Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θέκλα Γιαρλέλη
Συγραφέας, Αθήνα 

σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]

Συναντήσεις μιας γηραιάς κυρίας

Στις τριάντα τετάρτου του χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, κτύπησα το κουδούνι στην οδό Α. 1, χωρίς να γνωρίζω γιατί πήγαινα και τι θα συζητούσα μ’ έναν άγνωστο μέχρι στιγμής άνθρωπο. Δεν είχα ούτε άγχος ούτε κτυποκάρδι. Σαν να ήμουν τελείως αμέτοχη ως προς την συνάντηση.

Μου άνοιξε την πόρτα ένας σοβαρός, αρκετά γεμάτος κύριος με όψη μεγαλοκληρικού. Έτσι μου φάνηκε. Με άφησε αφού με πέρασε σ’ έναν μικρό χώρο, σαν κελί. Είχε μια βιβλιοθήκη, μια πολυθρόνα και δυο-τρεις πίνακες. Ένιωσα σαν προετοιμασία εξομολόγησης. Έσφιξε η καρδιά μου. Δεν πρόλαβα όμως να σκεφθώ περισσότερο γιατί στις έξι ακριβώς άνοιξε μία ενδιάμεση πόρτα και με πέρασε σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο. Το περιεργάστηκα όσο μου επέτρεπε η στιγμή. Βιαστικά. Ένα ντιβάνι μ’ ένα χαλί σκεπασμένο όπως τα περσικά. Μια βιβλιοθήκη με βιβλία παλιά, που έδειχναν φθορά από τη χρήση, ένα γραφείο με πολλά αντικείμενα πάνω του, κι αυτό φαινόταν παλιό. Ακόμα και οι πίνακες ήταν σκοτεινοί, χωρίς να βγάζω νόημα γι’ αυτούς. Δυο πολυθρόνες κι ένα τραπεζάκι. Αυτός ο χώρος φωτιζόταν με τζάμια μακρόστενα που άφηναν να απ’ έξω φυτεμένες πρασινάδες. Ήταν επιβλητικός. Μου προκάλεσε δέος. Δεν κατάλαβα καλά καλά πώς, με μια ερώτηση, εγώ είπα κιόλας ποια είμαι και πώς βρέθηκα εκεί. Δεν τον κούρασα καθόλου. Έτσι νομίζω. Η αλήθεια είναι ότι γρήγορα ανοίγομαι στους ανθρώπους αρκεί να καταλάβω ότι έχω κατανόηση κι εμπιστοσύνη. Έπειτα το περιβάλλον και η φανερά έντονη προσωπικότητά του, μου έδωσαν περισσότερο θάρρος να είμαι τολμηρή και ανοικτή. Άλλωστε εκείνο που επιθυμούσα ήταν να με δεχθεί. Να με αναλάβει. Αυτή ήταν η επιθυμία μου, γιατί, έτσι θα ευχαριστούσα την αδελφή μου, που το ίδιο βράδυ θα με έπαιρνε από την επαρχία στο τηλέφωνο να με ρωτήσει πώς τα πήγα. Αυτή η συνάντηση τελείωσε σε μια ώρα, που ακριβώς δεν κατάλαβα πώς τέλειωσε. Με ρώτησε «Πώς σας φαίνομαι;» κι εγώ του απάντησα «Σαν τον αρχιεπίσκοπο». Τέλος μου είπε «θα σας κρατήσω» και μου έκλεισε ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα. Εγώ από τη χαρά μου τον φίλησα.

Νομίζω ότι είναι πολύ οδυνηρό και μόνο να αποφασίσεις να γνωρίσεις τον εαυτό σου (μου είπε ότι ποτέ δεν είναι αργά). Δεν ξέρεις όμως πόσο οδυνηρά, επίπονα, θλιβερά, κουραστικά, βαρετά, είναι τα συναισθήματα που προβάλλονται μετά. Το τι ακολουθεί είναι μια άλλη υπόθεση. Την απόφαση να γυρνάς πίσω δεκαετίες, την παίρνεις εν αγνοία σου για το τι ακολουθεί. Σε τι κανάλι μπαίνεις. Στην πορεία καταλαβαίνεις ότι έπεσες στον ωκεανό και προσπαθείς να κολυμπήσεις μέσα σε κύματα που σε τρομάζουν και σε κτυπούν ανελέητα. Έπρεπε να επιτρέψω στις σοφά κρυμμένες αλήθειες μου να έρθουν στο φως. Συγκρούσεις που ποτέ δεν επουλώθηκαν. Έπρεπε να δω τον εαυτό μου με τα σημερινά μάτια της ενήλικης. Να καταλάβω τις αιτίες του πόνου και της σύγχυσής μου. Να φέρω στην επιφάνεια προσωπικές ιστορίες που συνδέουν το σήμερα με εκείνο του χθες. Ανάμεσα στο κοριτσάκι και στην ενήλικη του τώρα. Έπρεπε να ξαναζήσω αυτά που θυμόμουν για να αποκτήσω συνείδηση των πόνων που ήταν ενσωματωμένοι μαζί μου. Να εκθέτω χωρίς ειρμό, χωρίς λογικές συνδέσεις, σκέψεις και αισθήματα. Έπρεπε να επιστρέψουν στην επιφάνεια όλα. Έπρεπε να κολυμπώ σε κύματα τεράστια με μόνο οδηγό τις απαντήσεις που αντλούσα από τον σιωπηλό θεραπευτή μου, χωρίς να σταματώ να διερωτώμαι το γιατί να πέσω σ’ αυτή τη θάλασσα των οικτιρμών.

«Τι θα θέλατε να κάνετε που δεν το κάνατε;»
«Θα ήθελα να μάθω να χορεύω.»

Μου είπε ότι «υπάρχει πάντα ένα αύριο. Η ζωή μας δίνει κι άλλες, κι άλλες, ευκαιρίες να κάνουμε αυτά που επιθυμούμε.

Ήμουν ήδη μεγάλη γι’ αυτά. Αλλά είχε όντως δίκαιο. Γράφτηκα σε σχολή χορού. Τα κατάφερα και χόρεψα μάλιστα σε πίστα. Ένοιωσα να ξαναγεννιέμαι. Πετούσα. Οι ποντιακοί χοροί μου άρεσαν περισσότερο. Η σερά ή σερανίτσα δίνει μία ιδιαίτερη κίνηση σ’ όλο το σώμα. Σειέται όλο το κορμί με ευγενική χάρη και ορμή. Φορώντας τη στολή σε μια εκδήλωση που έγινε σε μεγάλο θέατρο, μπροστά σε κόσμο, δεν πίστευα πως ήμουν εγώ.

Ποτέ δεν σχεδιάζω τι θα του πω. Κάθομαι εκεί στην πολυθρόνα ακριβώς απέναντί του. Με κοιτά αγέρωχος σιωπηλός. Αλλά μιλάνε τα μάτια του, ψάχνοντάς σε. Είναι κάτι αλλόκοτο, κάτι που δεν μπορείς να εξηγήσεις. Σωπαίνω κι εγώ τότε. Πολλές φορές ήθελα να του πω «γιατί τόσο περίεργο βλέμμα;» «Εσύ μου μιλάς για τη ζωή σου;» «Κάθισε εδώ στη δική μου καρέκλα». «Όπως με κοιτάς γρατζουνάς την ψυχή μου». «Δεν θέλω να μιλήσω σήμερα».

Αλλά σαν υπνωτισμένη ακολουθώ ξανά τις διαδρομές που με στέλνει. «Αχ τα κατάφερε και σήμερα». Άνοιξα ένα κουτί παλιό, σκουριασμένο, που για χρόνια ήταν κλειστό. Εκεί μέσα βρίσκομαι. Γι’ αυτό οι χαρές γλιστρούν από πάνω μου. Γλιστρούν και φεύγουν. Ας έμεναν λίγο όπως τότε που χόρεψα!

Κάθε συνάντησή μας ήταν διαφορετική και ίδια. Εκείνος ήταν πάντα ο μεταφραστής των αισθημάτων μου, ο μεταφορέας των κρυμμένων μυστικών μου, αλλά κυρίως ο άνθρωπος που με άκουγε.

«Είμαι πολύ ταραγμένη. Χθες βράδυ ο Χρήστος μου είπε ότι όταν βρει δουλειά, θα μείνει μόνος του».

Με άκουγε κοιτώντας με. Κι εγώ έβαζα τα λόγια στον εφιάλτη που από καιρό φοβόμουν. Στο φόβο που με κατασπάραζε, αφού δεν έχει λογική.

Τίποτε πιο οδυνηρό να μαζεύει τα ρούχα και τα βιβλία του για τη μετακόμιση. Δεν ήταν οι σπουδές στην Αμερική, δεν ήταν ο στρατός του, να τον περιμένεις. Είναι ο αποχωρισμός από τη στέγη που περνάς όλες τις χαρές και αγωνίες του. Είναι το πρωινό κρεβάτι του, που το αερίζεις και μυρίζεις τη φρεσκάδα του παιδιού σου. Είναι το άδειο πια γραφείο με τις φιλοδοξίες και τους στόχους του. Είναι η χαραμάδα από το βραδινό φως του πορτατίφ. Καταλαβαίνεις ότι είναι η αρχή του τέλους. Το παιδί σου δεν σε χρειάζεται πια. Για καιρό κάθε βράδυ έκλεινα την πόρτα του δωματίου του, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι κοιμάται.

Στις πολλές συναντήσεις μας εκείνης της εποχής, ο σπουδαίος θεραπευτής μου μ’ έκανε να καταλάβω ότι τα παιδιά πρέπει να κρατηθούν μόνα τους. Μόνο την αγάπη μας μπορούμε να τους δώσουμε. Για τη ζωή τους θα τα βρουν μόνα τους. Έχουν δικές τους ιδέες. «Έχουν τις ιδέες τους». Έτσι μου έλεγε. Κι έτσι σιγά σιγά ξύπνησε μέσα μου μια πραγματική δύναμη. Και σαν να έγινε μια δυνατότητα να κατευθύνω εγώ τον εαυτό μου ή τουλάχιστον να τον ψηλαφίζω.

«Η μαμά σας δεν σας αγαπούσε» μου είπε όταν εγώ για μέρες, χρόνια, μπροστά του έκλαιγα μετά τον ξαφνικό θάνατο της μαμάς μου. Θύμωσα τόσο πολύ που τόλμησε και μπήκε ανάμεσα στη σχέση μου με τη μητέρα μου. Στις επόμενες συναντήσεις μας κάθε φορά φεύγοντας επαναλάμβανα «γιατί ήρθα;», «γιατί ήρθα;» Με έκανε να είμαι σε χάος.

Τώρα μετά από τόσα χρόνια, ξέρω ότι τότε άναψε ένα φως. Στο χάος. Το φως αυτό ήταν μια αστραπή. Ένα τσαφ σαν το τσακμάκι, το τσαφ που κάνουν οι πέτρες όταν τις κτυπάμε μαζί. Μια σπίθα. Έτσι ένοιωσα τη μέρα που συνόδευα Μεγ. Παρασκευή τον Επιτάφιο, όταν λύθηκε το ερωτηματικό, ενώ ήμουν χαμένη στον ωκεανό των σκέψεων, αναμνήσεων και ενοχών.

Η μαμά μου με κρατούσε όμηρό της, κι εγώ έκλαιγα που έχασα τον έλεγχό της!!

Τι θα φορέσω, με ποιον θα μιλήσω, πόσο σύντομα, σήμερα είσαι χλωμή, πρόσεχε, πρόσεχε, όχι εκείνο, αυτό. Κι εγώ στη συνέχεια, γεμάτη ενοχές και για μικρά και για μεγάλα πράγματα. Πώς μίλησα; μήπως ήμουν ψυχρή; τους στενοχώρησα; Δυσκολευόμουν ν’ αναπνεύσω. Από μικρή η οικογένεια μ’ έβαλε σ’ ένα καλούπι. Μια ζωή διαλεγμένη από τις επιθυμίες και τις δικές τους επιλογές. Μια ζωή να παλεύεις με τις ενοχές αν δεν ευχαριστείς τους άλλους. Μια ζωή να συσσωρεύονται τύψεις σε μια αποθήκη, που γίνονται μετά εκρηκτικά έτοιμα να πυροδοτηθούν και να σε καταστρέψουν. Εκείνη η αστραπή είναι πια παρούσα στη σχέση μου με τα παιδιά μου και τώρα με τα εγγόνια μου.

Είκοσι και χρόνια, σχεδόν σε τακτά διαστήματα, στην ίδια πολυθρόνα να με κοιτά από απέναντι. Συχνά το μάτι μου έπεφτε στα μικρά σπασμένα πράσινα γυαλάκια, θαμπά, φθαρμένα από τον ήλιο και τη θάλασσα που έχει στο γραφείο του. Τα μάζευα καλοκαίρια και του τα πρόσφερα. Εκείνος μου έμαθε να ψάχνω γυαλάκια στο παρελθόν μου. Να μαζεύω ιστορίες και να τις κάνω διηγήματα.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.