζαζ και κάντρι μοτίβα, δίνουν έναν ιδιότυπα ελεγειακό τόνο στην ταινία.

Στο μεταξύ, αν το ψάξιμο του Γούντι για το λαχείο/ θησαυρό του και ολόκληρου του Χόθορν για κάποια χρωστούμενα μιας ζωής αποδεικνύεται μάταιο, αντίστοιχη ματαιότητα δείχνει να κυριαρχεί και στην αναζήτηση κάποιας αξιομνημόνευτα ευτυχισμένης συγκυρίας στο παρελθόν της οικογένειας από τον Ντέιβιντ. Αυτό φαίνεται αρκετά νωρίς, όταν, στο ξεκίνημα του ταξιδιού, ζητάει, όπως θα ζητούσε ένα μικρό αγόρι, από τον Γούντι να λοξοδρομήσουν μαζί μέχρι το μνημείο των τεσσάρων προέδρων. Η εχθρική σχεδόν αδιαφορία του πατέρα προσδιορίζει το ανέφικτο της όποιας εξιδανίκευσης του παρελθόντος. Ασφαλώς δεν αγαπούσα τη μητέρα σου, δεν ήθελα παιδιά, θα δηλώσει απερίφραστα σε σχετική ερώτηση του γιου. Ο Ντέιβιντ πάντως δείχνει να επιμένει στη σχέση του με τον γέρο πατέρα του.

Η άφιξη της μητέρας στο Χόθορν και η επίσκεψη στο νεκροταφείο του, όπου είναι θαμμένοι νέοι και γέροι νεκροί της οικογένειας, θα τραβήξει αυτή τη γραμμή μέχρι το απώτατο όριό της. Μέσα σε μια μεγάλη, έρημη, επίπεδη σαν καθρέφτη έκταση όπου προβάλλουν μόνο λίγες επιτύμβιες πλάκες, με σχεδόν βάναυση ελευθεροστομία, η μητέρα θα κατονομάσει τους νεκρούς της οικογένειας του Γούντι. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Ντέιβιντ, αδελφός του Γούντι, που πέθανε δυο χρόνων από οστρακιά. Το όνομά του πήρε ο Ντέιβιντ, ο γιος που βλέπουμε στην οθόνη. Ένα είδος νέκρας ή τουλάχιστον ρηχότητας δείχνουν και αρκετές συμπεριφορές του Ντέιβιντ, που φαίνονται βγαλμένες από γερασμένα κινηματογραφικά στερεότυπα, όπως η μπύρα που πίνει από το μπουκάλι μαζί με τον πατέρα στο μπαρ ή η μπουνιά με την οποία ξαπλώνει κάτω τον προδότη πρώην συνέταιρο του Γούντι. Πιο πριν, στην αρχή της ταινίας, τον έχουμε δει να εκλιπαρεί χωρίς πειστικότητα ή πάθος τη φανερά όχι ελκυστική, πρόωρα γερασμένη πρώην του να ξανασμίξει ερωτικά μαζί του.

Αποδίδει τελικά κάτι η εμμονή του Ντέιβιντ στη συνοδεία του αδιαπέραστου Γούντι; Θα έλεγα ότι στην κατεστραμμένη, αποξενωμένη, παρουσία του πατέρα, στην οποία τα γηρατειά προσθέτουν την ανεπανόρθωτη φθορά, ίσως ο Ντέιβιντ βρίσκει τελικά τον πλανήτη όπου χάθηκαν πριν καλά-καλά γεννηθούν τα δικά του όνειρα. Ίσως η σύντομη αλλαγή θέσεων οδηγού / συνοδηγού προς το τέλος του φιλμ, εκτός από «λαχείο» μερικών λεπτών που χαρίζεται στοργικά από τον Ντέιβιντ στον Γούντι για να παρελάσει δήθεν θριαμβευτής από το Χόθορν, να έχει το νόημα της ανακάλυψης αυτής της αλήθειας από την πλευρά του γιού. Σε μια από τις τελευταίες σκηνές, μέσα στο φορτηγάκι ο γιος οριζοντιώνεται για να φανεί ότι οδηγεί μόνο ο πατέρας. Ασφαλώς αυτό είναι μέρος της συμπαιγνίας τους. Ωστόσο, ξαπλώνοντας στο επίπεδο δάπεδο, πάνω από το επίπεδο έδαφος της Νεμπράσκα, του επίπεδου νερού, όπως την έλεγαν οι παλαιοί, ίσως ο Ντέιβιντ να βλέπει σαν σε καθρέφτη στη γενέθλια γη, που δεν καταφέρνει να προστατεύσει τους νεκρούς της από τη μνησικακία των ζωντανών, μιαν εικόνα του δικού του αποξενωμένου εαυτού.

Το τέλος της ταινίας είναι ανοιχτό σε πολλές αναγνώσεις. Θα μπορούσαν, επί παραδείγματι, γιος και πατέρας να αλλάζουν στο διηνεκές θέσεις στο φορτηγάκι διασχίζοντας τις κεντρικές πολιτείες των ΗΠΑ, να πίνουν μπύρες, να κυνηγούν ο ένας λαχνούς που δεν κερδίζουν και ο άλλος χαμένες οδοντοστοιχίες. Δηλαδή η μιζέρια να αποτελεί τον αιώνιο συνδετικό κρίκο γέρων και νέων. Θα μπορούσε όμως η αλλαγή θέσεων να σημαίνει ότι ο γιος, αφού «ανακάλυψε» αυτό που θεωρεί πλανήτη του πατέρα, τη γενέθλια γη, μπορεί να εγκαταστήσει μια διαφορετική, ενεργητική σχέση με αυτή. Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Αλεξάντερ Πέιν, σε μια συνέντευξή του αφήνει να εννοηθεί πως μπόρεσε να αξιοποιήσει μέσα του τη σχέση του με τον απρόσιτο πατέρα του, κινηματογραφώντας διεισδυτικά τη γενέτειρά του Νεμπράσκα σήμερα, με υλικά και της προηγούμενης γενιάς, όπως είναι το μαυρόασπρο φιλμ.

Η ποιητική της φροντίδας

Ελισάβετ Κοτζιά
Κριτικός λογοτεχνίας

Ένα μεγάλο ερώτημα που θέτει η ταινία είναι από πού προέρχεται η τεράστια τρυφερότητα που αποπνέουν οι σκηνές της. Το πρώτο πλάνο παρουσιάζει τον πατέρα, έναν μισοανοϊκό πεισματάρη γέροντα. Η δεύτερη εικόνα περιέχει πληροφορίες τις οποίες δίνει η γυναίκα του για τις σχέσεις του ζευγαριού: ο Γούντι Γκραντ υπήρξε ένας αποτυχημένος μικροεπιχειρηματίας, ένας αλκοολικός σπάταλος σύζυγος. Αλλά και η ίδια η πηγή των πληροφοριών δεν διαφοροποιείται: επιθετική, προσβλητική, εγωκεντρική, η σύζυγος δεν χαρίζεται πουθενά καθώς δεν διστάζει ν’ αρπαχτεί με όποιον βρίσκεται μπροστά της. Κι όμως ο γιος, ο Ντέιβιντ, είναι διαφορετικός, είναι άνθρωπος που συναισθάνεται βαθιά και δείχνει συμπόνια.

Αρχικά φαίνεται να αποτελεί κι αυτός τμήμα της γενικής φθοράς. Δουλεύοντας σε μιαν αδιάφορη δουλειά, με μια αποτυχημένη σχέση στην πλάτη του, σε αδυναμία να πάρει αποφάσεις μοιάζει άνθρωπος που έχει συνθλιβεί κάτω από το πέλμα δυο απολύτως εγωκεντρικών γονιών, οι οποίοι επιπλέον, έγιναν αφόρητοι λόγω των γηρατειών τους. Ο γιος μοιάζει έτσι να μην μπορεί ν’ αναπνεύσει, σε αντίθεση προς τον μεγάλο αδελφό που δεν αδιαφορεί μεν, έχει όμως δική του οικογένεια, δική του ζωή, άφθονη επαγγελματική αναγνώριση και ικανότητα να διαφοροποιείται απ’ τα πάθη της πατρικής οικογένειας.

Το παράδοξο είναι πως όσο ο Ντέιβιντ παρασύρεται, όσο υποχωρεί, όσο ενδίδει στις ανοϊκές ψευδαισθήσεις του πατέρα του, όσο υπακούει και παραδίδεται στις εκβιαστικές κινήσεις του, τόσο μεγαλύτερο αίσθημα ελευθερίας αρχίζει να αποπνέει η ταινία. Πατέρας και γιος ξεκινούν ένα μακρύ ταξίδι στη διάρκεια του οποίου ούτε απομακρύνονται από την αφετηρία που είναι το αποπνικτικό οικογενειακό σπίτι στη Μοντάνα, ούτε πλησιάζουν το τέρμα που είναι το πονηρό διαφημιστικό γραφείο της Νεμπράσκα. Εντάσσονται αντιθέτως μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο – στον χώρο που ορίζουν οι απέραντες ημιπεδινές χιονισμένες εκτάσεις της Μοντάνα, οι οποίες σταδιακά μεταμορφώνονται στις εξίσου απέραντες, καλλιεργημένες όμως και φιλικότατα ηλιόλουστες εκτάσεις της Νεμπράσκα. Προχωρώντας ασταμάτητα, οδηγώντας αδιάκοπα, ακολουθώντας επίμονα τον μακρύ οδικό άξονα που διασχίζει την απέραντη ενδοχώρα, ο χώρος, ο τόπος, το τοπίο όπου εκτυλίσσεται η ταινία, αλλάζουν χαρακτήρα. Είδαμε πως στη γενέτειρα του Γκράντ, στην κοινότητα Χόθωρν της Νεμπράσκα, οι συγγενείς, οι συντοπίτες, οι συνεργάτες, οι συνομήλικοι, οι νέοι και οι γέροι φανερώνουν τον χειρότερο τους εαυτό: μιαν ιδιοτελέστατη αρπακτική κράση, μια βουλιμικότατη δολοφονική πείνα. Η σκιά της κακότητας που ρυθμίζει αποφασιστικά τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις γίνεται ωστόσο ανεκτή, σχεδόν εξαφανίζεται μες στα μεγάλα πλάνα. Οι μακρινοί ορίζοντες, το απέραντο τοπίο δείχνει να διαθέτει μια βαθύτερη ηθική διάσταση.

Απ’ τον χώρο δηλαδή των μικρόψυχων κατάπτυστων ατόμων, περνάμε σε ένα συμπαντικό πλαίσιο, σ’ ένα κοσμικό τοπίο, το οποίο είναι σε θέση να αγκαλιάζει με ανεκτικότητα, να υποστηρίζει με τρυφερότητα, να συμπαραστέκεται με κατανόηση τους δύστυχους ανθρώπους. Κάτοικος του κόσμου μας και κάτοικος εν μέρει της άγνωστης ηπείρου στην οποία αναπόφευκτα θα παραδοθεί εξαιτίας της ανοϊκής του λήθης, ο πατέρας βρίσκεται στη μεθόριο. «Γιατί σε αυτόν κάνεις όλα τα χατίρια;», ουρλιάζει η μάνα του στον Ντέιβιντ. «Άσε τον να χαρεί πριν περάσει στο επέκεινα», της απαντάει ο γιος της – απαντώντας συγχρόνως και σ’ εμάς γιατί υπακούει σ’ όλες τις παραξενιές, γιατί βοηθά τον πεισματάρη γέροντα να ικανοποιήσει τα ανέφικτα όνειρά του. Γεννιέται έτσι μια άλλη θέση, προκύπτει μια άλλη στάση, ένα βλέμμα συμπονετικού ακραίου σεβασμού απέναντι σε όλους όσοι, όπως τα βρέφη και οι ανοϊκοί, βρίσκονται αφενός πολύ κοντά στην άγνωστη αφετηρία απ’ όπου γεννιέται η ζωή και αφετέρου πολύ κοντά στο ακατανόητο τέρμα.

Καταλαβαίνουμε έτσι πως ο Will Forte, ο οποίος υποδύεται τον Ντέιβιντ, δεν είναι μόνον ένας έξοχος ηθοποιός που παίζει με τα μάτια, αλλά ότι έχει και για συμπαράσταση, εκτός από τη μουσική, και τα κινηματογραφικά πλάνα, όταν στυλώνει το γεμάτο στεναχώρια, κατανόηση και υπομονή βλέμμα του στον άρρωστο πατέρα. Για να επιτύχει τελικά τις αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, αυτά τα μικρά θαύματα που λαμβάνουν χώρα προετοιμάζοντας τον μεγάλο θρίαμβο του ημιανοϊκού Γούντι Γκραντ όταν οδηγεί μόνος του στην κεντρική λεωφόρο της γενέτειράς του.

Ποια ήταν τα θαύματα; Ενώ ξεκινούν το ταξίδι τους, πατέρας και γιος μόνοι τους, συμπαρασύρουν τελικά και τους άλλους δυο, τη μάνα και τον αδελφό, έτσι ώστε νικώντας τον χρόνο, να ξαναβρεθούν μαζί και να ζήσουν ξανά την παλιά αλληλέγγυα οικογενειακή σχέση.

Σε ολόκληρο το έργο ο πατέρας αποδέχεται μόνο μια φορά τη σημασία των παιδιών του – όταν παραδέχεται πως λαχταρά το περιβόητο λαχείο για να τους αφήσει κατιτί μετά τον θάνατό του. Μόνο μια στιγμή επίσης η μάνα δείχνει σοβαρότητα, τρυφερότητα και σεβασμό απέναντι στον ανήμπορο σύζυγό – τη μέρα της οικογενειακής συνάθροισης όταν τον υπερασπίζεται απέναντι στους πανούργους συγγενείς τους. Οι στιγμές αυτές διαθέτουν βαρύτητα μέσα στη μοναδικότητά τους, και το ίδιο ισχύει, προσδίδοντας στο έργο παράξενη πολιτική χροιά, και για την άγνωστη πληροφορία στα παιδιά για το πόσο ο πατέρας τους επηρεάστηκε από τη συμμετοχή του στον πόλεμο της Κορέας.

Με λίγα λόγια, ο Ντέιβιντ δεν είναι μόνον απλός πωλητής ηχητικών συγκροτημάτων όπως εμφανίστηκε. Στην πραγματικότητα είναι ένας ποιητής καθώς διαθέτει την ικανότητα να μεταμορφώσει τελικά τον στενάχωρο κόσμο των μικρών και μεγάλων κακιών σε ένα απέραντο χώρο τρυφερότητας, φροντίδας και ηθικής ευθύνης.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.