σύναψις 35 [2014 – τόμος 10]
Πλάτωνος Συμπόσιον
Κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ιωάννου Συκουτρή
Βιβλιοπωλείον της Εστίας 6η έκδοσις 1976
[…] 176/ a-e
Κατόπιν, είπεν, αφού επλάγιασεν ο Σωκράτης και εδείπνησεν, επίσης και οι άλλοι, έκαμαν σπονδάς και έψαλαν ύμνον εις τον θεόν και τ’ άλλα τα έθιμα επροχώρησαν ύστερα εις την οινοποσίαν. Ο Παυσανίας τότε, είπεν, άνοιξε την όμιλίαν ως εξής: «Όλα καλά, κύριοι, αλλά με τι τρόπον θα πίνωμεν ανετότερα; Το κατ’ εμέ, σας δηλώνω, ότι αληθινά αισθάνομαι πολύ άσχημα από τον χθεσινόν πότον και χρειάζομαι κάποιαν ανάπαυσιν. Υποθέτω δε και από σας η πλειονότης, αφού και σεις είχατε χθες παρευρεθή. Σκεφθήτε λοιπόν με τι τρόπον θα ημπορούσαμεν να πίνωμεν με την μεγαλυτέραν δυνατήν άνεσιν». Ο Αριστοφάνης τότε απήντησεν: «Αυτό βέβαια καλά το λέγεις, Παυσανία. με κάθε τρόπον πρέπει να εξασφαλίσωμεν κάποιαν άνεσιν εις την πόσιν. Διότι και εγώ είμαι από τους βουτηγμένους της χθεσινής βραδυάς». Όταν τους ήκουσεν ο Ερυξίμαχος του Ακουμενού, προσέθεσε: «Μάλιστα, έχετε δίκαιον. Έναν ακόμη από σας θέλω ν’ ακούσω: πώς αισθάνεσαι με την αν-τοχήν σου εις τον πότον, Αγάθων;» «Διόλου» είπε «ούτ’ εγώ δεν αντέχω». «Μ’ αυτό καταντά, βλέπω, εύρημα να είναι δι’ ημάς» είπε «εμέ δηλαδή και τον Αριστόδημον και τον Φαίδρον και τούτους εδώ, αν σεις, που είσθε οι δυνατώτεροι εις το κρασί, έχετ’ από τώρα κουρασθή. Ημείς δα ήμεθα πάντοτε μικράς αντοχής. Όσον αφορά τον Σωκράτην, αυτόν δεν τον λογαριάζω. βαστά και εις τα δύο, ώστε θα μείνη ευχαριστημένος, είτε το ένα κάνομεν είτε το άλλο. Αφού λοιπόν κανείς από τους παρόντας, όπως αντιλαμβάνομαι δεν αισθάνεται την διάθεσιν να πίνη πολύ κρασί, ίσως τότε, αν σας ανέπτυσσα τας ορθάς απόψεις περί της μέθης τι πράγμα είναι, δεν θα ήμην και τόσον δυσάρεστος. Εις εμέ δηλαδή έχει γίνει, νομίζω, πλήρως φανερόν εκ της ιατρικής επιστήμης τούτο, ότι η μέθη είναι πράγμα επιβλαβές εις τον άνθρωπον. Επομένως ούτε εγώ θα εδεχόμην εξ ιδίας πρωτοβουλίας να προχωρήσω πολύ εις την οινοποσίαν, ούτε εις άλλον θα το συνίστων. Ιδίως όταν έχη βεβαρημένην ακόμη την κεφαλήν εκ της προηγουμένης ημέρας». «Μα εγώ» είπε διακόπτων ο Φαιδρός από τον Μυρρινούντα «συνήθως συμμορφώνομαι εις όσα λέγεις, ιδίως εις τα περί της ιατρικής εις την προκειμένην δε περίστασιν, αν σκεφθούν λογικά, και oι άλλοι επίσης». Εις το άκουσμα τούτων όλοι συνεφώνησαν να μη φθάσουν μέχρι μέθης εις την αποψινήν συγκέντρωσιν, αλλά να πίνουν έτσι
προς ευχαρίστησιν.
[…] 212/c – 213/a
Όταν ετελείωσε τον λόγον του αυτόν ο Σωκράτης, oι άλλοι μεν τον συνέχαιραν, ενώ ο Αριστοφάνης εδοκίμασε κάτι να προσθέση περί του λόγου, επειδή τον είχεν υπαινιχθή ο Σωκράτης κατά την ομιλίαν του. Έξαφνα έγινε τρομερός θόρυβος εις την εξώθυραν από κτυπήματα, ως να ήτον συντροφιά μεθυσμένων, και ήκουσαν αυλητρίδος φωνήν. Τότε ο Αγάθων είπεν: «Ε σεις παιδιά, δεν πάτε να ιδήτε τ ι τρέχει; Και αν είναι κανείς από τους ιδικούς μας, τον προσκαλείτε. αν όχι, του λέγετε, πως δεν πίνομεν πλέον, μόνον αναπαυόμεθα». Δεν επέρασε πολλή ώρα και ήκουσαν εις την αυλήν του Αλκιβιάδου την φωνήν. Μεθυσμένος εις τα γερά και με φωνήν θορυβώδη, ερωτούσε πού είναι ο Αγάθων και εζητοϋσε να τον οδηγήσουν προς τον Αγάθωνα. Πράγματι τους τον ωδήγησαν μέσα, η αυλητρίς η οποία τον υπεβάσταζε και μερικοί άλλοι της ακολουθίας του. Έτσι επρόβαλεν εις την είσοδον στεφανωμένος μ’ ένα στέφανον πυκνόν από κισσόν και από μενεξέδες και με πλήθος ταινίας εις τήν κεφαλήν και είπε: «Παιδιά γεια σας. Ένα μεθυσμένον άνθρωπο, μα στα γερά τον δέχεσθε στη συντροφιά σας; Ή να στολίσωμε μόνον το κεφάλι του Αγάθωνος, αφού είν’ αυτός ο σκοπός μας, που ήλθαμεν εδώ, και ύστερα πάλι να φύγωμε; Εγώ, πρέπει να σας το πω, εχθές δεν μου εστάθη δυνατόν να έλθω. Έρχομαι τώρα με τας ταινίας εις το κεφάλι, με το σκοπό να στεφανώσω από το δικό μου το κεφάλι το κεφάλι του πρώτου εις την λογιότητα και εις την ωραιότητα (για να εκφρασθώ έτσι). Θα γελάτε ίσως εις βάρος μου, πως είμαι μεθυσμένος. Μα εγώ, και σεις να γελάτε, το ξέρω καλά, πως λέγω την αλήθειαν. Ελάτε λοιπόν! λέγετε αμέσως: με συμφωνία, να μπω ή να μη μπω; Θά πιήτε μαζί μου ή όχι;»
Όλοι τότε με θορυβώδεις επιδοκιμασίας τον εφώναζαν να εισέλθη και να λάβη θέσιν. και ο Αγαθών επίσης τον έπροσκαλοϋσε. Και εκείνος επροχωρούσε προς αυτόν οδηγούμενος από τους ανθρώπους του.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.