Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Παναγιώτης Ανδριόπουλος
Λέκτορας Επιδημιολογίας και Πρόληψης Νοσημάτων
Τμήμα Νοσηλευτικής Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – Σπάρτη 

σύναψις 35 [2014 – τόμος 10]

Michel Foucault και ιστορία της ιατρικής. Μια αμφιλεγόμενη σχέση

Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε σε μια πρώτη μορφή στις διαλέξεις της ομάδας «Γουδή», μια Τετάρτη στο αμφιθέατρο του εργαστηρίου Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής. Στους εμπνευστές εκείνων των διαλέξεων Γιώργο Παπαδόπουλου και Θανάση Τζαβάρα, ένα μεγάλο ευχαριστώ για την έμπνευση και την ευκαιρία. Ευχαριστώ επίσης τον Θανάση Καράβατο για τις παρατηρήσεις και τα σχόλια επί του αρχικού κειμένου.

Έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας από την έκδοση των δυο βασικών έργων του M. Foucault που διαπραγματεύονται ζητήματα ιστορίας της ιατρικής, έργα που συνεχίζουν ακόμη να προκαλούν και να απασχολούν. Ενδεικτικό είναι ότι πρόσφατα μεταφράσθηκαν στα ελληνικά τόσο η «Γέννηση της κλινικής» (εκδόσεις Νήσος 2012), όσο και η πλήρης μορφή της «Ιστορίας της τρέλας στην κλασική εποχή» (εκδόσεις Καλέντης 2007).[1] Παρά το όψιμο μεταφραστικό ενδιαφέρον που παρουσιάστηκε στη χώρα μας, τα έργα του Foucault δεν έπαψαν όλα αυτά τα χρόνια να προκαλούν το ενδιαφέρον τόσο των φιλοσόφων όσο και των ιστορικών, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των ιστορικών που ενδιαφέρονται για την ιστορία της ιατρικής γενικά και της ψυχιατρικής ειδικότερα. Θα ασχοληθούμε εδώ με την προσέγγιση του Foucault στα δυο αυτά πεδία, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουμε τις ιδιαιτερότητες που οδηγούν στην αμφιλεγόμενη αποδοχή των επιχειρημάτων του.

Θα ξεκινήσουμε με το πιο διάσημο από τα δυο έργα, την «Ιστορία της τρέλας». Η υποδοχή του έργου του Foucault είναι πραγματικά ξεχωριστή: O Gary Cutting στην ανασκόπησή του, με τίτλο Michel Foucault’s Phanomenologie des Krankengeistes[2] δίνει ένα σύντομο ιστορικό: Από την αρχική θερμή υποδοχή των Annales του Robert Mandrou το 1962, που χαρακτηρίζει το έργο «σημαντικό για την κατανόηση της κλασικής περιόδου», στη δεκαετία του 1980, με τις απόψεις των Michael McDonald πως: «κάθε ένας που ασχολείται με την ιστορία της ψυχιατρικής στη σύγχρονη Ευρώπη πρέπει να ταξιδέψει στα κύματα του διάσημου έργου του Foucault» και της Jan Goldstein ότι «λόγω του εμπειρικού περιεχομένου και των ισχυρών θεωρητικών θέσεων τους, τα έργα του Foucault καταλαμβάνουν ειδικό και κεντρικό ρόλο στην ιστοριογραφία της ψυχιατρικής» έως το 1990 και την απόφανση του Roy Porter ότι «ο χρόνος απέδειξε ότι η «Τρέλα και πολιτισμός»[3] είναι μακράν το πιο διεισδυτικό έργο που γράφθηκε ποτέ για την ιστορία της τρέλας», το έργο είχε πολλούς θαυμαστές. Από κει και μετά όμως άρχισαν να εμφανίζονται διαφωνίες: Ο Eric Mildeford αναφέρει ότι «πολλά από τα επιχειρήματά του διαλύονται μπροστά στα εμπειρικά δεδομένα και πολλές από τις γενικεύσεις του είναι υπεραπλουστεύσεις […] ψάχνοντας την ουσία μιας εποχής», ενώ ο Andrew Scull θεωρεί ότι το έργο αποτελεί μια «προκλητική και εκθαμβωτική πρόζα που όμως δεν βασίζεται σε ισχυρά ακαδημαϊκά θεμέλια και είναι γεμάτο λάθη στις αναφορές των γεγονότων και τα συμπεράσματα» και η Patricia O’Brien καταλήγει πως «οι ιστορικοί που θεωρούν πως έγραφε ιστορία, την θεωρούν κακή απόπειρα, με υπερβολικά πολλές γενικεύσεις, χωρίς επαρκείς αποδείξεις, πολύ μηχανιστική».[4]

Αν και κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Foucault περιέγραψε με ιδιαίτερο τρόπο ένα χώρο και οριοθέτησε ένα ερευνητικό ζήτημα, την τρέλα και την ιστορία της, η κριτική και οι έπαινοι που ασκούνται στο έργο επικεντρώνουν στα παρακάτω ζητήματα: Ο Foucault θεωρεί πως στην κλασική εποχή και με την ανάδειξη της καρτεσιανής λογικής η τρέλα βαπτίζεται déraison – μη λογική. Εξορίζεται από το βασίλειο της ανθρώπινης ύπαρξης, παίρνει ζωώδη χαρακτηριστικά και καταδικάζεται. Καταδικάζεται σε αποπομπή, απόρριψη και τελικά εγκλεισμό. Ο εγκλεισμός ως θεσμός γιγαντώνεται μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, περιλαμβάνοντας κάθε τι: τρελούς (αλλοτριωμένους), φτωχούς, ζητιάνους, ανίατους ασθενείς κ.λπ. Η ιατρική παραλαμβάνει την τρέλα στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα και «εφευρίσκει» την ψυχική νόσο και τον ψυχικά ασθενή, παραλαμβάνοντας ουσιαστικά ένα προϋπάρχον κοινωνικό πλαίσιο και όπως κάθε επιστήμη αντλεί τα δεδομένα της από προϋπάρχουσες κοινωνικές προσεγγίσεις – θέσεις που ανέπτυξε σε πλήρη μορφή αργότερα και τις οποίες αναπτύσσει στις Λέξεις και τα Πράγματα[5] και στην Αρχαιολογία της Γνώσης.[6] Προφανώς η «εφεύρεση» αυτή της τρέλας έχει καθαρά θετικιστικό χαρακτήρα. Οι υποστηρικτές του Foucault θεωρούν σπουδαία σύλληψη τον παραπάνω στοχασμό. Οι επικριτές ιστορικοί μιλούν για ανακρίβειες σχετικά με τον μεγάλο εγκλεισμό, θεωρώντας ότι είναι μια εκτός πραγματικότητας εκτίμηση του Foucault, καθώς κατά τη γνώμη τους, ως θεσμός δεν αφορούσε ούτε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά ούτε καλά καλά συνολικά τη Γαλλία. Στη συνέχεια, θεωρούν ότι η τρέλα δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί την ιατρική κοινότητα και ότι η θεωρούμενη από τον Foucault ως «εφεύρεση» δεν είναι παρά η συνέχεια ενός προβληματισμού αιώνων.[7]

Ο κεντρικός όμως προβληματισμός του Foucault περί ένταξης της τρέλας στην κλασική εποχή στην περιοχή της μηλογικής, όπως και των επιστημολογικών του απόψεων επιβιώνει αυτών των κριτικών. Τόσο ο εγκλεισμός όσο και η λοιπή του επιχειρηματολογία περί της κοινωνικής εμπειρίας της τρέλας στην κλασική εποχή, όσο και αν αμφισβητούνται από τα εμπειρικά δεδομένα, δεν κλονίζουν το έργο καθώς δεν παύουν να είναι απλά υποβοηθητικά στηρίγματα της κεντρικής του θέσης: Η τρέλα την κλασική εποχή ως κοινωνικό φαινόμενο διαφοροποιήθηκε σε σχέση με την αρχαιότητα και τον μεσαίωνα όσον αφορά στη φιλοσοφική του προσέγγιση και επομένως στην ιατρική του αντιμετώπιση.

Τι συμβαίνει λοιπόν με το έργο αυτό του Foucault; Πρώτα πρώτα ας αποσαφηνίσουμε ότι για πολλά χρόνια υπήρχε στα ελληνικά μόνο η συντετμημένη έκδοση του έργου, γεγονός που έκανε τουλάχιστον προβληματική την προσέγγισή του. Η συντετμημένη έκδοση του έργου συμπυκνώνει πολλά κεφάλαια και μερικές φορές παρουσιάζει αποσπασματικά τα επιχειρήματα του συγγραφέα. Στα κεφάλαια όπου ο Foucault διαπραγματεύεται την προσέγγιση της τρέλας την εποχή που εξετάζει, διανθίζει τα επιχειρήματά του με απόψεις που παραθέτει από ιατρικά έργα της εποχής, απόψεις που παρουσιάζει όμως αποσπασματικά και, επιπλέον, παραβλέπει, είτε εσκεμμένα είτε όχι, βασικά σημεία της ιστορίας της ιατρικής. Η ιστορία της ιατρικής, όπως επανειλημμένα έχει υποστηριχθεί, είναι ιστορία των ιδεών, αλλά είναι ταυτόχρονα και ιατρική.[8] Ας δούμε κάποια αποσπάσματα από το πέμπτο κεφάλαιο περί πάθους και παραληρήματος.[9]

«Πριν από τον Descartes και πολύ καιρό αφ’ ότου η επίδρασή του σαν φιλοσόφου και φυσιολόγου είχε σβήσει, το πάθος δεν έπαψε να είναι η επιφάνεια επαφής ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή. το σημείο όπου συναντώνται η δραστηριότητα και η παθητικότητα του ενός και της άλλης, ενώ συγχρόνως είναι το όριο που επιβάλλουν το ένα στο άλλο και ο τόπος της επικοινωνίας τους».

«Η ιατρική των πνευμάτων αντικαθιστά αυτήν την ασαφή αιτιοκρατία της «προδιάθεσης» με την αυστηρότητα μιας μηχανικής μετάδοσης».

«Αυτό συμβαίνει στην ιατρική των στερεών και ρευστών, που επικρατεί στην πρακτική κατά τον ΙΗ΄ αιώνα».

Πρώτον, η άποψη ότι προ του Descartes υπήρχε διχασμός σώματος ψυχής και η ένωσή τους είχε να κάνει με τα πάθη είναι εντελώς αυθαίρετη. Είτε για τριμερή διάκριση της ψυχής μιλούμε είτε για μια ενιαία ψυχή, η ενότητα ήταν δεδομένη (με συγκεκριμένα κέντρα-έδρες της ψυχής). Μήπως ιατρική των πνευμάτων που αντικαθιστά την «προδιάθεση» (υποθέτω εννοεί ο συγγραφέας την γαληνική κράση) με τη μηχανική μεταβίβαση κινήσεων; Αφαιρετική σύνθεση του συγγραφέα μάλλον. Μήπως ιατρική στερεών και ρευστών που κυριαρχεί στην πρακτική του 18ου αιώνα; Προφανώς αναφέρεται στους ιατρομηχανικούς, εξαιρετικά αμφίβολο αν ποτέ κυριάρχησαν…

Αυτό που προσπαθούμε να επισημάνουμε για τη χρήση των ιατρικών κειμένων από τον Foucault είναι ιδιαιτέρως εμφανές στο επόμενο κεφάλαιο, όπου περιγράφει τις μορφές της τρέλας.[10] Θα αναφερθώ σε δυο σημεία. Πρώτον, η άποψη «παραλήρημα χωρίς πυρετό», που επαναλαμβάνει συχνά πυκνά στο κείμενο και την θεωρεί αποκύημα της «ιατρικής των πνευμάτων», χρονολογείται τουλάχιστον από την εποχή του Γαληνού: Η «μανία, ως αποχή μνήμης ή συνεχής έκσταση μετά εκφλογώσεως» όχι μόνο επιβιώνει την κλασική εποχή, αλλά και ως «έκσταση της διάνοιας άνευ πυρετού» είναι άποψη που συναντούμε ακόμη και στη γαλλική ψυχιατρική του 19ου αιώνα. Εκεί όμως που είναι παραπάνω από έκδηλο πως προσεγγίζει τα δεδομένα μέσα από έκδηλα προβληματικό πρίσμα είναι η θεώρηση της εναλλαγής μανίας μελαγχολίας ως παρατήρηση και άποψη του 17ου αιώνα και του Thomas Willis. Η προβολή που κάνει είναι προφανής. Η διπολική διαταραχή όπως ονομάζεται σήμερα, ή forme circulaire de maladie mentale ή folie à double forme, folie à double phase, ή folie alterne όπως την πρωτοπεριέγραφαν στα μισά του 19ου αιώνα, προφανώς δεν υπήρχε στο κείμενο του Willis που αναφέρει ο Foucault. Παρατηρήσεις της εναλλαγής υπάρχουν πάρα πολλές, ήδη από την αρχαιότητα.[11] (Στα 1880 η Γαλλική Ιατρική Ακαδημία διεξάγει διαγωνισμό σχετικά με τη μορφή «της τρέλας που καλείται κυκλική, διπλής μορφής ή μεταβαλλόμενη» με αποτέλεσμα την οριοθέτηση του πεδίου από τους Ritti και Mordret στα 1883).[[12] Αυτό που δεν κρίνει σκόπιμο να αναφέρει, γιατί δεν εξυπηρετεί καθόλου το επιχείρημά του, είναι ότι η τρέλα είναι ενιαία στην προσέγγισή της και οι διάφορες μορφές της που περιγράφουν οι συγγραφείς είναι εκδηλώσεις της. Είναι πολύ πιο γοητευτικό να μιλήσει για τη «μυστική φωτιά που παλεύουν φλόγες και καπνός» και θεωρώντας μανία τη φωτιά και μελαγχολία τον καπνό να μιλήσει για εναλλαγή.

Συνεχίζοντας παραθέτει απόψεις από τους Sydenham και Boeerhave έως τον Cullen. Ο William Cullen είναι ένας από τους βασικούς συγγραφείς που επηρέασαν τον Pinel (τον θεωρούμενο θεωρητικό εισηγητή της αυτονομίας της ψυχιατρικής), καθώς ήταν ο εισηγητής της ερμηνευτικής προσπάθειας της τρέλας βασισμένης σε μια διαταραχή των «νεύρων», διαταραχή που ερμηνεύεται ως «διαταραχή σωματική όπως ο πυρετός ή η ευλογιά», ως «λανθασμένες εκκρίσεις ή συσσωματώσεις τους», ως «αγγειακή βλάβη» ή ως «υπερβολική διέγερση των νεύρων». Αυτή η αναζήτηση της νευρικής βλάβης, η οποία σύμφωνα με τον Cullen «προκαλεί ανισορροπία στη διέγερση του εγκεφάλου, έτσι ώστε να υπάρχουν μέρη πιο διεγερμένα από άλλα με αποτέλεσμα λανθασμένες κρίσεις αντιλήψεις και συνειρμούς»,[13] δεν εξυπηρετεί καθόλου τον Foucault στην ανάπτυξη των απόψεών του. Αντίθετα επιδίδεται σε ένα βομβαρδισμό χυμικών θεωριών, εντοπιστικών αντιλήψεων και ψυχολογικών ερμηνειών σαν να υπήρχε μια τέτοια ενιαία κυρίαρχη θεωρία, σαν η ιατρική σκέψη του 17ου και 18ου αιώνα να διέπεται από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ιατρικής σκέψης και σαν κάθε άποψη που διατυπώνεται σε κάποιο ιατρικό κείμενο να έχει την ίδια απήχηση και διάδοση ανεξάρτητα του τι έγραφε και πότε γράφτηκε, αλλά πολύ χειρότερα ακόμη σαν μια μηχανιστική άποψη περί νευρικής λειτουργίας να μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν συνέχεια ή σαν ακόλουθη με μια άλλη η οποία μιλά περί βιταλισμού (για παράδειγμα, οι θέσεις του Stahl του θεωρητικού του βιταλισμού). Και τελικά καταλήγει να προτιμά αποφάνσεις του τύπου: «Η τρέλα ορίζει την ισημερία ανάμεσα στην κενοδοξία των φαντασιώσεων της νύχτας και στο μη όν των κρίσεων της διαύγειας».[14]

Βέβαια ο Foucault προσπαθεί να αποφύγει τον σκόπελο. Γράφει: «Πρόθεσή μας δεν είναι να γράψουμε μια ιστορία των διαφορετικών εννοιών της ψυχιατρικής στον 17ο και 18ο αιώνα, αλλά να δείξουμε πώς η κλασική σκέψη είδε την τρέλα και, πιο συγκεκριμένα, με ποια πρόσωπα. Πρόσωπα κυριευμένα ακόμη από μορφές της μυθολογίας, που ωστόσο είχαν συχνά μιαν αξία θεμελιακή για την οργάνωση της πρακτικής μιας γνώσης».[15] Αυτή ωστόσο η παραδοχή του είναι εμφανής του προβληματικού χαρακτήρα του έργου του αυτού ως ιστορία της ιατρικής: Η κλασική σκέψη σαν θεωρητική αφαίρεση δεν ήταν, ούτε αντιπροσώπευε, σε καμιά περίπτωση, κάτι ενιαίο. Η επιστημονική σκέψη, πόσο μάλλον η ιατρική σκέψη της εποχής αυτής δεν θα μπορούσε επίσης να είναι κάτι ενιαίο. Μετά τον κλονισμό και τελικά την πτώση του Γαληνισμού τον 16ο και 18ο αιώνα αντίστοιχα,[16] είναι γνωστό πόσο ετερόκλητες ήταν οι θεωρητικές προσεγγίσεις της εποχής και εν τέλει τι αξία μπορεί να έχει η ιστορία μιας εποχής από την οποία αποσιωπάται μια σημαντική πλευρά της. Αναφέρομαι βέβαια στους ιατροχημικούς και φυσικά στα παρακελσιανά κείμενα περί ψυχικής νόσου και πιο συγκεκριμένα το The Diseases that Deprive Man of his Reason, such as St. Vitus Dance, Falling Sickness, Melancholy and Insanity and their Correct Treatment που ήδη από το 1941 είχε αναδειχθεί η αξία του.[17]

Το έργο καταλήγει χρονικά τη μελέτη του στη χρήση του ασύλου ως θεραπευτικού μέσου και στον σχολιασμό της τομής που έφερε ο Phillipe Pinel στη Γαλλία (και ο William Tuke δευτερευόντως στη Μ. Βρετανία), θεωρώντας ότι τότε έχουμε την «εφεύρεση» της ψυχικής νόσου. O Pinel, ο θεωρούμενος ως απελευθερωτής των ψυχικά ασθενών, των αλλοτριωμένων, όπως ήταν ο όρος της εποχής, χρησιμοποίησε ως θεραπευτική προσέγγιση, την «ηθική θεραπεία», με την οποία επιχειρούσε να αποκαταστήσει τη νόσο. Η προσέγγιση του Foucault είναι ενδεικτική:

«Πατάμε σίγουρα σε μια άβολη περιοχή. Για να τη διασχίσουμε θα χρειαστεί ν’ αρνηθούμε το βόλεμα που προσφέρουν οι καθιερωμένες αλήθειες, κι ούτε στιγμή να μην αφεθούμε να μας οδηγήσουν οι τυχόν επιστημονικές γνώσεις μας για την τρέλα. Καμιά από τις αντιλήψεις της ψυχοπαθολογίας δεν θα πρέπει να παίξει ρόλο καθοδηγητικό και, κυρίως με το παιχνίδι των συνεπάγωγων αναχρονισμών. Το καθοριστικό είναι η χειρονομία που διαχώρισε την τρέλα, και όχι η επιστήμη που καθιερώθηκε, όταν πια είχε συντελεστεί ο διαχωρισμός κι όταν η τάξη είχε αποκατασταθεί. Και πρώτιστη σε σημασία είναι η τομή που καθιέρωσε την απόσταση ανάμεσα στη λογική και στη μη-λογική, γιατί, ολοφάνερα, από δω ξεκινά η καταδυνάστευση που ασκεί η λογική πάνω στη μη-λογική, και που στόχο της έχει να της στερήσει κάθε αλήθεια που μπορεί να κλείνει σαν τρέλα, σαν παράπτωμα ή σαν αρρώστια».[18]

Για τη χειρονομία απελευθέρωσης των αλυσοδεμένων φρενοβλαβών από τον Pinel έχουν γραφτεί πολλά, με σημαντικότερο ότι η ζωγραφική αυτή απεικόνιση δεν είναι παρά ένα δημιούργημα κάποιων δεκαετιών μετά τον θάνατο του Pinel.[19] Το πρόβλημα με την αντιμετώπιση της «ηθικής θεραπείας», της μεθόδου του Pinel και τον Foucault είναι αλλού: Ο Pinel, μελετώντας την τρέλα ως αρρώστια, διαπιστώνει ότι αυτή δεν έχει εκμηδενίσει πλήρως την προσωπικότητα του πάσχοντα, προτείνει την ηθική θεραπεία για να ακουστεί η αλήθεια του, να δικαιωθεί και να αναρρώσει.[20] Όμως ο Foucault έχει άλλο σκεπτικό: «όσο περισσότερο ο θετικισμός θα επιβάλλεται στην ιατρική και, ιδιαίτερα, στην ψυχιατρική, η πρακτική αυτή [η τοποθέτηση του τρελού στον κόσμο της ιατρικής] θα γίνεται ολοένα και σκοτεινότερη, η δύναμη του ψυχιάτρου όλο και πιο θαυματουργή. Η εξουσία που έπαιρνε από την τάξη, την ηθική, την οικογένεια, μοιάζει να πηγάζει από τον εαυτό του και μόνο […] ότι χάρη στις απόκρυφες γνώσεις του, σε κάποιο μυστικό, σχεδόν δαιμονικό, της γνώσης μπόρεσε ο γιατρός να βρει τη δύναμη να λύσει την αλλοτρίωση κι έτσι ο άρρωστος όλο και περισσότερο θα δέχεται να εγκαταλείπεται στα χέρια ενός γιατρού που είναι θεϊκός και σατανικός μαζί, και, πάντως, έξω από κάθε ανθρώπινο μέτρο…».[21] Ο Foucault κλείνει λοιπόν το έργο του θεωρώντας ότι η «εφεύρεση» της ψυχικής νόσου είναι, κατά τη γνώμη του, μια ακόμη ένδειξη της επικράτησης του ρεύματος του Θετικισμού. Θα επανέρθουμε σε αυτό παρακάτω.

Αν υποθέσουμε ότι η ψυχική νόσος αφορά ένα μόνον τμήμα της ιατρικής, το δεύτερο έργο του Foucault καταπιάνεται με ευρύτερο αντικείμενο: Η γέννηση της κλινικής, Το Naissance de la clinique : Une archéologie du regard médical του 1963, είναι σαφώς πιο ιστορικά προσανατολισμένο έργο. Σε αυτό ο Foucault θεωρεί ότι ασχολείται με την ιατρική συνολικά σαν επιστημονικό κλάδο και προσπαθεί να ερμηνεύσει τις τάσεις, τις προσεγγίσεις και τις ερμηνείες των επιστημονικών δεδομένων από τους ιατρούς της εποχής που οδήγησαν στην καθιέρωση του ανατομικο-κλινικού προτύπου και μετέπειτα σε αυτό που ονομάστηκε θετικιστική στροφή στην ιατρική. Ας αποσαφηνίσουμε πρώτα μερικά πράγματα, ώστε να προχωρήσουμε στη συζήτηση περί του έργου: Πρώτον, ανατομικο-κλινικό πρότυπο είναι σε γενικές γραμμές η αποδοχή ότι κάθε κλινική εικόνα που βλέπουμε συνδέεται με και προκαλείται από κάποια ανατομική βλάβη. Δεύτερον, το έργο δεν ασχολείται με την ονομαζόμενη θετικιστική στροφή, αλλά σταματά πριν από αυτήν, στον Broussais και τις αρχές του 19ου αιώνα, ανεξάρτητα από αυτά που ισχυρίζεται ο συγγραφέας.

Τι μας λέει λοιπόν το έργο; Ξεκινά με μια ενδιαφέρουσα παραδοχή: «Για τα ήδη φθαρμένα μάτια μας, το ανθρώπινο σώμα συγκροτεί, φυσικό δικαίω, τον χώρο καταγωγής και κατανομής της ασθένειας: χώρο του οποίου οι γραμμές, οι όγκοι, οι επιφάνειες και οι δρόμοι καθορίστηκαν από τον ανατομικό άτλαντα, σύμφωνα με μια οικεία πλέον γεωγραφία. Ωστόσο αυτή η τάξη του στερεού και ορατού σώματος είναι για την ιατρική απλώς ένας από τους τρόπους χωρικοποίησης της ασθένειας. Ούτε ο πρώτος, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε ο θεμελιωδέστερος. Υπήρξαν και θα υπάρξουν διαφορετικοί καταμερισμοί της νόσου».[22] Με αυτήν την παραδοχή λοιπόν ξεκινά την αναζήτησή του για να εξηγήσει τη δημιουργία του ανατομικο-κλινικού προτύπου.

Μιλά για τις πρώτες απόπειρες νοσογραφικής ταξινόμησης του 18ου αιώνα με βάση κάποια χαρακτηριστικά τους, ταξινομήσεις οι οποίες χώριζαν τις νόσους σε είδη και γένη κατά τα βοτανολογικά πρότυπα. Αναφέρει το Nouvelles classes des maladies dans un ordre semblable à celui des botanistes, έργο γραμμένο το 1731 από τον François Boissier de Sauvages, τέσσερα χρόνια πριν την Systema Naturae του Λινναίου. Στο έργο αυτό περιγράφονται 2400 περίπου είδη ασθενειών ταξινομημένα κατά κύριο λόγο βάσει ευρημάτων. Ο B. De Sauvages ήταν ιατρός στο πανεπιστήμιο του Montpellier, πανεπιστήμιο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην υιοθέτηση των διαφωτιστικών ιδανικών στην ιατρική. Η σχολή του Montpellier ήταν η πρώτη γαλλική σχολή που εφάρμοσε συστηματικά μια σειρά από καινοτομίες οι οποίες άλλαξαν τελικά τη μορφή της ιατρικής: ανατομές και αυτοψίες, έρευνες σε σχέση με τις φυσικές επιστήμες, καθώς και μια σαφή και συστηματική προσπάθεια σύνδεσης της θεωρητικής σκέψης και της χειρουργικής πράξης. Επιπλέον, της αποδόθηκε ο τίτλος της φιλοσοφικής ιατρικής. Οι ιατροί αυτοί έθεσαν στόχους για την ιατρική που ξεπερνούσαν τη θεραπευτική, αλλά εκτείνονταν στη διερεύνηση των ευρύτερων συνθηκών που επηρεάζουν ή καθορίζουν τις καταστάσεις υγείας και ασθένειας. Ονόμαζαν «φιλοσοφική ανάλυση» τη μέθοδό τους, εννοώντας το επιστημονικό πνεύμα με το οποίο προσέγγιζαν τα ιατρικά δεδομένα σε μια προσπάθεια να τοποθετήσουν την ιατρική στο διαφωτιστικό πεδίο της εποχής, το οποίο διαφοροποιείται από το παρελθόν στις άλλες επιστήμες. Προσπάθησαν με λίγα λόγια (και μάλλον ανεπιτυχώς) να μετατρέψουν την ιατρική σε μια ευρύτερη έννοια, σε αυτό που ονόμασαν «επιστήμη του ανθρώπου».[23]

Ο Foucault προσπαθεί ουσιαστικά να αποδείξει πως η εφαρμογή της ανάλυσης οδηγεί στη σύνδεση ανατομικής βλάβης και παθολογίας. Κάνει μια αναδρομή στη στροφή στη νοσοκομειακή ιατρική που συντελείται στη Γαλλία και στις επακόλουθες τροποποιήσεις που καταγράφονται στη νοσογραφία. Ουσιαστικά το σημείο εκείνο όπου στήνει το επιχείρημά του είναι το κεφάλαιο που ασχολείται με τον Xavier Bichat και το έργο του Anatomie générale appliquée à la physiologie et à la médecine, από το οποίο δανείζεται και τον τίτλο του «Ανοίξτε μερικά πτώματα». Ποιο είναι το επιχείρημά του; Το ένα σκέλος είναι ότι με τον Διαφωτισμό και τις αρχές της «φιλοσοφικής» προσέγγισης, η αναζήτηση των αιτίων της νόσου στράφηκε στα ανατομικά ευρήματα. Η νόσος έπαψε να είναι μια παρέκκλιση της ζωής, αλλά η αναγνώρισή της και η προσέγγισή της γίνεται πλέον μέσω του θανάτου. Ο θάνατος εισέρχεται στο νοσολογικό προβληματισμό σαν βασικό κριτήριο αναγνώρισης του παθολογικού. Το δεύτερο σκέλος είναι πως μέσω αυτού του προβληματισμού τροποποιείται η ιατρική σκέψη – η ιατρική ματιά όπως την περιγράφει, μεταφερόμενη από τον ασθενή καθ’ αυτόν σαν ολότητα στα επί μέρους εντοπισμένα συμπτώματα. Αυτά τα δύο σκέλη του επιχειρήματος είναι και η βάση για τον θετικισμό όπου, κατά τη γνώμη του, οδηγήθηκε η ιατρική στη συνέχεια.[24]

1 (α) Μισέλ Φουκώ. Η Γέννηση της Κλινικής. Νήσος 2012 μτφρ. Κ. Καψαμπέλη, (β) Μ. Φουκώ. Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή. Καλέντης 2007 μτφρ. Π. Μπουρλάκης, (γ) Μ. Φουκώ. Η ιστορία της τρέλας Ηριδανός 1964, μτφρ. Φ. Αμπατζοπούλουρη, συντετμημένη έκδοση της Ιστορίας της τρέλας…

2 Gary Cutting. Michel Foucault’s Phanomenologie des Krankengeistes Στο Mark S. Micale & Roy Porter (eds). Discovering the history of Psychiatry, Oxford University Press 1994, 331-347.

3 Madness and Civilization, ο τίτλος της αγγλικής μετάφρασης στη συντετμημένη έκδοση.

4 Mark S. Micale & Roy Porter (eds). Discovering the history of Psychiatry, ό.π.,331-332.

5 M. Foucault. Οι λέξεις και τα πράγματα. Μια αρχαιολογία των ανθρωπίνων επιστημών. Γνώση 1986 (1966, γαλλική έκδοση 1966).

6 M. Foucault. Η αρχαιολογία της γνώσης. Εξάντας 1987 (1969, γαλλική έκδοση).

7 Ήδη από το 1987 ο Θανάσης Καράβατος έχει επισημάνει τα προβλήματα της θεώρησης του Foucault στο: «Η γένεση της Ψυχιατρικής και του Ασύλου. Οι μυθοποιήσεις και ο πραγματικό μύθος», Ο Πολίτης 1987, τχ 78, 52-55 και στο Θανάσης Καράβατος Για μια ΜΗ α-θεωρητική ψυχιατρική. Συνάψεις 2012, 51-58.

8 Ο. Temkin. The Double face of Janus and Other Essays in the History of Medicine. John Hopkins University Press 1977. [Το κεφάλαιο “The Historiography of Ideas in Medicine”, σελ. 110-125].

9 Μ. Φουκώ. Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή, [πλήρης έκδοση] ό.π., 303305 & Μ. Φουκώ. Η ιστορία της τρέλας, [συντετμημένη έκδοση] ό.π., 101-103.

10 «Μορφές της τρέλας» (στην συντετμημένη ελληνική έκδοση του 1964, 129198), «Σχήματα της τρέλας» (στην πλήρη ελληνική έκδοση του 2007, 335-390).

11 Goodwin & Jameson. Bipolar disorder and recurrent depression. OUP 2007, 1-8.

12 Βλ. G.E. Berrios & Porter R. (eds). A History of Clinical Psychiatry. The Origin & History of Psychiatric Disorders. The Athlone Press 1995, 384-408.

13 Theodore M. Brown. Mental Diseases. Στο W.F. Bynum & R. Porter (eds). Companion Encyclopedia of the History of Medicine. Routledge 1993, 438-462.

14 Μ. Φουκώ. Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή, [πλήρης έκδοση], ό.π., 330.

15 Μ. Φουκώ Μ. Η ιστορία της τρέλας [συντετμημένη έκδοση], ό.π., Ό.π., 129.

16 Ο. Temkin. Galenism. Rise and Decline of a Medical Philosophy. Cornell University Press 1973 – κεφ. 3 και 4.

17 Βλ. (a) H. Sigerist. Paracelsus: Four Treatises. John Hopkins University Press 1941, 1996 και (b) Pagel Walter. Paracelsus. An introduction to Philosophical Medicine in the Era of the Renaissance. Karger 1982.

18 Μ. Φουκώ. Η ιστορία της τρέλας [συντετμημένη έκδοση], ό.π., 5-6.

19 D. Weiner. “Le geste de Pinel”: The history of a Psychiatric Myth. Στο Mark S. Micale & Roy Porter (eds). Discovering the history of Psychiatry, Oxford University Press 1994 232-247.

20 Βλ. Αθ. Καράβατος, ό.,π. 51-58.

21 Μ. Φουκώ. Ό.π., 264. Στην πλήρη έκδοση [σελ 652-653], είναι πιο επιθετική: «απόκρυφη ειδημοσύνη, το ζευγάρι γιατρού-ασθενή βυθίζεται σε ένα παράξενο κόσμο … ενεργοποίηση ολοένα σκοτεινότερων ηθικών δυνάμεων…» και βέβαια η παραδοχή ότι ο «θετικισμός επιβάλλει τους μύθους του».

22 Μ. Φουκώ. Η Γέννηση της Κλινικής ό.π., 25.

23 E. Williams. The Physical and the Moral. Anthropology, Physiology and Philosophical Medicine in France 1750-1850. Cambridge University Press 1994. αναδρομές

24 Μ. Φουκώ. Η Γέννηση της Κλινικής, ό.π., 191-224.

25 W. Harvey. The Anatomical Exercises. (1628 στα λατινικά – 1653 πρώτη μεταγραφή στα αγγλικά), Dover 1995, 16-49 & 61-90, – Περιγραφή θεωριών και πειραμάτων περί κυκλοφορίας και λειτουργίας της καρδιάς.

26 Βλ. (a) O. Temkin. On Second Thought” and Other Essays in the History of Medicine and Science. John Hopkins University Press 2002, το κεφάλαιο «Historical Aspects of Drug Therapy» (151-164) και (b) E.H. Ackerknecht. Therapeutics. From the Primitives to the 20th Century. Hafner Press 1973.

27 E. Haigh The roots of the vitalism of Xavier Bichat. Bull Hist Med 1975, 49, 1, 72-86.

28 «Μια γυναίκα την ανατομή της οποίας πραγματοποίησα τον περασμένο χρόνο, δηλαδή το εν Χριστώ έτος 1315, μήνα Ιανουάριο, είχε τη διπλάσια σε μέγεθος μήτρα από αυτήν της γυναίκας [που νεκροτομήθηκε] τον Μαρτίου του ίδιου έτους». Τι είχε παρακινήσει τον καθηγητή αυτόν να χρησιμοποιήσει ανθρώπινα πτώματα στις ανατομές δεν είναι γνωστό. Δεν υπάρχει καμία αίσθηση του εξαιρετικού στο μικρό αυτό έργο, ένα εγχειρίδιο ανατομίας. Ο Mundinus αναφέρεται στις ανθρώπινες ανατομές σαν μια νόμιμη πρακτική. «Τοποθετώντας το πτώμα κάποιου που αποκεφαλίσθηκε ή κρεμάστηκε στην ύπτια θέση, πρέπει πρώτα να αποκτήσουμε μια ιδέα του συνόλου και έπειτα των μερών»…”Anatomia Mundini” μετάφραση του συγγραφέα από το Temkin O. Galenism. Rise and Decline of a Medical Philosophy ό.π.,115-116.

29 M. Horkheiemer & T. Adorno T. Η διαλεκτική του Διαφωτισμού, Ύψιλον 1986, 61-99.

30 S. Buck Morss. Aesthetics and Anaesthetics: Walter Benjamin’s Artwork Essay Reconsidered. Vol. 62, Autumn1992, 3-4, Βλ Πλανόδιον 1996, 22, μτφρ. Φ. Τερζάκη και Μ. Σπυριδάκη – σε ηλεκτρονική μορφή: http://ciid.politicas.unam.mx/modernidadesalternativas/avisos/textos_sbmorss/buck_morss_aesthetics_anaesthetics.pdf.

31 Μ. Φουκώ. Η Γέννηση της Κλινικής, ό.π., 291-297.

32 G. Canguilhem G. Το κανονικό και το παθολογικό. Μετ.- επιμ. Γ. Φουρτούνης εκδ. Νήσος 2007, 56.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.