Charles Lasegue (1816-1883)
σύναψις 37 [2015 – τόμος ΙΙ]
Υπεύθυνος: Γ. Δημητριάδης
Ο Charles Las ègue, (5/11/1816 Παρίσι 20/03/1883 Παρίσι), αν δεν είναι ο πιο βαθυστόχαστος από τους γάλλους ψυχιάτρους του 19ου αιώνα, είναι σίγουρα ο πιο αυθεντικός και πρωτοποριακός. Κλινικός πάνω από όλα, ο Lasègue διατηρεί από τις πρώτες σπουδές του στη Φιλοσοφία ένα πνεύμα έντονα κριτικό όσον αφορά όλα τα μεγάλα συστήματα που άνθιζαν στην ιατρική, ιδιαίτερα στην ψυχοπαθολογία. Παρόλο που το νοσοκομειακό ιατρικό έργο του τον οδήγησε στο να εξασκεί πολύ την οργανική ιατρική, παρέμεινε πάντα πολύ προσεκτικός μπροστά στις οργανογενετικές θεωρίες, που εισέβαλαν τότε σε όλο το πεδίο της ψυχοπαθολογίας. Υπερασπίστηκε τις ψυχογενετικές πλευρές αυτής της παθολογίας, και έθεσε τις ακριβείς μεθοδολογικές βάσεις εκείνου που θα έπρεπε να είναι μια πραγματική ψυχοθεραπεία.
Ας σημειωθεί ότι ήταν ο πρώτος που εξατομίκευσε το χρόνιο παραλήρημα καταδίωξης (1852), το δυαδικό παραλήρημα (με τον J. Falret, το 1877), την επιδειξιομανία (επίσης το 1877) όπου ο H. Ellenberger υπενθυμίζει τη μεγάλη πρωτοτυπία περιγραφής, καθώς επίσης και την υστερική ανορεξία, το 1873, που αποτέλεσε το μοντέλο για τη σύγχρονη ανορεξία. 1 Γενικά
Αυτός ο τίτλος, που αρχικά φαίνεται κάπως παράδοξος, επιλέχτηκε σκόπιμα για να τραβήξει την προσοχή στο σημείο που θέλω να την επικεντρώσω. Η πρόταση που έτσι διατυπώνεται είναι τόσο απλή που δεν χρειάζεται επεξήγηση. Αντίθετα απαιτεί μια απόδειξη που είναι και το θέμα της μελέτης του παρόντος κειμένου.
Για να συγκριθεί το παραλήρημα με το όνειρο θα πρέπει να οριστεί, και δεν είναι εύκολο πράγμα, η αξία καθενός από τους δυο όρους και να χρησιμοποιηθεί ο ένας ή ο άλλος ως μέτρο σύγκρισης. Μου φάνηκε προτιμότερο να ξεκινήσω με το όνειρο περιορίζοντας αυστηρά τη μελέτη του στις πλευρές εκείνες που έχουν σχέση όχι μόνο αναλογίας, αλλά και ομοιότητας με το αλκοολικό παραλήρημα.
Το όνειρο, αυτή η ημι-φυσιολογική, ημι-παθολογική κατάσταση, προσέφερε υλικό περισσότερο σε διατριβές παρά σε έρευνες. Οι συνθήκες παρατήρησής του είναι σύνθετες και συγκεχυμένες. Εντούτοις, μπορούμε και πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μερικά ουσιαστικά δεδομένα. Όπως και ο ύπνος, το όνειρο συγκεντρώνεται στο σχεδόν αποκλειστικό πεδίο των οπτικών αισθήσεων. Μας παίρνει ο ύπνος κλείνοντας τα μάτια, χωρίς να κλείσουμε τα αυτιά. Εάν προφυλασσόμαστε από τις ενοχλήσεις που προκαλεί ο θόρυβος, με τον ίδιο τρόπο αμυνόμαστε στις διεγέρσεις της αφής, της όσφρησης, κ.λπ., οι οποίες είναι αρκετά ενοχλητικές ενάντια στην αδράνεια που προετοιμάζει τον ύπνο.
Στο όνειρο οι οπτικές ψευδαισθήσεις είναι σταθερά παρούσες. Υπάρχουν μόνες τους και αν, ενδιάμεσα, επέρχονται άλλες ημι-ψευδαισθησιακές καταστάσεις, είναι με τρόπο επεισοδιακό, χωρίς ποτέ να αποτελούν τον καμβά του ονείρου.
Είναι εύκολο να αντιληφθούμε το τμήμα εκείνο που ανήκει στην όραση, επιλέγοντας περιπτώσεις καλά καθορισμένες και που εύκολα μπορούν να ελεγχθούν. Ο Α… ονειρεύεται ότι παρευρίσκεται σε μια συνέλευση με πολύ κόσμο, κοιτάζει επίμονα τον πρόεδρο, βλέπει την αίθουσα τόσο καθαρά σαν να ήταν ξύπνιος, αναγνωρίζει τα μέλη και τους ακροατές. Όλα του είναι ευδιάκριτα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια. Αντίθετα, αν κάποιος βγάλει λόγο, το κείμενο φτάνει στο μυαλό του, λιγότερο όμως η φωνή του ομιλητή: κατάλαβε και δεν άκουσε. Αν, έχοντας συγκρατήσει στη μνήμη του το όνειρο, αρκεστεί σε μια θολή ανάμνηση, οι δυο αισθήσεις, η όραση και η ακοή, θα μπορούσαν να του φανούν στο ίδιο επίπεδο. Προχωρώντας στη συνέχεια θα αναγνωρίσουμε γρήγορα την αλήθεια της πρότασης που διατυπώνω.
Σημασία έχει, γι’ αυτήν την ανάλυση, να προβούμε αμέσως στο ξύπνημα, είτε η έρευνα μας γίνεται στον εαυτό μας είτε συνεργάζονται μαζί μας πρόθυμα πρόσωπα. Αυτές οι καθαρά υποκειμενικές παρατηρήσεις απαιτούν, εκτός από κάποια οξυδέρκεια, συνθήκες κατάλληλης ικανότητας, όπως η δυνατότητα να αποκτήσει κανείς αμέσως τον έλεγχο του εαυτού του, μόλις ανοίξει τα μάτια. Αν μια περίοδος διανοητικής αμηχανίας, όσο μικρής διάρκειας και αν είναι, χωρίσει τον ύπνο που τελειώνει από το ξύπνημα που αρχίζει, το όνειρο, κατά το διάστημα εκείνο, ξεθωριάζει στις λεπτομέρειες του και δεν απομένει παρά μια συγκεχυμένη εικόνα, άγονη για τη μελέτη.
Άλλο παράδειγμα: O Β… ονειρεύεται πως, κατά διάρκεια ενός ταξιδιού, μπαίνει μέσα σε μια ξεσκέπαστη άμαξα, και γνωρίζουμε καλά πόσο ταξιδευτές είναι οι ονειρευόμενοι. Δεν ξέχασε ούτε το χρώμα ούτε το σχήμα του οχήματος, ούτε του μαρσπιέ, ούτε ακόμα και της χειρολαβής που την έπιασε με το χέρι. Ο αμαξάς κάθισε, το άλογο ξεκίνησε. Είδε το μαστίγιο να κινείται, αλλά δεν άκουσε τον χτύπο της άκρης του μαστιγίου. Η εντύπωσή του είναι, σε αυτήν την αναφορά, αντίθετη με εκείνη κάθε ανθρώπου σε εγρήγορση.
Ο Γ… ονειρεύεται ότι παρακολουθεί μια πυρκαγιά – πρόκειται επίσης για ένα συχνό δεδομένο. Βλέπει τη φωτιά να βγαίνει από τα παράθυρα, τους πίδακες νερού που αντανακλούν, τα κράνη των πυροσβεστών, κ.λπ., και παίρνει ενεργό μέρος με τον κόσμο που ήρθε να βοηθήσει. Αμφιβάλω αν ένιωσε τη θερμότητα της φωτιάς και άκουσε τις κραυγές των θυμάτων. Το όνειρο ήταν τρομερό και βουβό.
Η οπτική ψευδαίσθηση του ονείρου έχει μια καταπληκτική ακρίβεια, πολύ ανώτερη από όλες εκείνες που αφηγούνται οι φρενοβλαβείς (aliénés). Φωτισμός, κινήσεις του φωτός, λεπτομερής άποψη, τίποτα δεν της διαφεύγει. Όποιος προσπαθεί, ξυπνώντας, να συγκεντρώσει την προσοχή του στο όνειρο που μόλις είδε δεν παραλείπει κανένα χαρακτηριστικό.
Η ακοή αδιαφορεί για όλες τις ψευδαισθήσεις της όρασης. Ο φρενοβλαβής (aliéné), θύμα τόσο συχνά ψευδαισθησιακών διαταραχών της ακοής, που παρουσιάζουν ένα από τα σχεδόν υποχρεωτικά στοιχεία του παραληρήματος καταδίωξης, αποφεύγει με ακαταμάχητη επιμονή να συνδυάσει τις δύο αισθήσεις. Ο έλεγχος της μιας από την άλλη, ο έλεγχος που παρέχει η όραση μιας ακουστικής αντίληψης που θέτουμε υπό αμφισβήτηση, του είναι απεχθής. Ο πάσχων από μανία καταδίωξης, κατά τη συστηματική περίοδο του παραληρήματός του, λέει: Τους ακούτε, είναι εκεί κάτω από το παράθυρο, μια γυναίκα αγορεύει εναντίον μου, με κατηγορεί και με βρίζει. Την γνωρίζετε; Νομίζω πως αναγνωρίζω τη φωνή της. Κοιτάξτε από τα τζάμια, κάντε μου την περιγραφή της και θα αναλάβω την προστασία σας. Ποτέ! Είναι ανώφελο.
Αλλά ούτε και εκείνος που έχει οπτικές ψευδαισθήσεις, στο στάδιο που το παραλήρημά του δεν είναι ακόμα συγκεχυμένο, δέχεται να κάνει να εναρμονιστούν οι αισθήσεις. Έχω συχνά αφηγηθεί στα μαθήματά μου, την ιστορία ενός νεαρού ποιητή που πέθανε από φλεγμονώδη εγκεφαλικά επεισόδια. Είχε συχνά θρησκευτικά οράματα, κυρίως τη νύχτα. Η Παρθένος του εμφανιζόταν μέσα σε ένα φωτοστέφανο. Την εκλιπαρούσε να του αποκαλύψει την επουράνια αποστολή με την οποία θα τον τιμούσε. Για να επικοινωνήσει μαζί του, η Παρθένος ξεδίπλωνε μια μεγάλη πινακίδα όπου αναγράφονταν οι επιθυμίες της με χρυσά γράμματα. Σε καμία περίπτωση, παρ’ όλες τις επίμονες προσευχές του, δεν δέχθηκε να του μιλήσει.
Όταν ακουστικές αντιλήψεις μεσολαβούν με δευτερεύοντα τρόπο, δεν απομονώνονται με την καθαρότητα των αληθινών ψευδαισθήσεων της όρασης. Ας πάρουμε ξανά το παράδειγμα του ονείρου όπου ο κοιμώμενος διασχίζει μια ξένη χώρα. Μπαίνει μέσα σε ένα πανδοχείο, κάθεται στο τραπέζι, διακρίνει με ακρίβεια και το παραμικρό αντικείμενο. Ποτέ δεν θα ακούσει να μιλάνε μια ξένη γλώσσα γύρω του, και αν μιλήσει ο ίδιος, θα χρησιμοποιήσει τη μητρική του γλώσσα. Η κατάστασή του είναι ανάλογη με εκείνη ενός θεατή στο θέατρο που δέχεται να μιλάνε γαλλικά στην Κίνα, αλλά που δεν δέχεται με τίποτα να διαδραματίζεται η κινέζικη σκηνή σε ένα παριζιάνικο διαμέρισμα.
Πρέπει να πούμε για το όνειρο πως ζει αποκλειστικά με εικόνες. Ωστόσο, σε αυτό το οπτικό πεδίο συμβαίνουν μεγαλεία επινόησης και ακρίβειας. Η μόνη κατάλληλη στιγμή για να σημειώσει κανείς αυτά τα φαινόμενα και να προχωρήσει στην ανάλυσή τους είναι το ξύπνημα. Οι εντυπώσεις του ματιού απαλείφονται γρήγορα. Συχνά, μετά από μερικά λεπτά, θολώνουν και σύντομα δεν αφήνουν ούτε καν μια αόριστη αναπόληση. Η ψευδαίσθηση της όρασης, που αποτελεί την ίδια την ουσία του ονείρου, παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες. Θα επισημάνω εκείνες που, σε κάποιο βαθμό, βρίσκουμε επίσης στο αλκοολικό παραλήρημα.
Η διάρκεια κάθε οράματος είναι μικρή. Οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη χωρίς μετάβαση, όπως στους παλιούς προβολείς διαφάνειας. Απόρροια είναι η κινητικότητα των σκηνών και, παράλληλα, η υποτιθέμενη κινητικότητα του θεατή. Στον άνθρωπο που είναι σε εγρήγορση, η διαδοχή των εικόνων δεν εμπλέκει την πίστη στην μετατόπιση του θεατή. Έχει συνείδηση της σταθερότητάς του και ξέρει ότι, αν η σκηνή αλλάζει, εκείνος δεν συμμετέχει στην κίνηση. Ο κοιμώμενος δεν έχει συνείδηση της προσωπικότητάς του. Πηγαίνει, έρχεται, κινείται, διασχίζει χωρίς μετάβαση απέραντες εκτάσεις και βρίσκεται το ίδιο σβέλτα στο σημείο εκκίνησης. Σε μια από τις ψευδαισθησιακές σκηνές όπου η διαδοχή αποτελεί το σύνολο των ονείρων μιας νύχτας, τα πρόσωπα, η παρουσία των οποίων δικαιολογείται ελάχιστα, εμφανίζονται και εξαφανίζονται. Δεν πιστεύω πως υπάρχει όνειρο στοχασμού όπου το αντικείμενο θα παρέμενε ακίνητο καθόλη τη διάρκεια της ονειροπόλησης.
Ο ονειρευόμενος είναι κάτι παραπάνω από θεατής. Δεν παρακολουθεί, είναι ενεργός. Το εγώ παίζει έναν κυρίαρχο ρόλο στις ιστορίες του. Είτε πρόκειται για σοβαρά συμβάντα, είτε για δράματα, είτε για τρομερές περιπέτειες, τον βλέπουμε πάντα να παίρνει μέρος. Αυτό που ξέρει καλύτερα για το όνειρό του, όταν ξυπνάει, είναι το ενεργό μέρος που πήρε σε κάθε τι.
Τέλος, η λογική σβήνει καθώς η φαντασία ανάβει. Οι πιο απίθανες συναντήσεις δεν συνιστούν θέμα έκπληξης. Οι ανακολουθίες των ιδεών και των πραγμάτων γίνονται αποδεκτές χωρίς δυσαρέσκεια. Η κριτική είναι απόλυτα εξόριστη από το διανοητικό πεδίο του ονειρευόμενου, και, πάνω σε αυτή τη βάση, ξεπερνάει τον φρενοβλαβή (aliéné) που διστάζει και υποχωρεί από ένστικτο μπροστά σε κάποιες υπερβολές.
Περιέγραψα κάποια χαρακτηριστικά του ονείρου του ψυχικά υγιούς ανθρώπου κατά τη διάρκεια της ημέρας και που παραληρεί, αποκλειστικά υπό την ονειρική μορφή, κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σε σύγκριση, θα αντιπαραβάλω τη λιγότερο συνοπτική έκθεση του αλκοολικού παραληρήματος.
Ι
Το πρώτο χαρακτηριστικό, που χωρίς εκείνο κάθε απόπειρα συσχέτισης θα αποτύγχανε, είναι ότι το όνειρο του αλκοολικού είναι ίδιο με το παραλήρημά του κατά την εγρήγορση. Λέω ίδιο με κάποιες πολύ μικρές επιφυλάξεις, όπου πιο κάτω θα δείξω τη σημασία τους.
Θεωρητικά και πρακτικά, κανένας φρενοβλαβής (aliéné) δεν ονειρεύεται σύμφωνα με το ημερήσιο παραλήρημά του. Αφοσιώθηκα σε επαναλαμβανόμενες έρευνες, αλλά δεν στάθηκα εκεί. Επικαλέστηκα τη βοήθεια ιατρών, διευθυντών ιδιωτικών ασύλων, που έχουν σχέση με μορφωμένους ασθενείς που βρίσκονται υπό τη φροντίδα ενός καλύτερα εκπαιδευμένου προσωπικού και οι οποίοι είναι ικανότεροι από τους περισσότερους από τους δικούς μας φρενοβλαβείς (aliénés) των δημόσιων ασύλων για να κάνουν μια αναφορά. Ομόφωνα δήλωσαν πως ο ύπνος αναστέλλει το παραλήρημα, πως εάν ο ασθενής ονειρεύεται –και πρέπει οι φρενοβλαβείς (aliénés) να ονειρεύονται περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους–, είναι πέρα από τις φαντασιοπληξίες της ημέρας που η φαντασία του προσπαθεί ή αγωνίζεται γι’ αυτές. Ο πάσχων από μανία καταδίωξης δεν καταδιώκεται πλέον στο όνειρο, ο παραλυτικός ξεκουράζεται από τους φιλόδοξους πόθους του, ο μανιακός, όταν κοιμάται, μπορεί να έχει τον γαλήνιο ύπνο του παιδιού. Υπάρχουν φρενοβλαβείς (aliénés), όπως οι πάσχοντες από χορεία, στους οποίους κάθε ίχνος της ασθένειας υποχωρεί την ώρα ακριβώς που τους παίρνει ο ύπνος.
Μπορούμε να πούμε πως το ίδιο ισχύει και για τον αλκοολικό; Φυσικά και βέβαια όχι.
Κανένα αλκοολικό παραλήρημα, εκτός από τη μέθη που έχει τα δικά της συμπτώματα, τη δική της εξέλιξη και τη δική της παθολογία, δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Όλα προετοιμάζονται από ονειροπολήσεις μεταβλητής χρονικής διάρκειας. Σε τέτοιο βαθμό που συστήνεται στον παρατηρητή να χωρίσει κάθε κρίση του τρομώδους παραληρήματος (delirium tremens) σε τρεις χρόνους: (α) περίοδος του αποκλειστικά νυχτερινού παραληρήματος με επιστροφή στη διανοητική υγεία κατά την ημέρα, (β) ημερήσιο παραλήρημα και, ήδη σε αυτό το στάδιο, κυρίαρχο ακόμα και τη νύχτα, (γ) ανάρρωση.
Αν μου παρουσίαζαν έναν ασθενή που είναι υπό καλή επιτήρηση και τον οποίο υποψιάζονται για αλκοολισμό κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ δεν έχει περάσει από το πρώτο στάδιο, δεν θα χρειαζόμουν περισσότερα για να αναιρέσω τη διάγνωση. Το νυχτερινό παραλήρημα μπορεί να αποτελέσει όλη την κρίση και να συνεχιστεί έτσι έξι με οκτώ νύχτες κατά μέσο όρο χωρίς να πάει παρά πέρα. Η δηλητηρίαση περιορίστηκε στο ελάχιστό της.
Αντίθετα, η έκρηξη του ημερήσιου παραληρήματος είναι σχεδόν στιγμιαία. Το άτομο δεν παραλήρησε πρώτα ή λίγο κατά την ημέρα για να παραληρήσει μετά πολύ. Ένα ξημέρωμα ξυπνάει, γίνεται βίαιος ή παράξενος, βουτά μέσα στις λίγες διαδοχικές συλλήψεις που γεννήθηκαν από τη δηλητηρίαση από το αλκοόλ και παραμένει σε αυτήν την κατάσταση το πολύ για πέντε ή έξι μέρες, ενώ στη συνέχεια ο ύπνος που είχε ανοίξει την κρίση την κλείνει. Έτσι όπως δεν γίνεται κανείς παραληρηματικός αλκοολικός χωρίς να έχει κοιμηθεί άσχημα, έτσι και δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι κάποιος θεραπεύτηκε αν δεν μπόρεσε να κοιμηθεί καλά. Όταν ο παροξυσμός καταλήγει στον συχνά αιφνίδιο και απρόβλεπτο θάνατο, μια νέα ώση φλεγμονωδών συμπτωμάτων λαμβάνει χώρα. Δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος για να αναφερθούμε σε αυτό.
Το παραλήρημα κατά την ημέρα ή καλύτερα εκείνο που δεν συνδυάζεται πλέον με τον πραγματικό ύπνο και που, κατά συνέπεια, έχασε ένα από τα δύο του στοιχεία, εμφανίζεται απότομα στο ξύπνημα. Συνεχίζει, όχι μόνο από ψυχολογική άποψη αλλά και υλική, τα όνειρα των οποίων οι ιδέες δεν είναι παρά ένα είδος άνθησης. Αυτό το αβέβαιο ξύπνημα είναι αποτέλεσμα είτε μιας υπερβολικής ταραχής που διακόπτει, όπως ο οριακός εφιάλτης, τη δυνατότητα για ύπνο, είτε ενός εξωτερικού ερεθισμού, είτε ενός οποιουδήποτε συμβάντος. Ένας ασθενής που βρίσκεται στο στάδιο προετοιμασίας ενός ημερήσιου αλκοολισμού καταλαμβάνεται κατά τις 2 η ώρα τα ξημερώματα από έναν έντονο πόνο στο αυτί και το παραλήρημα ξεσπάει. Ένας άλλος βλέπει το δωμάτιό του να φωτίζεται ξαφνικά από μια πυρκαγιά μέσα στο σπίτι του. Ένας τρίτος ξυπνάει όταν ο γείτονάς του χτυπάει αιφνίδια την πόρτα του σπιτιού του: όλα τα πιθανά είναι ορθά και δεν χρειάζεται να τα υπενθυμίσουμε.
Το πέρασμα λοιπόν από το παραλήρημα κατά τον ύπνο στο παραλήρημα κατά την εγρήγορση γίνεται χωρίς μετάβαση. Πολύ περισσότερο οι πρώτες πρωινές ώρες είναι οι πιο διαταραγμένες, εκτός από τις περιπτώσεις που μια πυρετώδης και σχεδόν μοιραία θανάσιμη επιδείνωση επέρχεται κατά τη διάρκεια της σύντομης ασθένειας. Το να αγνοεί κανείς τη στενή σχέση ανάμεσα στο όνειρο και την τρέλα από χρονολογικής άποψης, το να αμφιβάλλει, μάλιστα, θα μαρτυρούσε πως έχει μικρή εμπειρία σχετικά με τον εγκεφαλικό αλκοολισμό. Το ένα δεν ακολουθεί από μακριά το άλλο, αλλά γίνεται το μέγιστό του, όπως ο πνιγμός στον οποίο καταλήγει η κρίση του κοκίτη, όπως το κοινό φτέρνισμα που διαδέχεται το γαργάλημα στη μύτη και που δεν θα συνέβαινε χωρίς αυτό.
Αφού ορίσαμε αυτά τα πρώτα σημεία, είναι θεμιτό να δείξουμε ότι τα πράγματα συμβαίνουν με τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τη φύση των ονειροπολήσεων, δηλαδή ότι το παραλήρημα συνεχίζει τις ιδέες που άνθησαν κατά το όνειρο. Θα δείξω στη συνέχεια, αγγίζοντας ένα πιο λεπτό σημείο, με ποιον τρόπο η διανοητική διαδικασία του παραληρήματος κατά την εγρήγορση αντιστοιχεί σε εκείνη των ονείρων ακόμα και των μη παθολογικών. Οι παρακάτω παρατηρήσεις, όσο πράγματι αξίζει αυτή η ονομασία σε τούτα τα αποσπάσματα, θα αποτελέσουν αποδεικτικά στοιχεία ή τεκμήρια. Στόχος μου δεν ήταν να φτιάξω το καλούπι της ασθένειας, αλλά μόνο να εγχαράξω ένα αποτύπωμα της πλευράς με την οποία ασχολήθηκα.
Ο Β…, 31 ετών, άγαμος, άνθρωπος του μόχθου, ζει με τη μητέρα του, θυρωρό, και κοιμάται όπως και εκείνη στο θυρωρείο. Πρώτη ελαφριά κρίση το 1879, χωρίς να υπερβεί τις διαταραχές του ύπνου. Η μητέρα αφηγείται πως τη νύχτα μιλούσε δυνατά, πως φοβήθηκε ότι θα πνιγόταν και πως έσπευδε να τον ξυπνήσει μόλις άκουγε την αναπνοή του να γίνεται θορυβώδης. Αυτός έλεγε λοιπόν πως τον καταζητούσαν, πως η αστυνομία μπήκε μέσα στο δωμάτιό του, πως ο γαμπρός του ιδιοκτήτη είχε φέρει άνδρες με αρρωστημένες φάτσες, τους έβλεπε να κάνουν έρευνες στα σπίτια. Μετά την αφήγηση, που άλλαζε κάθε νύχτα όσον αφορά τα συμβάντα αλλά παρέμενε ομοιόμορφη στο βάθος, ο ύπνος τον έπαιρνε ξανά. Δεν είχε διακόψει την εργασία του.
Το 1880, ξέσπασμα πιο έντονο. Ημερήσιο και νυχτερινό παραλήρημα, απόλυτη αϋπνία ή καλύτερα απώλεια κάθε σταθερού ύπνου, έπειτα από πέντε με έξι ημέρες ονειροπολήσεων. Παραθέτω, όπως καλύτερα πιστεύω πως μπορώ να το κάνω, ένα απόσπασμά του: «Η μαμά κατέβηκε γύρω στις 5 η ώρα τα ξημερώματα, έπρεπε να φύγω, ήρθαν για να πουλήσουν τα έπιπλά μου, αναστατώθηκα. Ήταν εκεί και με παρακολουθούσαν και εκείνη επίσης. Όταν επέστρεψε, την κατάκλεψαν γιατί είχα χρέη. Οι αστυφύλακες ανακατεύτηκαν και εκείνοι, την χτύπησαν στην κοιλιά. Πέθανε στις 7 παρά 3 λεπτά το πρωί. Θα ήθελα να είχα πάει στην κηδεία της!».
Ο Ρ…, 48 ετών, τεχνίτης οπτικός και έμπορος κρασιών, χρόνιος πότης, κατά τα λεγόμενα της γυναίκας του, είχε ήδη υποστεί, έπειτα από έντονες καταχρήσεις, συχνές κρίσεις που περιορίζονταν στα όνειρα και την ταραχή που επακολουθούσε το ξύπνημα με τίναγμα. Ξύπνιος, επαναλάμβανε τα όνειρά του σαν πραγματικότητες, αλλά δεν ένιωθε ημερήσιες ψευδαισθήσεις. Είναι σημαντικό, παρεμπιπτόντως, να μην παραλειφθεί αυτό το τυπικό δείγμα.
Ο αλκοολικός ζει λοιπόν διανοητικά πάνω στα προϊόντα της άναρχης φαντασίας του της νύχτας, δεν τα εξομαλύνει, τα συμπληρώνει το πολύ πολύ προσθέτοντάς τους μερικά επεισόδια. Δεν μπαίνουμε στην κατοικία του, αλλά έχουμε μπει. Δεν τον χτυπούμε, αλλά τον έχουμε χτυπήσει. Δεν χορεύουμε μεσαιωνικούς χορούς γύρω από τα παράθυρά του, αλλά τους έχουμε ήδη χορέψει. Δεν πετάμε σπίθες πάνω στο σώμα του, αλλά τις έχουμε ήδη πετάξει κ.λπ. Πρόκειται για ασθενείς όχι ιδιαίτερα προχωρημένου βαθμού. Κάθε αλκοολικός είναι εξάλλου επιρρεπής στο να δανείζεται τις φαντασιοπληξίες του περισσότερο από εκείνο που ήταν παρά από αυτό που είναι. Η γνώμη μου είναι ότι συσσωρεύει ανά διαλείμματα περιπέτειες που στη συνέχεια διηγείται με τη σειρά που του παρουσιάζονται στη μνήμη του.
Ο Ρ.., έπειτα από αυτές τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις, υπέστη τον Νοέμβριο του 1880 μια πιο έντονη κρίση. Στη μέση της νύχτας, ενώ ονειρευόταν ένα από τα οικεία του όνειρα, σηκώνεται, πηδάει από το παράθυρο που βρισκόταν στο ισόγειο, αντιστεκόμενος στη γυναίκα του που προσπαθεί να τον συγκρατήσει, και τρέχει ημίγυμνος στον κήπο. Εκεί ανοίγει την πόρτα και τον πιάνουν μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από την οικία του καθώς προσπαθεί να σκαρφαλώσει σε έναν τοίχο με τη βοήθεια μιας σκάλας που είχε πάρει από έναν υπόνομο υπό κατασκευή. Ήταν η ώρα 6 το πρωί. Την επομένη μου αφηγείται: «Ήταν δυο, δεν ήθελαν να φύγουν από το δωμάτιό μου. Είχαν πάρει μια σκάλα, την ξαναπήρα για να πάω να τους ψάξω. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη με το κλειδί μέσα, ανέβηκα από τη σκεπή και κατέβηκα από την αυλή. Είχαν πάρει τα έπιπλά μου και στη θέση τους είχαν βάλει τα δικά τους. Και επί πλέον ήθελαν να μου σπάσουν τα μ… Ήρθαν τρεις αστυφύλακες για να πιάσουν τους κλέφτες. Πήγα να τους βρω, τους πήγαμε στον αστυνόμο που τους έβαλε στο κρατητήριο. Θα καταδικαστούν για τρεις μήνες». Εδώ – και πόσο συχνό είναι αυτό το φαινόμενο! – το παραληρηματικό somnus vigil διαδέχεται τις ονειροπολήσεις του ύπνου και τις συνεχίζει χωρίς διακοπή.
Ο Γ…, ποτοποιός, 30 ετών, παντρεμένος 6 μήνες. Η γυναίκα του είναι πλύστρα, νέα και έξυπνη. Μου αναφέρει πως μετά το γάμο τους, ο Γ… ήταν πολύ ήσυχος, ενώ εδώ και δύο μήνες ξαναβρήκε τις παλιές του συνήθειες με το ποτό και προσθέτει με παραίτηση: «Η δουλειά το θέλει». Εδώ και μια εβδομάδα, οι νύχτες είναι ανήσυχες, ενώ οι τέσσερις τελευταίες είναι ταραγμένες. Ακούει λόγια διακεκομμένα όπως: «Έλα, όχι τόσο γρήγορα. Πηγαίνετε από τα πλάγια. Το βαρέλι δεν κάθεται στη θέση του. Ελάτε τώρα, θα σας βοηθήσω» κ.λπ. Επαγγελματικές έγνοιες οικείες σε κάποιους αλκοολικούς, χωρίς κάτι το τρομακτικό. Το πρωί ή ξύπνιος κατά τη διάρκεια της νύχτας έλεγε: «Είναι χαζό, βρίσκομαι κάπου αλλού όχι στο σπίτι μου, βλέπω κάτι σαν να ξερνάει νομίσματα. Αλλά δεν είναι ξεκάθαρο, σαν να υπάρχει ένα χαντάκι σε κάθε πλευρά του κρεβατιού μου.» Στις 5 Δεκεμβρίου, σηκώνεται, φεύγει για τη δουλειά του στο ποτοποιείο. Είναι τόσο θολωμένος που προκαλεί φόβο και ζητούν να νοσηλευτεί. Όταν το επόμενο πρωί εξετάστηκε, ο Γ… μου λέει: «Έμπαιναν, έβγαιναν, έκλειναν τις πόρτες, έβαζαν άνδρες σε κάθε πόρτα για να τις φυλάει και να με εμποδίσουν να μπω. Προσπάθησα να μπω από το παράθυρο, αλλά δεν τα κατάφερα. Προσπάθησα να σπάσω τα τζάμια, δεν το κατάφερα. Ήταν 7 η ώρα το πρωί (τον Δεκέμβριο), ήμουν δύσπιστος. Είδα τη γυναίκα μου. Ήταν στην άλλη πλευρά του ποτοποιείου. Μια στιγμή με είδε που ερχόμουν. Κρύφτηκε στο βάθος του μαγαζιού. Και οι οκτώ πήγαν μαζί της, δίχως εκείνη να ενοχληθεί καθόλου.» Αυτή η παρατήρηση δεν χρειάζεται, νομίζω, σχόλια: εκτός από την οπτική ψευδαίσθηση που του δείχνει τη γυναίκα του μέσα στη σκιά του εργοστασίου, όνειρο και παραλήρημα κινούνται στον ίδιο στενό κύκλο από την αρχή.
Ο Π…, 25 ετών, απαντάει σε ένα άλλο τυπικό παράδειγμα. Για πολλές νύχτες, σύμφωνα με τα λεγόμενα της γυναίκας που ζει μαζί του, ξυπνάει φωνάζοντας: «Βλέπω τη φωτιά του ουρανού που πέφτει, φαντάσματα που μοιάζουν με δαίμονες, όλα μέσα στη φωτιά.». Σηκώθηκε απότομα την προχθεσινή νύχτα, άνοιξε το παράθυρο φωνάζοντας δυνατά: «Φωτιά στο σπίτι, το σπίτι πήρε φωτιά.» Άλλες φορές, παραπονιόταν πως ασημένιες γραμμές, πως νήματα φωτός χόρευαν μπροστά στα μάτια του. Την ημέρα οι αισθήσεις διαλύονταν αφήνοντας ωστόσο μια ανάμνηση. Τον Μάιο του 1880, οξεία κρίση κατά το ξύπνημα, έπειτα από μια νύχτα πιο αγχωτική από τις προηγούμενες. Το σκάει μισοντυμένος, πλησιάζει κάποιους αστυφύλακες που περνούσαν και τους δηλώνει πως μόλις είδε έναν καβγά όπου είδε να σκοτώνουν δυο ανθρώπους. Τον μεταφέρουν στα επείγοντα, όπου και θυμώνει, γίνεται έξαλλος, κοκκινίζει το πρόσωπό του. Όταν μερικές ώρες αργότερα του κάνουν ερωτήσεις, παραπονιέται πως του πετούν αλεύρι στα μάτια, πως γεμίζουν μ’ αυτό τις τσέπες του, πως του τρίβουν το πρόσωπο με μια βούρτσα που βγάζει σπίθες. Όνειρο και παραλήρημα περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στις οπτικές ψευδαισθήσεις χωρίς ερμηνεία, μια άλλη μορφή αρκετά προσδιορισμένη του αλκοολικού παραληρήματος.
Ο Φ…, 41 ετών, πάνω κάτω στις ίδιες προηγούμενες συνθήκες, με τη διαφορά ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω τις διαστροφές του ύπνου ύστερα από την κρίση ημερήσιου παραληρήματος στην οποία και είχα παραβρεθεί. Πρόκειται για κάποιον χωρίς τρόπους, όπως οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι αλκοολικοί. Πήγε σχολείο και δούλεψε σε κάποιες δουλειές γραφείου όπου δεν κατάφερε να παραμείνει. Μια φορά μεταξύ άλλων, απολύθηκε αφού είπε πως είχε βρει ένα κιάλι κάτω από τόσο παράξενες συνθήκες που δεν αμφισβητήθηκε η διανοητική διαταραχή. Τον έπιασαν καθώς έκανε σκάνδαλο στον δρόμο, εξεγείροντας τους περαστικούς, και οδηγήθηκε στα επείγοντα. Τον βρίσκω εκεί, είναι φανερό ότι είναι αλκοολικός αλλά ασυνήθιστος. «Το ’σκασα, λέει, στις 5 η ώρα το πρωί. Όλη τη νύχτα φυσούσαν αρσενικό, έχει μείνει ακόμα σκόνη, ψάχνω κάποιον χημικό που γνωρίζει από τέτοια, αν μπορούσαν να με πιάσουν θα ήταν βίαιοι μαζί μου, αλλά δεν φοβάμαι τον θάνατο». Ήταν μια παροδική διέγερση; Κράτησα τον ασθενή σε παρακολούθηση από τον προϊστάμενο των νοσοκόμων. Η νύχτα που ακολούθησε μετά την επίσκεψή μου ήταν σχετικά ήρεμη: ύπνος πολλών ωρών, διακεκομμένος από κάποια ακατάληπτα επιφωνήματα. Την επομένη, ήρεμος, χωρίς παραληρηματικά λόγια, κάποια έκπληξη και πολλή αδιαφορία. Η νύχτα που ακολουθεί είναι ανήσυχη. Ο Φ… καλεί σε βοήθεια και στην αρχή δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται όταν έρχονται να τον βοηθήσουν, έπειτα παραπονιέται πως δεν μπορεί να αναπνεύσει γιατί τον πιάνουν από τον λαιμό. Το πρωί της μεθεπόμενης μέρας, συνέχεια ή επιδείνωση του παραληρήματος, λες και η παύση δεν είχε συμβεί. «Υπήρχε πολύς κρυμμένος κόσμος, μου λέει, σκόνη και καπνός. Ένιωσα τη δεξιά φλέβα να φουσκώνει, σκέφτηκα: Μα είναι αρσενικό. Μου έριχναν όλη τη νύχτα στο σβέρκο και στα μαλλιά. Όταν είδαν ότι δεν πετύχαινε, σταμάτησαν. Δεν ξέρω αν είναι από το αρσενικό, αλλά θέλω να κατουρώ συνέχεια. Είναι κάτι άνθρωποι, κάτι μικροί άνθρωποι γύρω από τα κελιά, δεν τους είδα καλά, αλλά είμαι σίγουρος πως είναι εκεί».
Στις δυο παρατηρήσεις που ακολουθούν, δεν είχα ενημέρωση σχετικά με την πρωταρχική περίοδο και δεν μπόρεσα να παρευρεθώ παρά μόνο στην ενεργή φάση της κρίσης. Η διανοητική περιπλάνηση είναι τόσο ταραχώδης, τόσο κινητική, τόσο ανάλογη με τα παθολογικά όνειρα που θεώρησα ενδιαφέρον να την αναφέρω. Ο πρώτος ασθενής είναι αποδιοργανωμένος στον ανώτατο βαθμό, αλλά χωρίς φόβους. Ο δεύτερος φαίνεται να είναι υπό την επήρεια ενός εφιάλτη.
Ο Β…, υπάλληλος εμπόρου κρασιών, 28 ετών, υγιής. Επαναλαμβανόμενες καταχρήσεις ποτού εδώ και μερικές μέρες με τους φίλους του. Μεταφέρω λέξη προς λέξη την αφήγησή του: «Να πώς έγιναν τα πράγματα: Είμαι στην πλατεία της Βαστίλης, στο καφέ Ουβριέ. Κάνουμε πλάκα, κερνάω μια φορά. Λέω: Προτιμώ να πληρώσω, θα πουν πως είμαι κλέφτης. «Κάνω μια βόλτα στη γειτονιά. Υπάρχει κάποιος, είναι αδελφή. Λέω: Είναι μια αδελφή, θα τον αναποδογυρίσω. Έρχεται ένας χοντρός που μου κάνει γκριμάτσες. Βλέπω να με περικυκλώνουν 58 άτομα, μου κλείνουν την πόρτα στο καφέ Ουβριέ, και έπειτα μου χ.. μια χούφτα σκ… στο πρόσωπο. Σκέφτομαι: Με βασανίζουν. Γυρνάω σπίτι μου και ξαπλώνω. Με είχαν τρομάξει. Σηκώνομαι, συναντώ κάποιον που λέει πως βρήκε ένα σκύλο. Θα πρέπει να είναι ένας σκύλος από καλό σπίτι. Λέω: Τον βρήκα στο Μπατονιόλ. Μπαίνει σπίτι, γαβγίζει. Λένε: Είναι λυσσασμένος. Ζητάω να τον βάλουν στη μάντρα για τα αδέσποτα σκυλιά. Ο υπάλληλος μου λέει: Δεν πρέπει να κάνεις ξανά παρέα με αυτόν τον έμπορο κρασιών. Υπάρχει ένα μικρό μονοπάτι. Περνάω την οδό Σαραντόν, απομακρύνομαι, μου έρχεται κάτι. Σκέφτομαι: Ας μην περάσω από εκεί. Μια γυναίκα κάθεται. Της λέω: Δώστε μου το μαντήλι σας να σκουπιστώ. Ο κ. Μεγιάρτ μου λέει: Είναι η θεία μου. Υπήρχε ένα πουλάκι στην καπνοδόχο, με ρωτάνε τι πουλί είναι. Κατεβαίνουμε, λέω καλημέρα και νιώθω να μη φοβάμαι. Τρέχω, μπαίνω μέσα στο σπίτι του κ. Μπαρντινέ, του είχα υποσχεθεί 100 φράγκα. Επιστρέφω στο ξενοδοχείο. Λέω: Μπορώ να κοιμηθώ; Μια γυναίκα ήταν στο δωμάτιο και μου λέει: Θέλετε αυτό το δωμάτιο ή το άλλο; Ξυπνάω μέσα στη νύχτα, ανοίγω, βλέπω να είμαι ακόμα γεμάτος σκ… χτυπώ παντού, στήνομαι στο σταυροδρόμι. Περνάει μια άμαξα, φωνάζω, δεν απαντούν. Βλέπω φωτιά σε ένα σπίτι. Φωνάζω ακόμα πιο δυνατά: Φωτιά. Ο έμπορος σηκώνεται, του λέω: Η φωτιά είναι απέναντι, ανοίξτε. Λέει: Δεν ανοίγω την πόρτα σ’ ένα τρελό σαν εσάς. Τα σπάω όλα. Ήμουν ξυπόλητος, πάτησα στα σκ…, σκέφτομαι: αρκετά. «Έρχονται αστυφύλακες που λένε πως φωνάζω. Σίγουρα είναι καλοί άνθρωποι. Ο έμπορος κρασιών κατεβαίνει, δεν μπορεί να ανοίξει, κι όπως δεν έχω φως, είμαι εντάξει. Τέλος, ακούω έναν από τους αστυφύλακες να φωνάζει: Είναι ο γιος Βεριέρ, μου φαίνεται πως τον αναγνώρισα, είμαι σίγουρος. Λένε: Πηγαίνετε να φωνάξετε τον κλειδαρά. Ανοίγουν την πόρτα και τότε, βλέποντάς τους, αναρωτιέμαι γιατί θέλουν να με πάρουν». Ο δεύτερος είναι επίσης ένα νεαρός άνδρας, εργάτης κλειδαράς με αρκετά καλή συμπεριφορά. Όπως λέει γνώρισε μια κοπέλα, εγκατέλειψε τη δουλειά του και άρχισε να τριγυρνάει στα καμπαρέ μαζί της. Και στις δυο περιπτώσεις, πρόκειται λοιπόν για μια μορφή οξείας ή ταχείας δηλητηρίασης. Δεν θα συναντούσαμε το ίδιο παραλήρημα σε ένα άτομο που έχει υποστεί μια δηλητηρίαση βραδεία και ήδη κάτω από την επιρροή του χρόνιου αλκοολισμού, ο οποίος υποβόσκει όταν ξεσπάει η τελική κρίση.
Ο Φ…, 33 ετών, συνελήφθηκε ενώ έτρεχε στον δρόμο και δήλωσε στο αστυνομικό τμήμα πως είχε συμβεί ένα έγκλημα. Νύχτα δίχως ύπνο στα επείγοντα (Μάρτιος του 1879). Την επομένη το πρωί, είναι λουσμένος στον ιδρώτα, τρέμει και είναι κάπως οργισμένος. Να η αφήγησή του σύμφωνα με τα λόγια του: «Γνώρισα μια κοπέλα, δεν ήξερε πού να πάει, την πήρα μαζί μου προς τα τέλη του Γενάρη. Έφυγε μετά την Καθαρά Δευτέρα χωρίς τσακωμούς. Το Σάββατο πληρώθηκα το μισθό μου, πέρασα όλη τη νύχτα στις Άλ. Ήταν πολύ αργά για να ψάξω για ένα δωμάτιο. Της είπα: Πήγαινε να βρεις ένα δωμάτιο. Είχα δύο πορτοφόλια. Αυτό που ακόμα έχω για τα ψιλά. Στο άλλο είχα 100 φράγκα για να πληρώσω τον Μπαράτ και την κρεμμυδόσουπα. Όταν ξύπνησα στην οδό Σαν-Ζακ, ήμουν σαν τρελός, συνέχισα να πίνω, έβαλα το ρολόι μου ενέχυρο. Χθες βράδυ (σταματάει και λέει: βλέπω αίμα. Κλαίει, κοιτάζει τα χέρια του και τα ρούχα του, βογκά), μου φάνηκε πως την είδα στον δρόμο, θα πρέπει να της έδωσα μια μαχαιριά. Φορούσε μια γκρι φούστα και ένα μοβ μάλλινο. Μόλις την είδα, είδα το αίμα. Το βλέπω και πάνω μου. Τι θα πει η μάνα μου;» Κάτω από άλλες συνθήκες που ανταποκρίνονται σε τόσες άλλες παραλλαγές, το παραληρηματικό όνειρο χάνει την ακρίβειά του και ο ασθενής κυριεύεται από μια υπνηλία για την οποία έχει συνείδηση. Ένας από αυτούς μου έλεγε: «Είμαι ταραγμένος την ημέρα και τη νύχτα από τη διανοητική σκοτούρα, είναι κάτι που μπερδεύονται φόβοι και υποθέσεις δουλειάς, με καταδιώκουν χωρίς να με καταδιώκουν». Όταν τον δέχτηκαν στα επείγοντα, δεν είχε παρά μερικές θολές αναμνήσεις, έλεγε πως επέστρεψε από ταξίδι για να θάψει ένα παιδί, ζητούσε να δει τη γυναίκα του που έπρεπε να είναι εκεί κοντά, αλλά χωρίς να επιμένει. «Θα μείνω εδώ» προσέθετε, «δύο ή τρεις ημέρες, μετά θα επιστρέψω στο Παρίσι». Ήταν ανέκφραστος, με τα μάτια του μισάνοιχτα και αυτά που έλεγε για τις καταδιώξεις του φαίνονταν επίσης στο βλέμμα του: κοίταζε χωρίς να κοιτάζει. Ξαναείδα τον ασθενή θεραπευμένο. Δεν ήταν μια χρόνια κατάσταση αλκοολικής αποβλάκωσης: ήταν μια απρόβλεπτη κρίση, πράγματι, σε έναν άνδρα που είχε παραπονεθεί για συχνούς ιλίγγους, για διπλωπία ανά σπάνια διαστήματα και που δύο φορές είχε παρουσιάσει απώλεια συνείδησης. Ήταν εξάλλου η πρώτη του κρίση τρομώδους παραληρήματος.
Ο Γ…, 48 ετών, έκανε μια απόπειρα αυτοκτονίας μαζί με την ερωμένη του όταν, δυο χρόνια πριν από την εξέταση, έπεσαν στο κανάλι. Πριν από ένα μήνα, μια δόνηση μέσα στο αυτί τον ξύπνησε με ένα τίναγμα μέσα στη νύχτα. Την ίδια στιγμή του περνάει από το μυαλό πως θα τον συλλάβουν και η ιδέα αυτή δεν τον εγκαταλείπει πια. Συγκεχυμένες οπτικές παραισθήσεις. Βλέπει να περνούν μπροστά από τα μάτια του πενήντα αντικείμενα που δεν μπορεί να τα διακρίνει. Βλέπει ανθρώπους στον δρόμο που κάνουν απειλητικές χειρονομίες, και φεύγει τρέχοντας. Στη συνέχεια έρχονται οι σύντομες, ασαφείς ερμηνείες που διατυπώνει χωρίς να τους δώσει παραπάνω σημασία. Πιθανά να τον περνούν για κάποιον κομμουνάριο. Ίσως να έκανε πλαστά χαρτιά, ένας έμπορος κρασιών ήταν αναμεμειγμένος στην υπόθεση και τον κατέδωσε κ.λπ. Το παραλήρημα που ξέσπασε αιφνίδια συνεχίζεται με αόριστο τρόπο, χωρίς να συστηματοποιείται. Οι ενέργειες του ασθενή είναι σύμφωνες με την αναποφασιστικότητα της νόησής του. Περιπλανιέται στους δρόμους, δεν είναι καθόλου επιθετικός και τριγυρίζει μέρα και νύχτα στα ίδια μέρη. Όταν ερωτήθηκε, απάντησε παθητικά και ο καλύτερος όρος που θα μπορούσε να περιγράψει το περπάτημά του είναι να πει πως δεν είναι ούτε κοιμισμένος ούτε ξύπνιος. Δεν θα ήθελα να παρατείνω παραπάνω αυτόν τον ήδη μακροσκελή κατάλογο, αν και από την κάθε παρατήρηση αναφέρθηκα μόνο σε εκείνο το σημείο που με ενδιέφερε να φέρω στο φως. Ωστόσο μου φαίνεται χρήσιμο να προσθέσω εδώ, και θα είναι και το τελευταίο, το παρακάτω γεγονός.
Ο ονομαζόμενος Λ…, αφισοκολλητής, παρακολουθείται από ένα γιατρό της γειτονιάς του για συνεχείς αϋπνίες. Αφού του χορηγείται όπιο χωρίς επιτυχία, καταφεύγουν για δυο συνεχόμενες νύχτες σε ενέσεις μορφίνης που προκαλούν παρατεταμένο ύπνο και κατά τη διάρκεια της ημέρας μια αίσθηση λήθαργου. Την τρίτη νύχτα, ένεση ίδιας δόσης, αλλά γύρω στις 3 η ώρα τα ξημερώματα πετάγεται στον ύπνο του. Είναι προφανώς και κατ’ ομολογία του μέθυσος και την προηγουμένη έκανε μεγάλη κατάχρηση αλκοόλ. Την επομένη αφηγείται ο ίδιος την ιστορία του. Έκτοτε τον ξαναείδα, είναι ένας πολυλογάς, ένας καλός χωρατατζής καμπαρέ και που εξάλλου δεν του λείπει η ευστροφία του πνεύματος. Στη διάρκεια της αφήγησής του ο λόγος του είναι βαρύς, αμήχανος και η άρθρωση τραυλίζει ανά διαστήματα. Παραπονιέται για βαρύ κεφάλι και είναι από εκείνους τους ασθενείς που ξυπνάμε πιο εύκολα βάζοντας, για να το πούμε έτσι, τη λογική τους στη θέση της. «Κοιμόμουν ήσυχα, μου κάνει μεγάλη εντύπωση που ξύπνησα με τα φαντάσματα που προκαλεί η μορφίνη. Είχα φάει μια σούπα στης Ζανό, υπήρχε ένα πιάτο ειδικά για μένα με μορφίνη, την έφαγα. Λένε πως δεν την καταλαβαίνεις μέσα στο φαγητό. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο φαντάσματα, παίρνω ένα κουρτινόξυλο για τα χτυπήσω, λιποθυμούσαν. Βγήκα έξω με το κερί μου. Καθώς περπατούσα συνέβαιναν φαντασμαγορικά εφέ. Απ’ όπου κι αν περνούσα με το κερί γινόταν το ίδιο εφέ. Ο γαμπρός μου είπε: Δεν είναι τίποτα. Κι όμως, θα μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε στην επιστήμη, και να το δείξουμε μέσα σε μια άμαξα». Εκείνη τη στιγμή είναι πραγματικά κουρασμένος ή, όπως λέει ο λαός, πέφτει απ’ τη νύστα. Τον αφήνω να αποκοιμηθεί στην καρέκλα του και μισή ώρα μετά τον ξυπνάω με πολλή δυσκολία. Προσπαθώντας να συνεχίσει την ιστορία του, διστάζει, αναρωτιέται σε ποιο σημείο είχε μείνει και τελικά προχωρεί: «Α! ναι, ήταν ευγενικό. Η ανιψιά μου επιστρέφει και κανείς δεν θέλει πια να μου ανοίξει. Τότε έφτασε και ένα μέρος της παρέας, μια πάλη ξεκινάει στον κήπο, τα σπάνε όλα. Και τότε η Ζανό είπε: Πρέπει να τον δολοφονήσουμε. Το σκάω τρέχοντας στη λεωφόρο Ιταλίας, με μεταφέρουν στο αστυνομικό τμήμα. Με βάζουν μέσα, στο τμήμα Καριέρ που είναι αρκετά περίπλοκο. Ζητάω συνέχεια νερό γιατί καίγομαι. Περνάει μια φωνή που λέει: τρέξτε, ανοίξτε. Κάποιοι άλλοι έμοιαζαν να λένε: Θα τον δολοφονήσουν. Τα μυαλό μου πήγαινε να σπάσει, έβλεπα το φως ανάμεσα από τις σανίδες. Έχουν κραυγές πουλιών, σκάλες, κλέβουν ολόκληρο το 13ο διαμέρισμα του Παρισιού. Στο τμήμα υπάρχει ένα ζευγάρι χειροπέδες που το σηκώνουν ψηλά, δεν ξέρω τι είναι αυτή η συμμορία» κ.λπ. Επόμενη νύχτα σχετικά ήρεμη. Την μεθεπόμενη μέρα, αρκετά καλά ώστε να μπορεί να επιστρέψει σπίτι του, όχι αρκετά για να παραιτηθεί από τις συνήθειές του. Ο συνδυασμός ενός προσωρινού μορφινισμού με αλκοολισμό που βρίσκεται σε στάδιο εκκόλαψης και που φτάνει στα όρια μιας κρίσης, παρουσιάζει εδώ μερικές ιδιαιτερότητες: θα σημειώσω μόνον μια. Τον ύπνο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, κάτι που δεν συνάντησα ποτέ πουθενά αλλού, και μια επίμονη δόση λογικής πιο σημαντικής από τα συνηθισμένα. Λέει μάλιστα: «με κατηγορούν πως έχω χαρτί στο σπίτι μου, είμαι αφισοκολλητής, δεν γίνεται να ’χω παλιοσίδερα.»
ΙΙ
Από τη στιγμή που αποδεχόμαστε τη συνέχεια του ονείρου και του παραληρήματος, την ομοιότητά τους όσον αφορά τις κύριες παραληρηματικές συλλήψεις, είναι φρόνιμο να ερευνήσουμε τις σχέσεις που διατηρεί το αλκοολικό παραλήρημα, ακόμα και κατά την εγρήγορση, με το όνειρο, όπως αυτό συμπεριφέρεται εκτός αλκοολισμού.
Με σκοπό να παρέχω κάποιο υλικό σε αυτόν τον παραλληλισμό, άρχισα να καταγράφω, περιγράφοντας μερικά χαρακτηριστικά του ονείρου, έναν μικρό αριθμό προτάσεων προορισμένων να βρουν εδώ εφαρμογή.
Πρώτα απ’ όλα, το όνειρο αρκείται, όχι μόνο ουσιαστικά αλλά αποκλειστικά, σε οπτικές παραισθήσεις. Τα άλλα φαινόμενα, γνωστά ως παραισθησιακά, δεν είναι άξια αυτού του ονόματος. Στις περιπτώσεις που η διαταραχή της όρασης είναι πολύ έντονη, απορροφά πλήρως όχι μόνο την προσοχή, αλλά και την εφευρετικότητα του ασθενούς.
Παράδειγμα: Ο Τ…, 88 ετών, έχει ιλίγγους και υποφέρει από συχνές κεφαλαλγίες που αποκαλεί ημικρανίες και που δεν είναι. «Ήμουν» λέει, «στον δρόμο, δεν ξέρω αν ήταν όραμα, αλλά έβλεπα στα φανάρια του δρόμου αστεία πρόσωπα, κεφάλια όπως του Σεραφείμ. Μερικά τα έβλεπα πολύ καθαρά, διέκρινα καλά πως με προσκαλούσαν ή πως μου έκαναν νόημα να φύγω. Δεν μπόρεσα να καταλάβω, φοβήθηκα. Πάνω στο καπέλο μου ήταν σαν μια αντανάκλαση του ηλεκτρικού ρεύματος. Οι περαστικοί απορούσαν, έβγαλα το καπέλο μου, μύριζε σαν καψαλισμένο». Το πρώτο μέρος της νύχτας όπου ο ασθενής περιπλανιέται στην πόλη πέρασε έτσι, με το να καταδιώκει τα φώτα του δρόμου ή καλύτερα με το να καταδιώκεται από αυτά. Προς το ξημέρωμα, το παραλήρημα αλλάζει, ο κόσμος που περνάει, τα παιδιά, φυσικοί επιστήμονες, ήθελαν να κάνουν ένα αστείο που κρατούσε πολύ. Δεν ήταν καλό αυτό. Το μυαλό του άδειασε, πονούσαν το κεφάλι και τα μάτια του. Πανικόβλητος, μπαίνει σε ένα αστυνομικό τμήμα να ζητήσει την προστασία των αστυνομικών από τους αγνώστους. Τέσσερις μέρες μετά ήταν θεραπευμένος.
Ο Φ…, ταπητουργός, πολύ δηλητηριασμένος, τρέμουλο σε όλο το κορμί, επίμονη θολούρα στα μάτια. «Αποκοιμήθηκα γύρω στις οκτώ η ώρα το βράδυ, κατά τις μια με δυο η ώρα ξυπνάω. Έβλεπα κάτι σαν ζωντανά φαντάσματα που ερχόντουσαν καταπάνω μου. Ήταν σαν ένα φως που έπεφτε πάνω στο τζάμι, έμοιαζε με πρόσωπα: τρεις άνδρες με τα χέρια μπροστά έτοιμοι να με πιάσουν. Ήταν πιο πολύ σαν σκιά παρά χρωματιστά, σαν καπνός. Διέκρινα μια φλόγα από την κλειδαριά» κ.λπ. Προσπερνάω με μια απλή υπενθύμιση τα σκοτεινά οράματα, τα ζώα, τα φαντάσματα κ.λπ., τόσο συνηθισμένα κατά τη διάρκεια της νύχτας όσο και της ημέρας. Οι υποτιθέμενες ακουστικές παραισθήσεις ανάγονται στις πιο συγκεχυμένες εντυπώσεις. Ένας πετάει την παντόφλα του σε παιδιά ντυμένα Ισπανοί που τρέχουν γύρω από το παγωτό του και ακούει να φωνάζουν: Θάνατος! Ένας άλλος ακούει να ανοίγουν την κλειδαριά της πόρτας του και χώνει ένα καρφί για τους εμποδίσει. Εκείνη την ώρα κλέφτες έμπαιναν από το παράθυρο, ακούει μια φωνή να λέει: Πιο ψηλά. Σίγουρα ήταν ο γείτονας του κάτω ορόφου. Κάποιος άλλος εκνευρίζεται με τον θόρυβο που κάνει ο αέρας σηκώνοντας το χαρτί που καλύπτει τους τοίχους του δωματίου του. Κι αυτός εδώ, διασχίζοντας τη νύχτα το δάσος της Βανσέν, καταδιώκεται από μια λεγεώνα αρουραίων, αλλά, όπως λέει, όχι φυσιολογικών αρουραίων, και την ίδια στιγμή τον ακολουθεί ένας σπουργίτης από κλαδί σε κλαδί και κελαηδάει ψιτ, ψιτ. Ανάμεσα στα πολυάριθμα ζώα που πολιορκούν τον αλκοολικό δεν συναντάμε ζώα που γαβγίζουν, βρυχώνται, χλιμιντρίζουν: είναι πάντα ζώα βουβά, το πολύ πολύ ένας σπίνος ή ένας σπουργίτης πετάει μια διαπεραστική νότα καταμεσής της σιωπής. Πρόκειται εδώ, για όποιον γνωρίζει την απαιτητική τους επιμονή, για πραγματικές ακουστικές ψευδαισθήσεις;
Ωστόσο ο αλκοολικός που πάσχει από μανία καταδίωξης αρέσκεται στο να συζητάει. Του μιλάνε όμως λίγο, ενώ εκείνος απαντάει πολύ. Οι υποτιθέμενες σχεδόν επιφωνηματικές φράσεις που φτάνουν στα αυτιά του εναρμονίζονται πάντα με ένα οπτικό γεγονός. Μπήκαν στο δωμάτιο, κρατούσαν στιλέτα και είπαν: Να τον σκοτώσουμε. Όρμησε στην ερωμένη του, της έχωσε επτά μαχαιριές στην καρδιά, εκείνη έβγαλε μια πνιγμένη κραυγή και πέθανε.
Ποτέ μια ακουστική ψευδαίσθηση δεν υπερβαίνει την οπτική, όπως: «Ήταν εχθρικοί μαζί μου εδώ και καιρό, με κατηγορούσαν πως σχεδίασα μια συνωμοσία με τους ανταγωνιστές τους. Φωνές μου επαναλάμβαναν μέρα και νύχτα: θα το πληρώσεις ακριβά, προετοιμάσου. Φοβόμουν συνέχεια πως θα συμβεί κάτι κακό. Την περασμένη νύχτα ανέβηκαν από το παράθυρο» κ.λπ. Αυτή η αντιστροφή δεν υπάρχει και εξάλλου, αν είναι σπάνιο πως ψευδαίσθηση της όρασης συνδυάζεται με εκείνη της ακοής, είναι αντίθετο με την εμπειρία ότι η ψευδαίσθηση της ακοής γεννάει εκείνη της όρασης, και για οποιοδήποτε είδος ονείρου ή τρέλας.
Ο αλκοολικός, όπως και κάθε ονειρευόμενος, είναι σε αδιάκοπη, σωματική ή πνευματική κίνηση κατά τη διάρκεια της κρίσης. Οι αφηγήσεις του είναι μακροσκελείς, ενώ αποτελούνται από κοφτές φράσεις, χωρίς καμία λογική. Γεγονότα και όχι σκέψεις, ακόμα λιγότερο απορία και κριτική. Αυτό που συμβαίνει απλά συμβαίνει και αυτό είναι όλο. Ούτε μια διαμαρτυρία, μια απειλή κατά των διωκτών εκεί που παρόλα αυτά κυριαρχεί η ιδέα της καταδίωξης. Τους έχει εκμηδενίσει, καταγγείλει, καταδικάσει σε ποινές που έχει καθορίσει. Τους έχει πετάξει στο νερό, τους έχει δολοφονήσει με περίστροφο. Τόσα τετελεσμένα γεγονότα που δεν εμπεριέχουν ούτε καν την έννοια του αύριο. Το ίδιο δεν συμβαίνει και με τον ονειρευόμενο;
Το μέρος εκείνο της διάνοιας ωστόσο που προφυλάσσεται κατά την εγρήγορση και που, σβηστό κατά τη διάρκεια του ύπνου, επιτρέπει το πήγαινε-έλα του σώματος και του πνεύματος, αποκαλύπτεται τουλάχιστον ανά διαστήματα. Εμπνέει εδώ και εκεί μερικές αμφιβολίες πάνω στην πραγματικότητα των οραμάτων, αμφιβολίες που μπορούμε να ενθαρρύνουμε, αλλά που εξαντλούνται γρήγορα. Καταναλώνεται συχνά σε παραφράσεις γεγονότων αλλόκοτων, γελοίων που απαρτίζουν το τμήμα ονείρου. Θα αναφέρω εδώ επιλεκτικά ένα μόνο δείγμα μεταξύ των πιο παράξενων, κι ένας Θεός ξέρει πόσο οι μπαρόκ περιπέτειες αποτελούν μέρος του προγράμματος των παραληρηματικών αλκοολικών.
Ο Ντ…, 40 ετών, πιάστηκε στον δρόμο απειλώντας τους περαστικούς, οπλισμένος με μαχαίρι και περίστροφο. Άγνωστο ιστορικό. «Ποτέ δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο: ο αρουραίος είχε μπει μέσα στο πάπλωμα, έσκισα το μαραφέτι και τον έπιασα. Πηγαίνω στο γείτονα και του λέω: Κόψε τον. Τον κόψαμε σε πέντε κομμάτια. Επιστρέφω και βρίσκω έναν ίδιο. Είχε φάει ζαμπόν, ήταν χορτάτος. Ψαχουλεύω στην τσέπη μου, τον ξαναβρίσκω. Τον είχα χτυπήσει δυνατά στην άκρη της ντουλάπας, τον συνέθλιψα. Τον κρατούσα καλά, είχα πιάσει και τους δυο. Έκανα ό,τι μπορούσα, ήταν σαν πεθαμένος, τον επανέφερα με αυτό που μου είχε συστήσει ο γιατρός. Είχε γεμάτο τον λαιμό. Του έμπηξα μια μεγάλη παραμάνα, έμοιαζε να ναι ευχαριστημένος. Από το φούρνο που καίει άνθρακα βγήκε ο ένας, κρατούσα τον άλλο και τον αρουραίο από την ουρά. Τότε έφτασαν οι δυο αστυφύλακες, πέταξα στις κότες μου το υπόλοιπο του άλλου. Ήθελε να πάει να δει, είπα: «Κοιτάξτε όπλισα το περίστροφό μου». Είπε: «Δείξτε μου» και το βάζει στην τσέπη του. Του λέω: «Δώστε το μου». Μου λέει: «Είδατε όνειρο» (οι λέξεις είναι του αστυφύλακα). Ήταν ένας κλέφτης και το έδωσε». Δεν σημαίνει όμως πως το παραληρηματικό αλκοολικό όνειρο δανείζεται από το φυσιολογικό όνειρο ή τα άλλα νοσηρά όνειρα το σύνολο των χαρακτηριστικών τους. Διαθέτει τις δικές του συμπεριφορές και, αν δεν ήταν έτσι, δεν θα είχαμε τα στοιχεία διάγνωσης που διαθέτουμε. Αρκεί να διαβάσει κανείς καθεμία από τις αφηγήσεις των οποίων ανέφερα κάποια αποσπάσματα, αρκούν ακόμα και τα ίδια τα αποσπάσματα έτσι ασύνδετα, ώστε κάποιος έμπειρος γιατρός να μην διατηρεί την παραμικρή αμφιβολία για την ασθένεια. Το συμπέρασμα είναι τόσο αυτονόητο που με απάλλαξε από κάθε ανάπτυξη.
Άλλα παθολογικά όνειρα έχουν επίσης τα γνωρίσματά τους, τη σφραγίδα τους με την οποία τα αναγνωρίζουμε λιγότερο εύκολα λόγω έλλειψης αρκετών σε αριθμό και κυρίως σε ποιότητα παρατηρήσεων. Τα περισσότερα κινούνται σε μια πολύ περιορισμένη ζώνη. Αποτελούνται από μονότονους πλεονασμούς που γίνονται εμμονές, που επανεμφανίζονται κάθε νύχτα, μπερδεύονται μεταξύ τους, ανακατεύονται, ταράζουν τον ύπνο και καταλήγουν στο να τον διακόψουν. Επιτρέπουμε στον εαυτό μας να παραδεχτούμε πως κάθε άνθρωπος που ονειρεύεται επίμονα τα ίδια πράγματα δεν υπάγεται στις συνθήκες του κανονικού ύπνου. Το ίδιο το όνειρο, σε οποιαδήποτε μορφή κι αν παραχθεί, δεν είναι μια παράβαση των νόμων του κανονικού ύπνου, που πρέπει να είναι απαλλαγμένος από αυτές τις φαντασιοπληξίες και που σταματάει να είναι ξεκούραση από τη στιγμή που προκαλεί την άτακτη υπερκινητικότητα της φαντασίας ή της διάνοιας;
ΙΙΙ
Ένα τρίτο χαρακτηριστικό του αλκοολικού παραληρήματος, πολύ συναρπαστικό και στο οποίο οι παρατηρητές δεν έδωσαν ίσως αρκετή σημασία, είναι η δυνατότητα που έχει να αναστέλλεται. Αυτές οι υφέσεις ή καλύτερα τα διαλείμματα είναι γενικά μικρής διάρκειας και δεν πρέπει να τα συγχέουμε με τις περιόδους της βουβής αποβλάκωσης.
Ας μου επιτραπεί να δώσω ένα είδος σχεδίου μιας κρίσης παραληρήματος με την παύση του, υπό την ασυνήθιστη –αλλά πειστική μορφή– μιας συζήτησης.
Ο Φ…, 35 ετών, αχθοφόρος στις Αλ, ελαφρύ τρέμουλο, αϋπνία εδώ και δυο νύχτες, διαταραγμένος ύπνος κατά τις προηγούμενες δεκαπέντε μέρες: «Σήμερα το πρωί ήθελαν να με σκοτώσουν, έβλεπα πως η ομάδα ήταν κάθε μέρα και πιο δυνατή, είχαν θυμώσει μαζί μου γιατί δούλευα πιο πολύ από εκείνους. Είπαν πως πέθανα. Έφτιαξαν μια συμμορία, δεν κατάφεραν να με πιάσουν, κρύφτηκα, τους έβλεπα από δίπλα, φώναξα τους αστυφύλακες, δεν ερχόντουσαν». Ο Φ… είναι φλύαρος, αρκετά ζωηρός. Στη μέση αυτής της παραληρηματικής σύγχυσης του ζητάμε να σωπάσει, εκείνος συνεχίζει. Τον πιάνω από το μπράτσο, τον ταρακουνάω όπως όταν θέλουμε να ξυπνήσουμε κάποιον, σαστίζει, με κοιτάζει, και απαντάει με απόλυτη σαφήνεια στις ερωτήσεις σχετικά με την ηλικία του, το επάγγελμά του, τις δυσκολίες του, την οικογένειά του, την παιδική του ηλικία. Κάπου κάπου είναι έτοιμος να υποτροπιάσει ξανά και αρκεί να τον ταρακουνήσουμε ξανά με μερικά ζωηρά επιφωνήματα για να ξαναβρεί το νήμα των λογικών σκέψεών του. Τον αφήνω πάλι στον εαυτό του κάνοντας πως γράφω, ανακτά και πάλι τη στάση του, την έκπληκτη έκφρασή του, και ξαναρχίζει: «Αν δεν είχα κλείσει την πόρτα δεν θα είχα γλυτώσει, ο καπνός μου ήταν στο δωμάτιό μου με τη ζάχαρη. Σκέφτηκα ότι θα με δηλητηριάσουν, έκοψα τον σπάγκο της σόμπας» κ.λπ.
Η στιγμιαία παύση του παραληρήματος γίνεται εδώ κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με το ξύπνημα που είναι απότομο και παροδικό κατά τη διάρκεια ενός ύπνου που έγινε παθολογικός με οποιοδήποτε τρόπο. Ο απλός μέθυσος, όχι πλέον ο αλκοολικός, που αποκοιμήθηκε σε ένα παγκάκι ή κατάχαμα, μιλώντας συγκεχυμένα στο όνειρό του, ξυπνάει με τον ίδιο τρόπο και περίπου για το ίδιο χρονικό διάστημα. Μετά ξανακοιμάται βαριά και συνεχίζει την αφήγηση των ονειροπολήσεών του με σπαστές λέξεις.
Είναι λοιπόν εύκολο να επιβεβαιώσει κανείς πως ο βαθμός και η διάρκεια του ξυπνήματος εξαρτάται από τον τρόπο επέμβασης εκείνου που το προκαλεί, πάντα με ταρακουνήματα και διεγερτικές επιπλήξεις. Αποτελεί διδακτικό θέαμα από εμπειρικής άποψης το να δει κανείς ένα όργανο της αστυνομίας να ξυπνάει με αυτόν τον τρόπο ένα μέθυσο. Αυτός ο τελευταίος ταράζεται στη θέα της στολής, απαντάει στα ερωτήματα, δίνει τις απαιτούμενες πληροφορίες για την ταυτότητά του και ξαναβυθίζεται στον ύπνο.
Με τις ίδιες μεθόδους καταφέρνουμε να επαναφέρουμε στη λογική τον αλκοολικό, αυτόν τον σε εγρήγορση ονειρευόμενο. Η εξουσία του συνομιλητή παίζει εδώ ένα μεγάλο ρόλο. Όταν αφήνω, δοκιμαστικά, κάποιον προϊστάμενό μου, κάποιον που έχει εμπειρία, να προσπαθήσει να διακόψει το παραλήρημα, όπως με έχει δει να το κάνω τόσες φορές, η επιτυχία είναι μικρότερη και μικρότερης διάρκειας.
Το πείραμα μπορεί να επαναληφθεί επ’ αόριστον σε σχετικά μικρά διαστήματα με το ίδιο άτομο. Δεν καταλήγει όταν πρόκειται για έναν ασθενή με οξύ πυρετώδες παραλήρημα. Αυτός εδώ ούτε κοιμάται ούτε ονειρεύεται, είναι κάτω από την επιρροή ενός ερεθισμού φλεγμονικού τύπου και η κατάστασή του είναι εκείνη των παραληρηματικών σε οξεία φάση ακόμα και αν δεν είναι υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Αν ρωτήσουμε τον αλκοολικό με υποξύ παραλήρημα, που αποτελεί και το μοναδικό αντικείμενο μελέτης μου, μια ερώτηση απόλυτα έξω από τις παραληρηματικές συλλήψεις του, δεν την ακούει και δεν της δίνει καμία σημασία. Αν, πριν κάνουμε την ερώτηση, τον ξυπνήσουμε ταρακουνώντας τον ενεργητικά από το μπράτσο ή από την ωμοπλάτη, τσιμπώντας του το δέρμα, πετώντας νερό στο πρόσωπο ή με κάποιο άλλο τρόπο, και έπειτα επαναλάβουμε την ερώτηση, η απάντηση ακολουθεί αμέσως.
Ο αλκοολισμός είναι ένα είδος αργής και κυρίως προοδευτικής δηλητηρίασης. Έχουμε όλη την άνεση να παρακολουθήσουμε κάθε ένα από τα στάδια που διατρέχει διαδοχικά. Κατά συνέπεια, ο παρατηρητής συναντάει τις πιο ευνοϊκές συνθήκες για τη μελέτη του αφού μπορεί να διαπιστώσει όχι μόνο τα μεγάλα θέματα, αλλά και τις διαφορές. Υπό έναν όρο ωστόσο, ότι γι’ αυτήν την εξέταση δεν περιορίζεται σε μια απλή θεώρηση, αλλά κάνει έρευνα.
Έτσι λοιπόν, από νομικής και ιατρικής άποψης, το να κάνει κανείς έρευνα σημαίνει να ακούσει μάρτυρες, να ανακαλέσει τις αναμνήσεις τους, να κατευθύνει τις έρευνές τους χωρίς να περιοριστεί στην εξέταση του ασθενούς ή του κατηγορουμένου.
Όπως το απέδειξα, πολύ καιρό πριν ο αλκοολικός γίνει παραληρηματικός κατά τη διάρκεια της ημέρας ήταν παραληρηματικός κατά τη νύχτα, και η κρίση μπορεί να εξαντληθεί μέσα σε μερικές εβδομάδες ονείρου χωρίς ποτέ να αποκτήσει αρκετή ένταση για να γίνει ημερήσια. Επί πλέον, οι κρίσεις επαναλαμβάνονται σε μεταβλητά διαστήματα. Η παροιμία: «Όποιος ήπιε, θα ξαναπιεί» είναι πέρα για πέρα αληθινή. Είναι λοιπόν εύκολο να κάνουμε ερωτήσεις στη μητέρα, στη γυναίκα κυρίως του αλκοολικού και να τι λένε σχετικά με το ξύπνημα.
Ο Χ… είχε άτακτο ύπνο, μιλούσε δυνατά τη νύχτα, επικαλούνταν απόντες, στριφογυρνούσε στο κρεβάτι του, ανεξάρτητα από το αν τα λόγια του ήταν ευδιάκριτα ή αν περιορίζονταν σε αγχωτικά επιφωνήματα. Η ανήσυχη, κουρασμένη, αφού δεν μπορούσε να κοιμηθεί, γυναίκα τον ξυπνούσε απότομα. Εκείνος ανασηκωνόταν, διέκοπτε το όνειρό του, ξανάβρισκε τα λογικά του και την ελευθερία της σκέψης του και ξανακοιμόταν για να επαναλάβει πολλές φορές την ίδια σκηνή μέσα στη νύχτα. Αυτό που συνέβαινε τη νύχτα λοιπόν είναι ίδιο με αυτό που παρατηρούμε κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η πανέξυπνη γυναίκα ενός εμπόρου κρασιού, διαλείπων πότη, και στην οποία έκανα ερωτήσεις, μου έκανε η ίδια την εξής παρατήρηση: «Ο άνδρας μου, έλεγε, τώρα που λέει ξύπνιος αυτά που έλεγε κοιμισμένος και που τον καταλαβαίνω καλύτερα, δείχνει να ξυπνάει μερικές φορές όπως έκανε τη νύχτα όταν τον ταρακουνούσα και του φώναζα στα αυτιά, γιατί δεν αρκούσε να του φωνάζω απλά, και παρόλα αυτά δεν κοιμάται πια».
IV
Στην εργασία αυτή επιθυμία μου δεν ήταν να υποστηρίξω μια θέση, αλλά να προσθέσω ένα κεφάλαιο στην τόσο ελλιπή ακόμα ιστορία του παθολογικού ύπνου, των διαφόρων ειδών του, της παθογένειάς του και της εξέλιξής του.
Ανάμεσα στην υπνωτική κατάσταση από μαγνητισμό που προκαλείται σωματικά με μια άμεση δράση στο νευρικό σύστημα και τον χημικό ύπνο που γεννιέται από το χλωροφόρμιο, υπάρχουν πολλά ενδιάμεσα στάδια πολύ λίγο γνωστά ίσως για να αποτελέσουν κατηγορίες, αλλά αρκετά χαρακτηριστικά για να αφήσουν να φανούν παραλλαγές.
Κάθε ένας από αυτούς τους ύπνους μεταξύ εκείνων που σοβαρά επιχειρήσαμε να μελετήσουμε υπακούει σε κανόνες. Δεν καταπατάει τους άλλους και ούτε αφήνει να τον κυριαρχήσουν οι άλλοι. Ο υπνωτισμός καταλήγει σε έναν ύπνο που αποκλείει το όνειρο, που αναστέλλει τη γενική και τοπική ευαισθησία. Το ξύπνημα, παίρνοντας τα συνηθισμένα μέσα για να υποτάξουμε τον ύπνο, είναι αδύνατο. Η διάνοια ή το μέρος της διάνοιας που επιβιώνει έχει το ίδιο περιορισμένη δράση. Ο υπνωτισμένος έχασε τον αυθορμητισμό του, δεν σκέφτεται, δεν δρα, και δεν μιλάει παρά μόνο όταν τον αναγκάζουμε με τις ερωτήσεις. Από αυτά συνεπάγεται και η άποψη ότι ο υπνωτιστής ασκεί μια κρυφή δύναμη και πως είναι εκείνος, για να το πούμε έτσι, που ξυπνάει κάποιον στη ζωή, εφόσον διαρκεί ο τεχνητός ύπνος.
Για τον χλωροφορμικό ύπνο δεν έχω να πω τίποτε, αν και θα ήταν ενδιαφέρον να τον μελετήσουμε κατά τη διάρκεια της αρχικής του περιόδου, τη στιγμή που το όνειρο μεταφράζεται με λόγια ή με χειρονομίες.
Οι τοξικοί ύπνοι, κυρίως εκείνοι που είναι αποτέλεσμα καπνίσματος ή κατάποσης οπίου, μελετήθηκαν από τους ιατρούς που εξασκούν στις περιοχές όπου η κατάχρηση του οπίου τους προσέφερε τόσες ευκαιρίες όσες σε εμάς η κατάχρηση των ποτών που έχουν υποστεί ζύμωση.
Ο αλκοολικός ύπνος μου φάνηκε πως πρέπει να βρει τη θέση του και να αποκτήσει μια σημαντική θέση ανάμεσα σε αυτές τις νοσηρές καταστάσεις. Είμαι γι’ αυτό βαθιά πεπεισμένος και ελπίζω να κατάφερα να περάσω αυτήν την πεποίθηση στη σκέψη του αναγνώστη.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.