Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Χάρης Μωρίκης 

σύναψις 36 [2015 – τόμος 11]

Η λογοτεχνία στο ντιβάνι

Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Αθήνα 2014, σελ. 143

Από την παρουσίαση του Γιάννη Βαϊτσαρά,
Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχαναλυτής

[…]
Ήδη από το 1924, ο ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης, Roger Eliot Fry, με το κείμενό του, που εκφωνήθηκε στη Βρετανική Ψυχολογική Εταιρία,[1] αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα της ψυχαναλυτικής προσέγγισης τού έργου τέχνης που βασίζεται στην ασυνείδητη επιθυμία, συμφωνώντας εν μέρει με τη φροϊδική άποψη και προτείνοντας στους ψυχολόγους να συνεχίσουν να ρίχνουν φως στο κίνητρο του καλλιτέχνη. Οι σημερινοί ψυχαναλυτές θεωρούν την ανάγνωση του λογοτεχνικού έργου σαν ένα πνευματικό παιχνίδι. Δεν πιστεύουν, και με το δίκιο τους, πως κατέχουν την απόλυτη γνώση, αλλά η ανάγνωση του έργου τέχνης τους επιτρέπει να ανακαλύψουν τον τρόπο που λειτουργεί ο ανθρώπινος ψυχισμός και, όπως υποστηρίζει ο André Green,[2] αναλύονται κι αυτοί εξίσου από το έργο, όσο το αναλύουν οι ίδιοι. Εδώ ακριβώς έρχεται να συμβάλλει ο Χάρης Μωρίκης με το βιβλίο του Η Λογοτεχνία στο Ντιβάνι.

«Περιπέτεια» χαρακτηρίζει την ανάγνωση ο Μωρίκης. «Η ανάγνωση είναι μια περιπέτεια που αφορά το κείμενο, τον αναγνώστη και τον συγγραφέα, με αβέβαια κάθε φορά έκβαση, και γι’ αυτό συναρπαστική». Και βάζει το ερώτημα: «Τι σχέση έχει ένα κείμενο με τον ψυχικό κόσμο και το ασυνείδητο και πώς εμπλέκεται και κινητοποιείται ο αναγνώστης όταν έρχεται σε επαφή μαζί του;». Θα απαντήσει μέσα στις σελίδες τού βιβλίου του με ευαισθησία, σεμνότητα, ευρυμάθεια, και βαθειά γνώση, όπως γράφει ο Σωτήρης Μανωλόπουλος στην πρώτη γραμμή του προλόγου και συμφωνώ απόλυτα μαζί του.

Νομίζω πως οι παρακάτω προτάσεις δίνουν την κεντρική ιδέα της έρευνάς του: «Η ανάγνωση λογοτεχνίας […] είναι μια διαλεκτική διαδικασία παραγωγής, από την πλευρά του κειμένου, δεκτικότητας, από την πλευρά του αναγνώστη. Πάντοτε υπάρχουν επαγωγές, αναγωγές, κατασκευές, από την πλευρά του αναγνώστη. […] Η ανάγνωση όπως και η ακρόαση του λόγου είναι μια ψυχολογική, ψυχοδυναμική διαδικασία, μέσα στην οποία ο ακροατής διαρκώς συνεισφέρει τα δικά του ψυχικά μορφώματα, τις δικές του εσωτερικές διεργασίες, με τις ιδιαιτερότητές τους [σελ 53-54].

Πρόκειται για μια καλαίσθητη έκδοση 143 σελίδων. Η οκτασέλιδη βιβλιογραφία δίνει την εικόνα του πονήματος. Φυσικά κυρίαρχη θέση έχει το φροϊδικό έργο, αλλά υπάρχουν πολλοί τίτλοι σύγχρονων ψυχαναλυτών, φιλοσόφων, ερευνητών, λογοτεχνών και ποιητών.

Το βιβλίο αυτό είναι το δεύτερο δημοσιευμένο τμήμα μιας τετράπτυχης εργασίας που διερευνά τις ενδοψυχικές διεργασίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της τέχνης και είναι γραμμένο σε 5 κεφάλαια.

Στο πρώτο γίνεται μια επισταμένη έρευνα στη σχέση ψυχανάλυσης και λογοτεχνίας. Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, όλες οι αναφορές του Φρόιντ στη λογοτεχνία. Επίσης οι ψυχαναλυτικές εργασίες επί προϊόντων τέχνης που, ξεφεύγοντας από την κλασική ανάλυση, ονομάζονται εφαρμογές της ανάλυσης.

Το δεύτερο κεφάλαιο μιλάει για την εφαρμοσμένη ανάλυση, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Πώς προσεγγίζεται η λογοτεχνία από τον πατέρα τής ψυχανάλυσης με σκοπό να εφαρμόσει στα κείμενα την ψυχαναλυτική θεωρία που ήδη έχει συγκροτήσει. Εδώ ο Μωρίκης επισημαίνει έναν κίνδυνο: πως είναι εύκολο να βασιλεύσει η ερμηνευτική αυθαιρεσία μέσα στην εφαρμοσμένη ανάλυση. Η λεγόμενη «άγρια ανάλυση».

Οι ερμηνευτικές προσπάθειες –στα επόμενα 3 κεφάλαια– δεν είναι ασκήσεις υποκειμενικής αυθαιρεσίας, λέει ο Μωρίκης. Ούτε βέβαια χρειάζεται να μεταπίπτουν στον αντίποδά τους, σε αντικειμενικές θετικιστικές αυτο-έγκυρες ερμηνείες επειδή και μόνον είναι ενήμερες της υποκειμενικότητάς τους. Διότι αυτό ακριβώς είναι το θέμα που απασχολεί τον συγγραφέα: ότι στην κριτική και ερμηνεία λογοτεχνικών κειμένων από ψυχαναλυτική σκοπιά παραχωρείται πλέον χώρος και ενδιαφέρον στην υποκειμενικότητα του αναγνώστη ως συνδημιουργού του κειμένου.

Θέλω να σταθώ λίγο και στον συσχετισμό που κάνει ανάμεσα στα ζευγάρια ψυχαναλυτής-ψυχαναλυόμενος απ’ τη μια και συγγραφέας-αναγνώστης απ’ την άλλη. Ο αναλυτής ακούει, και πίσω από τις λέξεις, ψάχνει τις ασυνείδητες ψυχικές κινήσεις του αναλυόμενου. Αντίστοιχα, και φυσικά δίχως να το επιδιώκει, ο αναγνώστης αναγνωρίζει (δεν είναι ενδιαφέρουσα η ετυμολογική σύνδεση των δυο λέξεων;) τις ασυνείδητες ψυχικές κινήσεις του συγγραφέα. Και στις δυο περιπτώσεις τα ασυνείδητα συντονίζονται, κι αυτή ακριβώς είναι η μαγεία τόσο της ψυχανάλυσης όσο και της λογοτεχνίας.

Η ψυχανάλυση δίνει λοιπόν μια μέθοδο ερμηνείας των γραπτών που είναι προϊόντα του ψυχικού έργου του ανθρώπου. Όπως στο ντιβάνι, έτσι και στα κείμενα αποκαλύπτονται πράγματα που δεν είναι γνωστά στη συνείδηση. Και ο ψυχαναλυτής «αντιδρά συναισθηματικά απέναντι στο κείμενο όπως σε οποιαδήποτε άλλη παραγωγή του ασυνείδητου», λέει ο Μωρίκης. Κι όπως είπα στην αρχή: για τον André Green «αναλύονται κι αυτοί εξίσου από το έργο, όσο το αναλύουν οι ίδιοι». Όπως ακριβώς συμβαίνει με την ψυχανάλυση.

«Αντιδρά συναισθηματικά». Χάρηκα που συνάντησα αυτή τη λέξη στο κείμενο, διότι το συναίσθημα φαντάζει σαν έννοια-ταμπού στα βιβλία των ψυχαναλυτών. Ένιωσα έκπληξη λοιπόν, περιμένοντας άλλον όρο όπως «αντιδρά υποσυνείδητα» ή άλλη ψυχαναλυτική έννοια, συνηθισμένος σε γραπτά ψυχαναλυτών, συνήθως στεγνά συναισθήματος, στερημένα από την έννοια της αγάπης. Όπως επίσης σε κείμενα που αναφέρονται στην τέχνη, που τόσο συχνά βασίζονται στην αισθητική και τη στημένη (με ήτα και με γιώτα) εικόνα. Ενώ η καθημερινότητα των ψυχαναλυτών όπως και των καλλιτεχνών πάλλεται από συναίσθημα. Άσχετα αν αγωνίζονται να ελέγξουν την επιρροή του οδηγώντας το στα θεωρητικά κανάλια της ενόρμησης, της λίμπιντο ή της μεταβίβασης.

Ο Μωρίκης με τις τελευταίες γραμμές τού «αντί επιλόγου» του, κλείνει το πόνημα, μιλώντας για τις «δυνάμεις της ζωής και του έρωτα που η λογοτεχνία και η τέχνη συμπυκνώνουν και υποστασιοποιούν κατ’ εξοχήν». Ο Χάρης Μωρίκης έγραψε το βιβλίο του με μέθοδο, σαφήνεια και προσοχή στην πλούσια βιβλιογραφία. Και μας δίνει το αποτέλεσμα που έχουμε μπροστά μας. Να το διαβάσουμε και να το αναλύσουμε… Σας εύχομαι καλή ανάγνωση και καλές «επαγωγές, αναγωγές και κατασκευές» κατά τη «Μωρίκια» έκφραση.

1 Roger Eliot Fry, The Artist and Psycho-analysis, Hogart Press, London 1924.

2 André Green. Un oeuil en trop, Editions de Minuit, Paris, 1969.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.