Jean Oury
σύναψις 34 [2014 – τόμος 10]
Μετάφραση: Αμαλία Ατσαλάκη.
Αποσπάσματα από μια ομιλία που έγινε στο Poitiers το 1970
Το να παρουσιάσω τη θεσμική ψυχοθεραπεία μου προκαλεί αρκετή αμηχανία. Από τη γέννησή της, στη Γαλλία, έχει υποστεί πολλές μεταβολές, σε σημείο που σήμερα έχουμε την εντύπωση μιας γεμάτης αντιφάσεις ετερογένειας, ανάλογα με τις περιοχές και τα ιδρύματα. Θα προβώ λοιπόν σε ένα σύντομο ιστορικό, χωρίς αξιώσεις πληρότητας, κυρίως με αφετηρία την προσωπική μου εμπειρία. Σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί ο καθένας, αναπτύσσει με τον δικό του τρόπο τις αντιλήψεις που, λίγο πολύ, θεωρητικοποιούνται ύστερα από κάποια χρόνια.
Στον χώρο της ψυχιατρικής εισήλθα το 1947 (καθώς κυρίως για ψυχιατρική πρόκειται όταν αναφερόμαστε στη θεσμική ψυχοθεραπεία, έστω κι αν το πεδίο της εκτείνεται και σε άλλες επιστήμες, όπως η παιδαγωγική ή η εκπαίδευση). Το 1947 ήταν ακόμα η εποχή μετά τον πόλεμο, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμιστεί καθώς η θεσμική ψυχοθεραπεία είναι στην πραγματικότητα βαθιά ριζωμένη σε ό,τι έγινε κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
1. Βρισκόμουν στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο του Saint-Alban, στην περιοχή της Lozère, που ήταν απομονωμένο στη μέση του πουθενά. Ίσως εξαιτίας αυτής της απομόνωσης, ήδη πολλά χρόνια πριν, είχε ξεκινήσει εκεί μια εμπειρία που μετέβαλλε τη δομή αυτού του νοσοκομείου κατά τρόπο αρκετά ασυνήθιστο για την εποχή.
Πώς να ορίσουμε, προσωρινά, τη θεσμική ψυχοθεραπεία; Συχνά χρησιμοποιούσαν τον όρο θεσμική θεραπευτική. Αυτό σήμαινε: μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των υπαρχουσών δομών, προκειμένου να εκμεταλλευτούν όλα όσα μπορούν να χρησιμεύσουν στην περίθαλψη των ασθενών που ζούσαν εκεί. Περίθαλψη; Η ίδια η έννοια της ψυχιατρικής περίθαλψης θα τεθεί υπό αμφισβήτηση κατά την ανάπτυξη της θεσμικής ψυχιατρικής.
Το κίνημα αυτό αναπτύχθηκε γύρω από γιατρούς και νοσηλευτές. Τα νοσοκομεία διατηρούσαν, σε γενικές γραμμές, μια δομή εγκλεισμού, δομή στρατοπέδου συγκέντρωσης. Στη διάρκεια του πολέμου κάποιοι νοσηλευτές είχαν φυλακιστεί, κάποιοι άλλοι είχαν σταλεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όταν επέστρεψαν, είχαν πια αποκτήσει διαφορετική αντίληψη του κόσμου: το εργασιακό τους περιβάλλον, ίδιο με το προπολεμικό, τους θύμιζε την εμπειρία που μόλις είχαν ζήσει στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
2. Είναι σημαντικό γεγονός στη ζωή κάποιου να ξαναρχίζει την άσκηση του προπολεμικού του επαγγέλματος και να ξαναβρίσκεται σε μια ατμόσφαιρα παρόμοια μ’ αυτήν των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ξέρετε, στην κατεχόμενη Γαλλία υπήρχε τέτοια φτώχεια που το 40% των ασθενών πέθαναν από πείνα. Αυτό δημιουργούσε ένα αρκετά ευνοϊκό πεδίο για μια ατομική όσο και συλλογική συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας να αλλάξουν κάποια πράγματα. Μου είναι ιδιαίτερα προσφιλές να υπενθυμίζω αυτήν την καταγωγή της θεσμικής ψυχοθεραπείας. Έχουμε συχνά την τάση να αναλωνόμαστε σε πράγματα αρκετά θεωρητικά και να χάνουμε εν τέλει την ουσία του προβλήματος.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να ορίσουμε τη θεσμική ψυχοθεραπεία ως το σύνολο των μεθόδων εκείνων που αντιστέκονται σε κάθε τι που παραπέμπει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σήμερα θα μιλούσαμε πιο πολύ για «περιορισμό», για δομές περιορισμού που υπάρχουν παντού, λίγο ή πολύ συγκεκαλυμμένα. Κάθε συσσώρευση ανθρώπων, είτε πρόκειται για ασθενείς είτε για παιδιά, σε οποιοδήποτε μέρος, οδηγεί στην ανάπτυξη καταπιεστικών δομών, αν δεν προσέξουμε. Αρκεί, απλά και μόνο να βρεθεί κάποιος σε μια συλλογικότητα με παρωχημένη αρχιτεκτονική και θεωρητική δομή. Η θεσμική ψυχοθεραπεία είναι ίσως η επιστράτευση μέσων κάθε είδους για καθημερινή πάλη ενάντια σε ό,τι μπορεί να εκτρέψει μια συλλογικότητα προς μια δομή στρατοπέδου συγκέντρωσης ή περιορισμού.
Το πρόβλημα των ψυχικά ασθενών, παρά την πρόοδο της ψυχικής υγιεινής που προσπαθεί να παρουσιάσει τον ψυχικά ασθενή με πιο ανθρώπινο τρόπο, επιβαρύνεται ακόμα από πλήθος προκαταλήψεων. Αρκεί ν’ ανοίξουμε μια εφημερίδα για να δούμε πόσο οι ψυχικά ασθενείς παρουσιάζονται ως άνθρωποι εξαιρετικά επικίνδυνοι, που πρέπει να παραμείνουν έγκλειστοι. Ωστόσο, είναι στατιστικά λιγότερο επικίνδυνοι από τους υποτιθέμενους κανονικούς. Στατιστικά υπάρχουν πολύ περισσότερα εγκλήματα στη λεγόμενη κανονική κοινωνία.
[…]
3. Έφτασα λοιπόν στο Νοσοκομείο του Saint-Alban το 1947. Ήμουν ειδικευόμενος. Το Νοσοκομείο είχε εξανθρωπιστεί με την κατάργηση των απομονωτηρίων και την κατάκτηση χώρων ζωής. Σε ορισμένα νοσοκομεία, τα κρεβάτια είναι κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο: για να πάει κάποιος για ύπνο πρέπει να περάσει πάνω από τα κρεβάτια των άλλων ασθενών. Ζωτικός χώρος είναι μόνο ο διάδρομος του κοιτώνα, δεν υπάρχει αίθουσα αναψυχής. Οι άνθρωποι μένουν εκεί για χρόνια, συναντιόνται κάτω από μια σκάλα ή στην αυλή. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι να δοθεί λίγος χώρος, ένα μέρος δηλαδή όπου οι άνθρωποι να μπορούν να κυκλοφορούν λίγο πιο ελεύθερα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο να μπορούν να κινούνται «ελεύθερα». Γρήγορα γίνεται αντιληπτό ότι αν δεν έχει προβλεφθεί κάποια δομή, οι άνθρωποι θα περιφέρονται απλώς κι αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Θα πρέπει λοιπόν να δημιουργηθεί ένας χώρος, συγχρόνως όμως να βρεθούν απασχολήσεις, έστω και στοιχειώδεις. Η πρώτη προσπάθεια, που θα οδηγούσε σε αυτό που επρόκειτο να γίνει η θεσμική ψυχοθεραπεία, απέβλεπε στη ριζική αλλαγή των πιο υποβαθμισμένων χώρων μέσα στις ασυλικές δομές· ιδιαίτερα των τμημάτων που τα αποκαλούν ακόμα πτέρυγες «διεγερτικών» και «ξεμωραμένων» (gâteux). Γνωρίζουμε σήμερα ότι τόσο η διέγερση όσο και οι συμπεριφορές των «ξεμωραμένων» (gâtisme), που αφορούν κυρίως την παραμέληση της ατομικής τους καθαριότητας, επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τη διαβίωσή τους σε στρατοπεδικές συνθήκες. Πρέπει να το έχει βιώσει κανείς για να αντιληφθεί ότι τέτοιοι ασθενείς βελτιώνονται θεαματικά με την αναμόρφωση του χώρου στον οποίο βρίσκονται και με την απασχόληση που τους δίνεται. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της θεσμικής ψυχοθεραπείας ήταν η αναμόρφωση των πτερύγων των διεγερτικών και στην πράξη η κατάργησή τους.
Όταν έφτασα στο Νοσοκομείο δεν υπήρχαν πια πτέρυγες διεγερτικών. Έπρεπε να προσπαθήσουμε να φανταστούμε δραστηριότητες. Ήταν η εποχή της άνθησης των ενεργητικών μεθόδων, κυρίως στην εκπαίδευση. Τα αναμορφωτήρια άλλαζαν μορφή. Γινόταν πολύς λόγος για κινήσεις όπως αυτή των C.E.M.E.A. (Centres d’Entrainement par des Méthodes d’Éducation Actives), των Κέντρων Εκπαίδευσης με Ενεργητικές Μεθόδους Μάθησης.
Η θεσμική ψυχοθεραπεία παρέμεινε πάντα στενά συνδεδεμένη μ’ αυτές τις κινήσεις ενεργητικής μάθησης. Ένα πλεονέκτημα ήταν ότι έβγαζε την ψυχιατρική πράξη από τα τείχη του ασύλου, συναρθρώνοντάς την με άλλους τομείς, όπως π.χ. κατασκηνώσεις, ιατροπαιδαγωγικά ινστιτούτα κ.ο.κ. Στο κίνημα θεσμικής ψυχοθεραπείας εντάχθηκαν γιατροί και νοσηλευτές μαζί, προκειμένου οι πρώτοι να αναμορφώσουν τη συνείδηση και την τεχνογνωσία των δεύτερων που ως τότε δεν ήταν παρά φύλακες. Οργανώθηκαν εκπαιδευτικά μαθήματα.
[…]
Ορισμένοι έζησαν εκεί μια εμπειρία αποκαλυπτική, μια σημαντική συνειδητοποίηση που επρόκειτο ν’ αναμορφώσει τη ζωή τους. Αυτό δεν σημαίνει πως μπορούσαν πάντα να εφαρμόσουν ό,τι είχαν μάθει. Επιστρέφοντας στα ψυχιατρεία τους ένιωθαν να αποτελούν μια ισχνή μειοψηφία, πνιγμένη μέσα στις παραδοσιακές δομές κάτι που, κάποιες φορές, δημιουργούσε αποθάρρυνση και κατάθλιψη.
4. Γιατί τα υπενθυμίζω όλα αυτά; Μπορεί να φαίνεται λιγάκι εκτός θέματος, ωστόσο μου φαίνεται ότι είναι σημαντικό να το σκεφτόμαστε όταν μιλάμε για θεσμική ψυχοθεραπεία, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε απολύτως τίποτα σ’ ένα ψυχιατρείο αν δεν αναμορφώσουμε κάτι, όχι στην πρώτη ύλη της αρχιτεκτονικής ή στις δραστηριότητες, αλλά στη συνείδηση των ανθρώπων που εργάζονται εκεί.
[…]
Η θεσμική ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς αυτή την προοδευτική, δύσκολη συνειδητοποίηση, που περνά από κάθε είδους μεταμορφώσεις, ακόμα και στο επίπεδο των νοσηλευτών. Αυτό έχει προσφέρει πολλά. Ζητήθηκε ακόμα να συμμετέχουν οι φύλακες, οι προϊστάμενοι των πτερύγων, οι οικονόμοι, όλοι όσοι συμμετέχουν στο παρόν καθεστώς των ιδρυμάτων, των οποίων η άκαμπτη δομή εμποδίζει τη δημιουργία τόπων όπου οι άνθρωποι να μπορούν να συναντιόνται, να μιλούν, να εργάζονται.
Αυτή η μικρή εισαγωγή δεν θα πρέπει να ξεχαστεί, προκειμένου να δοθεί επαρκής βαρύτητα σ’ αυτό που μπορεί να ειπωθεί για τη θεσμική ψυχοθεραπεία. Δέκα χρόνια πριν, δεν θα είχα σκεφτεί να τα θυμίσω όλα αυτά, δεν θα είχα ίσως μιλήσει για τα C.E.M.E.A., ούτε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ούτε για το επίπεδο εργασίας των νοσηλευτών. Καθίσταται όμως αναγκαίο αν λάβουμε υπόψη όσα γίνονται και λέγονται κάτω από αυτόν τον όρο. Προκειμένου να θέσω καλύτερα το ζήτημα, θα σας αναφέρω μια πιο συγκεκριμένη εμπειρία, την εμπειρία μου στην Κλινική La Borde στο Cour-Cheverny, στην περιοχή της Loire-et-Cher.
Ίδρυσα αυτή την Ψυχιατρική Κλινική το 1953. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε ψυχιατρείο στην περιοχή της Loire-etCher, και στην πράξη δεν υπήρχαν ούτε άλλες κλινικές. Έπρεπε λοιπόν να απορροφήσουμε κάθε ψυχιατρικό αίτημα στον νομό. Μια κλινική με καμιά εκατοστή κρεβάτια δεν επαρκούσε με τίποτα. Θέση δύσκολη, ιδιαίτερα δυσμενής, συγχρόνως όμως και ιδιαίτερα προνομιακή. Με δεδομένη την άρνηση των ψυχιατρείων στους γειτονικούς νομούς [Loiret, Eure-et-Loire, Indre-et-Loire κ.λπ.], που ήταν υπερπλήρη, να δεχθούν ασθενείς, ήμασταν αναγκασμένοι να τα βγάλουμε πέρα όπως μπορούσαμε ώστε να νοσηλεύουμε όσο το δυνατόν λιγότερο.
Είναι ενδιαφέρον να μην έχεις θέσεις! Αναγκάζεσαι να επινοείς διάφορα! Να προσπαθείς να παρέχεις περίθαλψη στους ασθενείς χωρίς να τους νοσηλεύεις ή, αν τους νοσηλεύεις, να επινοείς τεχνικές νοσηλειών πολύ σύντομων ή πολύ διαφορετικών. Υπό την πίεση των γεγονότων, είσαι πολύ απλά αναγκασμένος να το κάνεις. Ασφαλώς, είχαμε μια κάποια ελευθερία, καθώς την Κλινική την είχαμε ιδρύσει εγώ ο ίδιος με μερικούς συναδέλφους. Δεν ήμασταν εγκλωβισμένοι σ’ αυτό που αποκαλείται γραφειοκρατικός κλοιός, όσο κι αν ορισμένες δυσκολίες, ίσως περισσότερο μεταμφιεσμένες, επανεμφανίζονταν, όπως το πρόβλημα της ιεραρχίας, της εξειδίκευσης του καθενός κ.λπ.
Ζούσαμε μαζί με τους ασθενείς. Αυτό δημιουργούσε ένα είδος κοινής ομάδας. Μου φαίνεται πολύ σημαντικό, γιατί, χωρίς να το σκεφτούμε, αποφεύγαμε ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια, τον περιορισμό. Μέσα σ’ ένα ψυχιατρείο υπάρχει πάντα περιορισμός. Σκεφτείτε το πρόβλημα της εισαγωγής. Η εισαγωγή δεν μοιάζει σε τίποτα με την υποδοχή, συχνά μάλιστα είναι μια αντι-υποδοχή. Σε ορισμένα ψυχιατρεία, η εισαγωγή περιοριζόταν στην καταγραφή του ονόματος και του ιστορικού του ασθενούς, κατόπιν στη χρήση μιας ομοιόμορφης ενδυμασίας, εν τέλει δεν ήταν παρά μια τεχνική αποπροσωποποίησης. Αποφύγαμε αυτή την εισαγωγή, καθώς εξαρχής βρισκόμασταν μέσα σε μια λίγο πολύ οικογενειακή ομάδα. Τότε όμως προέκυπταν προβλήματα όπως, τι θα κάνουμε με 50 ή 100 ασθενείς, νοσηλευτές και γιατρούς; Ασφαλώς, πρέπει να τους περιθάλψουμε, γι’ αυτό είμαστε εδώ, δεν πρέπει όμως να μείνουν για πολύ.
Κριτήρια καθ’ όλα συνηθισμένα.
Τι σημαίνει όμως περίθαλψη; Ήταν το 1953, πριν την εποχή των νευροληπτικών. Θα θυμάστε ότι αυτή άρχισε επισήμως στη Γαλλία με το Largactil γύρω στο 1955. Η θεσμική ψυχοθεραπεία υπήρχε πολύ πριν την εποχή των νευροληπτικών. Ας ανοίξουμε παρένθεση για να αναφερθούμε ξανά στις πτέρυγες των διεγερτικών ασθενών. Σήμερα, όταν πρόκειται για τη διαχείριση μιας πτέρυγας διεγερτικών ασθενών, το μυαλό των περισσότερων ανθρώπων, των περισσότερων γιατρών πάει στα νευροληπτικά. Πράγματι, σε πολλά ψυχιατρεία υπάρχει ησυχία, κάποιες φορές ακόμα και σιωπή.
Τι δόσεις όμως χρησιμοποιούνται; Μοιάζει να τους «ποτίζουν» νευροληπτικά κάθε είδους. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεσμική ψυχοθεραπεία είναι εναντίον των νευροληπτικών, το αντίθετο. Μέχρι του σημείου μάλιστα να συνταγογραφούμε αρκετά πρωτότυπα, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά. Η περίθαλψη όμως δεν εξαντλείται στη χορήγηση φαρμάκων.
Ακόμα και στη συνήθη ιατρική αυτό είναι δεδομένο, δεν χρειάζεται να ασκεί κάποιος την ψυχιατρική για να διαπιστώσει ότι για να περιθάλψεις κάποιον χρειάζεται μια ελάχιστη έστω επαφή. Οι πλέον σωματικές θεραπείες πηγαίνουν λιγότερο ή περισσότερο καλά, ανάλογα με την επαφή που υπάρχει με την οικογένεια και τον ασθενή. Πρέπει να είμαστε σχετικά συμπαθείς στους ανθρώπους που περιθάλπουμε.
Θέσαμε λοιπόν στους εαυτούς μας το παρακάτω ερώτημα: τι μπορούμε να κάνουμε μ’ αυτούς τους ανθρώπους πέρα από το να τους δίνουμε φάρμακα, να τους κάνουμε θεραπείες όπως η ινσουλινοθεραπεία, τα ηλεκτροσόκ κ.ο.κ.; Θα πρέπει να τους αφήνουμε στην ησυχία τους, να μην τους ενοχλούμε. Συχνά είναι μια καλή πρόθεση. Αν όμως περιοριστούμε στο να λέμε ότι δεν πρέπει να τους ενοχλούμε, γρήγορα θα μας ενοχλήσουν. Γιατί όταν ένας ασθενής παραληρεί, ή είναι σχιζοφρενής, ή μελαγχολικός, ή βρίσκεται σε σύγχυση… δεν αρκεί να λέμε στους εαυτούς μας «δεν πρέπει να τους ενοχλούμε», αλλιώς συμβαίνουν δράματα και είμαστε υποχρεωμένοι να παρέμβουμε, κι αν δεν σκεφτούμε πιο μακροπρόθεσμα, σε μερικούς μήνες ή εβδομάδες επιστρέφουμε στις πλέον καταπιεστικές δομές (για να αποφύγουμε, για παράδειγμα, μια αυτοκτονία).
Ένα από τα αξιώματα λοιπόν που βρήκαμε είναι πως σ’ ένα μέρος όπου κάποιος ζει για ένα διάστημα είναι απαραίτητο να δημιουργήσουμε μια ελάχιστη δυνατότητα κυκλοφορίας. Αυτό το αξίωμα το παραγνωρίζουν ακόμα πολλές σύγχρονες αρχιτεκτονικές αντιλήψεις. Όταν σε επίσημα έγγραφα αναφέρεται πώς πρέπει να χτιστεί ένα ψυχιατρείο 300 κλινών, είναι ικανοποιητική μια τέτοια διατύπωση; Αν η πρόβλεψη αφορά χειρουργεία, θα πρέπει να διαμορφωθούν χώροι ανάπαυσης, στα ψυχιατρεία όμως οι άνθρωποι δεν μένουν στο κρεβάτι τους. Όταν κάποιος μένει στο κρεβάτι του αρχίζουμε ν’ ανησυχούμε. Το να μένεις στο κρεβάτι σου δημιουργεί συνθήκη μεγάλης απομόνωσης.
Πρέπει λοιπόν να επιμείνουμε στην αναγκαιότητα να υπάρχουν κοινωνικοί χώροι. Αυτό προσπαθούμε να εισαγάγουμε στις αρχιτεκτονικές νόρμες με ομάδες αρχιτεκτόνων που γνωρίζουν τώρα τη θεσμική ψυχοθεραπεία. Πρέπει να υπολογίσουμε τα τετραγωνικά μέτρα επιφάνειας που χρειάζονται και να προβλέψουμε διάφορους απαραίτητους χώρους. Αυτό όμως δεν έχει νόημα παρά μόνο αν οι ασθενείς μπορούν να πάνε σε αυτούς. Ξέρουμε καλά ότι υπάρχουν ψυχιατρεία ωραία, καθαρά, με όμορφους χώρους πρασίνου, όπου όμως δεν κυκλοφορούν άνθρωποι. Υπάρχουν βιβλιοθήκες, δεν έχει όμως κάποιος το δικαίωμα να μπει. Πρέπει να δημιουργήσουμε χώρους όπου να μπορεί κάποιος να πάει.
Αυτό είναι το νόημα του αξιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας. Τι σημαίνει όμως αυτό; Υπάρχουν βασικές δομές: κουζίνα, διοικητικά γραφεία, φαρμακείο, βιβλιοθήκη, αίθουσα εκδηλώσεων κ.λπ. Αν πούμε «ελεύθερη κυκλοφορία», βλέπουμε να υψώνονται ασπίδες, αντιστάσεις. Συχνά φέρνω το πλέον κωμικό παράδειγμα, αυτό δηλαδή «που συμβαίνει στην κουζίνα». Έχουν συμβεί δράματα. «Ελεύθερη κυκλοφορία» σημαίνει ότι οι ασθενείς μπορούν να πάνε στην κουζίνα, να μαγειρέψουν, να μιλήσουν με τον αρχιμάγειρα. Όταν αυτός δεν είναι προετοιμασμένος, αν δεν έχει εκπαιδευθεί στα C.E.M.E.A., αν έχει έρθει εκεί μόνο για να ασκεί το επάγγελμα του μάγειρα και του στέλνουν τρελούς για… Ε, τότε θα φωνάζει, «θα τραβήξουν τους μοχλούς, το γκάζι, θα μου χύσουν τη σούπα…». Και η πρώτη αντίδραση θα είναι η περιχαράκωσή του. Είναι φυσικό να περιχαρακωθεί, να κλείσει την πόρτα, να βάλει θυρίδα από την οποία θα περνάει τα πιάτα κι έπειτα να λέει «αφήστε με ήσυχο, δεν μπορώ να δουλέψω» κ.ο.κ. Αυτά για τον μάγειρα.
Οι ασθενείς πάνε επίσης στο γραφείο της διοίκησης να δουν τον τύπο που κάνει λογαριασμούς ή στο φαρμακείο, να ενοχλήσουν αυτόν που μετρά τα χάπια του. Μπορούν να δημιουργηθούν, κι έχουν όντως δημιουργηθεί, πολλές συγκρούσεις. Αυτό όμως που έχει ενδιαφέρον είναι ακριβώς η δυνατότητα να δημιουργηθούν συγκρούσεις σ’ αυτό το περιβάλλον ελεύθερης κυκλοφορίας, κι αυτό όχι όταν ενοχλούνται οι άνθρωποι, αλλά κι όταν δημιουργείται ζωή, γιατί αν δεν υπάρχουν συγκρούσεις δεν υπάρχει ζωή. Δεν πρόκειται για διαστροφή, όποτε όμως υπάρχει σύγκρουση πρέπει ν’ αρπάζει κανείς την ευκαιρία αυτή για να προσπαθήσει να μιλήσει γι’ αυτό, προκειμένου να βελτιωθούν οι σχέσεις. Η αφετηρία λοιπόν ήταν πολύ απλή. Λέμε: πρέπει να τους αφήσουμε να κυκλοφορούν, κι αμέσως διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν αντιστάσεις. Αν υποχωρήσουμε, ο μάγειρας θα περιχαρακωθεί στην κουζίνα του. Αυτό θα αναπαραχθεί σαν χιονοστιβάδα και πολύ γρήγορα θα γυρίσουμε στο σύστημα του στρατοπέδου συγκέντρωσης, με τους ασθενείς κλεισμένους στο δωμάτιό τους. Δεν θα χρειάζεται πια να μιλάμε για κοινωνικά τετραγωνικά μέτρα και, εν τέλει, θα παλινδρομήσουμε.
5. Από τη στιγμή λοιπόν που ξεκινάμε δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω. Θυμάμαι μια λίγο πολύ ηρωική εποχή που είχαμε επινοήσει αυτό που ονομάζαμε παγίδες, π.χ. παγίδες για … τον μάγειρα.
Για τον μάγειρα ή για όσους δύσκολα ανέχονταν την εισβολή των ασθενών στο έδαφός τους. Είχαμε φτιάξει, κάτι που φαίνεται σημαντικό για να δοθεί λίγη ζωή σε μια κοινότητα, ένα είδος μπαρ, καντίνας, όπου πωλούνται υπό την ευθύνη μιας μικρής ομάδας ασθενών αναψυκτικά, καραμέλες, γλυκά και καπνός. Ξέραμε ότι ο μάγειρας πήγαινε στο μπιστρό του γειτονικού χωριού να παίξει μπιλιάρδο ή ν’ αγοράσει καπνό. Είχαμε πει μεταξύ μας, θα πρέπει να πάει ν’ αγοράσει τον καπνό του στο μπαρ, αυτό θα τον αναγκάσει να γνωρίσει τους ασθενείς και να μην τους φοβάται.
Αναγκαζόταν λοιπόν να πηγαίνει εκεί και τον προσκαλούσαν στις βραδιές, στις παραστάσεις θεάτρου, χορού κ.ο.κ. Εξημέρωση, εξαφάνιση του φόβου, αυτής της προκατάληψης του αδαούς, προκειμένου να έρθει σ’ επαφή με τους ασθενείς και να αποδεχθεί αυτή τη βασική αρχή: ελεύθερη κυκλοφορία. Στην πορεία, αυτό έγινε, τώρα λειτουργεί πολύ καλά, πολλοί μάγειρες όμως έφυγαν.
Το αποτέλεσμα είναι πως οι άνθρωποι που εργάζονται εκεί, αλλά δεν έχουν επισήμως την ιδιότητα του συντονιστή ή του νοσηλευτή, βρίσκονται, έτσι και αλλιώς, σε μια σχέση με τον ασθενή αναγκαστικά, και ο τρόπος της αντίδρασής τους δεν είναι αμελητέος για τη θεραπεία του. Το είχαμε πολύ καλά διαπιστώσει, δηλώνοντας ότι οποιαδήποτε λειτουργία οποιουδήποτε προσώπου που εργάζεται σ’ ένα Ψυχιατρικό Κέντρο πάντα πιστώνεται μ’ έναν ορισμένο «θεραπευτικό συντελεστή».
Αυτό που ονομάζαμε «θεραπευτικό συντελεστή» ή, μάλλον, «ψυχοθεραπευτικό συντελεστή» με την ευρύτερη έννοια του όρου, αποκτά σαφέστερο νόημα όταν σκεφτούμε ότι ο τρόπος που θα πούμε καλημέρα στον τάδε παρανοϊκό μπορεί ν’ αλλάξει τελείως την ατμόσφαιρα της ημέρας. Αν ο συντονιστής ή ο μάγειρας ή η γραμματέας μιλούν στον ασθενή με κανονικό τρόπο, αυτό μπορεί να αναμορφώσει σε βάθος αυτόν που «διώκεται», που τα «έχει βάλει με όλον τον κόσμο»… Είναι ο μάγειρας αυτός που του μιλάει, που δεν είναι ούτε γιατρός, ούτε συντονιστής, ούτε εκπαιδευτής, ούτε νοσηλευτής. Αυτό είναι κάποιες φορές ένας καθοριστικός, από ψυχοθεραπευτική άποψη, παράγοντας, απείρως μεγαλύτερης σημασίας από όλες τις συναντήσεις που ο ασθενής θα μπορέσει να έχει στο γραφείο του γιατρού. Όσο κι αν είναι δύσκολο να το αποδεχθεί κάποιος.
Δεν αρκεί βέβαια να στείλουμε τον μάγειρα στην εκπαίδευση των C.E.M.E.A. Υπάρχει ένα όριο σ’ αυτές τις εκπαιδεύσεις, επειδή πρόκειται για εκπαιδεύσεις εκτός του Ιδρύματος. Πρέπει να δουλέψουμε με το περιβάλλον, να δουλέψουμε με κάτι που είναι εκεί, επιτόπου, με ένα είδος προβληματικού δικτύου στο οποίο πρέπει διαρκώς να επανερχόμαστε, γιατί διαρκώς διαρρηγνύεται. Αυτό που λέω για τον μάγειρα, φυσικά, έχει την ίδια αξία και για όλο το υπόλοιπο προσωπικό. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τις καθαρίστριες. Συχνά μου έχουν ασκήσει κριτική γιατί, όταν με ρωτούσαν «τι λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά στο ίδρυμά σας», απαντούσα μ’ έναν κάπως προκλητικό τρόπο, «οι καθαρίστριες». Αυτό σε γενικές γραμμές δεν άρεσε στους ψυχοθεραπευτές της ομάδας.
Είναι όμως ευεργετικό να μην υπάρχουν σχεδόν πια καθαρίστριες, καθώς όλοι πρέπει να καθαρίζουν. Η καθαριότητα είναι μια ευγενής απασχόληση. Για να καθαρίσει κάποιος ένα δωμάτιο με πολλά κρεβάτια θα πρέπει να είναι επαρκώς ψυχοθεραπευτής, ώστε να μπορέσει να συζητήσει με τους ανθρώπους που είναι εκεί, ξαπλωμένοι. Το να πεις σε κάποιον ασθενή «ήρθαμε να φτιάξουμε το κρεβάτι σου», δεν σημαίνει πως θα τον βγάλεις απ’ το κρεβάτι. Πρέπει να μπορεί κάποιος να του μιλήσει, να ρωτήσει «κοιμήθηκες καλά; τι θα κάνεις σήμερα; μήπως εκεί πρέπει να κολλήσουμε την ταπετσαρία;». Ή, ακόμα, «μήπως πρέπει να πάμε στην πόλη ν’ αγοράσουμε λάμπες για τα πορτατίφ».
6. Όταν κάνεις καθαριότητα σημαίνει πως δημιουργείς ατμόσφαιρα καθημερινότητας. Αυτό δεν ανήκει στις συνήθεις νόρμες της ψυχοθεραπείας, πρέπει όμως να δουλέψεις μ’ αυτό που υπάρχει. Αυτό υπάρχει, και για να μπορέσεις να εργαστείς με αυτό, πρέπει να δεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι εκεί, που δεν είναι εκπαιδευμένοι, που δεν έχουν πτυχία, που βρίσκονται ωστόσο εκεί και είτε το θέλουν είτε όχι έχουν θετική ή αρνητική επίδραση στον έναν ή τον άλλον ασθενή.
Αν είχαμε τον χρόνο να παρουσιάσω ένα πολύ λεπτομερές ιστορικό ενός ασθενούς από τη μέρα της εισαγωγής του μέχρι και μετά την έξοδό του, θα αναρωτιόμασταν γι’ αυτό που έπαιξε κάποιο ρόλο στην εξέλιξή του. Είναι που ο γιατρός τον είδε τόσες φορές την εβδομάδα; Είναι που πήρε το τάδε φάρμακο; Ασφαλώς αυτά είναι σημαντικά. Μπορεί όμως να είναι και μια συζήτηση κάποια μέρα, που σε στιγμή άγχους, είχε αυτός ο άνθρωπος τη γειτόνισσα του διπλανού δωματίου ή με την καθαρίστρια ή με τον οποιονδήποτε. Κάποια τέτοια στοιχεία, που ενδεχομένως δεν τα συγκρατούμε, έχουν στην πράξη τεράστια αξία. Πώς μπορούμε να το εκμεταλλευθούμε αυτό;
Έτσι αντιλήφθηκα πως έπρεπε να κάνουμε κάτι ελάχιστο, ένα συχνά πολύ βαρύ ελάχιστο: ένα ελάχιστο ενημερωτικών συναντήσεων, και συγχρόνως εκπαίδευση καθεαυτή, με προσωπικό σε μεγάλο βαθμό ετερόκλιτο: τόσο γιατρούς, όσο και καθαρίστριες, μάγειρες, εκπαιδευτές, νοσηλευτές, ψυχολόγους. Αυτές οι συναντήσεις έχουν νόημα μόνο αν επαναλαμβάνονται, αν υπάρχει ένα τελετουργικό που αποτελεί μέρος της δουλειάς. Ξέρετε όμως πολύ καλά ότι σε όλα τα ιδρύματα όταν λέγεται «θα κάνουμε συνάντηση» πολλοί λένε «πάλι χαμένος χρόνος! Εδώ δεν έχουμε χρόνο να καθαρίσουμε, ή να δουλέψουμε, ή να κάνουμε ενέσεις!». Αλήθεια, συχνά είναι υπερβολικό χάσιμο χρόνου… Γιατί δεν γίνεται σωστά! Γίνεται όμως αντιληπτό ότι, αν οι συναντήσεις γίνουν για συγκεκριμένα θέματα, λέγοντας «τι κάνουμε σήμερα; είδες αυτόν τον ασθενή, τι σου είπε; πώς ήταν; τι σε έκανε να σκεφτείς;», μπορούμε να εκμεταλλευθούμε ό,τι διαμείφθηκε σε μια συνάντηση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν ιεραρχικοί φραγμοί. Είναι απαραίτητο να υπερβούμε τους ιεραρχικούς φραγμούς για να μπορέσουν να εκφραστούν όλα αυτά. Αντιλαμβανόμαστε τότε πως κερδίζουμε απίστευτο χρόνο, γιατί ασθενείς που μέχρι τότε παρέμεναν εντελώς απαθείς λένε: «Βρισκόμαστε εδώ για να θεραπευτούμε, όχι για να δουλέψουμε, είμαστε εδώ για να μας σερβίρουν το πρωινό μας στο κρεβάτι…». Όλα αυτά τα επιχειρήματα εξαφανίζονται και βλέπουμε ότι, ξεκινώντας από συζητήσεις στις συναντήσεις, μπορούμε να φτιάξουμε ομάδες δράσης, όπου οι ίδιοι οι ασθενείς θα τα αναλάβουν όλα. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που είναι ασθενείς, υπάρχουν άνθρωποι πολύ πιο ικανοί από τους ψυχολόγους, τους νοσηλευτές κ.λπ., άνθρωποι που είναι εκεί απλώς κοιμισμένοι και πρέπει μονάχα να τους ξυπνήσουμε.
Είναι άνθρωποι που τους συνθλίβουν αν παραμείνουν στις συνήθεις δομές. Θα ξυπνήσουν και τότε το προσωπικό, όσους αποκαλούμε προσωπικό, αυτούς δηλαδή που δεν έχουν την ιδιότητα του ασθενούς, θα μπορέσουν να έχουν μια λίγο διαφορετική λειτουργία από το να διεκπεραιώνουν ή να λειτουργούν σαν χειρώνακτες, θα γίνουν προσωπικό που μπορεί να σκέφτεται λιγάκι, θα έχουν τον χρόνο να σκέφτονται, να οργανώνουν πράγματα. Δεν πρόκειται όμως να γλιστρήσουμε στο άλλο άκρο: «Α! Δεν δουλεύω πια, παρατηρώ και είμαι ψυχοκοινωνιολόγος!». Είναι ένα ρίσκο! Οι ασθενείς κάνουν τη δουλειά κι ερχόμαστε να δούμε πότε πότε, μια φορά κάθε πρωί. Όλα καλά;
Δεν πρόκειται καθόλου γι’ αυτό: πρέπει να συμμετέχουμε, διαφορετικά καλύτερα να μην κάνουμε τίποτα. Είναι ένας κίνδυνος, εξαιρετικά συνήθης, να γλιστρήσει κανείς σε μια τέτοια τακτική. Γιατί, χωρίς να το καταλάβει, επιστρέφει σ’ αυτό που συμβαίνει στα συνήθη άσυλα, όπου υπάρχουν οι «δουλευταράδες». Οι «δουλευταράδες» ξέρετε ποιοι είναι. Υπάρχει η πτέρυγα των διεγερτικών ασθενών, η πτέρυγα των «ξεμωραμένων», η οποιαδήποτε άλλη πτέρυγα κι ύστερα υπάρχουν και οι δουλευταράδες. Σ’ ένα μεγάλο άσυλο υπάρχουν πολλοί δουλευταράδες. Κάνουν τόση δουλειά που αν έλειπαν θα γινόταν πάρα πολύ αισθητό στα οικονομικά του ψυχιατρείου! Γιατί πρόκειται για πολύ σημαντική δουλειά, που ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή: αγροτικές εργασίες, οικοδομή, επιπλοποιία, δεν κοστίζουν ακριβά… Δεν πρέπει λοιπόν να υποπέσουμε σ’ αυτό το λάθος.
Είναι λεπτό ζήτημα, είναι δύσκολο. Είναι βέβαιο ότι αν οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί βγάζουν τη δουλειά, έστω και με συντονιστές, η δουλειά τους θα είναι αποτελεσματική. Θα πρέπει να σκεφτούμε το ζήτημα αυτό ειλικρινά. Αυτοί οι άνθρωποι νοσηλεύονται, δεν έχουν συμβόλαια εργασίας, και να που δουλεύουν, να που μαγειρεύουν με τους μάγειρες. Μπορούν πολύ καλά να πουν: «Πρόκειται για εκμετάλλευση!». Στ’ αλήθεια είναι εκμετάλλευση, αν κανείς διατηρήσει αυτήν την οπτική. Κι αν τους πληρώναμε! Δεν θα μπορέσουμε να τους πληρώσουμε. Δεν μπορούμε να δώσουμε μισθό σε κάποιον που νοσηλεύεται. Αν τους δώσουμε λίγα χρήματα, θα ειπωθεί ότι είναι ντροπή! Κάποιος που είναι λίγο περήφανος θα πει: «Κρατήστε τα λεφτά σας, δεν θέλω να πληρωθώ τόσο λίγα για μια δουλειά τουλάχιστον εξίσου εξειδικευμένη μ’ αυτήν του συντονιστή σας, αν όχι περισσότερο».
Πρόκειται επομένως για μια ακόμα πηγή συγκρούσεων, συγκρούσεων όμως που μοιάζουν πολύ ενδιαφέρουσες, καθώς εδώ τίθεται σε επερώτηση κάτι πολύ πιο βαθύ: η ίδια η ιδιότητα των ανθρώπων που είναι εκεί, αλλά και η ιδιότητα των ανθρώπων έξω, όταν δεν ήταν ασθενείς. Τι κάνατε πριν, ήσασταν μάγειρας ή οδηγός ή δουλεύατε σε εργοστάσιο…; Όλα αυτά τότε θα αναθεωρηθούν και θα υποχρεωθούμε να πούμε ότι ναι μεν δεν μπορούμε να σας πληρώσουμε, όμως, όπως και να’ χει, κάτι πρέπει να γίνει. Δεν πρέπει να πέσουμε στην υποκρισία: «Α, μα κάνετε εργοθεραπεία! Σας κάνει καλό! Θα έπρεπε ακόμα και να μας πληρώσετε για να ασχοληθείτε με τη μαγειρική ή την καθαριότητα…». Δεν πρέπει να φτάσουμε εκεί.
Ασφαλώς, μέσα στην κοινωνία όπως είναι υπάρχουν αντιφάσεις, δεν είναι εύκολο. Καλύτερα να έχει κανείς μια απασχόληση από το να μην κάνει τίποτα. Είναι αλήθεια, είναι αλήθεια ότι εξαιτίας της απραξίας αρρωσταίνει κανείς. Πρέπει να απασχολούμαστε με κάτι, δεν είναι όμως υποχρεωτικό. Υπάρχουν όμως κάθε είδους άνθρωποι που απαρτίζουν το προσωπικό, και κάποιοι εκμεταλλεύονται τους «καλούς ασθενείς».
[…]
Τότε λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο αντιλαμβάνεται κάποιος ότι δεν μπορεί να τα κάνει όλα αυτά, αν, παράλληλα, δεν φτιάξει μια αληθινή εσωτερική κοινωνία, μια αληθινή κοινωνία που να την απαρτίζουν, κατά βάση, οι ίδιοι οι ασθενείς, μια κοινωνία που να βασίζεται στην αυτοδιαχείριση. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ένα δεύτερο αξίωμα: σε μια συλλογική ζωή δεν είναι κι ό,τι καλύτερο να ζουν πολλοί μαζί, μα δεν μπορείς και να πεις πως δεν είναι ανθρώπινο, επειδή είναι εξίσου ανθρώπινο με οτιδήποτε άλλο, μόνο που μια τέτοια ζωή δημιουργεί τοξίνες, κάτι που δεν είναι καλό, συγκρούσεις, ενίοτε εξολοκλήρου αρνητικές. Πρέπει λοιπόν να βρούμε έναν τρόπο να αντισταθούμε σ’ αυτό. Πώς να λύσουμε, για παράδειγμα, αυτό το μικρό πρόβλημα του μισθού, του μεροκάματου όπως το λένε;
Η δημιουργία μιας κοινωνίας, μιας κοινωνίας ασθενών εντός του ψυχιατρείου, που να βασίζεται στην αυτοδιαχείριση, να είναι αυτόνομη, δεν είναι εύκολη, γιατί δεν είναι οι ίδιοι οι ασθενείς που θα την δημιουργήσουν, θα πρέπει να προκύψει μέσα από μια ορισμένη πλαισίωση από την ομάδα που είναι εκεί, από τον γιατρό. Αν όμως πάμε να το κάνουμε κατ’ ευθείαν, συγκαλώντας μια ωραία πρωία το σύνολο των ασθενών που θέλουν να έρθουν ν’ ακούσουν και να τους πούμε: «Φίλοι μου, θα δημιουργήσουμε μια κοινωνία, κι εσείς θα είστε αυτοί που θα την διοικήσετε, θα κάνετε γιορτές, θα φτιάξετε εργαστήρια κ.λπ.», αν μείνουμε σ’ αυτό, καλύτερα να μην κάνουμε τίποτα γιατί πολύ γρήγορα αυτό δημιουργεί εξαχρείωση.
Στην πραγματικότητα, θα δημιουργήσουμε ένα σύστημα πλαισίωσης του συνόλου των ασθενών του τύπου που δικαίως ονομάζεται πατερναλιστικός. Ξέρετε όμως ότι μια τέτοια σχέση είναι πολύ επικίνδυνη. Είναι σχέση που θυμίζει περίπου το «ας ευχαριστήσουμε τον μπαμπά». «Θα του άρεζε του γιατρού που διευθύνει να μαζευόμαστε, να έχουμε ένα μπαρ, να διασκεδάζουμε κάθε οχτώ μέρες, κι έπειτα κι αυτό κι εκείνο, κι ύστερα να έχουμε μια βιβλιοθήκη κ.λπ.». Πρέπει λοιπόν να βρούμε κάτι άλλο. Έτσι, φαίνεται ότι το πιο έξυπνο που έχει βρεθεί ως τώρα είναι η δημιουργία μέσα στα ιδρύματα αυτού που αρχικά ονομάστηκε Λέσχη, η θεραπευτική λέσχη.
7. Η θεραπευτική λέσχη έχει νόημα μόνο αν δεν απορρέει ευθέως από το αίτημα ή την επιθυμία του γιατρού. Πρέπει να έχει μια αυτόνομη ύπαρξη, ανεξάρτητη από κάθε σύστημα εκμετάλλευσης.
Στην πραγματικότητα, είτε σε κλινική βρίσκεται είτε σε ψυχιατρείο, πρόκειται για μια εμπορική επιχείρηση: ο προϋπολογισμός και η αποδοτικότητα είναι απαραίτητα. Πώς να ξεφύγει κανείς απ’ αυτήν την πίεση της εκμετάλλευσης; Δοκιμάζοντας να επιλύσουμε αυτό το πρόβλημα, δημιουργήσαμε εταιρείες εντός των ιδρυμάτων, που όμως εξαρτώνται από έναν άλλο οργανισμό. Σήμερα οι πιο συνηθισμένες, οι ευρύτερα διαδεδομένες είναι οι εταιρείες Croix-Marine. Ορισμένοι έχουν ακούσει για την Ομοσπονδία των εταιρειών CroixMarine. Είναι μια Ομοσπονδία Ψυχικής Υγιεινής που ξεκίνησε στο Saint-Alban, το 1947, και της οποίας το κέντρο έχει ως έδρα το ClermondFerrand.
Αυτές οι εταιρείες είχαν αρχικά ως σκοπό να πάρουν τη σκυτάλη των φιλανθρωπιών, επρόκειτο για φιλανθρωπική δράση, με σκοπό όμως να οργανωθεί αυτή καλύτερα. Δηλαδή: Τι θα κάνουμε με τον φτωχό τον ασθενή που βγαίνει από το ψυχιατρείο; Πρέπει να του βρούμε δουλειά, μια ανάδοχη οικογένεια… Γρήγορα όμως είπαμε: ωραίο είναι να ασχολούμαστε με τους ασθενείς όταν βγαίνουν, όταν τύχει να βγουν, θα έπρεπε όμως να μπορούσαμε να τους κάνουμε να βγουν, θα έπρεπε επομένως να ασκούμε την ψυχική υγιεινή όχι μόνο έξω από τα άσυλα, αλλά και στο εσωτερικό τους.
Υπήρχε πράγματι ένα παράδοξο. Η ψυχική υγιεινή ασκείτο έξω από τα άσυλα, στο εσωτερικό τους όμως διατηρούνταν οι δομές που παρέπεμπαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έπρεπε λοιπόν να προσπαθήσουμε να ασκήσουμε την ψυχική υγιεινή στο εσωτερικό των ασύλων. Υπήρξαν πολλές δυσκολίες και αντιστάσεις. Όταν όμως έφτασα στο Saint-Alban, βρήκα έναν γιατρό ισπανικής καταγωγής, τον Tosquelles, που, σε μια γενική συνέλευση των εταιρειών της Croix-Marine το 1953, μπόρεσε να κάνει αποδεκτή τη δημιουργία εντός των ψυχιατρείων των λεγόμενων «Νοσοκομειακών Επιτροπών».
Αυτές οι «Νοσοκομειακές Επιτροπές» αναπτύχθηκαν λίγο πολύ παντού. Κι εκεί όμως υπάρχουν παγίδες. Ένα υπουργικό διάταγμα του Φεβρουαρίου του 1958 συνιστά για την οργάνωση της κοινωνιοθεραπείας, της εργοθεραπείας κ.ά. να δημιουργηθούν εντός των ψυχιατρείων Νοσοκομειακές Επιτροπές, του τύπου των Επιτροπών της Croix-Marine. Αυτές οι νοσοκομειακές επιτροπές όμως, επειδή προσαρτώνται στην Ομοσπονδία της CroixMarine, που έχει τώρα πια διεθνή εμβέλεια, δεν ανήκουν καθόλου στο ψυχιατρείο. Η διαχείρισή τους ανήκει στους ίδιους τους ασθενείς, σύμφωνα με ένα δημοκρατικό σύστημα εκλογής: πρόεδρος, γραμματεία κ.λπ. Σ’ αυτές τις επιτροπές συμμετέχουν οι νοσηλευτές και το προσωπικό του ψυχιατρείου. Συνιστάται να υπάρχουν νοσηλευτές, να υπάρχουν διοικητικοί. Μπορούν να βοηθήσουν, δεν έχουν όμως την πλειοψηφία.
Για να μπορέσει να λειτουργήσει αυτό το σχήμα, είναι απαραίτητο να συνάψει η Επιτροπή ένα πολύ συγκεκριμένο συμβόλαιο που να προβλέπει, για παράδειγμα, ότι το ίδρυμα παραχωρεί στον συνεταιρισμό (πρόκειται για συνεταιρισμούς με βάση το νόμο 1901, επομένως μπορούν να δεχθούν δωρεές) μια ορισμένη επιφάνεια που του ανήκει, ένα γήπεδο, κάποιες αίθουσες, χώρους όπου μπορούν να λειτουργήσουν εργαστήρια κ.λπ. Το πιο σημαντικό όμως, που δεν γίνεται σεβαστό συχνά, είναι να αναλάβουν αυτές οι επιτροπές όλη την εργοθεραπεία. Αυτό μπορεί να φαίνεται λεπτομέρεια, είναι όμως κεφαλαιώδες, διαφορετικά παίζουμε κρυφτό.
[…]
8. Συχνά, όταν μιλάμε στους γιατρούς, στους ειδικευόμενους, για την αναγκαιότητα να δημιουργηθούν νοσοκομειακές επιτροπές τύπου Croix-Marine όλοι γελούν… Λένε «CroixMarine, τι είναι αυτό;» Κι έτσι δεν τολμά πια κανείς να μιλήσει γι’ αυτό. Θα πρέπει ωστόσο να προσπαθήσουμε να σώσουμε αυτό το εγχείρημα.
Πήρα μέρος σε κάθε είδους συγκρούσεις που γεννιούνται λόγω της θεσμικής μεταρρύθμισης. Αυτές οι συγκρούσεις δεν μπορούν να ρυθμιστούν, αν δεν δημιουργήσουμε εντός του ιδρύματος μια δομή με εντελώς διαφορετική συγκρότηση από αυτήν του ιδρύματος. Ως επί το πλείστον, η δομή του ιδρύματος είναι κάθετη, ας πούμε σαν πυραμίδα, με τον διευθυντή, τον οικονόμο, τον φύλακα κ.λπ., τον γιατρό, κι ύστερα στη βάση της κλίμακας τους δουλευταράδες.
Είναι πολύ δύσκολο να πλήξει κάποιος ευθέως μια τέτοια δομή, αν όμως δεχθούμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε μια άλλη δομή, που δεν θα είναι κάθετη αλλά οριζόντια, που δεν θα έχει κάποιο είδος άκαμπτου άξονα αλλά πολλούς μικρούς άξονες, αυτό που ονομάζω μια πολυκεντρική δομή, προκειμένου οι άνθρωποι να μπορούν ν’ αναλαμβάνουν ευθύνες, και στη συνέχεια να συγκεντρωθούν όλα αυτά από μια γραμματεία, μια γενική συνέλευση, τα εργαστήρια κ.λπ., τότε θα βρεθούμε μπροστά στην αναγκαιότητα να επινοήσουμε κάθε είδους εργαστήρια, που θα διατηρηθούν επί μακρόν ή θα εξαφανιστούν, να επινοήσουμε κάτι πολύ ευέλικτο, που να μπορέσει να προσαρμοστεί στο αίτημα των ασθενών που βρίσκονται εκεί.
Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τίποτα όταν βρισκόμαστε παγιδευμένοι σε δομές πυραμίδας, ακόμα κι αν έχουμε την καλύτερη πρόθεση. Αντίθετα, η πολυκεντρική δομή είναι ένα μέσο που εγκαθιστά ένα σύνολο, όπου οι ευκαιρίες ανταλλαγής και συνάντησης θα πολλαπλασιάζονται, οι δε συγκρούσεις θα ρυθμίζονται.
[…]
Φαίνεται ότι η Νοσοκομειακή Επιτροπή είναι ένα συμπαγές παράδειγμα εγκατάστασης μιας διαμεσολάβησης των σχέσεων που μπορούν να αναπτυχθούν μεταξύ προσώπων ή μεταξύ ενός προσώπου κι ενός συνόλου. Πρόκειται για άμεσες σχέσεις που συχνά, είτε το θέλει κάποιος είτε όχι, είναι αρκετά καταπιεστικές και διηθημένες από προκαταλήψεις. Η παρέμβαση του γιατρού, ακόμα και λόγω του ρόλου του, του κύρους του, της θέσης του στην κοινωνία, θα υφίσταται πάντα μια κάποια διαστρέβλωση.
Βλέπουμε ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να εισαγάγουμε κάτι, μια άλλη δομή, αυτό που αποκαλούμε μια δομή διαμεσολάβησης. Αν η Νοσοκομειακή Επιτροπή είναι μια τέτοια δομή, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στην καθημερινότητα πρέπει κυρίως να την εισαγάγουμε. Συναντάμε κάποιον, δεν ξέρουμε και πολύ τι να πούμε, του δίνουμε ένα τσιγάρο. Μπορούμε να πούμε ότι το τσιγάρο είναι μια διαμεσολάβηση που θα επιτρέψει να ξεκινήσει ένας διάλογος. Λέμε: για να μπορέσουμε να δουλέψουμε σε μια συλλογικότητα και να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον ελεύθερης κυκλοφορίας, όπου οι άνθρωποι να έχουν περισσότερες ευκαιρίες να μιλούν μεταξύ τους, θα πρέπει να υπάρχει ένα κυλικείο όπου να πωλούνται εφημερίδες, καπνός, γιατί η αλήθεια είναι πως εκεί θα υπάρξει η ευκαιρία για μια ανταλλαγή, με αφορμή μιας αγοράς.
Ακόμα κι αυτοί που δεν το περίμεναν θα βρεθούν πιασμένοι στην «παγίδα» μιας σχέσης, επειδή έρχονται να αγοράσουν κάτι κι εκεί θα ξεκινήσει ένα ελάχιστο επίπεδο διαλόγου που μπορεί καμιά φορά να είναι εξαιρετικής σημασίας. Μ’ αυτήν την ευκαιρία κάποιοι άνθρωποι θ’ αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον: γνωρίζονταν πολύ πριν νοσηλευτούν, θα ξαναβρεθούν εκεί, σ’ αυτό το σημείο θα ξεκινήσει μια συζήτηση, θα πάνε μαζί έναν περίπατο, κάποιος άλλος που συνάντησαν ίσως τους βρει δουλειά, ίσως απλώς λέγοντας «Στάσου, έχω κάποιους γνωστούς, οι δικοί μου ξέρουν κάποιον που…». Βλέπουμε ότι δημιουργείται εδώ ένα σύστημα διαμεσολάβησης. Όπως επίσης και στις δραστηριότητες θεάτρου, κινηματογράφου, εφημερίδας κ.λπ. Δεν αρκεί να λέμε ότι πρέπει να εγκαταστήσουμε κάτι που να μπορεί να δημιουργήσει μια ανταλλαγή. Ωραίο είναι να υπάρχουν ανταλλαγές, πρέπει όμως να υπάρξει επιτέλους ένα υπόβαθρο και κυρίως να υπάρξει η ευκαιρία.
Αν θέλετε, μπορούμε να μιλήσουμε λίγο και να επανέλθουμε σύντομα. Παρουσίασα πώς έχουν λίγο πολύ τα πράγματα, θα έπρεπε όμως να επιχειρήσουμε μια πιο θεωρητική εξήγηση αυτής της προβληματικής, που θα επέτρεπε να φανεί ότι το παράδειγμα του ψυχιατρείου μπορεί επίσης να εφαρμοστεί και σε άλλες δομές. Σκέφτομαι κυρίως τα σχολεία, τις μεθόδους ενεργητικής μάθησης, τα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα κ.λπ. Σκέφτομαι όμως ότι είναι προτιμότερο, με αφετηρία τα όσα ανέφερα ως διαμεσολάβηση, να ξεκινήσουμε, αν θέλετε, ένα διάλογο.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.