Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Jules Cotard 

σύναψις 36 [2015 – τόμος 11]

Γύρω από το υποχονδριακό παραλήρημα σε μία βαριά μορφή αγχώδους μελαγχολίας

Τίτλος πρωτότυπου: Du délire hypocondriaque dans une forme grave de la mélancolie anxieuse,
Annales médico-psychologiques, Σεπτέμβριος 1880, 4oς τόμος

Μετάφραση Γιώργος Δημητριάδης

[…] Παρατηρούμε μαζί με τον γιατρό Jules Farlet εδώ και αρκετά χρόνια μία άρρωστη που παρουσιάζει ένα αρκετά μοναδικό υποχονδριακό παραλήρημα.

Η δεσποινίς Χ. βεβαιώνει ότι δεν έχει εγκέφαλο, ούτε νεύρα, ούτε στήθος, ούτε στομάχι, ούτε έντερα, δεν της απομένουν παρά τα κόκαλα του αποδιοργανωμένου σώματος (πρόκειται για τις δικές της εκφράσεις). Αυτό το παραλήρημα άρνησης επεκτείνεται και στις μεταφυσικές ιδέες που ήταν κάποτε για εκείνη το αντικείμενο της πιο ακράδαντης πίστης, δεν έχει ψυχή, ο Θεός δεν υπάρχει, ούτε ο διάβολος. Η δεσποινίς Χ. με το να είναι ένα αποδιοργανωμένο σώμα, δεν χρειάζεται να φάει για να ζήσει, δεν θα μπορέσει να πεθάνει από φυσικό θάνατο, θα ζήσει αιώνια, εκτός και αν καεί – η φωτιά δηλαδή είναι το μόνο εφικτό τέλος για εκείνη. Επίσης η δεσποινίς Χ. δεν σταματά να εκλιπαρεί να της τα κάψουμε (το δέρμα και τα κόκαλα) και έχει κάνει αρκετές απόπειρες να βάλει φωτιά στον εαυτό της.

Την εποχή της εισαγωγής της (το 1874 ήταν 43 ετών), η ασθένειά της υπήρχε ήδη τουλάχιστον από διετίας· η έναρξή της είχε σημαδευτεί από ένα είδος ήχου εσωτερικού σπασίματος στην πλάτη που αντηχούσε μέσα στο κεφάλι. Από εκείνη τη στιγμή η δεσποινίς Χ. δεν σταμάτησε να βασανίζεται από άγχη που δεν της αφήνουν καθόλου περιθώριο για ανάπαυση, περιπλανιότανε σαν μία τιμωρημένη ψυχή και επρόκειτο να ζητήσει βοήθεια σε κληρικούς και γιατρούς.

Είχε κάνει πολλές απόπειρες αυτοκτονίας, συνεπεία των οποίων εισήχθη στη Vanves. Τότε νόμιζε ότι είναι καταραμένη· οι θρησκευτικοί της ενδοιασμοί την ωθούσαν σε αυτομομφές για διάφορα παραπτώματα, ιδιαίτερα πρόσαπτε στον εαυτό της ότι είχε κάνει λάθος την πρώτη της μετάληψη. Ο Θεός, έλεγε, την είχε καταδικάσει για πάντα και υφίστατο ήδη τις ποινές της κόλασης που της άξιζαν, καθότι όλη της η ζωή δεν ήταν παρά μία σειρά από ψέματα, υποκρισίες και εγκλήματα.

Λίγο καιρό μετά την εισαγωγή της, σε μία περίοδο της οποίας προσδιορίζει η ίδια την ημερομηνία, κατάλαβε την αλήθεια (έτσι χαρακτηρίζει τις αρνητικές παραληρηματικές ιδέες που υπέδειξα στην αρχή του κειμένου) και επιδόθηκε, προκειμένου να κάνει και τους άλλους να καταλάβουν αυτή την αλήθεια, σε κάθε είδους πράξεις βίας (τις οποίες κατονόμαζε πράξεις αλήθειας) δαγκώνοντας, γρατζουνώντας και χτυπώντας τα πρόσωπα του περιβάλλοντός της.

Εδώ και μερικούς μήνες η δεσποινίς Χ. είναι πιο ήρεμη· το μελαγχολικό άγχος μειώθηκε αισθητά, η δεσποινίς Χ. είναι ειρωνική, γελά, αστειεύεται, είναι κακοπροαίρετη και πειράζει τον κόσμο, αλλά το παραλήρημα δεν μεταβλήθηκε στο παραμικρό. Η δεσποινίς Χ. υποστηρίζει πάντα με το ίδιο σθένος ότι δεν έχει πια εγκέφαλο, ούτε νεύρα, ούτε έντερα, καθώς και ότι η τροφή είναι ένα ανώφελο μαρτύριο και ότι δεν υπάρχει άλλο τέλος για εκείνη από τη φωτιά.

Η ευαισθησία στον πόνο είναι μειωμένη στο μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του σώματος τόσο δεξιά όσο και αριστερά μπορούμε να την τσιμπήσουμε βαθιά με καρφίτσες χωρίς να εκδηλώσει αίσθημα πόνου. Η αίσθηση της αφής και οι διάφορες ειδικές αισθητικότητες έχουν διατηρηθεί ανέπαφες. Όταν εδώ και μία εικοσαετία, ο M. Baillarger μας εφιστούσε την προσοχή στο υποχονδριακό παραλήρημα των παραλυτικών, οι διαβεβαιώσεις του αυτές συνάντησαν έντονες αντιδράσεις και, ακόμη και σήμερα, δικαιώνοντας εντελώς τις εργασίες του αυτές, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ένα ανάλογο παραλήρημα (δεν λέω ίδιο) με το υποχονδριακό παραλήρημα των παραλυτικών παρουσιάζεται σε μερικούς λυπημανείς, όπως στην άρρωστη της οποίας μόλις σας διηγήθηκα την ιστορία. Δεν απομένει παρά να προσδιορίσουμε ποιοι είναι αυτοί οι λυπημανείς, καθώς και το αν συνιστούν μία ιδιαίτερη κατηγορία.

Οι πέντε κατηγορίες δαιμονομανίας που απαντώνται στον Esquirol1 είναι αξιοσημείωτες τόσο όσον αφορά την μεταξύ τους αναλογία όσο και με το περιστατικό που αναφέρθηκε παραπάνω. Η πρώτη από τις δαιμονομανείς του είχε ήδη δύο επεισόδια λυπημανίας. Ο δαίμονας είναι μέσα στο σώμα της και τη βασανίζει με χίλιους τρόπους· δεν θα πεθάνει ποτέ. Η δεύτερη δεν έχει πια σώμα. θα ζήσει χιλιάδες χρόνια, έχει το κακό πνεύμα μέσα στη μήτρα υπό τη μορφή φιδιού, αν και δεν έχει τα όργανα αναπαραγωγής όπως οι γυναίκες. Η τρίτη δεν έχει ούτε εκείνη σώμα, την πήρε το κακό πνεύμα αφήνοντας μονάχα το ομοίωμά της, το οποίο θα παραμείνει αιώνια στη γη. Δεν έχει καθόλου αίμα και είναι αναίσθητη (υπό την έννοια της αναλγησίας).

Η τέταρτη δεν αφόδευσε εδώ και είκοσι χρόνια, το σώμα της είναι ένας σάκος από δέρμα διαβόλου, γεμάτο βατράχια, φίδια κ.λπ. Δεν πιστεύει πλέον στο Θεό, πάνε ένα εκατομμύρια χρόνια που είναι η γυναίκα του μεγάλου διαβόλου. Πρόκειται για ένα είδος αναδρομικής αθανασίας. Η πέμπτη έχει την καρδιά μετατοπισμένη και δεν θα πεθάνει ποτέ.

Ο Leuret αναφέρει δύο ανάλογα περιστατικά: Μία γυναίκα πιστεύει ότι είναι καταραμένη, η καρδιά της δεν αισθάνεται πια, είναι ένα άγαλμα αθάνατο από σάρκα, ο δαίμονας την πήρε υπό την κατοχή του και έπρεπε εκείνη τη στιγμή να την είχαν κάψει, τώρα δεν είναι πλέον εφικτό. Η άλλη έχει ένα κενό στο επιγάστριο· είναι καταραμένη, δεν έχει ψυχή. Αργότερα της ήρθε η σκέψη ότι είναι αθάνατη.

Κάποιο περιστατικό του M. Petit στη Maréville.[2] Ο J. πιστεύει ότι είναι καταραμένος, δεν έχει πια αίμα, πρέπει να ζήσει αιώνια, και για να τον απαλλάξουν από τη ζωή, θα έπρεπε να του κόψουν τα χέρια και τα πόδια. Εκλιπαρεί να τον κόψουν σε κομμάτια. Θα μπορούσα να αναφέρω ακόμη ένα περιστατικό από τη διατριβή του Dr Macario,[3] δύο περιστατικά του Morel,[4] και δύο άλλα του Krafft-Ebing.[5]

Σε όλα αυτά τα περιστατικά το υποχονδριακό παραλήρημα παρουσιάζει την πιο μεγάλη αναλογία: δεν έχουν πια εγκέφαλο, ούτε στομάχι, ούτε καρδιά, ούτε αίμα, ούτε ψυχή· μερικές φορές δεν έχουν καν σώμα. Μερικοί φαντάζονται ότι είναι σάπιοι, και ότι ο εγκέφαλός τους έχει πάθει μαλάκυνση. Έτσι είναι δύο ασθενείς (άντρες) που έχω υπό παρακολούθηση: Ο ένας πιστεύει ότι είναι καταραμένος, είναι ο καταραμένος άνθρωπος, ο δαίμονας, ο αντίχριστος. Θα καίγεται αιώνια, δεν έχει πια αίμα· όλο το σώμα του είναι σάπιο. Ο άλλος πιστεύει επίσης ότι είναι καταραμένος, ότι είναι άτιμος και απεχθής, ένοχος για όλα τα εγκλήματα· ο εγκέφαλός του έχει μαλάκυνση, το κεφάλι του είναι σαν άδειο καρύδι, δεν έχει πλέον φύλο, δεν έχει ψυχή, ο Θεός δεν υπάρχει, κ.λπ. Προσπαθεί να αυτοακρωτηριαστεί και να αυτοκτονήσει με όλα τα δυνατά μέσα και εκλιπαρεί να τον θανατώσουνε. Αυτό το υποχονδριακό παραλήρημα είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που προηγείται ή συνοδεύει το παραλήρημα καταδίωξης.

Στους διωκόμενους, τα διάφορα όργανα δέχονται επίθεση με χίλιους τρόπους, είτε με ηλεκτρικές εκκενώσεις, είτε με μυστήριες διαδικασίες, είτε με κακόβουλες επιδράσεις προερχόμενες από τον αέρα, το νερό και τις τροφές. Αλλά τα όργανα δεν είναι κατεστραμμένα, φαίνεται να αναγεννιούνταν, ενώ συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις.

Στους καταραμένους, το έργο της καταστροφής είναι ολοκληρωμένο, τα όργανα δεν υπάρχουν πλέον, το σώμα ολόκληρο έχει περιοριστεί σε μία μόνο εμφάνιση, ένα ομοίωμα· τέλος οι μεταφυσικές αρνήσεις είναι συχνές, ενώ είναι σπάνιες στους αληθινούς διωκόμενους, οι οποίοι είναι, ως επί το πλείστον, μεγάλοι οντολόγοι.

Στις υποχονδριακές ιδέες προστίθεται συχνά η ιδέα της αθανασίας, η οποία, σε μερικές περιπτώσεις, φαίνεται να προκύπτει σύμφωνα με κάποια λογική. Οι ασθενείς λένε ότι δεν θα πεθάνουν γιατί το σώμα τους δεν βρίσκεται στις συνήθεις συνθήκες οργάνωσης, και αν είχανε μπορέσει να πεθάνουνε θα ήτανε πεθαμένοι εδώ και πολύ καιρό. είναι σε μία κατάσταση που δεν είναι ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος. Είναι πεθαμένοι ζωντανοί. Σε αυτούς τους ασθενείς, όσο και αν φαίνεται κάπως παράδοξο, η ιδέα της αθανασίας είναι πράγματι μία υποχονδριακή ιδέα. είναι ένα λυπηρό παραλήρημα σχετικό με τον οργανισμό· Στενάζουν για την αθανασία τους και εκλιπαρούν να τους απαλλάξουμε από αυτή. Είναι εντελώς διαφορετικά με την ιδέα αθανασίας που συναντάμε στους χρόνιους μεγαλομανείς διωκόμενους.

Θα μπορούσα να αναφέρω κάποιον που ισχυρίζεται ότι η φύση της οργάνωσής του είναι τέτοια εξαιτίας των προνομίων που του είχανε δοθεί από τον Ναπολέοντα τον 1ο το 1804 (26 χρόνια πριν από τη γέννησή του) και ότι είναι σίγουρος ότι δεν θα πεθάνει ποτέ. Ένας άλλος είναι πεπεισμένος ότι θα του γίνει ανάληψη στον ουρανό όπως στον προφήτη Ηλία και ότι δεν θα πεθάνει ποτέ.

Αν οι ασθενείς για τους οποίους μόλις ανέφερα τις περιπτώσεις διαφέρουν προφανώς από τους διωκόμενους,[6] αντιθέτως προσεγγίζουν πολύ τους αγχώδεις μελαγχολικούς: είναι σε μία κατάσταση έντονου άγχους και ανησυχίας, στενάζουν, μιλάνε διαρκώς, επαναλαμβάνουνε διαρκώς τα ίδια παράπονα και ζητάνε βοήθεια, οι υποχονδριακές τους ιδέες δεν φαίνονται να είναι παρά η παραληρηματική ερμηνεία των νοσηρών αισθημάτων που αισθάνονται οι ασθενείς με κοινή αγχώδη μελαγχολία. Αυτοί παραπονιούνται ότι έχουν το κεφάλι άδειο, ότι αισθάνονται μία ενόχληση στο προκάρδιο, ότι δεν έχουν πλέον συναισθήματα, ότι δεν αγαπούν πλέον τίποτα, ότι δεν μπορούν να προσευχηθούν, και ότι αμφιβάλουν για την καλοσύνη του Θεού· κάποιοι παραπονιούνται ότι δεν μπορούν να υποφέρουν, και είναι πεπεισμένοι ότι δεν θα γίνουν ποτέ καλά. Οι άρρωστοι που μόλις περιέγραψα δεν έχουν πλέον εγκέφαλο· η καρδιά τους έχει σκάσει (σε μία περίπτωση του Krafft-Ebing), δεν έχουν ψυχή· ο Θεός δεν υπάρχει· θα υποφέρουν αιώνια χωρίς να μπορούν ποτέ να πεθάνουν, τέλος, οι περισσότεροι έχουν πραγματική αναλγησία. Μπορούμε να τους τρυπήσουμε, να τους τσιμπήσουμε χωρίς να εκδηλώσουνε επώδυνο αίσθημα και δεν είναι σπάνιο να επιφέρουν στον εαυτό τους φοβερούς ακρωτηριασμούς.

Η κοινή αγχώδης μελαγχολία είναι μία συχνή συμπτωματική μορφή των ψυχικών ασθενειών με οξέα επεισόδια ή με επεισόδια που τείνουν να υποτροπιάζουν και συνήθως ιάται. Δεν είναι το ίδιο όταν επιπροστίθεται το υποχονδριακό παραλήρημα· στην περίπτωση αυτή η πρόγνωση είναι πολύ πιο βαριά. Αυτό μερικές φορές συμβαίνει ήδη από το πρώτο επεισόδιο· συχνά είναι στο δεύτερο ή τρίτο επεισόδιο που αναπτύσσεται το υποχονδριακό παραλήρημα και τότε η νόσος περνά συνήθως σε χρόνια κατάσταση. Παρά ταύτα, ο Krafft-Ebing αναφέρει δύο περιπτώσεις ίασης· βρίσκω επίσης μία στον Leuret. Είναι αξιοσημείωτο το ότι όλοι οι άρρωστοι για τους οποίους αναφέρεται υποχονδριακό παραλήρημα με ιδέα αθανασίας, ήταν κατακυριευμένοι από ιδέες κατάρας, κατοχής από τον διάβολο, με λίγα λόγια παρουσίαζαν δαιμονομανία ή θρησκευτική τρέλα. Δεν βρήκα εντελώς παρόμοιες περιπτώσεις σε κάποιους δαιμονογράφους, των οποίων μπόρεσα να συμβουλευτώ τα γραπτά, ίσως πρέπει να κατατάξουμε σε αυτή τη μορφή τρέλας τους περιπλανώμενους τρελούς που φαίνεται ότι έδωσαν γέννηση στον μύθο του περιπλανώμενου Ιουδαίου (Cartaphilus circa 1228 Ahasverus, 1547·Isaac Laquedem, 1640), οι οποίοι πίστευαν ότι ήτανε ένοχοι για μία προσβολή κατά του Ιησού Χριστού και καταδικασμένοι να περιπλανιόνται στη γη μέχρι την τελική κρίση[7].

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων διάφορα είδη τρέλας συγχέονταν υπό την ονομασία «δαιμονιακή κατοχή»· τα περισσότερα είδη, των οποίων οι περιγραφές έφτασαν μέχρι τις μέρες μας, ανήκουν στην επιδημική υστερομανία ή στο διωκτικό παραλήρημα. Χρειάζεται να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ακόμη μία ποικιλία θρησκευτικής τρέλας που αναπτύσσεται στο πλαίσιο αυτού που θα κατονόμαζα βαριά αγχώδης μελαγχολία;

Αν αυτή η λυπημανία θα έπρεπε να αποσπαστεί, θα την αναγνωρίζαμε στα ακόλουθα χαρακτηριστικά: (α) μελαγχολική ανησυχία, (β) ιδέες κατάρας και κατοχής, (γ) αυτοκτονικές τάσεις και τάση προς αυτοκρωτηριασμούς, (δ) αναλγησία, (ε) υποχονδριακές ιδέες ανυπαρξίας ή καταστροφής διαφόρων οργάνων, ολόκληρου του σώματος, της ψυχής, του Θεού κ.λπ., (στ) ιδέα του ότι δεν μπορέσει να πεθάνει ποτέ.

1 Esquirol, Des maladies mentales, Paris, 1938.

2 Petit, Archives cliniques, p.59.

3 Macario, Ann. médico-psychologiques, t.1.

4 Morel, études cliniques, t.II, pp.47 et 118.

5 Krafft-Ebing, Traité de psychiatrie, (obs. II et VII).

6 Για μεγαλύτερη σαφήνεια παρέλειψα να μιλήσω για μεικτές περιπτώσεις, οι οποίες εδώ, όπως και αλλού εξάλλου, διαμορφώνουν τις ανεπαίσθητες μεταβάσεις μεταξύ των διάφορων ψυχικών ασθενειών. Αυτές οι περιπτώσεις είναι μακράν του να είναι σπάνιες.

7 Εγκυκλοπαίδεια των θρησκευτικών επιστημών, λήμμα Περιπλανώμενος Ιουδαίος. «Μπορούμε να εκλάβουμε αυτό το πεπρωμένο (την αθανασία), λέει ο κ.Gaston Paris, είτε ως επιβράβευση είτε ως τιμωρία…». Αυτή η ίδια διαφορά βρίσκεται μεταξύ της αθανασίας των μεγαλομανών και της μεγαλομανίας των αγχωδών υποχονδριακών όπως είπα παραπάνω.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.