David Allen
Ψυχαναλυτής και Maitre des Conferences στο Πανεπιστήμιο Rennes 2, Γαλλία
Σταυρούλα Καμπουγέρη
Ψυχολόγος, Υποψήφια Διδάκτωρ Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Rennes 2, Γαλλία
σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]
Μετάφραση:
Θανάσης Καράβατος & Σταυρούλα Καμπουγέρη
Pour introduire François Klein (A = A). David Allen & Stavroula Kampougeri
«Το πρόβλημα της φύσης μιας [προτασιακής] λειτουργίας δεν είναι εύκολο να
επιλυθεί. Εντούτοις μοιάζει πως το ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας λειτουργίας
είναι η αμφισημία. Ας πάρουμε […] το νόμο της ταυτότητας στη μορφή Α = Α, υπό
την οποία διατυπώνεται γενικώς. Είναι προφανές […] πως έχουμε μόνο μία κρί-
ση (επιλογή). Τι όμως γίνεται με το αντικείμενο αυτής της κρίσης; Δεν βεβαιώ-
νουμε ότι ο Σωκράτης είναι ο Σωκράτης, ούτε ότι ο Πλάτων είναι ο Πλάτων, ούτε
και οποιοδήποτε άλλο από τις καθορισμένες κρίσεις που μπορεί να θεωρηθούν
ως παραδείγματα του νόμου της ταυτότητας. […] Βεβαιώνουμε πράγματι μια αμ-
φίσημη περίπτωση της προτασιακής λειτουργίας «Α = Α». (B. Russell, Écrits de
logique philosophique, Paris, P.U.F., 1989, 273).
Από τη ζωή του Klein η ιστορία δεν θα κρατήσει παρά μόνο μερικά θλιβερά σπαράγματα. Γεννημένος στην Ουγγαρία περί το 1910, άρχισε σπουδές ιατρικής στο Παρίσι, όπου σχεδίαζε να υποστηρίξει μια διατριβή υπό τη διεύθυνση του Henri Claude, που όμως δεν θα δει ποτέ το φως της δημοσιότητας. Στη θέση της, μας κληροδότησε την εργασία του με τίτλο Πειραματικά ψυχικά νοσήματα και Θεραπεία τους, που εξέδωσε μόνος του, μαζί με τα παροράματα (Διασαφήσεις και διορθώσεις), τα οποία σε ορισμένες εκδόσεις εμφανίζονται ως ξεχωριστό έντυπο. Σύμφωνα με έναν αυτόπτη μάρτυρα, τον Joseph Gabel, ο Klein πέθανε από φυματίωση πριν το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Μόνο που η περίπτωσή του δεν ακολουθεί τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το πένθος επιφέρει αργά ή γρήγορα τη λήθη. ο Klein βρίσκεται έξω από κάθε κανόνα, έξω από κάθε νόμο, είναι φορέας ενός λόγου που ο αιώνας μας παραμέρισε, όχι χωρίς κόστος… Ένα ποιοτικά μετρήσιμο κόστος, που μπορεί να γραφεί ως ευθεία προέκταση της «ψευδούς συνείδησης» η οποία ενώνει το έργο του Bleuler πατρός με το DSM-IV.
Ο Klein επέλεξε να μας χαρίσει μια καθαρή μορφή της ψυχωτικής λογικής. Διότι, με το έργο του είναι δυνατόν –αναγκαίο, θα έλεγα– να οριοθετήσουμε με ακρίβεια την αληθή φύση του νοσηρού ορθολογισμού. Σκοπίμως παραπέμπουμε σε μια λησμονημένη αμιγή μορφή σχιζοφρένειας, την οποία θεωρητικοποίησε ο Πολωνός Ε. Minkowski. Ας μην αυταπατόμαστε, ο Klein είναι για το νοσηρό ορθολογισμό ό,τι ο Schreber για την παράνοια – μα το δυστύχημα είναι πως ο Minkowski δεν γνώρισε ποτέ τον άνθρωπο που το έργο του αποτελεί περίβλεπτη παρουσίαση του νοσηρού ορθολογισμού ως κοσμοθεωρία [Weltanschauung].
Νοσηρός ορθολογισμός και αλήθεια
«Σε ορισμένες περιπτώσεις σχιζοφρένειας, η αποτυχία των δυναμικών παραγόντων συνοδεύεται από αληθή υπερτροφία των ορθολογικών και χωρικών παραγόντων της σκέψης. Η υπερτροφία αυτή κατευθύνει το σύνολο των συμπεριφορών των ασθενών, δημιουργώντας ιδιαίτερες κλινικές εικόνες. Σε αυτές τις περιπτώσεις δικαιούμαστε να μιλήσουμε για νοσηρό ορθολογισμό και γεωμετρισμό» [E. Minkowski, 1926].
«Μαθηματικώς: κοπριά = κοπριά»
«Έκανε αυτό που έκανε, θα πει ο Γ.
(ισότητα: η αλήθεια)», [F. Klein, 1937].
Η έκδοση του Πέραν του νοσηρού ορθολογισμού[1] και της Σχιζοφρένειας,[2] η αδιάλειπτη κριτική της σχιζοφρένειας[3] και η αναβίωση του ενδιαφέροντος για την ιστορία της μας παρέχουν την ευκαιρία να επανέλθουμε στο νοσηρό ορθολογισμό για να τον αντιτάξουμε σε εκείνη την ενοχλητική συζήτηση που θεωρεί πως το γελοίο της ιστορίας της σχιζοφρένειας υποχρεώνει την επιστημονική κοινότητα να την εγκαταλείψει διακριτικά ως έννοια.
Χωρίς καμιά αμφιβολία οι νεκροθάφτες της σχιζοφρένειας δεν δρουν τόσο στο όνομα μιας κάποιας αμφισβήτησης, όσο υπό την πίεση μιας ασυνάρτητης ιστορίας… Αν ο θάνατος της σχιζοφρένειας ήταν αποκλειστικά υπόθεση κάποιων ορθόδοξων[4] κλινικών, τότε ο ενταφιασμός θα ήταν διακριτικός και θα μιλούσαμε λίγο και χαμηλόφωνα. Υπάρχουν όμως και οι ιστορικοί της υστερικής παραφροσύνης που διαπιστώνουν εξίσου ήρεμα ότι το εκ κατασκευής ελάττωμα βρίσκεται στην ίδια την καρδιά της έννοιας σχιζοφρένεια.[5]
Ο François Klein ή η αλήθεια
Ως γνωστόν, ο νοσηρός ορθολογισμός χαρακτηρίζεται από αυθαίρετη επαγωγή, μαθηματική ή χωρική σκέψη, πραγμοποιημένη λογική και αντιθετικές στάσεις. Θα κατανοούσαμε λοιπόν καλύτερα το νόημά του, αν είχαμε πρόσβαση σε μια «παραδειγματική περίπτωση» που θα φανέρωνε καθαρά την κλινική επάρκεια αυτής της έννοιας. Κάτι περισσότερο, ο νοσηρός ορθολογισμός φωτίζει με μοναδικό τρόπο από τη μια τη θέση της «αλήθειας» και από την άλλη τις πιο ενδόμυχες ψυχικές διαδικασίες σε ορισμένες ψυχώσεις.
Το έργο του Klein Πειραματικά ψυχικά νοσήματα και η θεραπεία τους είδε το φως της δημοσιότητας το 1937.[6] Το επιστημονικό παραλήρημα του Klein «είναι δομημένο» γύρω από την ιδέα ότι αυτός που νοσηλεύει πρέπει να επαναφέρει τον πάσχοντα στη λογική με το βλέμμα και την ήρεμη φωνή που τα χαρακτηρίζει ψυχο-φλοιϊκά. «Κάθε λέξη προφέρεται μονότονα, χαμηλόφωνα και προμελετημένα: η φωνή είναι επισταμένηπερίσκεπτη». Προέχει η θέση του βλέμματος που υποστηρίζει, θα λέγαμε από μόνη της, τις θεωρητικοποιήσεις του Klein. Με την πρώτη κιόλας «παρατήρηση» διακρίνουμε την προέχουσα θέση που κατέχει η βλεμματική ενόρμηση.
«Παρατήρηση 1η
H Jeanne, 22 χρονών, προς την κυρία της. «Κυρία, νομίζω πως θα τρελαθώ!»
Από μακριά, βλέπει να εισέρχεται ένας γιατρός.
Έλα εδώ καλέ μου! Κάνε γρήγορα!
Σταματώ μπροστά στο κρεβάτι της, προσηλώνοντας τα ήρεμα, ευθύβολα, περίσκεπτα, προσεκτικά μάτια μου πάνω στα δικά της…
Χωρίς να παραιτούμαι από την ήρεμη, ευθεία, περίσκεπτη, επισταμένη και ευθύβολη στάση μου, με τις προσεκτικές, περίσκεπτες, ήρεμες φλοιο-εγκεφαλικές μου εκκενώσεις, δηλαδή τα μάτια μου κατευθείαν πάνω στα δικά της, στις φλοιικές εκκενώσεις, με ανάλογη φωνή, μονότονη, χαμηλή, ήρεμη με μια λέξη: περίσκεπτη-προσεκτική: …
Χαμογελάει. – «Πώς με κοιτάζεις… και πώς μου μιλάς…»
Τα μάτια μου γεμάτα περίσκεψη και προσηλωμένα πάνω στα δικά της…
Θα ξεκουραστείτε.
ΝΑΙ, ΝΑΙ…
Η αλλαγή πραγματοποιήθηκε σε δύο ή τρία λεπτά».[7]
O Klein εξηγεί το επιστημονικό του κίνητρο ως εξής: «Όφειλα να αιτιολογήσω επιστημονικά αυτή την “υποκειμενική” μου στάση: αυτά τα βλέμματά μου που ποτέ δεν είναι απότομα. Γι’ αυτό λοιπόν έπρεπε να δώσω δυο νέα ονόματα περισκεπτοπροσεκτικής χροιάς και τα ονόμασα: ψυχικό, φλοιϊκό. Ιδού λοιπόν μια απόδειξη μέσα από αντικειμενικά αίτια.
«Όπως η ειρωνική στάση εμπεριέχει ειρωνεία, έτσι και η προσεκτική στάση περιέχει την προσοχή».[8]
Ο Klein είναι θεωρητικός της αέναης επιστροφής του πράγματος στον εαυτό του και στην επαγωγή του από αυτό το ίδιο… Κατέχει την αλήθεια των πρώτων αιτίων. Λίγες είναι οι πιθανότητες να αμφισβητήσουμε τη διάγνωση της ψύχωσης στην περίπτωση του Klein. Εντούτοις, από τη στιγμή που διαλογίζεται εκκινώντας από μια πρώτη αιτία, από τη βλεμματική ενόρμηση, είναι δύσκολο να του αρνηθούμε την επιστημονική ετικέτα που διεκδικεί.[9]
Η ασαφής σχέση μεταξύ επιστήμης και ψυχωτικής λογικής δεν είναι καινούργιο πρόβλημα, εντούτοις η μακροβιότητα ενός προβλήματος δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει λυθεί. Ήδη ο Leuret το 1834 καθόριζε το πρόβλημα ως εξής: «Κόπιασα πολύ, μα αντί να προχωρήσω μπερδεύτηκα περισσότερο. Ό,τι και να έκανα, δεν μπορούσα να διακρίνω, από μόνη τη φύση της, μια τρελή από μια έλλογη ιδέα. Αναζήτησα την πιο τρελή ιδέα στο Charanton, στη Bicêtre, στη Salpêtrière, κι έπειτα, όταν την συνέκρινα με αρκετές από αυτές που κυκλοφορούν γύρω μας, ξαφνιάστηκα εντελώς και ένιωσα σχεδόν ντροπιασμένος που δεν βρήκα καμιά διαφορά».[10]
Επιχειρήσαμε να διαφωτίσουμε την κυρίαρχη βλεμματική ενόρμηση στις εργασίες του Klein. Να συλλάβουμε δηλαδή την εσωτερική ενότητα της απεξαρθρωμένης βλεμματικής ενόρμησης και τη λογική της ταυτότητας, στο πλαίσιο της δομής που παράγει το νοσηρό ορθολογισμό.
«ΒΛΕΜΜΑ, ΦΩΝΗ, ΑΦΗ: από ποια χώρα είστε; Από τις Ηνωμένες Πολιτείες του ωαρίου-σπερματοζωαρίου. […] ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ = οπτικό μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών του ωαρίου-σπερματοζωαρίου ή οπτικό ωάριο-σπερματοζωάριο.[11]
Η σύζευξη του ρήματος «είναι» με τη βλεμματική ενόρμηση φανερώνεται σαν μια πηγή της «αλήθειας» που κατασκευάζεται με μεγάλη ακρίβεια, καταφεύγοντας στην άνω κάτω τελεία [ : ] ή ακόμα και στο ίσον [ = ]. Σε αυτό το αξιολογικό επίπεδο ίσως διακρίνουμε τον πυρήνα της αυθαίρετης επαγωγής, τα θεμέλια της ταυτιστικής λογικής και τη σκιά αυτού που ο Minkowski ονομάζει γενεσιουργό διαταραχή. Σε ένα δεύτερο κείμενο (Διασαφήσεις και διορθώσεις, σελ. 8), ο Klein δείχνει και επιβεβαιώνει «τη λογική δομή» που υποστηρίζει την αλήθεια:
Ο Durand έκανε κάτι:
Mια ποταπότητα, μια ανοησία, θα πει ο Α (μείωση: ένα σφάλ-
μα):
Μια μεγαλοσύνη, ένα αριστούργημα, θα πει ο Β
(αύξηση: ένα σφάλμα)
Έκανε αυτό που έκανε, θα πει ο Γ (ισότητα: αλήθεια).[12]
Σε αυτή την ατέρμονη κυκλική ταυτολογία διακρίνουμε την κονιορτοποίηση κάθε αξίας. Πράγματι, στα γραπτά του Klein βρίσκουμε ένα ποσοτικό σύνολο αποσπασματικών, αυθαίρετων και ριζικώς απομονωμένων στη τυπική τους ύπαρξη αξιών. Αυτό το αμιγώς ποσοτικό αμάλγαμα, θα γίνει κάτι σαν ταφόπετρα της διαφορικής σκέψης. Η έκπτωση της διαλεκτικής[13] επιφέρει το νοσηρό ορθολογισμό. Η αναζήτηση της αλήθειας συνεχίζεται, πάντοτε υπό τη σημαία του «ΨΥΧΙΚΟΥ ΦΛΟΙΙΚΟΥΒΛΕΜΜΑΤΟΣ και [της] ΨΥΧΙΚΗΣ-ΦΛΟΙΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ», προσεγγίζοντας έτσι τις «γεωμετρικές αλήθειες»: εμφανώς ο Klein γνωρίζει ότι η αλήθεια του δεν θα ακουστεί ποτέ, διαπιστώνοντας εν τέλει δια μιας ότι:
«Τη μέρα που οι γεωμετρικές αλήθειες θα ενοχλήσουν τους ανθρώπους, θα τις απαρνηθούν».[14]
Ας δούμε τώρα πώς ο Klein εξάγει αυθαίρετα συμπεράσματα ξεκινώντας από τη θέση μιας κονιορτοποιημένης αλήθειας:
«… Εσείς… Κύριε…
4 = 4. Το αρνείστε;
Κίτρινο = κίτρινο. Το αρνείστε;
Κάθε πράγμα ισούται με τον εαυτό του. Το αρνείστε;
Το παράλογο = παράλογο. Το αρνείστε;
Επομένως: είναι παράλογο να πει κανείς ότι κάποιο πράγμα
είναι παράλογο. Το αρνείστε;[15]
Μέσα από τέτοιους μετασχηματισμούς της πρότασης μπορούμε να υπογραμμίσουμε τον ρόλο της αυθαίρετης επαγωγής. Άλλωστε ξαναβρίσκουμε πολλές φορές μέσα στις σελίδες του αυτή τη μορφή λογικής, μια επανάληψη η οποία δεν είναι παρά η επιβεβαίωση του βασικού γεγονότος που είναι ο νοσηρός ορθολογισμός, η παραγωγική συμμετρία του απέραντου. Ο Klein εκτίθεται σε σύμπαν χωρίς όρια, ένα σύμπαν που το κατασκευάζει με δυο αντικριστούς καθρέφτες, ένα σύμπαν που βασίζεται στα ακόλουθα: «επομένως», « = », « : ». Η ομορφιά του συστήματος απορρέει από τον διπλασιασμό του. Το ίδιο αξίωμα δίνει πάντα το ίδιο επισφαλές αποτέλεσμα:
«ΗΛΙΘΙΟΣ = ΗΛΙΘΙΟΣ»
«Επομένως: λέγοντας ότι κάτι είναι ηλίθιο, αυτό είναι ηλίθιο.
Το αρνείστε;»[16]
Ποιος ομιλεί;
Με ποιο τρόπο ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται το ξετύλιγμα του ρεμβασμού του; Ποιος γράφει;
Klein: «…άλλωστε, όταν εγώ λέω εγώ, αυτό, πράγματι, δεν είναι παρά ένας τρόπος του λέγειν».[17]
Το αντωνυμικό εγώ είναι θαμμένο στην αβεβαιότητα του συνόλου. Ο Klein εξηγεί τον «τρόπο του να μιλάει» ως εξής:
«Είναι αναντίρρητο πως εγώ δεν είμαι ακριβώς εγώ ο ίδιος. Είμαι ο πατέρας και η μητέρα μου […] κι ο πατέρας μου δεν είναι ο ίδιος ο πατέρας μου: είναι ο παππούς και η γιαγιά μου».[18]
Το ρήμα «είναι» ξεδιπλώνεται με μια κίνηση χωρίς τέλος, που φαίνεται να ενώνεται στενά με τη βλεμματική ενόρμηση. Το ίδιο το γεγονός της γραφής, το συμπέρασμα πως μπορείς να θεραπεύσεις κάποιον με το βλέμμα, η βεβαιότητα ότι «Ντυράν = Ντυράν», επέτρεψε στον Klein να διατηρήσει έναν κάποιον διάλογο με τον κόσμο: η βασική του πρόταση (Α = Α) επιτρέπει τον ριζικό διαχωρισμό μεταξύ νοσηρού ορθολογισμού, υστερικής παραφροσύνης και παράνοιας.
Ως σύνδρομο, ο νοσηρός ορθολογισμός δεν είναι ισοδύναμο της σχιζοφρένειας διότι η έννοια του Minkowski διαθέτει μια ιστορική και κλινική συνοχή που δεν διαθέτει αυτή του Bleuler. Η παρατήρηση αυτή οδηγεί στην υπόθεση ότι ο νοσηρός ορθολογισμός είναι μια θεμιτή αντίληψη, ενώ η σχιζοφρένεια μια μη θεμιτή κατηγορία στερούμενη διαμόρφωσης.
Ο νοσηρός ορθολογισμός εμφανίζεται ως κονιορτοποίηση κάθε αξιολογίας, κάθε απόπειρας νοηματοδότησης. Τα ερείπια της διαλεκτικής («απώλεια της ζωτικής επαφής με την πραγματικότητα»), αφήνουν το πεδίο ελεύθερο σε συλλογισμούς που τους διέπει η ταυτότητα ([ : ], [ = ], το ρήμα «είναι»). Η κονιορτοποίηση των αξιών και η ταυτιστική λογική οδηγούν στην καταφυγή μη θεμιτών λογικών κατηγοριών.[19] Η κεντρική στερέωση, το στοιχείο x που θα μπορούσε να επικυρώσει ένα σύνολο αξιών και σημασιών είναι εμφανώς απόν.
Είναι πολλά αυτά που οφείλουμε στον F. Klein. Η άμεση μαρτυρία που μας δίνει για την οδύνη του είναι πλουσιότερη σε γνώση για την εσωτερική λογική του νοσηρού ορθολογισμού από πολλά εγχειρίδια μεγάλης κυκλοφορίας. Πολλά αξιόλογα πνεύματα κατανόησαν τη σημασία του νοσηρού ορθολογισμού, ιδίως συνεργάτες του Sullivan, σε μια συνέλευση της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, στις 12 Μαΐου του 1939 στο Σικάγο, όπου ο E. Von Domarus πήρε τον λόγο: «Μια ασθενής του ψυχιατρικού νοσοκομείου του πανεπιστημίου της Bonn πίστευε ότι ο Ιησούς, τα πούρα και τα γεννητικά όργανα ταυτίζονται. Πώς είχε φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα; Η έρευνα έδειξε πως την ελλείπουσα μεταξύ τους σύνδεση παρείχε η έννοια του περιβλήματος. Για την άρρωστη, το κεφάλι του Ιησού περιβάλλεται από το φωτοστέφανο, τα πούρα από μια ταινία και τα γεννητικά όργανα των γυναικών από το βλέμμα των ανδρών».
Η ασθενής μας πίστευε προφανώς πως ένας άγιος, ένα πακέτο πούρα και η σεξουαλικότητα ήταν ένα και το αυτό. Αισθανόταν το ίδιο ακριβώς είτε μιλούσε για έναν άγιο, είτε για ένα πακέτο πούρα ή τη σεξουαλικότητα».[20] Ο προέχων παραλογισμός της ταυτοτικής λογικής μας ανοίγει τον δρόμο προς τη δομή πάνω στην οποία εδράζεται η πραγματική σχιζοφρένεια.[21]
Εδώ δεν πρόκειται να καταφύγουμε στην ευρηματικότητα μιας παραλλαγής των τετριμμένων θεμάτων του E. Bleuler[22] και του E. Kraepelin.[23] Πρόθεσή μας είναι να κατασκευάσουμε την ελάχιστη δομή της σχιζοφρένειας με αφετηρία τις βάσεις που μας παρέχουν ο Minkowski και ο Klein. Από την ίδια τη φύση του εγχειρήματός μας βρισκόμαστε σε αντίθεση, αφενός με τους ιστορικούς, που τοποθετούν το νοσηρό ορθολογισμό στο ίδιο αδιέξοδο με την επινόηση του Bleuler, αφετέρου δε με τους ορθόδοξους, που τελικά είναι έτοιμοι να ξεπουλήσουν την έρευνα ενός αιώνα, με αντάλλαγμα έναν κατ’ επίφαση επιστημονικό καθωσπρεπισμό.
Τοποθέτηση του προβλήματος
Θα διατρέξουμε εν συντομία κάποια μεταγενέστερα δεδομένα που θεωρούμε κατάλληλα για τη δική μας οπτική σχετικά με την αρχιτεκτονική του νοσηρού ορθολογισμού:
1. Στην ανακάλυψη του σημείου του καθρέφτη από τον Paul Abély και του σταδίου του καθρέφτη του Jacques Lacan.
2. Στις θεωρητικές συνεισφορές του Alfred Korzybski,[24] τουJoseph Gabel[25] και του Silvano Arieti[26] σχετικά με την ταυτότητα του σχιζοφρενούς που αντίκειται στη διαφορική λογική όπως την ορίζει η διαλεκτική του Theodor Adorno.[27]
3. Η διαπίστωση των διαταραχών της αντίληψης του χρόνου και του χώρου από τον Eugène Minkowski.
4. Η υπεροχή της βλεμματικής ενόρμησης στο νοσηρό ορθολογισμό.
5. Η ταυτοποίηση ενός ενοποιού ψυχωτικού παράγοντα από τον Lacan υπό το όνομα αποκλεισμός [forclusion].
Από το σημείο στο στάδιο του καθρέφτη
Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’20, ο Abély [28] –και αργότερα ο Delmas – έδειξαν ενδιαφέρον για το γεγονός ότι ορισμένοι σχιζοφρενείς στήνουν ολόκληρες συζητήσεις με την κατοπτρική τους εικόνα που εκλαμβάνουν ως έναν άλλο. Από τις παρατηρήσεις αυτές θα προκύψουν δύο άρθρα που δημοσιεύτηκαν το 1927 και το 1930. [29] Γράφει σχετικά ο J. Postel: «Η συστηματική μελέτη της συμπεριφοράς του ψυχικά ασθενούς μπροστά στην κατοπτρική του εικόνα αριθμεί μόλις μερικές δεκαετίες. Σε ό,τι αφορά τη σχιζοφρένεια, οδήγησε στην περιγραφή έκτοτε του “σημείου του καθρέφτη”. O P. Abély, τον Ιούλιο του 1927, και ο A. Delmas,[30] τον Φεβρουάριο του 1929, ήταν αναμφίβολα οι πρώτοι γάλλοι ψυχίατροι που παρουσίασαν στη Société Médico-Psychologique, τη μελέτη τους για τη συμπεριφορά των ψυχικά ασθενών μπροστά στον καθρέφτη».[31]
Θεωρούμε σημαντικό να γίνει κατανοητό το πλαίσιο της ανακάλυψης των Delmas και Abély. Εκείνη την εποχή ο φροϋδισμός καταφθάνει με δυσκολία και βραδέως στη Γαλλία, ο δε Henri Wallon ενδιαφέρεται για τον καθρέφτη και τον σχηματισμό του υποκειμένου.[32] ο Lacan συντάσσει τη διατριβή του και ο Wallon τον υποστηρίζει στη συνέχεια, αναθέτοντάς του τη σύνταξη ενός μεγάλου μέρους του 8ου τόμου της Encyclopédie française [33] (1938).
Παρόλη όμως την πρόοδο στις κλινικές μελέτες, εξακολουθούσε να λείπει μια ομοιογενής ενιαία θεωρία της ψυχικής λειτουργίας. Πώς άλλωστε θα ήταν διαφορετικά, αφού μετά τον θάνατο του Abély, η ιδιαίτερη ανακάλυψή του δεν θα μνημονευτεί ούτε από τους πλησιέστερους συνεργάτες του; Κι ακόμα, είχε άραγε κι ο ίδιος ο Abély συλλάβει τη μεγάλη σημασία του φαινομένου που έφερε στην επικαιρότητα; Δικαίως μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα, αφού ποτέ του δεν επανήλθε στα μετέπειτα γραπτά του: συνέβη όπως όταν ένας χαμένος εξερευνητής ανακαλύπτει έναν καινούργιο κόσμο και νομίζει πως πρόκειται για ένα μικρό νησί, καθώς δεν έχει χρόνο για πιο λεπτομερείς έρευνες. Κι αν εδώ προσθέσουμε τις βυζαντινές αντιπαραθέσεις των οπαδών των διαφόρων σχολών που θα πολλαπλασιαστούν στη συνέχεια, δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζει ότι κανείς δεν σκέφτηκε να προσεγγίσει την προσφορά του Abély με τη λακανική έννοια του σταδίου του καθρέφτη που διατύπωσε σε τρία διάσημα κείμενα (1936, 1938 και 1949[34]). Εντούτοις, πώς άραγε ο Abély δεν διαπιστώνει την «Αλλοποίηση» (Autrification) της εικόνας εαυτού σε ορισμένες ψυχώσεις, ενώ ο Lacan υποθέτει ότι το εγώ [Je] του παιδιού προκύπτει δια μέσου της φαντασιακής σύλληψης της εικόνας του εγώ [moi]; Οι δύο θέσεις θα εναρμονιστούν αν δεχτούμε ότι ο Abély θεωρητικοποιεί, κατά βάθος, την παλινδρόμηση πριν το στάδιο του καθρέφτη. Αντιλαμβανόμαστε πολύ καλά εδώ με ποιες εμπειρικές σταθερές και αναλυτικές θεωρίες ενισχύονται αμοιβαίως. Μπορούμε να κατανοήσουμε το στάδιο του καθρέφτη ως δομικό σημείο, μια ταυτοποίηση, ένα πρώτο Gestalt που εισάγεται από τη σύλληψη μιας ενοποιούσας εικόνας και το σημείο του καθρέφτη ως το αντίθετό του –ένδειξη μιας ενορμητικής απεμπλοκής, μία προσβολή των θεμελίων του όντος–, αλλά μόνο οι φιλόσοφοι και κάποιοι λίγοι κλινικοί στοχάστηκαν πραγματικά στο βαθύ νόημα του σημείου του καθρέφτη.[35]
Διαφορική λογική και λογική της ταυτότητας
Το στάδιο του καθρέφτη αντιπροσωπεύει τη στιγμή κατά την οποία η εικόνα «του άλλου στον καθρέφτη» γίνεται αντιληπτή ως το εγώ [moi], ενώ στο σημείο του καθρέφτη, η εικόνα του εαυτού [moi] γίνεται αντιληπτή ως άλλος. Όταν το βρέφος συλλαμβάνει τη δική του εικόνα, προσανατολίζεται σε μια πρώιμη φάση διαφορικής λογικής, όπου διχάζεται το εγώ [moi] από τη μη-εγώ [non-moi]. Στο σημείο του καθρέφτη, αυτό που είχε γίνει προηγουμένως αντιληπτό ως η εικόνα του εγώ [moi] θα γίνει άλλος. Κι αυτό που μπορεί να επιτρέψει τη διαφορική λογική (η κίνηση για διάκριση εγώ/μη-εγώ) μοιάζει αβέβαιο ή απόν.
Η απουσία μιας βάσης για τη διαφορική λογική εισάγει τη λογική της ταυτότητας. αν το ίδιο γίνεται αντιληπτό ως διαφορετικό, τότε και το διαφορετικό γίνεται αντιληπτό ως ίδιο.
Στο ψυχολογικό επίπεδο, η διαφορική λογική ενέχει ψυχικό κόστος. όταν λέω «αυτός ο μαύρος γάτος είναι δικός μου» δεσμεύομαι σε μια ελάχιστη διαφορική λογική (αυτός ο μαύρος γάτος έχει μια ποιότητα ή μια αξία που τον ξεχωρίζει από άλλους μαύρους γάτους, μου ανήκει, υπολογίζει σε μένα για την τροφή του και ούτω καθ’ εξής). Εάν βεβαιώνω: «Όλοι οι μαύροι γάτοι μου ανήκουν επειδή ο γάτος μου είναι μαύρος», έχω εγκαταλείψει ένα διαφορικό σύστημα υπέρ μιας ταυτοτικής λογικής που βασίζεται στην ποιότητα «μαύρος γάτος», αντίθετα με την ιδιαίτερη ποιότητα «ο μαύρος γάτος μου».
Αμφιλεγόμενες αντιλήψεις του χρόνου και του χώρου
Ένας άνθρωπος μπορεί να μετακινείται στον χώρο –να πάει στο Λονδίνο το πρωί και να γυρίσει το βράδυ– μόνο που δεν μπορεί να κάνει την ανάλογη κίνηση στον χρόνο. Είναι γνωστό πως ο Minkowski περιέγραφε συχνά τις διαταραχές στη σχέση χώρου-χρόνου που διαπίστωνε στους σχιζοφρενείς ασθενείς του. Ο ίδιος θα επιχειρήσει το 1933 να συνδέσει χρόνο και χώρο ως το εστιακό σημείο της ψυχοπαθολογίας: «Ήδη, οι μπερξονικές έννοιες μας επέτρεπαν να υποθέσουμε την ύπαρξη δύο μεγάλων ομάδων ψυχικών διαταραχών: τη μία που χαρακτηρίζεται από έκπτωση της ενόρασης και του βιωμένου χρόνου και μια ταυτόχρονη υπερτροφία των χωρικών παραγόντων, την άλλη να χαρακτηρίζεται από την αντίστροφη ακριβώς κατάσταση».[36] Είναι λοιπόν προφανές γι’ αυτόν ότι η χωρο-χρονική διαλεκτική αποτελεί μέρος των βάσεων του όντος.
Από την πλευρά της, η Françoise Dolto διέκρινε το 1984 μεταξύ του σχήματος του σώματος και της ασύνειδης εικόνας του σώματος, σημειώνοντας ακριβώς: «Στην περίπτωση των σχιζοφρενών, αυτή η δυνατότητα του συμβολισμού της εικόνας του σώματος διακόπτεται μιαν ορισμένη εποχή και, καθώς δεν υπάρχουν λόγια προερχόμενα από το πρόσωπο με το οποίο διατηρεί δομική σχέση, σχέση αγάπης, το παιδί συμβολίζει για τον εαυτό του, σε κώδικα που δεν είναι πια μεταβιβάσιμος, κάθε τι που βιώνει… [το παιδί] περιορίζεται, όπως πριν από κάθε γνώση, στο σχήμα του σώματός του, από τότε που αρχίζει και γίνεται σχιζοφρενής. Αυτό το σχήμα του σώματος, το διαχωρισμένο από την εικόνα του σώματος, λειτουργεί ως διάρρηξη του χώρου και του χρόνο, ένα μειονέκτημα θα λέγαμε, αφού το παιδί ταλαντεύεται στο φαντασιακό μιας επιθυμίας διχασμένης από τη δυνητική της πραγματοποίηση».[37]
Σε ό,τι μας αφορά, θεωρούμε ότι η αξιολογική κατάρρευση, πέραν της ανάπτυξης μιας ταυτοτικής λογικής που προκαλεί, μπορεί να γίνει και η «γενεσιουργός διαταραχή» που εξηγεί την εξάλειψη των συνηθισμένων ορίων μεταξύ χρόνου και χώρου. Κι αν εδώ προσθέσουμε πως η έννοια «της κριτικής απόστασης» του Paul Claude Racamier[38] (1957) επιβεβαιώνει την έμπνευση του Minkowski, δεν θα μπορούσαμε να προωθήσουμε την ιδέα πως το «κεντρικό δομικό στήριγμα», που επιτρέπει την άσκηση μιας διαφοροποιητικής λογικής, μπορεί επίσης να είναι αναγκαίο σε μια διαφοροποιημένη χωρο-χρονική αντίληψη;[39]
Ενόρμηση και γλώσσα
Στο πλαίσιο της ανάλυσής μας, που βασίζεται σε ιστορικά δεδομένα, μπορούμε τώρα να περάσουμε στο επόμενο στάδιο της μίνιμαλ κατασκευής μας, στη «σχέση» μεταξύ ενόρμησης και σημαίνοντος. Όπως γράφει ο Gérard Pommier, «η αντίθεση μεταξύ ενόρμησης ζωής και ενόρμησης θανάτου γίνεται κατευθυντήρια στην πορεία κάθε ενόρμησης. Ο Έρως είναι η δύναμη που επιχειρεί να τα συνάξει όλα σε μια ενότητα. Ο Θάνατος χαμηλώνει στο έπακρο την τάση, και εξ αυτού διαλύει». Κάτω από ποια συνθήκη υπάρχει «ενορμητική εμπλοκή»; Για να υπάρξει κάτι τέτοιο, πρέπει και αρκεί να αποτύχει η κίνηση του Έρωτα. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε επιστροφή στην αφετηρία και η ενόρμηση θανάτου εμπλέκεται με την ενόρμηση ζωής. Ο Έρως αποτυγχάνει στον βαθμό που συναντά το κενό του αντικειμένου που είναι το αντικείμενο [α].[40] Ο Pomier σημειώνει επίσης ότι «η εμπλοκή εξαρτάται μόνο από τη διαφορά μεταξύ του αντικειμένου (α) και του σημαίνοντος […] o δε αποκλεισμός (forclusion) καταλήγει στον αποχωρισμό (desintrication) των ενορμήσεων.[41]
Ήδη από το 1923, ο Alfred Storch ανέφερε, στο βιβλίο του The Primitive Archaic Forms of Inner Experiences and Thought in Schizophrenia, τα λόγια μιας ασθενούς που την είχε κυριεύσει η βλεμματική ενόρμηση (όπως όλοι αυτοί που παρουσιάζουν το σημείο του καθρέφτη), όπου βλέπουμε πολύ καλά πώς η αντίθεση μεταξύ του μέσα και του έξω διαλύεται ωσάν το υποκείμενο να νιώθει πως απορροφάται από το σύμπαν: «Ένιωθα την εικόνα πάνω από το κρεβάτι σα να ήταν πράγματι μέσα στο πνεύμα μου κι η δύναμη μέσα μου – καθότι η εικόνα παρίστανε τη δύναμη, επειδή όλες οι δυνάμεις ήταν εκεί μέσα συγκεντρωμένες».[42]
Και προσθέτει: «Οι δυνάμεις που βρίσκονταν μέσα στην εικόνα ήταν τώρα μέσα μου κι έτσι κατανόησα για πρώτη φορά σωστά την εικόνα· η δύναμη μέσα στην εικόνα ήταν από εκείνες τις πρωταρχικές και δραστήριες μέσα στη φύση, μέσα σε ολόκληρο το σύμπαν. Ήταν αναγκαίο για μένα να συγκρατήσω όλο το σύμπαν μαζί και να το κατευθύνω στον σωστό δρόμο. Σα να ήμουν υποχρεωμένη να μιμηθώ ό,τι έβλεπα κάνοντας το εικόνα με τα ίδια μου τα μάτια. Πρώτα το βλέπω, κι έπειτα βρίσκεται μέσα μου κι ύστερα πάλι έξω».[43]
Θεωρούμε πως αυτή η ανώνυμη ασθενής εξέφραζε με όσα έλεγε τον ρόλο της βλεμματικής ενόρμησης κατά τρόπο απολύτως ακριβή: μετατοπίζεται, καταποντίζεται μέσα στο βλέμμα, σα να μπορούσε κανείς να υπερβεί τον διαχωρισμό μεταξύ επικέντρωσης του βλέμματος και του υποκειμένου. Η απορρόφηση αυτή του όντος από το βλέμμα θα είναι επομένως μια τελευταία απόπειρα άμυνας πριν το χειρότερο συμβεί: η αναζήτηση ενός τελευταίου καταφυγίου, ακόμα και μέσα στην απεξαρθρωμένη βλεμματική ενορμηση, είναι μια απόπειρα συντήρησης.
Πώς όμως να συνδέσουμε την ενόρμηση με τη γλώσσα που θεωρείται ως ένα αξιολογικό εργαλείο; Με άλλα λόγια, με ποιο τρόπο η διήθηση της ενόρμησης μέσα στον καμβά της γλώσσας εκδηλώνεται στην ομιλία του νευρωσικού; Σύμφωνα με τον Pommier, πρόκειται για τη «μεταφορά [που] λειτουργεί ως εναλλάκτης ιδιαίτερου τύπου μεταξύ ενόρμησης και σημαίνοντος».[44]
Επιλογή και αποκλεισμός (forclusion)
Ας δούμε τώρα αν την υπόθεσή μας μπορεί να την ενδυναμώσουν κάποιες από τις υπάρχουσες θεωρίες για τη σχιζοφρένεια, υιοθετώντας μια προσέγγιση που θα ονομάζαμε «επαγωγική αρχιτεκτονική».
Θεωρούμε, πράγματι, πως η ιστορική βάση της έννοιας υποφέρει τόσο από ιδεολογική παχυσαρκία όσο και από θεωρητική ανορεξία. Γι’ αυτό ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε μέσα στα κείμενα τα συμβατά στοιχεία, απομακρύνοντας τις προφανείς αντιφάσεις που δημιουργούν τα ιδεολογικά προαπαιτούμενα, έτσι ώστε να ανασύρουμε εκείνο το, επιδεκτικό να γονιμοποιήσει μια μεταγενέστερη ανάπτυξη, τμήμα του κοινού εδάφους, όσο μικρό κι αν είναι αυτό. Προχωρώντας έτσι, έχουμε συνείδηση των κινδύνων που ενυπάρχουν σε ένα τέτοιο εγχείρημα: στη διάρκεια αυτής της διηθητικής διαδικασίας κινδυνεύουμε να εξαλείψουμε τη συμβολή κάποιων άλλων προσφορών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιώδεις.
Για τον Lacan: «…Ο πρωταρχικός αποκλεισμός (Verwerfung) κυριαρχεί το παν με το πρόβλημά του…». Διότι, όταν αναφερθούμε στο έργο του Daniel Gottlob Moritz Schreber, ιδρυτή ενός Ινστιτούτου Ορθοπεδικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, παιδαγωγού ή, καλύτερα, για να το πούμε …αγγλικά, ενός “παιδαγωγιστή” (éducationnaliste), ενός κοινωνικού μεταρρυθμιστή, “με μια κλίση απόστολου για να προσφέρει στις μάζες, υγεία, ευτυχία και μακαριότητα” με τη φυσική εξάσκηση, εισηγητή των μικρών λαχανόκηπων για να συντηρηθεί ένας σχετικός ιδεαλισμός του κήπου μεταξύ των υπαλλήλων, που τους αποκαλούν ακόμα στη Γερμανία (οι κήποι του Schreber)· χωρίς να αναφερθούμε στις 40 εκδόσεις της Ιατρικής γυμναστικής δωματίου, όπου τις εικόνες με τα “βιαστικά φτιαγμένα” ανθρωπάκια, τις επικαλείται ο Schreber, τότε θα μπορέσουμε να θεωρήσουμε ξεπερασμένα τα όρια που το γηγενές και το γενέθλιο παραπέμπουν στη φύση, στο φυσικό, στον εγκλιματισμό, όπου η αρετή γίνεται ίλιγγος, το κληροδότημα γίνεται σύνδεσμος, η σωτηρία γίνεται αναπήδηση, όπου δεν θα μας ξάφνιαζε εάν το παιδί, όπως o ναύτης στο γνωστό ποίημα του Prévert (La pêche à la baleine), απέρριπτε τη φάλαινα της απάτης, αφού τρυπήσει τον νοηματικό ιστό από τη μια άκρη στην άλλη, διαπερνώντας και τον πατέρα (de père en part – πρόκειται για λογοπαίγνιο του de part en part–, στο χιουμοριστικό ποίημα, η φάλαινα μαχαιρώνει τον πατέρα που την ψάρεψε).[45] Θα εκλάβουμε λοιπόν το Verwerfung ως τον αποκλεισμό του σημαίνοντος έτσι ώστε το Όνομα-του-Πατρός , το οποίο ορίζει τη νεύρωση ως δομή για τον Lacan, μπορεί να εμ- φανιστεί ως μια απλή ΤΡΥΠΑ στην ψύχωση, και επομένως αυτή η τελευταία υπονοεί την έλλειψη ή την κατάρρευση της διαλεκτικής.[46]
Ο νοσηρός ορθολογισμός μπορεί λοιπόν να εμπλέκει:
1. Την κατάρρευση (ή την απουσία) των διαλεκτικών ερεισμάτων του υποκειμένου.
2. Το πέρασμα σε μια ταυτοτική λογική ή μια τροποποίηση της ιεραρχίας των σημασιών.
3. Την υπερίσχυση της βλεμματικής ενόρμησης.
4. Την παρακμή της διαλεκτικής σύλληψης του κόσμου.
5. Την κονιορτοποιημένη αντίληψη αξιών και σημασιών που δεν ιεραρχούνται από κάποιο δομικό στοιχείο.
Μέσα σε αυτή την ελάχιστη δομή, οι νεολογισμοί του σχιζοφρενούς γίνονται αντιληπτοί ως αποτέλεσμα μιας απόπειρας σημαντικής παραγωγής (ή ταυτοποίησης), που σκοπεύει στη δημιουργία μιας νέο-αξίας, εντός της κεκορεσμένης από αξίες κοσμοθεωρίας του (Weltanschauung).[47] Για ορισμένους συναδέλφους, το παιδί μπορεί να συνάγει το Όνομα-του-Πατέρα από την απουσία της μητέρας και την επιθυμία της για τον φαλλό, που δημιουργεί η αποδοχή της γλώσσας και της διαφορικής λογικής. Τα πέντε βασικά χαρακτηριστικά που αναφέραμε παραπάνω μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι ο νοσηρός ορθολογισμός εκφράζει πάνω απ’ όλα μια αξιολογική αποδιοργάνωση: οι αξίες αποσυναρμολογούνται εξ αιτίας της απουσίας ενός στοιχείου x που θα επέτρεπε ταυτόχρονα τη σύνδεσή τους σε σύστημα και θα προσέφερε τις βάσεις μιας διαφοροποιημένης γλώσσας.[48] Απουσία που επιτρέπει εξίσου, μέσω της αξιολογικής ανάλυσης της θέσης του υποκειμένου, να διαβλέψει ορισμένες περιπτώσεις σχιζοφρένειας όπου λείπουν τα κλασικά σχιζοφρενικά συμπτώματα. Η ίδια η έλλειψη διαφορικής λογικής μολύνει την αντίληψη του χρόνου που ταυτίζεται με τον χώρο και επιφέρει την υπερίσχυση της ταυτοτικής λογικής.
Κάτι περισσότερο, η καταστροφή ή η απουσία της προβληματικής σχέσης (μεταφορά, εναλλάκτης ή x) ανάμεσα στην ενόρμηση και τη γλώσσα, προκαλεί τον αποχωρισμό των ενορμήσεων: η βλεμματική ενόρμηση θα συνδεθεί με το ρήμα «είναι» για να υποστηρίξει τις παραληρητικές ταυτίσεις και το ίδιο το παραλήρημα.[49] Σε ορισμένες ψυχώσεις το ρήμα «είναι», όπως και η βλεμματική ενόρμηση, λειτουργούν με μια ορισμένη αυτονομία ή ακόμα και με ποικίλους συνδυασμούς.
1 Minkowski E., Paris, L’Harmattan, 1997. Πρόλογος του G. Lantéri-Laura.
2 Minkowski E. [1927], επανέκδοση, Paris, Payot, 1997.
3 «Ο όρος σχιζοφρένεια έλαβε […] τέτοια επέκταση έτσι ώστε κάποιος που προσεγγίζει την ψυχική παθολογία να πρέπει να καταβάλει μια, συνήθως άκαρπη, προσπάθεια για να προσανατολιστεί μέσα στον δαίδαλο των συμπτωμάτων που περιγράφονται κάτω από το όνομα σχιζοφρένεια». Guiraud P. Origine et évolution de la notion de schizophrénie. Confrontation Psychiatrique, 1968, 2, 9.
4 Βλ. Brockington I. Schizophrenia: Yesterday’s Concept. European Psychiatry, 1992, 7, 5, 203-207. Αναφέρεται στο Pichot P. & Rein W., (εκδ), The Clinical Approach in Psychiatry, Le Plessis-Robinson, Synthélabo, 1994, coll. Les Empêcheurs de penser en rond.
5 Βλ. Libbrecht K., Hysterical Psychosis: a Historical Survey, New Brunswick & London, Transaction Publishers, 1995, 125.
6 Δέκα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση της Σχιζοφρένειας του Minkowski και πέντε χρόνια μετά την πρώτη έκδοση της διατριβής του Lacan.
7 Klein F. Maladies mentales expérimentales et traitement des maladies mentales, Paris, Ed. Médicales, 1937, 6-7.
8 Στο ίδιο (δική μας η πλαγιογράφηση).
9 «Πρέπει να τοποθετήσουμε το θεμέλιο του επιστημονικού λόγου μέσα από μια πράξη πίστης. Αν και η υποκειμενικότητα θα βρίσκεται αποκλεισμένη από τα εκφερόμενά της, αυτά δεν παύουν, σε τελευταία ανάλυση, να στηρίζονται στην πεποίθηση του υποκειμένου». Maleval J.-C. Les fondements de l’investigation lacanienne de la psychose. Thèse de 3e cycle. Université de Paris-Nord. 1986, 21.
10 Leuret F. Fragments psychologiques sur la folie. Paris, Crochard, 1834, 41. Εδώ μάλλον βρίσκεται το μεγαλείο και η αδυναμία του Leuret. Με αυτή τη δήλωσή του, όχι μόνο δεν μας φαίνεται πολυτέλεια, αλλά μάλλον αναγκαία μια σκέψη πάνω στην ιδεολογία και τη σχιζοφρένεια (δική μας η υπογράμμιση).
11 Klein, ό.π., 18.
12 Klein. Éclaircissement et corrections, ό.π. σελ. 6 (δική μας η πλαγιογράφηση).
13 «Η μελέτη της σχιζοφρενικής λογικής αποτελεί […] μια επιβεβαίωση a contrario της εγκυρότητας της διαλεκτικής τόσο ως λογικό όσο και ως υπαρξιακό αξίωμα». Gabel J. Un exemple clinique de logique réifiée (1949). Στο Études Dialectiques, Paris, Klincksieck 1990, 98.
14 Klein F. Maladies mentales expérimentales. Ό.π., 69.
15 Klein F. Ό.π., δική μας η πλαγιογράφηση
16 Στο ίδιο, 70.
17 Στο ίδιο, 33.
18 Στο ίδιο.
19 Εμπνεόμενοι κατ’ ευθείαν από τον Gilles Deleuze, θα μπορούσαμε να πούμε πως το βιβλίο του Klein δεν είναι επιστημονικό έργο, παρά την πράγματι επιστημονική πρόθεση των ισοδυναμιών που επιχειρεί. Μια επιστημονική μέθοδος εμπλέκει τον καθορισμό ή ακόμα τον σχηματισμό και την παραγωγή θεμιτών τυπικών συνόλων. Είναι προφανές λοιπόν ότι το σύνολο των αναφορών του φοιτητή της ιατρικής δεν είναι τυπικά θεμιτές. Βλ. Deleuze G., Πρόλογος Wolfson L. Le Schizo et les Langues, Paris, Gallimard 1970, 9.
20 Βλ. E. von Domarus. Στο Kassanin J.S. (ed) Language and Thought in Schizophrenia (Collected Papers) [1944], Berkeley & Los Angeles, University of California Press, 1951, 108-109.
21 «Είναι επιβεβαιωμένο ότι η έρευνα οδηγούσε, αναπόφευκτα και τις περισσότερες φορές, σε σκοτεινές ατραπούς, αναβιώνοντας την κληρονομιά του παρελθόντος που θεωρούνταν ως εντυπωσιακές ανακαλύψεις», Tellenbach H., La mélancolie, Paris, PUF, 1979, 23.
22 Αρκετοί ιστορικοί, μεταξύ αυτών και ορισμένοι που συνδέονται στενά με τον ψυχαναλυτικό χώρο, πλέκουν το εγκώμιο του Bleuler, προφανώς εξ αιτίας της “διάστασής” μου με τον Freud. χωρίς όμως να φτάνουν στο άκρο της δικής τους εξιδανίκευσης, προσέχοντας καλά να μην αναφέρονται στην ικανότητα του Bleuler πατρός να θέτει διαγνώσεις εκ του μακρόθεν: «Μεγάλος αριθμός λιποτακτών του στρατού είναι περιπλανώμενοι σχιζοφρενείς» (Bleuler E. Textbook of Psychiatry, [από την 4η γερμανική έκδοση], Ν. York. Mcmillan 1924, Μτφρ. A. A. Brill, 413). Η ιστορία δεν λέει αν οι εν λόγω λιποτάκτες ήταν Γάλλοι, Γερμανοί ή Ελβετοί! Ούτε αν τους νοσήλευσε ο Bleuler. Πρόκειται προφανώς για απλή προσωπική εκτίμηση, μια αναφορά αρχής… Το παράθεμα διαφωτίζει καθαρά τη μέθοδο που χρησιμοποιούσε ο Bleuler για την κατασκευή του αντικειμένου του, όπως διαφωτίζει και την ακραία ιδεολογικοποίηση της «σχιζοφρένειας».
23 Η ασαφής σχέση μεταξύ της κλινικής εργασίας του Kraepelin και της πρωτοναζιστικής ιδεολογίας του αναφέρεται στο Allen D.F. L’âge de Kraepelin. L’Information Psychiatrique 1966, 9, 925-933.
24 «Σε βαριές περιπτώσεις πρώιμης άνοιας βρίσκουμε την περισσότερο αναπτυγμένη “ταυτοποίηση”, (Korzybski A, Science and Sanity [1933]. Laurenceville [Connecticut], The International Non-aristotelian Publishing Company, 1958 [4e ed], 568).
25 Σύμφωνα με την ερμηνεία μας, η σχιζοφρένεια είναι κατά βάση μια υπερτροφία αυτής της «λειτουργίας ταυτοποίησης», που σύμφωνα με τον Meyerson αποτελεί «τον μηχανισμό με τον οποίο προχωρά η σκέψη». Κατά συνέπεια ο σχιζοφρενής είναι ένας «καταναγκαστικός της ταυτότητας». [Gabel J., “Symbolisme et schizophrénie”, Revue Suisse de psychologie appliquée, 1984, 7, 4, 282-283].
26 «Κάθε άτομο που έχει ένα κοινό χαρακτηριστικό με έναν υποτιθέμενο διώκτη, όπως για παράδειγμα γένεια ή κόκκινα μαλλιά ή ξεχωριστά ρούχα, μπορεί να γίνει ο διώκτης ή ένας σχετικός με τον διώκτη, […] είναι εύκολο να αναγνωριστεί ότι πολλοί ασθενείς […] αντιστοιχούν σε αυτό που έχω αποκαλέσει ένα όργιο ταυτοποιήσεων. Ένας γάλλος ψυχίατρος, ο Gabel (1948), ανακάλυψε ανεξάρτητα το ίδιο φαινόμενο στη σχιζοφρένεια και το ονόμασε υπερτροφία της έννοιας της ταυτοποίησης» (Arieti S., Interpretation of Schizophrenia [1955], New York, Basic Books, 1974 [2e éd.], 232.) Ο John Weir Perry προσεγγίζει ένα παρόμοιο πρόβλημα όταν εξηγεί πως στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου [της δεκαετίας του ’50] πολλοί βορειοαμερικανοί ψυχωτικοί εξέφραζαν τις διαταραχές τους επικαλούμενοι μια σύγκρουση μεταξύ «καλών» (οι δημοκρατικές χώρες που διέθεταν τη δύναμη του Χριστού) και «κακών» (οι κομμουνιστές που ήταν σύμμαχοι του διαβόλου και του Αντίχριστου). Για μας είναι ένα παράδειγμα ταυτοτικής λογικής ή ακόμα και αυτού που ο Minkowski ονόμαζε αντιθετική λογική. (Βλ. Weir Perry J., Roots of Renewal in Myth and Madness, San Francisco, Jossey-Bass, 1976, 117.)
27 «Η αντίφαση είναι το μη-ταυτόσημο με τη μορφή του ταυτόσημου. η προτεραιότητα της αρχής της αντίφασης στη διαλεκτική μετράει το ετερογενές με μέτρο την ενότητα. Το όριο ξεπερνιέται προσκρούοντας πάνω του. Η διαλεκτική είναι η άκαμπτη συνείδηση της μη-ταυτότητας». (Adorno T., Dialectique négative, Paris, Payot, 1978, 13. Δική μας η πλαγιογράφηση).
28 Paul Abély (1897-1979). Για βιογραφικά στοιχεία Βλ. Dubois M. J. C., «Allocution nécrologique à la mémoire du Dr Abély», Annales Μédicopsychologiques, 1979.
29 Abély P., «État schizophrénique et tendances homosexuelles», Annales Μédico-psychologiques, 1927, 2, 251-257, και «Le signe du miroir dans les psychoses et plus spécialement dans la démence précoce», Annales Μédicopsychologiques, 1930, 1, 28-36. (Το δεύτερο άρθρο επανεκδόθηκε το 1980 από τον J. Corraze στο Image spéculaire du corps [βλ. παρακάτω], και αργότερα το 1994 από τον J. Postel στο Textes essentiels de la psychiatrie, Paris, Larousse).
30 Delmas A., «Le signe du miroir dans la démence précoce», Annales Μédicopsychologiques, 1929, 1, 227-233.
31 Postel J., «Les troubles de la reconnaissance spéculaire de soi au cours des démences tardives», στο Image spéculaire du corps, choix de textes présentés par Jacques Corraze, Toulouse, Privat, 1980, 220.
32 Βλ. Wallon H., Les Origines du caractère chez l’enfant [1934], Paris, PUF, 1982, et Corraze J., Image spéculaire du corps, Ό.π.
33 Το 1938 ο Lacan όρισε ως εξής τη θέση του: «Η συναισθηματική ταυτοποίηση αποτελεί μια λειτουργία, την πρωτοτυπία της οποίας καθιέρωσε η ψυχανάλυση […]. Η χρήση όμως του όρου […] παραμένει ασαφής στη θεωρία, γι’ αυτό επιχειρήσαμε να τον υποκαταστήσουμε με μια θεωρία, αυτή της ταυτοποίησης που προσδιορίζουμε υπό τον όρο στάδιο του καθρέφτη. […] Το αντιληπτικό φαινόμενο που παράγεται στον άνθρωπο από τον 6ο μήνα εκδηλώνεται με μια μορφή […] που είναι χαρακτηριστική μιας πεφωτισμένης ενόρασης, δηλαδή επί τη βάσει μιας επιμελούς αναστολής, ως αιφνίδια αποκάλυψη της προσαρμοσμένης συμπεριφοράς (εδώ αναφορά σε ορισμένα τμήματα του σώματός του), και κατόπιν μια εύχαρις σπατάλη ενέργειας που σημειώνει αντικειμενικά τον θρίαμβο, αυτή τη διπλή ενέργεια που αφήνει να διαφαίνεται το αίσθημα κατανόησης στην ανείπωτη μορφή του. […] Η τάση δια της οποίας το υποκείμενο αποκαθιστά τη χαμένη ενότητα του εαυτού αρχίζει εξ αρχής στο κέντρο της συνείδησης. Είναι η πηγή ενέργειας της ψυχικής του ανάπτυξης, μια πρόοδος της οποίας η δομή καθορίζεται από την υπεροχή των οπτικών λειτουργιών. Εφόσον η αναζήτηση της συναισθηματικής ενότητας υπόσχεται στο υποκείμενο τις μορφές όπου αναπαριστά την ταυτότητά του, τότε η πλέον ενορατική μορφή παρέχεται σε αυτή τη φάση δια της κατοπτρικής εικόνας. Αυτό που αναμένει το υποκείμενο από την εικόνα αυτή είναι η ψυχική ενότητα που του είναι συμφυής. Αυτό που αναγνωρίζει εκεί είναι το ιδανικό του imago, του διπλού. Αυτό που εύχεται είναι ο θρίαμβος της λυτρωτικής τάσης». (Lacan J., «Le complexe, facteur concret de la vie familiale», Στο Wallon H. [ed], L’Encyclopédie française, vol. VIII, 1938, 8-40-9 και 8-40-10).
34 Βλ. Lacan J., «Le stade du miroir comme formateur du Je» [1949], στο écrits, Paris, Seuil, 1966, & Lefort R. et R., La Naissance de l’Autre, Paris, Seuil, 1980.
35 «“Στις κλινικές εικόνες της σχιζοφρένειας, γράφει ο Gabel, η έκπτωση της διαλεκτικής της ολότητας (ως ακραία μορφή της διάσπασης) και η έκπτωση της διαλεκτικής του γίγνεσθαι (με ακραία μορφή την κατατονία) αλληλοεξαρτώνται.” Η συνείδηση ως θεατής και αιχμάλωτη ενός επιπεδωμένου σύμπαντος, περιβαλλόμενη από την οθόνη ενός θεάματος, πίσω από το οποίο έχει μεταφερθεί η δική της ζωή, δεν αναγνωρίζει πλέον παρά μόνο τους πλασματικούς συνομιλητές που την συντηρούν μονόπλευρα με τα προϊόντα τους και την πολιτική των προϊόντων τους. Το θέαμα, σε όλη του την έκταση, αποτελεί το “σημείο του καθρέφτη” του […].» (Debord G., La Société du spectacle, Paris, Champ libre, 1983, 168.)
36 Minkowski E., Le Temps vécu, Paris, D’Αrtrey, 1933, 271.
37 Dolto F., L’image inconsciente du corps, Paris, Le Seuil, 1984, 42-43 (δική μας η υπογράμμιση).
38 Βλ. Racamier P. C., «Introduction à une sociopathologie des schizophrènes hospitalisés», L’évolution psychiatrique, 1957, 1, 65.
39 Εξάλλου, o John Weir Perry δεν συμμερίζεται αυτή τη θέση όταν γράφει: «Η συνείδηση του χρόνου φαίνεται να είναι ανάλογη του βαθμού διαφοροποίησης της συνείδησης» (Weir Perry J., Roots of Renewal in Myth and Madness, ό.π. 55.)
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.