Ανδρέας Κ. Παπανικολάου
Καθηγητής και Διευθυντής του Τμήματος Κλινικών Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο του Memphis, Tennessee, USA
σύναψις 35 [2014 – τόμος 10]
Θερμές ευχαριστίες στον ομότιμο καθηγητή του ΑΠΘ και αγαπητό φίλο Αζαρία Καραμανλίδη για την επιμέλεια του κειμένου, όπως και του κειμένου μου Περί της αναγωγιμότητας του ψυχισμού στο εγκέφαλο στο τεύχος 33, σελ. 44-51)
Στο περιοδικό Behavioral and Brain Sciences εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα ένα άρθρο του F. Pulvermüller με τίτλο «Λέξεις στη γλώσσα του εγκεφάλου» [1]. Το άρθρο αυτό πραγματεύεται το πώς δημιουργούνται, πώς αποθηκεύονται και πώς ενεργοποιούνται τα νευρωνικά σήματα τα οποία περιέχουν, κωδικευμένη, τη σημασία των λέξεων. Πραγματεύεται, δηλαδή, όψεις του θέματος αυτού του δοκιμίου. Το δε θέμα είναι πώς από τα νευρωνικά σήματα στον εγκέφαλο προκύπτουν σημασίες –πώς δηλαδή προκύπτει το νόημα των λέξεων. Το ότι η μετατροπή σημάτων σε σημασίες είναι ένα αίνιγμα, είναι για όλους, πιστεύω, προφανές. Για κάποιους, όπως για τον συγγραφέα αυτού του άρθρου, είναι επίσης προφανές, όπως θα δούμε παρακάτω, ότι πρόκειται για αίνιγμα μεταφυσικό, πέραν των δυνατοτήτων της επιστήμης να το επιλύσει κι ότι, επομένως, οι επιστήμονες που τολμούν να το προσεγγίσουν καταφέρνουν μόνο να το περιπλέξουν και να το συσκοτίσουν, παρά να το ξεδιαλύνουν· και επίσης καταφέρνουν να χαθούν κι οι ίδιοι σε διαλεκτικούς λαβυρίνθους χωρίς έξοδο. Συμφωνώ ότι η μετατροπή σημάτων σε σημασίες είναι ένα αίνιγμα. Συμφωνώ, επίσης, ότι ελάχιστοι νευροεπιστήμονες απ’ αυτούς που καταπιάστηκαν μ’ αυτό ή με παρόμοια θέματα –και καταπιάστηκαν πολλοί– κατάφεραν να προσθέσουν οτιδήποτε διαφωτιστικό σ’ αυτά που είχαν προ αιώνων ειπωθεί από τους φιλοσόφους επί του θέματος, παρά το γεγονός ότι έχουν πείσει το ευρύτερο κοινό για το αντίθετο.
Διαφωνώ, όμως, με τη γνωμάτευση του συγγραφέα ότι τέτοια θέματα κείνται πέραν των αρμοδιοτήτων αν όχι και των δυνατοτήτων των επιστημόνων να τα προσεγγίσουν επαρκώς. Και διαφωνώ με τη γνωμάτευση ότι πρόκειται για πρόβλημα ή αίνιγμα μεταφυσικό. Μάλιστα, προτίθεμαι να αποδείξω ότι η μόνη εύλογη λύση του αινίγματος προκύπτει απ’ την εφαρμογή της κοινής και ευρέως γνωστής επιστημονικής μεθόδου· και προτίθεμαι να αποδείξω ότι σύγχυση κι αδιέξοδα δημιουργούνται ακριβώς όταν η πασίγνωστη αυτή μέθοδος δεν εφαρμόζεται με συνέπεια είτε από νευροεπιστήμονες είτε από επαγγελματικά φιλοσοφούντες.
Αλλά πριν προχωρήσω στην περιγραφή του προτύπου που παρουσιάζεται σ’ αυτό το άρθρο, στο πλαίσιο του οποίου προτύπου αναδύεται και το εν λόγω αίνιγμα, θα πρέπει να συμφωνήσουμε για το τι ακριβώς θα εννοούμε λέγοντας «σημασία λέξεων». Αυτό είναι μάλλον αναγκαίο, δεδομένου ότι το νόημα της φράσεως «σημασία λέξεων» δεν είναι τόσο αυτονόητο, όσο το νόημα της φράσεως «νευρωνικό σήμα»: Όλοι λίγο πολύ καταλαβαίνουμε το ίδιο πράγμα με το «νευρωνικό σήμα», αλλά όχι αναγκαστικά και με τον όρο «σημασία». Επιπλέον, σε άλλα πλαίσια, ως γλωσσολογικός επί παραδείγματι όρος, «σημασία» σημαίνει πολύ λιγότερα πράγματα απ’ ότι σημαίνει στο πλαίσιο αυτής εδώ της ομιλίας, αλλά και στο πλαίσιο του άρθρου στο οποίο αναφέρομαι.
Εδώ, λοιπόν, με τη λέξη «σημασία» εννοώ το ψυχολογικό φαινόμενο, τη σύνθετη αυτή εμπειρία που βιώνει ο καθένας μας ακούγοντας ή διαβάζονται λέξεις γνωστές, λέξεις που καταλαβαίνουμε, είτε αυτές απαντούν μεμονωμένες, είτε απαντούν στη ροή του προφορικού ή του γραπτού λόγου. Αποκαλώ δε την εμπειρία αυτή σύνθετη, διότι εάν σταθούμε λίγο και την εξετάσουμε –πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνον αναδρομικά, μόνον αφού πρώτα η εμπειρία προκύψει–, είναι δυνατό να διακρίνουμε κάποια της συστατικά, κάποιες επί μέρους εμπειρίες που την απαρτίζουν, καθώς και κάποιες βιωματικές –ας τις ονομάσουμε– ποιότητες που την χρωματίζουν. Τι ακριβώς εννοώ: Δύναται να διακρίνουμε, πρώτον, αυτό που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε σημασία ή, αν θέλετε, «συνδηλωτική όψη» της σημασίας· αυτό που στην αγγλική λέγεται «connotative meaning». Αυτού του είδους η σημασία, η συνδηλωτική, θα μπορούσε –πάντα αναδρομικά, πάντα εκ των υστέρων– να αναλυθεί περαιτέρω, όπως κι έχει αναλυθεί, από το 1957 μάλιστα, σε υπόρρητες τάσεις ή διαστάσεις. Οι τάσεις αυτές εκφράζονται έμμεσα με απαντήσεις σε ερωτήματα, όπως «πόσο έντονη» ή «πόσο βαριά» ή «ανάλαφρη» ή «γωνιώδης» ή «λεία» ήταν η εμπειρία που προέκυψε απ’ το άκουσμα ή την ανάγνωση της άλφα ή βήτα λέξεως, που κωδικεύτηκαν στο περίφημο «semantic differential» –τις κλίμακες που προκύπτουν από το «measurement of meaning», απ’ τη μέτρηση της συνδηλωτικής σημασίας των Osgood, Suci και Tennenbaum [2], που λειτούργησε ως μια πρώιμη έκρηξη στη γνωσιακή επανάσταση, η οποία δέκα-δεκαπέντε χρόνια αργότερα κατήργησε το απολυταρχικό καθεστώς του συμπεριφορισμού στην Ψυχολογία.
Ακόμα πιο ευδιάκριτη είναι η αναφορική –ας την αποκαλέσουμε– όψη της σημασίας ή η αναφορική σημασία –the referential meaning–, δηλαδή, η συγκεκριμένη έννοια ή η συγκεκριμένη νοητή εικόνα ή η αισθητική εμπειρία που προκύπτει απ’ το άκουσμα ή την ανάγνωση μιας λέξεως. Η νοητή εικόνα της ακρόπολης, φέρ’ ειπείν, που προκύπτει απ’ το άκουσμα της λέξης «ακρόπολη» ή η εικόνα του Αιγινητείου που προκύπτει απ’ το άκουσμα της λέξης «Αιγινήτειο» και ούτω καθ’ εξής. Επίσης ευδιάκριτη είναι η ειδική ή η τυπική όψη της σημασίας, η λεγόμενη «denotative meaning», η οποία σημασία εκφράζεται ως ο τυπικός ορισμός του είδους του πράγματος που σημαίνει η λέξη. Η λέξη δάφνη, φέρ’ ειπείν, σημαίνει δέντρο αειθαλές της τάδε οικογένειας, της δείνα ποικιλίας, τάξεως, φύλλου, συνομοταξίας, μ’ αυτό το χαρακτηριστικό και τ’ άλλο.
Διαφορετική απ’ όλες τις προηγούμενες είναι η συνειρμική όψη, «the associative meaning» ή η σημασία των λέξεων· το σμήνος δηλαδή των νοητών εικόνων και τάσεων, με τις οποίες η κάθε λέξη είναι περιστασιακά συνδεδεμένη. Επί παραδείγματι: για κάποιους η λέξη δάφνη φέρνει στο νου την Κυριακή των Βαΐων, γι’ άλλους την Πυθία· γι’ άλλους την επιγραφή σ’ ένα πίνακα του Φασιανού, «δάφνη κομίζει και χαρταετό», γι’ άλλους τις φακές με το ξερό φύλο της δάφνης που μαγείρευαν κάποιες γιαγιάδες το χειμώνα. Πέρα από αυτές τις τέσσαρες όψεις της σημασίας ή τις τέσσαρες επί μέρους σημασίες της κάθε λέξης, μπορούμε να διακρίνουμε σε κάθε σύνθετη εμπειρία –σε κάθε σύνθετη σημασία– δύο τουλάχιστον βιωματικές ποιότητες: Πρώτον και πάντα το ποιόν της «οικειότητας» και δεύτερον, για κάποιες λέξεις, σε κάποιες περιστάσεις το «θυμικό» ποιόν που τις επικαλύπτει.
Δηλαδή, όταν ακούμε ή διαβάζουμε μια γνωστή λέξη έχουμε πάντα αυτό το αίσθημα της βεβαιότητας, της πεποίθησης, ότι πρόκειται για κάτι γνωστό και οικείο και, ενίοτε, βιώνουμε ότι αυτό το κάτι είναι επίσης λίγο ή πολύ ευχάριστο, λίγο ή πολύ δυσάρεστο. Αυτά είναι, λοιπόν, τα βασικά μόρια της σύνθετης εμπειρίας, της σημασίας κάθε γνωστής λέξης, και μπορεί να υπάρχουν και άλλα. Αλλά αυτό εν πάση περιπτώσει εννοώ εδώ κι αυτό υπονοείται και στο άρθρο που μνημόνευσα, με τον όρο σημασία.
Απαρίθμησα τις διάφορες σημασίες και βιωματικές ποιότητες που συναπαρτίζουν τη σύνθετη σημασία διότι το πόσο ακριβώς καθ’ ένα απ’ αυτά τα μόρια ή τα συστατικά συνεισφέρει στη σύνθετη εμπειρία, πάντα διαφέρει από άτομο σε άτομο, αλλά επίσης διαφέρει για τον καθένα μας απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Ποτέ, δηλαδή, δεν έχουμε την ίδια ακριβώς εμπειρία κάθε φορά που ακούμε την ίδια λέξη. Επομένως, κάθε λέξη έχει για τον καθένα μας όχι μόνο μία, αλλά δυνάμει άπειρες σημασίες ή αποχρώσεις σημασίας –πράγμα που καλό είναι να θυμόμαστε, όταν προτείνουμε υποθέσεις για το πώς οι σημασίες κωδικεύονται και αποθηκεύονται σε ομάδες νευρώνων στου καθένα μας τον πεπερασμένο εγκέφαλο.
Ας δούμε, λοιπόν, τώρα πώς, σύμφωνα με το πρότυπο που παρουσιάστηκε στο άρθρο που ανέφερα και το οποίο εκφράζει, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον, την κρατούσα αντίληψη της νευροεπιστημονικής κοινότητας, κωδικεύεται η κάθε σημασία, πώς δηλαδή μετατρέπεται σε νευρωνικό σήμα, πώς διατηρείται σε λανθάνουσα κατάσταση μες στον εγκέφαλο και τέλος πώς ανακαλείται, πώς ενεργοποιείται, για να προκαλέσει εκ νέου τη σύνθετη εμπειρία, τη σημασία δηλαδή της μιας και της άλλης λέξης.
Κατ’ αρχάς κανείς δεν αμφισβητεί ότι, πρώτον, σε κάθε σημασία αντιστοιχεί και ένα σύνθετο νευρωνικό σήμα και ότι, δεύτερον, το σήμα αυτό είναι δομημένο βάσει κάποιου κώδικα, βάσει κάποιας νευρωνικής αλφαβήτας. Η αντιστοιχία θεωρείται δεδομένη απ’ όλους. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω συναντήσει συνάδελφο όποιας φιλοσοφικής πεποιθήσεως, υλιστή, δυϊστή, αναρχικό ή ανέντακτο, ο οποίος να αμφιβάλει για της αντιστοιχίας το αληθές. Ομοίως καθολική είναι και η άγνοια που επικρατεί όσον αφορά τη φύση του κώδικα ή της νευρωνικής αλφαβήτας, βάσει της οποίας οι εγκεφαλικοί μηχανισμοί κωδικεύουν εμπειρίες. Γι’ αυτό, άλλωστε, κι ο συγγραφέας του άρθρου δεν ασχολείται με τη φύση του κώδικα. Κάνει, όμως, λόγο για το πώς –σε γενικές γραμμές– προκύπτει το σήμα που αντιστοιχεί στην κάθε σημασία, για το πώς και πού αποθηκεύεται και πώς επανενεργοποιείται –λόγο βασισμένο εν πολλοίς στις γνωστές απόψεις του Donald Hebb, όπως αυτές εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1949 στην κλασική πλέον μονογραφία του Hebb, The Organization of Behavior [3].
Σύμφωνα, λοιπόν, με τη γενικώς αποδεκτή άποψη του Hebb και του Pulvermüller –του συγγραφέα του εν λόγω άρθρου–, αλλά και του νευροεπιστημονικού κόσμου εν γένει, νευρωνικά σήματα, που αντιστοιχούν σε εμπειρίες γενικώς και ειδικότερα σε σημασίες, υφίστανται σε δύο διακριτές καταστάσεις και μεταπίπτουν συχνά απ’ τη μια κατάσταση στην άλλη. Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε τη μια κατάσταση παθητική ή λανθάνουσα και την άλλη ενεργό. Στην παθητική ή λανθάνουσα κατάσταση, το σήμα έχει τη μορφή ενός νευρωνικού δικτύου, το οποίο αποτελείται από νευρώνες που έχουν αποκτήσει την ιδιότητα να εκφορτίζουν μαζί· όχι αναγκαστικά ταυτοχρόνως, όσο με την έννοια ότι εκφόρτιση του ενός ή κάποιων συνεπάγεται την εκφόρτιση των υπολοίπων του κυκλώματος παρά άλλων νευρώνων, οι οποίοι δεν ανήκουν στο προκείμενο δίκτυο.
Εκφόρτιση των νευρώνων του δικτύου μετατρέπει το δίκτυο (cell assembly, κατά τον Hebb) σε αναπαλλώμενο κύκλωμα (reverberating circuit, πάλι κατά τον Hebb). Το κύκλωμα, στην ενεργό του κατάσταση, παραμένει αναπαλλώμενο όσο χρόνο διαρκεί κι η υποκειμενική εμπειρία –στην προκειμένη περίπτωση όσο βιώνεται η εκάστοτε σημασία. Εν συνεχεία μεταπίπτει πάλι στην παθητική, λανθάνουσα κατάσταση –ξαναγίνεται, δηλαδή ένα απενεργοποιημένο νευρωνικό δίκτυο, όπου και παραμένει μέχρι την επόμενη ανάκληση ή ενεργοποίησή του, η οποία συνεπάγεται επανανάκληση της ίδιας εμπειρίας.
Στη λανθάνουσα κατάσταση το σήμα, εν είδη νευρωνικού δικτύου, δεν διακρίνεται από τα άλλα, δεν αναγνωρίζεται δηλαδή ως δίκτυο που αντιστοιχεί στην άλφα ή βήτα σημασία. Σήμερα, τουλάχιστον, δεν διαθέτουμε τεχνικές και μεθόδους για τη διάκριση και ταυτοποίηση τέτοιων δικτύων. Αλλά, ως αναπαλλώμενο κύκλωμα, το κάθε σήμα ή σωστότερα το χωροχρονικό περίγραμμα του κάθε σήματος που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «σχηματισμό ενεργοποιήσεως», είναι δυνάμει διακριτό, δυνάμει απεικονίσιμο, με τις σύγχρονες απεικονιστικές μεθόδους. Κι αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, καθιστά το υπό συζήτηση πρότυπο επιστημονικά έγκυρο, δηλαδή εμπειρικά προσπελάσιμο, δηλαδή διαψεύσιμο.
Τα σήματα για τα οποία μιλάμε είναι βέβαια γνωστά και με άλλα ονόματα σε άλλα πλαίσια· δεν πρόκειται δηλαδή εδώ για καινά δαιμόνια, για νέες έννοιες. Συγκεκριμένα, στην παθητική τους μορφή τα αποταμιευμένα σήματα σημασιών, μαζί με σήματα παρομοίως κωδικευμένων άλλων εμπειριών και γνώσεων –γνώσεων ιστορικών, γεωγραφικών, ανατομικών, αυτοβιογραφικών, αλγεβρικών και γνώσεων παντός άλλου είδους– αποτελούν το περιεχόμενο αυτού που καλούμε «δευτερογενή» ή «μακρόχρονη» μνήμη. Στη δε ενεργό τους κατάσταση, ως αναπαλλώμενα κυκλώματα, τα ίδια σήματα αποτελούν το περιεχόμενο αυτού που λέμε «πρωτογενή», ή «βραχύχρονη», ή «άμεση» μνήμη, ή, εναλλακτικά, «ψυχολογικό παρόν», ή «τρέχουσα φάση του συνειδησιακού γίγνεσθαι». Πιο σωστά, δηλαδή σύμφωνα με το πρότυπο, στην ενεργό τους κατάσταση τα σήματα αποτελούν τα αίτια των εμπειριών που απαρτίζουν το ψυχολογικό παρόν ή το περιεχόμενο της πρωτογενούς μνήμης.
Σύμφωνα πάντα με το πρότυπο, το σήμα κάθε σημασίας αρχίζει τη σταδιοδρομία του ως νεοσύστατο αναπαλλώμενο κύκλωμα που αντιστοιχεί στην εμπειρία κάποιου ή κάποιων περιβαλλοντικών ερεθισμάτων, αν και οι λεπτομέρειες της γενέσεώς του, όπως αυτές της γεννήσεως των προφητών και των ημίθεων και θεών κάθε θρησκείας, παραμένουν μάλλον ακαθόριστες, μάλλον σκοτεινές. Και για να διαπιστώσει κανείς την πυκνότητα του εννοιολογικού νεφελώματος που καλύπτει τη γένεση αυτή από πρώτο χέρι, κι επίσης για να μην μένει καμιά υπόνοια ότι ίσως εγώ λειτουργώ εδώ εκουσίως ή υποσυνείδητα ως νεφεληγερέτης και συσκοτιστής, σας μεταφέρω από το πρωτότυπο τα σχετικά χωρία του άρθρου.
Άρχεται δε η περιγραφή του προτύπου με τη γένεση της σημασίας των λέξεων που αναφέρονται σε πράγματα αισθητά: «Όταν αποκτάται η σημασία μιας λέξεως που αναφέρεται σε κάτι αισθητό, αυτός που την αποκτά ενδεχομένως εκτίθεται σε παντοειδή αισθητικά ερεθίσματα σχετιζόμενα με τη σημασία ή μπορεί να εκτελεί πράξεις στις οποίες η λέξη αναφέρεται».
Για να καταστήσω σαφέστερες την περικοπή που μόλις παρέθεσα: Όταν κάποιος πρωτακούει τη λέξη «δάφνη» ενδεχομένως να βλέπει το φερώνυμο δέντρο και να μυρίζει τα φύλλα του. Ή, όταν κάποιος πρωτακούει απ’ τη μαμά του «μην τρέχεις, Νικολάκη», προφανώς τρέχει. Στην πρώτη περίπτωση τα οπτικά και οσφρητικά, στην άλλη τα κιναισθητικά ερεθίσματα εγείρουν τα αντίστοιχα αναπαλλώμενα κυκλώματα, παράλληλα μ’ αυτά που εγείρουν τα λεκτικά ερεθίσματα «δάφνη» ή «μην τρέχεις». Αλλά καλύτερα παρακολουθείστε τον συγγραφέα: «Οι νευρώνες που σχετίζονται με την ακουστική και φωνολογική εμπειρία που εγείρει το άκουσμα μιας λέξεων ενεργοποιούνται μαζί με άλλους νευρώνες οι οποίοι σχετίζονται με αισθήματα και πράξεις» ή αλλιώς «αντανακλούν όψεις της σημασίας της». Επιπλέον, «εάν αυτή η από κοινού εκφόρτιση συμβεί συχνά, θα αλλοιώσει το δίκτυο που αντιπροσωπεύει τη λέξη».
Πώς ακριβώς θα αλλοιωθεί το δίκτυο στο επίπεδο των συνάψεων μέσω της «Μακρόχρονης Ενδυνάμωσης» και «Αναστολής» (Long Term Potentiation and Inhibition), δεν μας αφορά εδώ. Αυτό που μας αφορά είναι ότι το δίκτυο θα αλλάξει, με την έννοια ότι «οι νευρώνες που εκφορτίζουν μαζί στην κινητική, οπτική και άλλες περιοχές του φλοιού απ’ τη μια πλευρά και το δίκτυο που αντιπροσωπεύει την ακουστική-φωνολογική όψη της λέξεως απ’ την άλλη, θα εξελιχθούν σε ενιαίο δίκτυο ανώτερου επιπέδου», έτσι ώστε ένα ουσιαστικό να «μπορεί να εγχαραχθεί στον φλοιό με τη μορφή δικτύου, το οποίο περιλαμβάνει ένα φωνολογικό μέρος (γύρο στη σχισμή Sylvius) και ένα σημασιολογικό μέρος (κυρίως έξω απ’ αυτή την περιοχή)») και: «after such an assembly has been formed, the phonological signal will be efficient in igniting the entire assembly including the semantic representation and vice-versa the assembly may become ignited by input only to its semantic part», που σημαίνει: («αφού ένα τέτοιο δίκτυο διαμορφωθεί») και, παρένθεση εδώ δική μου γιατί ο συγγραφέας δεν το λέει, και μεταπέσει στην παθητική, λανθάνουσα κατάσταση και καταστεί κι αυτό ένα απ’ τα περιεχόμενα της δευτερογενούς μνήμης, («το φωνολογικό σήμα») –κι εδώ υποθέτω εννοεί εξωγενές φωνολογικό σήμα παρόμοιο με το ήδη εγχαραγμένο στην άνω κροταφική έλικα– («θα αρκέσει να ενεργοποιήσει όλο το δίκτυο συμπεριλαμβανομένου του τμήματος που αντιπροσωπεύει τη σημασία και τανάπαλιν· όλο το δίκτυο μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσω input-κάποιου ερεθίσματος») –υποθέτω εννοεί συνειρμικά, μέσω κάποιου νοηματικά συγγενούς δικτύου.
Επιπλέον: «Η θέση των δικτύων στον εγκέφαλο, που αντιστοιχούν σε διάφορα είδη λέξεων, θα διαφέρει ριζικά βάσει της λογικής του προτύπου του Hebb» – θέση την οποία υιοθετεί και ο συγγραφέας. Αλλού, δηλαδή, προβλέπεται πως βρίσκονται τα δίκτυα των ουσιαστικών, αλλού των ρημάτων και των προθέσεων. Αλλού ουσιαστικών που αναφέρονται σε αισθητά κι αλλού αυτών που αναφέρονται σε αφηρημένες έννοιες, κι ακόμα, αλλού ουσιαστικών που αναφέρονται σε αισθητά που κυρίως βλέπουμε κι αλλού αυτών που αναφέρονται σε πράγματα που γευόμαστε, μυρίζουμε ή ακούμε. Επί παραδείγματι: η φωνολογική μοίρα των δικτύων όλων των λέξεων –σύμφωνα με το πρότυπο– πρέπει να βρίσκεται στο αριστερό ημισφαίριο, στις όχθες της αύλακας Sylvius, ενώ η σημασιολογική μοίρα των δικτύων που αντιπροσωπεύουν ρήματα, πρέπει να διαμορφώνεται στον κινητικό κυρίως φλοιό και αυτών που σχετίζονται με ή αντανακλούν τη σημασία λέξεων που αναφέρονται σε οπτικώς προσλαμβανόμενα αντικείμενα σε οπίσθιες περιοχές του εγκεφάλου, αμφοτερόπλευρα.
Εν κατακλείδι: Αν αφαιρέσουμε τον δελφικό μύθο της γενέσεως των δικτύων και τον ακόμα ασαφέστερο της μετατροπής δικτύων και αναπαλλωμένων κυκλωμάτων σε εμπειρίες, πράγμα που αποδίδεται με τα ρήματα «αντιπροσωπεύω», «προκαλώ», «σχετίζομαι», «αντανακλώ», το υπόλοιπο πρότυπο είναι, όπως προανέφερα, εμπειρικώς ελέγξιμο, αν και δεν έχει ακόμα ούτε ακριβώς διαψευσθεί, ούτε επικυρωθεί μέσω δεδομένων των νευροαπεικονιστικών και των κλινικών μεθόδων. Κι εν μέρει επειδή είναι επιστημονικά προσεγγίσιμο, το πρότυπο αυτό, με τη μορφή που εμφανίστηκε το 1999 στο Behavior and Brain Sciences, έγινε αποδεκτό από τη νευροεπιστημονική κοινότητα, την οποία στην προκειμένη περίπτωση αντιπροσώπευσαν οι είκοσι εννέα δόκιμοι σχολιαστές του άρθρου. Δεδομένου δε ότι στα έντεκα χρόνια που μεσολάβησαν τίποτα επαναστατικό δεν έχει συμβεί που να αλλάξει την κοινή (νευροεπιστημονική) γνώμη επί του θέματος, νομίζω δικαιολογείται να εκλάβουμε το πρότυπο ως έγκυρη έκφραση αυτής της γνώμης.
Αποδοχή, βέβαια, του προτύπου δεν σημαίνει αποδοχή της κάθε του λεπτομέρειας. Στα επί μέρους υπήρχαν, και φαντάζομαι ακόμα υπάρχουν, ενστάσεις. Μια ένσταση, επί παραδείγματι, που θα περίμενα να δω σε κάποιο από τα είκοσι εννιά σχόλια, αλλά δεν είδα, έχει να κάνει με αυτό που έθιξα και λίγο πριν· δηλαδή με το πώς είναι ποτέ εφικτό ένας πεπερασμένος αριθμός νευρώνων να αρκεί για τη δημιουργία ενός δυνάμει άπειρου αριθμού δικτύων –αν βέβαια αληθεύει ότι η κάθε λέξη δεν έχει μόνο μία, αλλά δυνάμει άπειρες σημασίες ή παραλλαγές σημασιών, όπως προανέφερα. Αλλά ούτε κι αυτή η ένσταση δεν προσβάλλει θανάσιμα του προτύπου το εύλογον: Θα μπορούσε κάλλιστα να αντιμετωπιστεί με μια τροποποίηση της εικασίας για το τι ακριβώς κωδικεύουν τα δίκτυα. Και, αντί να υποστηριχθεί ότι κωδικεύουν σημασίες, να προταθεί ότι το καθένα κωδικεύει κι έναν τρόπο παραγωγής εναλλακτικών σημασιών βάσει ενός σχετικά μικρού συνόλου στοιχειωδών εννοιών («semantic features»). Και μια τέτοια τροποποίηση θα άφηνε άθικτη την κεντρική θέση του προτύπου, ότι σε κάθε σημασία αντιστοιχεί και ένα εγχαραγμένο στον φλοιό νευρωνικό δίκτυο, του οποίου η θέση και κατανομή μπορεί να εντοπιστεί ευθέως με τις νευροαπεικονιστικές μεθόδους ή εμμέσως με την κλινική παρατήρηση των επιπτώσεων εστιακών βλαβών στον φλοιό.
Γενική αποδοχή του προτύπου, επίσης, δεν σημαίνει ότι το πρότυπο θεωρείται πλήρες ούτε απ’ την πλευρά του συγγραφέα, ούτε από πλευράς των σχολιαστών, ούτε, νομίζω, απ’ την πλειονότητα των ειδικών. Αντιθέτως, μάλιστα, όλοι –κι ο συγγραφέας πρώτος– φαίνεται πως αναγνωρίζουν τις ατέλειές του και κάποια σκοτεινά του σημεία. «Υπάρχουν», γράφει, «ερωτήματα» τα οποία, ομολογώ «αδυνατώ να απαντήσω», ερωτήματα, όπως «τι μετατρέπει ένα δίκτυο σε έννοια». Κι εδώ βέβαια δεν εννοεί τι μετατρέπει ένα δίκτυο σε αναπαλλώμενο κύκλωμα, αλλά τι μετατρέπει ένα αναπαλλώμενο κύκλωμα σε σημασία –πώς, δηλαδή, τα κυκλώματα παράγουν εμπειρίες.
«Αλλά», συνεχίζει, «I believe those questions can not be answered and popular statements that consciousness starts at 5μV [4] or it is apparent in 40Hz activity are somewhat unsatisfactory [5]». Ομολογεί, δηλαδή, δύο πράγματα. Πρώτον, ότι πιστεύει ότι ερωτήσεις, όπως τί μετατρέπει ένα δίκτυο σε σημασία, είναι φύσει αναπάντητες. Δεύτερον, ότι οι απαντήσεις που έχουν προταθεί, όπως αυτή του Benjamin Libet, ότι συνειδητές εμπειρίες προκύπτουν όταν η ενεργοποίηση φθάνει τα 5μV, ή αυτή του Crick, ότι εμφανίζεται όταν τα κυκλώματα αναπάλλονται 40 φορές το δευτερόλεπτο, είναι ανεπαρκείς.
Για το ότι τέτοιες απαντήσεις είναι μάλλον μη ικανοποιητικές, ούτε λόγος· αλλά για το ότι το ερώτημα είναι από τα αναπάντητα, δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Πλην όμως, κλείνει εμφατικά και μάλλον αντιφατικά ο συγγραφέας: «η ενεργοποίηση πολυάριθμων και ισχυρά συνδεδεμένων πληθυσμών φλοιϊκών νευρώνων είναι η φυσική βάση της συνείδησης». Μ’ άλλα λόγια, οι σημασίες, οι σύνθετες αυτές εμπειρίες, δεν προκύπτουν από ταλαντώσεις 40 κύκλων, ούτε από διέγερση του ύψους των 5μV, αλλά από την ενεργοποίηση, γενικώς, εκτεταμένων δικτύων. Αλλά, συνεχίζει, «further question will lead to nothing but confusion», δηλαδή («περαιτέρω ερωτήσεις για το πώς ακριβώς από τα κυκλώματα προκύπτουν οι σημασίες είναι επικίνδυνες»)· θα σας μπερδέψουν. Αυτό μάλλον το συνάγει από τις όντως ατυχείς απόπειρες ερευνητών, όπως του Crick και του Libet, αλλά και πλείστων άλλων. Και όπως κατέθεσα στην αρχή, σ’ αυτό δεν τον αδικώ. Διαφωνώ, όμως, με την ετυμηγορία ότι το αίνιγμα: «πώς είναι δυνατόν από τα δίκτυα να προκύψουν εμπειρίες», είναι άλυτο. Πιστεύω πως λύνεται.
Για να λυθεί, όμως, θεωρώ πως πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τη φύση του· αλλά οι περιγραφές του που απαντούν στην επαγγελματική γραμματεία είναι δυστυχώς σιβυλλικές: Μέσα στον κυκεώνα των συνωνύμων εκφράσεων, όπως «τα δίκτυα είναι η βάση των σημασιών, τα δίκτυα αντιπροσωπεύουν σημασίες, σχετίζονται με σημασίες ή προκαλούν σημασίες, κ.λπ.» και στα πολλαπλά λογικά ανομήματα προσμίξεως κατηγοριών, όπως π.χ. των μικροβόλτ ή των 40 κύκλων και των εμπειριών, ο κάθε καλοπροαίρετος ερευνητής ή ο κάθε απλώς ενδιαφερόμενος, χάνει το νόημα του αινίγματος. Ξεχνά σε τι ακριβώς συνίσταται το αίνιγμα. Ευτυχώς, όμως, που ο άνθρωπος, απ’ την εποχή της καινής διαθήκης ή μάλλον απ’ την εποχή του Αισώπου, έχει βρει το αντίδοτο για τέτοιες νοηματικές συγχύσεις: Έχει επινοήσει την παραβολή.
Για να γίνει, λοιπόν, κατανοητή η φύση του αινίγματος που μας ταλανίζει, που χωρίς αυτή δεν υπάρχει ελπίδα να ξεδιαλύνουμε το αίνιγμα, έψαξα και βρήκα την κατάλληλη, νομίζω, για την περίπτωσή μας παραβολή. Τη βρήκα δε στο κατά Marquez ευαγγέλιο [6]. Πρόκειται για τον μύθο της επιδημίας της αϋπνίας και της αμνησίας που ακολούθησε, η οποία έπληξε το χωριό των Buendia, το ονειρικό Macondo:
«Ο Κατάουρε, ο ιθαγενής, έφυγε από το σπίτι πριν ξημερώσει. Η αδελφή του έμεινε, γιατί η μοιρολατρία της τής έλεγε πως η μοιραία αρρώστια θα την ακολουθούσε όπου και να πήγαινε, και στην πιο μακρινή γωνιά της γης. Κανείς όμως δεν κατάλαβε τον πανικό της Βισιτασιόν. «Κι αν δεν ξανακοιμηθούμε ποτέ, τόσο το καλύτερο», έλεγε ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία καλοπροαίρετα. «Έτσι, θα χαρούμε περισσότερο τη ζωή». Όμως η ιθαγενής τους εξήγησε πως το πιο τρομερό σύμπτωμα της αρρώστιας της αϋπνίας δεν ήταν η ίδια η αϋπνία, μια και το σώμα δεν αισθανόταν καμιά κούραση, αλλά η μοιραία εξέλιξή της με μια εκδήλωση πιο σοβαρή: την αμνησία. Εννοούσε πως, όταν ένας άρρωστος συνήθιζε την κατάσταση της αϋπνίας, τότε άρχιζαν να σβήνουν από τη μνήμη του οι αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, ύστερα το όνομα κι η αντίληψη των πραγμάτων και, τελευταία, η ταυτότητα των ανθρώπων κι ακόμα κι η συνείδηση της ίδιας του της ύπαρξης. Ώσπου, στο τέλος, βυθιζόταν σε μια χαύνωση δίχως παρελθόν».
Αυτά εισαγωγικά. Ερχόμαστε τώρα στο κυρίως θέμα:
«Ο Αουρελιάνο ήταν εκείνος που σκέφτηκε τον τρόπο με τον οποίο θα τους προστάτευε απ’ τις διαλείψεις της μνήμης γι’ αρκετούς μήνες. Τον ανακάλυψε τυχαία. Έμπειρος άυπνος, μια και ήταν απ’ τους πρώτους, είχε μάθει τέλεια την τέχνη της αργυροχοΐας. Μια μέρα έψαχνε για το μικρό αμόνι που χρησιμοποιούσε για να σφυρηλατεί τα μέταλλα και δεν μπορούσε να θυμηθεί τ’ όνομά του. Ο πατέρας του τού το είπε: «Ακμόνιον». Ο Αουρελιάνο έγραψε τ’ όνομα σ’ ένα χαρτί και το κόλλησε με κόλλα πάνω στο μικρό αμόνι: ακμόνιον. Έτσι, ήταν βέβαιος πως δεν θα το ξεχνούσε στο μέλλον. Δεν του πέρασε η ιδέα πως αυτή ήταν η πρώτη εκδήλωση της απώλειας της μνήμης του. Μερικές μέρες αργότερα ανακάλυψε πως δυσκολευότανε να θυμηθεί σχεδόν όλα τ’ αντικείμενα μες στο εργαστήρι. Σημείωσε τότε το καθένα με τ’ όνομά του· έτσι, έφτασε να διαβάζει την επιγραφή για να τ’ αναγνωρίζει. Όταν του μίλησε ο πατέρας του μ’ ανησυχία, γιατί είχε ξεχάσει μέχρι και τα πιο εντυπωσιακά γεγονότα της παιδικής του ηλικίας, ο Αουρελιάνο του εξήγησε τη μέθοδό του κι ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουένδια την έβαλε σ’ εφαρμογή σ’ όλο το σπίτι κι αργότερα την επέβαλε σ’ ολόκληρο το χωριό. Μ’ ένα πινέλο βουτηγμένο στο μελάνι έγραψε πάνω στα πράγματα τ’ όνομά τους: τραπέζι, καρέκλα, ρολόι, πόρτα, τοίχος, κρεβάτι, κατσαρόλα. Πήγε στο μαντρί και σημείωσε τα ονόματα ζώων και φυτών: αγελάδα, κατσίκα, γουρούνι, κότα, γιούκα, μαλάγκα, μπανάνα. Λίγο λίγο, μελετώντας τις άπειρες δυνατότητες της αμνησίας, κατάλαβε πως θα μπορούσε να ’ρθει η μέρα που θα αναγνώριζαν τα πράγματα απ’ τ’ όνομά τους, αλλά κανείς δεν θα θυμόταν τη χρησιμότητά τους. Έτσι, έγινε πιο επεξηγηματικός. Η επιγραφή που κρέμασε από το λαιμό της αγελάδας ήταν ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοι του Μακόντο θα καταπολεμούσαν την αμνησία: Αυτή η αγελάδα πρέπει ν’ αρμέγεται κάθε πρωί για να βγάζει γάλα και το γάλα πρέπει να βράζεται για να ανακατεύεται με τον καφέ και να γίνεται καφές με γάλα. Έτσι, συνέχισαν να ζουν σε μια πραγματικότητα που ξεγλιστρούσε, την οποία προσωρινά αιχμαλώτιζαν με τις λέξεις, αλλά η οποία θα τους ξέφευγε οριστικά όταν θα ξέχναγαν τις αξίες των γραμμένων ψηφίων», όταν δηλαδή θα ξέχναγαν τι σημαίνει το κάθε γράμμα της αλφαβήτου, το κάθε στοιχείο του κώδικα που αποτελούσε το σήμα, δηλαδή την κάθε επιγραφή.
Αυτή είναι λοιπόν η παραβολή. Το δε πρώτο δίδαγμα που συνάγεται από την παραβολήν ταύτην είναι, ελπίζω, ευδιάκριτο: Είναι η αναγκαιότητα της παρουσίας ενός αποκρυπτογράφου, ενός αναγνώστη, γνώστη του κώδικα που είναι δομημένο το σήμα, ο οποίος αναγνώστης είναι ο φορέας ή το ποιητικό αίτιο των σημασιών που υπενθυμίζει το κάθε σήμα (γιατί «σημαίνω», βέβαια, σημαίνει υπενθυμίζω). Και υπάρχει ανάγκη αποκρυπτογράφου διότι, όπως έχει εμφατικά δηλωθεί πλειστάκις στο πλαίσιο του προτύπου, η σημασία δεν είναι σήμα. Άλλο το σήμα και άλλο η σημασία την οποία το σήμα κωδικεύει. Άλλο η σύνθετη εμπειρία κι άλλο το αντίστοιχό της αναπαλλώμενο κύκλωμα. Η σημασία, είπαμε, βασίζεται στο σήμα, προκύπτει απ’ το σήμα, αντιπροσωπεύεται από το σήμα, είναι αποτέλεσμα του σήματος. Και, στο φως της παραβολής, είναι εμμέσως το αποτέλεσμα του σήματος· το σήμα είναι το υλικό της αίτιο, η αναγκαία της συνθήκη και προϋπόθεση και κάτι άλλο, ένας δηλαδή νοητός αποκωδικογράφος είναι το ποιητικό της, όπως προείπα, αίτιο.
Τι λοιπόν στον εγκέφαλο παίζει τον ρόλο του αναγνώστη κι ερμηνευτή των σημάτων· του αποκρυπτογράφου των αναπαλλωμένων κυκλωμάτων; Ο κάθε μετριόφρων νευροεπιστήμονας, όπως ο συγγραφέας του υπό συζήτηση άρθρου, διστάζει να προτείνει λύσεις. Μας προτρέπει, μάλιστα, να αποφεύγουμε τέτοια επικίνδυνα ψαξίματα, τέτοιες κακοτοπιές: «further questions », προς αυτή την κατεύθυνση, μας νουθετεί, «will lead to nothing but confusion». Αλλά είτε είναι παρακινδυνευμένο να αναρωτιόμαστε, τι είδους πράγμα στον εγκέφαλο μετατρέπει σήματα σε σημασίες, είτε όχι, η αναγκαιότητα κάποιου είδους ερμηνευτή κι αποκρυπτογράφου –στο φως της παραβολής– είναι αναντίρρητη: Κανένα σήμα, είτε είναι χαραγμένο στην πέτρα, είτε είναι γραμμένο με πινέλο σε πινακίδες κολλημένες σε αμόνια και σε αγελάδες, είτε είναι ενσωματωμένο στη μοριακή συμπεριφορά των συνάψεων ενός νευρωνικού δικτύου δεν είναι παρά βουβό και άχρηστο σκεύος, εάν δεν αποκωδικευτεί και δεν ερμηνευθεί. Χρειάζεται, επομένως, αποκρυπτογράφος ή κάτι με τις ιδιότητες ενός κανονικού αποκρυπτογράφου όπως είμαστε εμείς οι άνθρωποι που συνεχώς αποκωδικεύουμε σελίδες ολόκληρες γεμάτες σήματα γραμμένα στον κώδικα της κοινής αλφαβήτας.
Αλλά υπάρχει κι ένα δεύτερο δίδαγμα στην παραβολή της αϋπνίας: Όσο λεπτομερές και να είναι το σήμα κι όσο στοιχειώδης και απλός και να ’ναι ο κώδικας στον οποίο είναι γραμμένο, πάλι δεν μετατρέπεται από μόνο του σε εμπειρία, εν προκειμένω στη σημασία της μιας ή της άλλης λέξης. Πάλι, δηλαδή, χρειάζεται έναν ερμηνευτή που γνωρίζει τον κώδικα και μπορεί να τον διαβάζει συλλαβή προς συλλαβή, γράμμα προς γράμμα. Εδώ ο κάθε ανεπηρέαστος από νευροεπιστημονικές θεωρίες και εικασίες ανειδίκευτος πιθανόν να αναφωνήσει: «Ε, και λοιπόν; Πού το πρόβλημα; Για ποιο αίνιγμα μιλάμε; Φυσικά χρειάζεται ερμηνευτής σημάτων, αν έτσι όντως επισημαίνεται η σημασία των λέξεων στον εγκέφαλο, ακριβώς όπως προκύπτει απ’ την παραβολή του Marquez. Μόνον που δεν χρειάζεται να ψάχνουμε για ερμηνευτές διότι, πάλι όπως προκύπτει απ’ την παραβολή του Marquez, ο ερμηνευτής είναι όλη την ώρα μπροστά στα μάτια μας: Είναι ο κάθε Aureliano ή, σωστότερα, ο νους του κάθε Aureliano. Διότι, σε τελική ανάλυση, μόνο ένα είδος όντος υπάρχει –τουλάχιστον ένα μόνο ξέρουμε– που μπορεί να μετατρέπει κάθε λογής κώδικα, κάθε σύμβολο και κάθε αλφαβήτα σε σημασία, όντας το μόνο είδος που είναι φορέας και γεννήτορας εμπειριών –κι αυτό το ον είναι ο νους του ανθρώπου».
Από μια σκοπιά, καλά τα λέει ο προσγειωμένος και πρακτικός κοινός θνητός, αρκεί να μην τον πιέσουμε να ξεκαθαρίσει αυτό που πιστεύει. Να μας ομολογήσει, δηλαδή ότι ο νους του ανθρώπου, στου οποίου την αυθεντία στηρίζεται, δεν εξαρτάται από εγκεφαλικούς μηχανισμούς, παρά μόνο διαβάζει τα σήματά τους· γιατί τότε, στο φως αυτής της παραβολής, τα πράγματα μπλέκονται και για κείνον και για μας. Δεν έχω, βέβαια, πρόθεση να ανακεφαλαιώσω όλα τα προβλήματα του δυϊσμού, που η θέση του κοινού θνητού εκφράζει αλλά, συμμετρίας ένεκεν –και θα φανεί σύντομα τι εννοώ–, θα πρέπει να αναφέρω τουλάχιστον ένα: Είναι προφανές ότι ο εν λόγω νους πρέπει όχι μόνο να γνωρίζει τον νευρωνικό κώδικα, αλλά να κατέχει ήδη τις σημασίες και τις άλλες εμπειρίες, διότι πώς αλλιώς θα μπορούσε το κάθε σήμα να αφυπνίζει την αντίστοιχη σημασία, εάν αυτή δεν υπήρχε μέσα του; Αλλά, εφ’ όσον ο νους ήδη κατέχει τις σημασίες, δεν χρειάζεται καν τον κώδικα –το πολύ πολύ το νευρωνικό σήμα να του είναι ένα απλό βοήθημα–, επομένως ο νους δεν χρειάζεται καν εγκεφάλους και σήματα για να βιώνει σημασίες και να συνδιαλέγεται με άλλα αδελφά πνεύματα. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι και εγκέφαλοι υπάρχουν και σήματα και όταν αυτά βραχυκυκλώνουν οι εγκέφαλοι συσκοτίζονται και οι αντίστοιχοι νόες και οι σημασίες αφανίζονται μαζί με τα σήματα κι όχι ανεξαρτήτως των σημάτων. Και γι’ αυτό τον λόγο και για πολλούς άλλους η ταύτιση του ερμηνευτή κι αποκρυπτογράφου των σημάτων με τον άυλο νου του δυϊσμού δεν μας βοηθά να ξεδιαλύνουμε το αίνιγμα.
Υπό την πίεση, λοιπόν, της ανάγκης ενός ερμηνευτή, κάποιοι τολμητίες, αδιαφορώντας για τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε τέτοιες εξερευνητικές απόπειρες, καταθέτουν πως ναι, υπάρχει νευρωνικός ερμηνευτής μέσα στον εγκέφαλο και δεν είναι άλλος από τα «εκτελεστικά προγράμματα» ή τις λειτουργίες, των οποίων οι νευρωνικοί μηχανισμοί κατοικοεδρεύουν κατά κύριο λόγο στον προμετωπιαίο φλοιό, και τις οποίες λειτουργίες κάποιοι άλλοι, πιο φιλόμουσοι συνάδελφοι, όπως επί παραδείγματι ο Gazzaniga [7] και ο Ramachandran [8], αποκαλούν «Διερμηνέα» ο ένας και ο άλλος «Στρατηγό». Μόνον που, πάλι δυστυχώς, ούτε η παρουσία των νευρωνικών Στρατηγών και Δραγουμάνων λύνει το πρόβλημα. Διότι, βλέπετε, εκτός κι αν εμπλουτίσουμε την επιστημονική παρατήρηση με μυθοπλασία, παντού και πάντα διαπιστώνουμε ότι μόνον σήματα παράγονται από νευρωνικούς μηχανισμούς. Σήματα και όχι σημασίες σημάτων. Άλλωστε κανείς μεταξύ των τολμηρών συναδέλφων, φιλόμουσων ή μη, δεν έχει ποτέ τολμήσει να πει καθαρά και ξάστερα ότι οι νευρωνικοί μηχανισμοί παράγουν οτιδήποτε άλλο από σήματα. Απλώς συμπληρώνουν ότι, κάπως, από τα σήματα προκύπτουν σημασίες.
Οπότε στο αδιέξοδο που βρισκόμαστε, η μόνη ελπίδα είναι να επινοήσουμε μια σειρά ανθρωπαρίων μες στον εγκέφαλο, νευρωνικών πάντα Διερμηνέων και Στρατηγών, που ο καθένας θα διαβάζει τα νευρωνικά σήματα που παράγει ο προηγούμενος, μπας και βρεθεί και κάποιος που αντί για σήματα γεννήσει μαγικά σημασίες, παρόλο που ξέρουμε πως η ελπίδα είναι απατηλή, ότι μόνον νευρωνικά σήματα απορρέουν από νευρωνικούς μηχανισμούς και μόνον τέτοια συναντάμε όταν ψάχνουμε στον εγκέφαλο με ηλεκτρόδια, καλώδια και κάθε λογής απεικονιστικά εργαλεία: Σήματα μόνον και σχηματισμούς σημάτων και τίποτε άλλο.
Καλώς, λοιπόν, έγραψε ο Roger Sperry [9]: τα νευρωνικά σήματα δεν παράγουν εμπειρίες, δεν γεννούν σημασίες. Απλώς οι σημασίες και οι εμπειρίες εν γένει αναδύονται από τα σήματα. Το δόγμα αυτό της αναδύσεως –«emergence»– πρέπει να ασκεί μεγάλη γοητεία, γιατί το επανέλαβαν πολλοί άλλοι, επώνυμοι και ανώνυμοι. Αλλά, όπως έχω αναπτύξει αλλού [10], η έννοια της αναδύσεως ως υποκατάστατο της έννοιας της αιτιότητας, η οποία στην περίπτωσή μας είδαμε πως δεν λειτουργεί, είναι έννοια κούφια. Όταν οι θιασώτες της προσπαθούν να δείξουν τι είναι και σε τι διαφέρει από τη συμβατική έννοια της αιτιότητας φέρνουν ως παράδειγμα την «ανάδυση» των ιδιοτήτων του νερού από τις εντελώς διαφορετικές ιδιότητες των ατόμων του οξυγόνου και του υδρογόνου και άλλα παρόμοια. Μόνο που, βέβαια, οι ιδιότητες τόσο του μορίου του νερού, όσο και των ατόμων του οξυγόνου και του υδρογόνου είναι ίδια κι απαράλλακτα φυσικές, ομούσιες κι όχι ριζικά διαφορετικές, όπως είναι οι ιδιότητες ενός νευρωνικού σήματος και οι ιδιότητες της σημασίας του. Και μόνο που, επιπλέον, η ανάδυση του νερού δεν είναι καθόλου διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη διαδικασία γενέσεως φυσικών φαινομένων από φυσικά φαινόμενα ή κοινωνικών ή ψυχολογικών φαινομένων από φαινόμενα επίσης κοινωνικά ή ψυχολογικά. Δεν υπάρχει, μ’ άλλα λόγια, παράδειγμα που να διαφοροποιεί την έννοια της αναδύσεως απ’ την έννοια της φυσικής αιτιότητας, η οποία, είπαμε, στην περίπτωση του υπό συζήτηση αινίγματος δεν μας εξυπηρετεί. Κλείνω την περί αναδύσεως παρένθεση και επανέρχομαι. Το αίνιγμα παραμένει.
Εν τω μεταξύ, η λύση του αινίγματος, εάν όντως πρόκειται, όπως πιστεύω, για δόκιμη λύση, είναι τόσο απλή, αλλά τόσο διαφανής, που παρόλο που είναι μπροστά μας, δεν μπορούμε να την δούμε. Είναι δε η εξής: Το σήμα ως αναπαλλώμενο κύκλωμα, του οποίου το χωρο-χρονικό περίγραμμα είναι δυνάμει ταυτοποιήσιμο με τις νευροαπεικονιστικές μεθόδους, είναι μια από τις δυο όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Η σημασία του είναι η άλλη της όψη. Η λύση δηλαδή είναι ότι το σήμα και η σημασία είναι δυο διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου πράγματος κι όχι το σήμα αίτιο και η σημασία αποτέλεσμα, όπως μας λέει και το τρέχον νευροεπιστημονικό πρότυπο αλλά και η κοινή λογική· δηλαδή το κοινώς αποδεκτό δυϊστικό δόγμα.
Αλλά αυτή η λύση που νομίζω τη σκέφτηκε πρώτος ο Spinoza είναι, όπως προανέφερα, τόσο διαφανής που φαντάζει ανυπόστατη –σκιάς όναρ– και νομίζω ότι έχει απογοητεύσει πολλούς. Και για πολλούς, έχω την εντύπωση, πως δεν διαφέρει από την ψευτο-λύση της «αναδύσεως» που μόλις πριν λίγο απέρριψα. Παρ’ όλα ταύτα η λύση αυτή νομίζω είναι –και θα προσπαθήσω να δείξω ότι όντως είναι– η μόνη εύλογη που απορρέει απ’ την εφαρμογή της κοινής επιστημονικής μεθόδου. Και για να δει κανείς αυτό το πράγμα αρκεί μόνο να πιστεύει σταθερά και ειλικρινά στο αίτημα που έχουμε συναντήσει ήδη στην πορεία αυτής της ομιλίας: το αίτημα που χαίρει γενικής αποδοχής απ’ όλους τους νευροεπιστήμονες, αλλά και πάντας τους παροικούντας το κλεινόν άστυ της επιστήμης και το ενδεχομένως κλεινότερον της φιλοσοφίας. Το αίτημα ότι σε κάθε εμπειρία και σε κάθε παραλλαγή κάθε εμπειρίας αντιστοιχεί –απλώς και μόνον αντιστοιχεί, αλλά αντιστοιχεί αποκλειστικά– κι ένας σχηματισμός νευρωνικών σημάτων, ένα αναπαλλώμενο κύκλωμα. Η λύση, λοιπόν, που προτείνω είναι αναγκαία επίπτωση αυτού του αιτήματος, πράγμα που αποδεικνύεται στο πλαίσιο ενός νοητού πειράματος –δηλαδή στο πλαίσιο της εφαρμογής της εμπειρικής– επιστημονικής μεθόδου.
Έστω, λοιπόν, ένα τέλειο νευροαπεικονιστικό σύστημα, το οποίο καταγράφει και δείχνει στην οθόνη τους σχηματισμούς των νευρωνικών σημάτων που διαμορφώνονται στον εγκέφαλό μου και αλλάζουν παράλληλα με τη ροή των εμπειριών μου. Έστω ότι κάποια στιγμή καθώς κοιτάζω την οθόνη ακούω τη λέξη «δάφνη». Πάραυτα βιώνω τη σημασία της και ταυτόχρονα βλέπω στην οθόνη έναν σχηματισμό. Έχω, δηλαδή, δυο εμπειρίες: Τη σύνθετη εμπειρία «σημασία της λέξης δάφνη» και την οπτική εμπειρία της φωτογραφίας στην οθόνη ενός σμήνους ιόντων που κινούνται μες στους νευρώνες του εγκεφάλου μου και το οποίο σμήνος, όσο διαρκεί η πρώτη εμπειρία, η σημασία, διαμορφώνεται σε ένα δυναμικό χωρο-χρονικό σχηματισμό με συγκεκριμένα και διακριτά (σύμφωνα με το αίτημα) χαρακτηριστικά.
Διαπιστώνω επίσης –πρέπει να διαπιστώσω εφ’ όσον το αίτημα αληθεύει– πως και στις παραμικρότερες αλλαγές στο ποιόν ή σε κάποια όψη της σύνθετης εμπειρίας, όταν ακούω την ίδια λέξη σε άλλα πλαίσια, αντιστοιχούν συγκεκριμένες αλλαγές στους σχηματισμούς που βλέπω στην οθόνη. Διαπιστώνω εν ολίγοις ότι υπάρχει τέλεια συσχέτιση μεταξύ δυο κατηγοριών φαινομένων: της κατηγορίας «σημασίες» και της κατηγορίας «σήματα». Κι αφού επαναλάβω το πείραμα με πολλές σημασίες και βάλω κι άλλους να το επαναλάβουν χίλιες ή δέκα χιλιάδες φορές, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι χωρίς καμιά εξαίρεση ο δείκτης συσχετίσεως δεν πέφτει ποτέ κάτω απ’ τη μονάδα, ότι δείχνει πάντα τέλεια συσχέτιση. Δεδομένων αυτών των αποτελεσμάτων της εφαρμογής της επιστημονικής μεθόδου, ποια είναι η πιο εύλογη εξήγησή τους, ποια είναι η πιο εύλογη εξήγηση της συσχετίσεως σημασιών και σημάτων;
Υπενθυμίζω πως ήδη έχει απορριφθεί για άλλους λόγους η σχέση αιτιότητας και το υποκατάστατό της, η σχέση της αναδύσεως. Πέραν αυτών λοιπόν που ήδη απερρίφθησαν, μια πρώτη εξήγηση είναι ότι η τέλεια συσχέτιση είναι απλή σύμπτωση: Τα δύο είδη φαινομένων απλώς τυχαίνει να συμβαδίζουν πάντα. Η εξήγηση αυτή λέγεται «ψυχοφυσικός παραλληλισμός» και ενδεχομένως αληθεύει. Μια δεύτερη εξήγηση είναι αυτή που συζητήθηκε εκτενώς τη δεκαετία του ’50 (βλ. πχ Herbert Feigl [11]), και είναι γνωστή ως «neural identity theory» –«θεωρία ταυτότητας», που λέει ότι τα δύο είδη φαινομένων σχετίζονται τελείως διότι δεν πρόκειται για δύο αλλά για ένα και ταυτό φαινόμενο· σήμα και σημασία είναι το ίδιο πράγμα, η ίδια πραγματικότητα. Η τρίτη και τελευταία εξήγηση είναι αυτή που προτείνω, ότι δηλαδή τα δύο είδη φαινομένων σχετίζονται, διότι είναι εκφάνσεις μιας τρίτης κοινής πραγματικότητας.
Έχω τώρα να διαλέξω την πιο εύλογη λύση. Λειτουργώντας ως χρήστης της επιστημονικής μεθόδου αρνούμαι να αναγάγω την τέλεια συσχέτιση σε σύμπτωση. Μου είναι αδύνατο να θεωρήσω «το έτσι έτυχε να είναι τα πράγματα» ως εξήγηση συμβατή με το πνεύμα της επιστημονικής μεθόδου. Απορρίπτω, λοιπόν, την πρώτη εξήγηση του ψυχοφυσικού παραλληλισμού. Για τον ίδιο λόγο απορρίπτω και τη δεύτερη της ταυτότητας. Βρίσκω κι αυτή την εξήγηση αυθαίρετη, μη συμβατή με τα δεδομένα που παρατηρώ. Μάλιστα την βρίσκω εντελώς αντίθετη μ’ αυτά: Αυτό που παρατηρώ είναι δυο διακριτά και εντελώς ανόμοια φαινόμενα. Το να αποφανθώ ότι εν τούτοις δεν είναι δύο φαινόμενα, αλλά είναι ένα και ταυτό, το θεωρώ παραλογισμό. Μένει η τρίτη εξήγηση. Ναι, για δύο ανόμοια φαινόμενα πρόκειται, αλλά οποτεδήποτε παρατηρώ τέτοιες συσχετίσεις, έχω μάθει να αναγάγω τα ανόμοια φαινόμενα –τις βροντές φερ’ ειπείν και τις αστραπές–, σε κάτι κοινό: στον ηλεκτρισμό εν προκειμένω. Η τρίτη, λοιπόν, εξήγηση είναι η πλέον εύλογη και η πλέον συμβατή με το επιστημονικό σκέπτεσθαι και πράττειν: Σήματα και σημασίες είναι εκφάνσεις μιας κοινής, αν και σ’ αυτή την περίπτωση, μιας κρυφής πραγματικότητας.
Έτσι, λοιπόν, το αίνιγμα λύνεται. Προβληματίζει, ωστόσο, μερικούς το γεγονός ότι η κοινή αυτή πραγματικότητα, η πίσω από το σήμα και τη σημασία, είναι απροσπέλαστη για την επιστημονική μέθοδο· ότι επομένως, γι’ αυτούς που η μέθοδος αυτή αποτελεί το μόνο έγκυρο γνωσιολογικό εργαλείο, η φύση της πραγματικότητας θα παραμείνει εσαεί μυστήριο. Κι αναρωτιέμαι: ως θετικούς επιστήμονες, ως ιχνηλάτες σημασιών και σημάτων, πρέπει αυτό το μεταφυσικό πλέον πρόβλημα, η φύση της κρυφής πραγματικότητας να μας απασχολεί και να μας προβληματίζει όπως προβληματίζει τους οπαδούς και αντιπάλους του Immanuel Kant; Νομίζω πως μάλλον δεν θα έπρεπε. Τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί περισσότερο απ’ ότι απασχολεί τον ερευνητή των φυσικών φαινομένων η φύση της επίσης κρυφής και φύσει ανεξιχνίαστης πραγματικότητας, της επιστημονικά απροσπέλαστης πραγματικότητας, της οποίας δίδυμες εκφάνσεις είναι τα περίφημα κύματα και σωματίδια. Κι όπως αυτός, ο Φυσικός, κατάφερε να εννοήσει έπειτα από τόσες περιπέτειες πόσο παράλογο είναι να εκλαμβάνει το σωματίδιο ως αίτιο του κύματος ή το κύμα ως αίτιο του σωματιδίου, να θεωρεί δηλαδή τη μία έκφανση της κρυφής πραγματικότητας ως αίτιο της άλλης εκφάνσεώς της, καιρός είναι να μάθουμε και οι νευροεπιστήμονες πόσο παράλογα και στείρα είναι τα πρότυπά μας, όταν εκλαμβάνουν τα νευρωνικά σήματα ως αίτια σημασιών κι εμπειριών εν γένει.
Βιβλιογραφία
[1] Pulvermüller F. Words in the language of the brain, Behavioral and Brain Sciences 1999, 22, 2, 253-79.
[2] Osgood CE., Suci, GJ. & Tannenbaum, PH. The measurement of meaning. University of Illinois Press, 1957.
[3] Hebb DO. The Organization of Behavior. Wiley, 1949.
[4] Libet B. Unconscious cerebral initiative and the role of conscious will. Behavioral and Brain Sciences, 1985, 8, 529-566.
[5] Koch C & Crick F. Some further ideas regarding the neuronal basis of awareness. In Large-scale Neuronal Theories of the Brain. In C. Koch and JL. Davis (eds). MIT Press, 1994.
[6] Gabriel Garcia Marquez. Εκατό Χρόνια Μοναξιάς. Μτφρ: Κλαίρη Σωτηριάδου Μπαράχας, Αθήνα, Λιβάνης, 1983.
[7] Gazzaniga MS. Nature’s Mind. New York, Basic Books, 1992 & Gazzaniga MS. The Ethical Brain. Dana Press New York, 2005, 148-151.
[8] Ramachandran VS & Blakeslee S. Phantoms in the brain. New York: William Morrow, 1998.
[9] Sperry RW. A modified concept of consciousness. Psychological Review, 1969, 76, 532-536.
[10] Papanicolaou AC. Aspects of Henri Bergson’s psychophysical theory. In AC. Papanicolaou & PAY Gunter (Eds) Bergson and Modern Thought: Towards a Unified Science. New York: Harwood Academic Publishers, 1987.
[11] Feigl H. The Mental and the Physical. University of Minnesota Press, 1958.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.