Christofredo Jakob (1866-1956)
σύναψις 17 [2010 – τόμος 06]
Μετάφραση Επιμέλεια:
Ελβίρα Μασούρα
Ελισάβετ Χρυσοχόου
Ζωή Θεοδωρίδου
Λάζαρος Τριάρχου
1. Εστιακά μνημονικά στοιχεία
Η μνήμη, η απαραίτητη βάση της δημιουργίας των ψυχικών φαινομένων –στοιχειωδών ή ανωτέρων, αισθητικών ή κινητικών, συγκεκριμένων ή αφηρημένων– που επιτρέπει να βάζουμε σε τάξη και να χρησιμοποιούμε το ταυτόχρονο και διαδοχικό χάος του εξωτερικού και εσωτερικού περιβάλλοντος που τυραννά τις αισθήσεις της, συμβάλλει δυναμικά στην οργάνωση και σταθεροποίηση της συσσωρευόμενης ατομικής εμπειρίας, κάτι που ενδιαφέρει θεμελιωδώς την ψυχολογία και την ψυχιατρική. Αυτός είναι κι ο λόγος που μια τέτοια λειτουργία ή δύναμη προσέλκυσε την προσοχή των αρχαίων σοφών σε όλα τα πολιτισμένα έθνη: μνήμη Ψυχής μήτηρ. Μνήμη και λήθη εμφανίζονται ήδη στα Ομηρικά έπη ως οι δύο μεγαλοφυείς φίλοι του ανθρώπου: ο ποιητής αντηχεί τη μνήμη στις χαρές, τη λήθη στον ανθρώπινο πόνο. Στενά συνδεδεμένες οι δυο τους, για να μην πω ταυτόσημες, με τη συνειδητή και υποσυνείδητη κατάσταση του ατόμου, αποτελούν μέχρι σήμερα το ίδιο πρόβλημα για την επιστημονική έρευνα, όπως άλλωστε και πριν από 2000 χρόνια για τους έλληνες φιλοσόφους. Μόνο που η δική τους ανάλυση, βασιζόμενη σε πληρέστερες γνώσεις για τη δομή του νευρικού συστήματος, μας φέρνει πλησιέστερα στο ζήτημα. Έτσι, δίδεται η δυνατότητα να υποδιαιρέσουμε το ζήτημα σε «υποζητήματα», τα οποία έως τώρα παρέμεναν άλυτα. Επομένως ξεχωρίζουμε:
Μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου ζητήματος τοποθετείται αυτό του μηχανισμού. Πρόκειται για ένα βιο-φυσιο-ιστολογικό ζήτημα, το οποίο αφορά στην οργάνωση του μηχανισμού των αναμνήσεων, τον εντοπισμό τους και τη συσχέτισή τους με άλλα φλοιϊκά συστήματα και λειτουργίες. Αυτό αποτελεί το κυρίως θέμα μου. Για την καλύτερη κατανόηση της μνήμης, παρουσιάζω εν συντομία την ιστορική ανέλιξη συναφών ιδεών και γνώσεων.
Η αρχαιότερη θεωρητική σύλληψη, από όσο γνωρίζουμε, είναι εκείνη των υλοζωιστών ελλήνων φιλοσόφων, οι οποίοι υποστήριξαν έναν αρχέγονο μονισμό και την ουσιαστική ενότητα όλων των πραγμάτων που υπάρχουν. Δηλαδή, την ενότητα ύλης και ψυχής, φυσικής και πνευματικής ύπαρξης, με άλλα λόγια ανάμεσα στα εξωτερικά ερεθίσματα και τα εσωτερικά μνημονικά ίχνη. Οι έλληνες φιλόσοφοι επέμεναν στην ομοιογένεια της ήδη αποκτηθείσας γνώσης και των διεργασιών αναγνώρισης και απόκτησης γνώσης μέσω οπτικών, ακουστικών και λοιπών οδών. Τα εξωτερικά ερεθίσματα, μέσω ευαίσθητων οδών (πόρων), διαπερνούν απευθείας το φλοιό, με τη μορφή υγρού ή αερίου, και εναποτίθενται στο εσωτερικό (κοιλίες; ). Οι αισθητήριες καταγραφές (αισθήσεις) μετασχηματίζονται άμεσα σε μνήμες (μνήμη) και αυτές γεννούν τις ιδέες (δόξαι), οι οποίες όταν κατασταλάξουν παράγουν γνώση (επιστήμη). Αυτή η δοξασία ταιριάζει απόλυτα με την Ιπποκρατική θεωρία των σωματικών χυμών (κράση). Αυτή μπορεί να αποτελέσει μια απλοϊκή υλιστική, αλλά απόλυτα λογική λύση του προβλήματος: οι αναπαραστάσεις είναι τα ίδια φαινόμενα, αλλά μετασχηματισμένα. Εδώ ακριβώς έγκειται η δυσκολία και εδώ προκύπτει το πρόβλημα.
Μεταγενέστεροι φιλόσοφοι, όπως ο Παρμενίδης, ο Εμπεδοκλής κ.ά. επιμένουν σε αυτήν την υποτιθέμενη ομοιογένεια: Όμοιος ομοίω αεί πελάζει. O Αναξαγόρας εισάγει την αμφιβολία για το τι είναι «ομοιότητα». Έχει ήδη αρχίσει να γεννάται η ιδέα ότι μέσω των αισθήσεων γεννώνται συναισθήματα (πάθος). Ο δε Αναξιμένης, δυναμικά ομιλεί για πνεύμα και συγκρίνει τον ψυχισμό με καθαρό αέρα. Η αφετηρία του είναι μια βιολογική αρχή: η αναπνοή αποτελεί αναλογία της θείας πνοής κατά τη Βιβλική της έννοια. Ο Δημόκριτος, με την ατομική θεωρία, εισάγει την έννοια του δυϊσμού ανάμεσα σε ύλη και πνεύμα: τα «άτομα» στη θεωρία του είναι είτε υλικά είτε πνευματικά. Την ίδια εποχή, η μνημονική διεργασία συγκρίνεται με παρόμοια φυσικά φαινόμενα και έτσι αποσαφηνίζεται. Η εξωτερική πραγματικότητα επηρεάζει τις αισθήσεις με παράγωγά της (δεν επηρεάζει πλέον αυτή καθαυτή η πραγματικότητα). Τα παράγωγα προκαλούν τη δημιουργία αναπαραστάσεων (εικόνων ή ειδώλων) και μορφών (σχημάτων) στον ψυχισμό, που είναι ο κάτοικος του εγκεφάλου. Από τον Δημόκριτο έως σήμερα, οι ψυχολόγοι υιοθέτησαν αυτή την ταυτολογία, η οποία δεν ερμηνεύει τίποτε και δεν οδηγεί πουθενά. Ο όρος «αναπαράσταση» καλύπτει την άβυσσο της επίσημης άγνοιας.
Ο Αριστοτέλης απορρίπτει την περίπτωση εμπλοκής του εγκεφάλου σε ψυχικά φαινόμενα και τοποθετεί τη μνήμη στην καρδιά. Οι νοητικές αναπαραστάσεις (spectra)2 αποτελούν γι’ αυτόν ένα «απομεινάρι αίσθησης» σαν μια ζωγραφιά. Μετά τους Αλεξανδρινούς, οι οποίοι αποδίδουν ξανά στον εγκέφαλο τον πραγματικό του ρόλο, φθάνουμε με τον Γαληνό στον απόλυτο εντοπισμό της μνήμης στον εγκέφαλο: μια θεωρία που παραμένει κλασική (!) σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Οι σωματικοί χυμοί (humores) καθαρίζονται στις κοιλίες αποβάλλοντας τα «ζωτικά πνεύματα» (αίμα) και μεταβάλλονται σε «ζωικά/σαρκικά πνεύματα» (ψυχικά). Οι λόγιοι του Μεσαίωνα δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν μια τέτοια θεωρία σωματικών χυμών και εγκεφαλικών κοιλιών και αφιερώθηκαν μόνο σε εικασίες για λεπτομέρειες. Έτσι π.χ. εντόπισαν τελικά τη μνήμη στην τέταρτη εγκεφαλική κοιλία, το «γιγνώσκειν» (cogitation) στην τρίτη κοιλία και τις «νοητικές εικόνες» (imaginatio) στις πλάγιες κοιλίες. Και η μετατροπή των αισθήσεων σε αναμνήσεις αποδόθηκε σε συγκεκριμένες διαδικασίες «απόσταξης» των ανωτέρων σωματικών υγρών (per ebullitionem). Με αυτή τη θεωρία, κλείνει η μια περίοδος των υλιστικών θεωριών και υποθέσεων για τη γένεση της μνήμης.
Με τον διαρκή εμπλουτισμό των ανατομικών γνώσεων (Vesalius, Varolius, Willis κ.ά.) ερχόμαστε στη δεύτερη περίοδο: τον μακροσκοπικό εντοπισμό της μνήμης στον εγκεφαλικό ιστό. Σταδιακά, η μνήμη εντοπίζεται στην κεντρική λευκή ουσία· στη λειτουργία της εμπλέκονται το μεσολόβιο και η παρεγκεφαλίδα. Εκείνη την εποχή (από τους Βιεννέζους έως τη Γαλλική Ακαδημία το 1804), ο φλοιός των εγκεφαλικών ημισφαιρίων θεωρείται ως ένα αδενικό όργανο, με απροσδιόριστη νευρική λειτουργία. Παρ’ όλα αυτά, από το 1700 και μετά, εμφανίζονται «ανεξάρτητοι» ερευνητές (ο de le Boë Sylvius κ.ά.) που εμπλέκουν όλο και περισσότερο τη φαιά ουσία στις νευροψυχικές διεργασίες. Εκεί τα ζωτικά υγρά απομονώνονται από το αίμα. Πρόσφατα, ο φυσιολόγος Α. Haller περνάει από τη θεωρία των «εκκρίσεων» σε μια επαρκέστερη φυσική θεωρία. Σύμφωνα με αυτήν, οι «νευρικές δονήσεις» και τα δονούμενα σωματίδια του εγκεφάλου (vibratiuncles) αποτελούν τις πραγματικές νευρικές λειτουργίες.3 Αυτή η σύλληψη έγινε αποδεκτή από το 1830 και μετά, με τη χρήση του μικροσκοπίου, που απέδειξε ότι οι νευρικές ίνες είναι συμπαγείς και όχι κενές (no huecas). Πριν την εμφάνιση της φλοιϊκής θεωρίας, είναι αδιαμφισβήτητης αξίας η ιδέα των Gall και Spurzheim (1806) να τοποθετήσουν τις ανώτερες γνωστικές λειτουργίες, και φυσικά τη μνήμη, αποκλειστικά στις έλικες του φλοιού. Στηρίχθηκαν κυρίως σε συγκριτικές μελέτες του εγκεφάλου ζώων, αν και οι φαντασιακές ιδέες της φρενολογίας επηρέασαν τη θεωρία τους ως προς τον εντοπισμό των διαφορετικών «δεξιοτήτων».
Το 19ο αιώνα, καθώς αυξήθηκαν οι γνώσεις της ιστολογίας, ορισμένοι συγγραφείς, όσον αφορά στην οργάνωση της μνήμης, έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στις ίνες και στη φαιά ουσία, ενώ άλλοι στα κύτταρα. Στην πρώτη περίπτωση, οι πραγματικές διεργασίες αποτελούν «δονήσεις» και στη δεύτερη, «εντυπώσεις». Αργότερα, όταν ανακαλύφθηκαν οι ενδοκυτταρικές νευρικές ίνες και τα χρωματικά κοκκία, αποδόθηκαν παρόμοιες ερμηνείες και σ’ αυτά. Κάποιοι άλλοι πρότειναν χημικές θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες πραγματοποιούνται διαδικασίες οξείδωσης (Moleschott, Luys) που παράγουν ένα είδος παρατεταμένου φωσφορισμού στο εσωτερικό των κυττάρων. Αυτό σε ό,τι αφορά στη διαδικασία. Προέκυψαν διαφωνίες σχετικά με τον εντοπισμό στο φλοιό. Ο Flourens θεωρεί ότι ολόκληρη η επιφάνεια του φλοιού συμβάλλει εξίσου στην παραγωγή ψυχικών φαινομένων και αναμνήσεων. Με τη χαρτογράφηση του εγκεφάλου, η γλώσσα έμοιαζε να συνδέεται στενότερα με την αφηρημένη, λεκτική μνήμη, παρά με περιοχές του εγκεφάλου εξειδικευμένες σε συγκεκριμένες εξεργασίες. Πρόκειται για μια ιδέα που τροποποίησε ο Flechsig, προτείνοντας την ύπαρξη προβολικών και συνειρμικών κέντρων. Είναι φυσικό αυτά τα κέντρα να έχουν μεγαλύτερη συνάφεια με τις ανώτερες εξεργασίες, όπως η μνήμη. Σύντομα ο μετωπιαίος λοβός θεωρήθηκε η έδρα του «εγώ» και της συνείδησης. Κατά συνέπεια, προέκυψαν τρεις διαφορετικές περιοχές: οι μετωπιαίοι λοβοί, στους οποίους τοποθετείται η συνθετική, η αφηρημένη και η συμπερασματική μνήμη, ένα δεύτερο κέντρο, για τη γλώσσα και τους γλωσσικούς συμβολισμούς και ένα τελευταίο κέντρο (αυτό της ακατέργαστης προβολής) για τη συγκεκριμένη μνήμη αντικειμένων. Ένα κάπως διαφορετικό διαχωρισμό προτείνει και ο Ramόn y Cajal, ο οποίος παρομοιάζει τη διαδικασία της μνήμης με ένα φωτογραφικό είδωλο (οι «εικόνες», τα είδωλα των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, αναβιώνουν στους Hobbes και Hartley και γενικεύονται από τη σχολή του Charcot, αποτελώντας πάντα αγαπημένες έννοιες στην ψυχολογία της παθολογίας και του τυπικού). Συνεχίζοντας τις νευροπαθολογικές παρατηρήσεις του, ο Ramόn y Cajal εγκατέλειψε την ιδέα των αμφίπλευρων προβολικών κέντρων της μνημονικής λειτουργίας και ασπάστηκε στη θέση τους την ύπαρξη δύο διαφορετικών κέντρων για τη λειτουργία αυτή: ένα πρωτεύον κέντρο, για συγκεκριμένα αντικείμενα, και ένα δευτερεύον κέντρο, για αφηρημένα αντικείμενα, αποδεχόμενος και ένα κέντρο «τρίτης τάξης». Όλα αυτά τα κέντρα εντοπίζονταν μόνο στο ένα ημισφαίριο. Έτσι φαίνεται ότι για τον Ramόn y Cajal το δεξιό ημισφαίριο δεν φιλοξενεί καθόλου λειτουργίες μνήμης. Ο ίδιος συγγραφέας ωστόσο φάσκει και αντιφάσκει περί αυτού.
Άλλοι συγγραφείς, όπως οι Monakow, Déjerine, Vogt κ.ά., εξέφρασαν διαφωνίες στις θεωρίες αυτές, χωρίς όμως να παρουσιάσουν νέα δεδομένα ή θεμελιωδώς καθοριστικές θεωρίες. Συμφωνούν, ωστόσο, στην ανεπάρκεια γνώσεων σχετικά με τη δομή και λειτουργία του φλοιϊκού ιστού.
Ο Oskar Vogt επιβεβαιώνει τα παραπάνω με μια εντυπωσιακή δήλωση: υποστηρίζει ότι η άγνοιά μας της ιστοφυσιολογίας του φλοιού είναι τόσο μεγάλη που μόνο με τη βοήθεια της ψυχολογίας θα μπορούσαμε να τη μετριάσουμε. Λησμονεί ότι η ιστοπαθολογία του φλοιού, σε συνδυασμό με κλινικές νευροψυχιατρικές παρατηρήσεις, αποτελεί τη μοναδική αντικειμενική πηγή των κατευθύνσεων της ψυχολογίας.
2. Oι σύγχρονες θεωρίες
Εν συντομία, έως τώρα στη βιβλιογραφία έχουν σχετικά διατυπωθεί οι εξής θεωρίες:
Αυτές οι ερμηνείες συλλαμβάνουν τις πραγματικές διαδικασίες και συνθήκες της μνήμης ακριβέστερα. Όμως, προς το παρόν, δεν προσθέτουν τίποτε ούτε στην ακριβή μορφή, ούτε στη συγκεκριμένη έδρα αυτών των «εντάσεων και δονήσεων» σε σχέση με τα διάφορα κύτταρα, ιστούς και δίκτυα του φλοιού. Ούτε βοηθούν να κατανοήσουμε τις πιθανότητες διάρκειας ή συσσώρευσης [των εντάσεων] στα μνημονικά συστήματα. Λογικά, αυτές οι «εντάσεις» θα πρέπει να εξασθενούν σταδιακά μέχρι να εξαλειφθούν, καθώς η μνήμη μας διατηρεί ατόφιες συγκεκριμένες αναμνήσεις από τη βρεφική ηλικία έως τη γήρανση. Επιπλέον, [αυτές οι ερμηνείες] δεν προσθέτουν τίποτε για τα νευρωνικά δυναμικά, ούτε για τις συνθήκες των διεργασιών. Αν επρόκειτο για καθαρά φυσικό φαινόμενο, θα έπρεπε να παρατηρείται μια σημαντική και διαρκής βιολογική φθορά. Κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με τη θερμιδομετρία των ψυχικών διεργασιών, οι οποίες – όπως τεκμηρίωσα σε προηγούμενες εργασίες μου – είναι περισσότερο «μικρο-ενεργητικής», παρά μακρο-ενεργητικής κατανάλωσης, όπως οι μύες και οι αδένες που εξυπηρετούν την ενεργειακή οικονομία.
Επιπλέον, καθώς προκαλούνται αναμνήσεις, η συσσωρευμένη αυτή «ένταση» θα πρέπει να μειώνεται γιατί καταναλώνεται και χρησιμοποιείται στην επανάληψη. Αντιθέτως, το μνημονικό έργο ενισχύει και ενδυναμώνει ακριβώς τις αντίστοιχες βιολογικές φλοιϊκές διεργασίες. Συνεπώς, οι θεωρίες των φυσιολόγων δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Μόνο ένα μέρος τους, όπως θα δούμε στη συνέχεια, είναι χρήσιμο: «η αρχή των στάσιμων κυμάτων».4
Όταν ο Ramόn y Cajal κάνει λόγο για «ψυχικά κύτταρα» στο φλοιό, φαίνεται ότι αγγίζει μια συναφή έννοια. Στο σημείο αυτό αποδέχεται ότι υπάρχει κάποια μορφή αισθητικής ουσίας, παρόμοιας με τα χημικά που χρησιμοποιούνται στην εμφάνιση της φωτογραφίας, έτσι μόλις τα «ψυχικά κύτταρα» εκτεθούν σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα, αντιδρούν ακριβώς όπως και η φωτογραφική πλάκα στο φως. Μέσω ειδικής διαδικασίας εμφάνισης και σταθεροποίησης, η νοητική εικόνα αποθηκεύεται σε ένα σημείο του κυτταρικού πρωτοπλάσματος, το οποίο εκ των προτέρων, κάποιοι βάφτισαν ψυχόπλασμα.
Όμως δυστυχώς, τέτοιες χαριτωμένες εικασίες αποδεικνύονται χίμαιρες. Εάν τα βασεόφιλα κοκκία υπήρχαν μόνο στα πυραμιδοειδή κύτταρα, θα μπορούσε να ισχύει η τελευταία θεωρία. Όμως, οι κατώτεροι νευρώνες του νωτιαίου μυελού και των γαγγλίων – που εξυπηρετούν την επεξεργασία αντανακλαστικών, και σίγουρα όχι την παραγωγή μνημονικών δράσεων – διαθέτουν τα ίδια κοκκία, το ίδιο δίκτυο νευρικών ινών και το ίδιο εσωτερικό κυτταρόπλασμα. Συνεπώς, το περιβόητο «ψυχόπλασμα» βρίσκεται ακόμη υπό αναζήτηση. Φοβούμαι πως δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτό στα πυραμιδοειδή κύτταρα, γιατί όλος ο χώρος εκεί είναι κατειλημμένος.
Δεν θα μπορούσε να είναι ορθή μια θεωρία «ψυχικού κυττάρου», προικισμένου με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που ξεχωρίζει από παρόμοια κύτταρα σε κατώτερα κέντρα. Ένας τέτοιος «πόθος» δεν μπορεί να πραγματωθεί. Όλα τα νευρικά κύτταρα, φλοιϊκά και υποφλοιϊκά, κεντρικά και περιφερικά, διαθέτουν την ίδια ιστολογική δομή, όπως έχει επιβεβαιωθεί από μελέτες σε κατώτερα ζώα και ανώτερα θηλαστικά. Διαφέρουν μόνο ως προς το εύρος της δράσης τους, τη μορφή και τη σχέση των δενδριτικών απολήξεων και των τελικών διακλαδώσεών τους. Μόλις και μετά βίας έχουμε μια πιθανότητα να εντοπίσουμε δομικές διαφορές στη δομή ανάμεσα στους μηχανισμούς που διαχωρίζουν τις βασικές από τις ανώτερες νευρωνικές διεργασίες. Επιπλέον, είναι βέβαιο ότι τα «περίπλοκα ψυχικά φαινόμενα» δεν μπορεί να είναι αμιγώς κυτταρικά προϊόντα, αλλά ενδοκυττάριες δημιουργίες, λόγω της ταυτόχρονης και διαδοχικής επεξεργασίας πολλών και διαφορετικών στοιχείων του φλοιού. Η ψυχική διαδικασία της μνήμης θα πρέπει να έχει και την ανάλογη δομή, δηλ. να είναι διαφλοιϊκή: θα πρέπει να αναπαριστά το αποτέλεσμα της διάχυσης του φλοιϊκού κυτταροπλάσματος σε πολυάριθμα στοιχεία του φλοιού. Συνεπώς, δε θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για τον εντοπισμό της ψυχικής μνημονικής διεργασίας στο σύνολό της, όπως θα δούμε και παρακάτω. Εάν θέλουμε να την ορίσουμε βιολογικά, η μνήμη αποτελεί μια διαφλοιϊκή νευροκυτταροσυμβιωτική εξεργασία.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι όντως η λειτουργία τροποποιεί τη δομή. Είναι κοινός τόπος ότι η άσκηση διευκολύνει την επανάληψη μιας διεργασίας, κινητικής, εκκριτικής ή νευρικής. Αυτό οφείλεται σε ένα είδος πόλωσης στη δομή, σαν αυτή που παρατηρείται κατά το φυσικό φαινόμενο της υστέρησης σε πολλές ανόργανες διεργασίες: στο μαγνήτη, σε κάποιο εργαλείο κ.τ.λ. Στο νευρικό σύστημα επιτελείται μια παρόμοια διεργασία, που κάποιοι συγγραφείς αποκαλούν vializaciόn· ο Exner την ονομάζει «διαδρομή» (Bahnung). Πρόκειται για μια εξάλειψη των εσωτερικών αντιστάσεων στο αντίστοιχο σύστημα, για μια δυνατότητα εισόδου, η οποία, εν μέρει, διευκολύνει την επανάληψη παρόμοιων διεργασιών. Ωστόσο, αυτή η θεωρία δε μας λέει τίποτε για τη λειτουργία της μνήμης, καθώς ο άνθρωπος συσσωρεύει εμπειρίες. Αυτό το πρόβλημα είναι πέρα από μια τέτοια μνήμη. Τα ηπατικά κύτταρα δεν παράγουν τίποτε άλλο, παρά μόνο τις δικές τους εξειδικευμένες εκκρίσεις και μπορούν μόνο να ρυθμίσουν την ποσότητα ή την ταχύτητα έκκρισης ανάλογα με το είδος του ερεθίσματος. Αντιθέτως, τα κύτταρα του φλοιού μπορούν να αποθηκεύσουν και να αναπαραγάγουν σε αμέτρητους συνδυασμούς αναρίθμητα και κάθε είδους ερεθίσματα, χωρίς κανέναν περιορισμό. Επίσης, οι μυϊκές, αντανακλαστικές και ακούσιες λειτουργίες των αδένων είναι κληρονομικές σε αυτά τα συστήματα και επιτελούνται με τρόπο παρόμοιο σε όλους τους ανθρώπους. Οι μνημονικές λειτουργίες όμως προκύπτουν από την προσωπική εμπειρία και η επεξεργασία τους εξαρτάται αποκλειστικά από τη μορφή και τη χρήση των ερεθισμάτων.
«Μνήμη» θα μπορούσε να ονομασθεί το κληρονομικό (βλαστικό) πλάσμα, που εμπεριέχει σε δυνητική μορφή όλες τις νευρικές λειτουργίες που θα κληρονομηθούν από τον οργανισμό (τους φυλοψυχισμούς). Ωστόσο, μια ενδογενής μνήμη δεν επαρκεί στο να περικλείσει τις πολύπλοκες μνημονικές λειτουργίες. Χρειάζεται η συγκομιδή «εξωγενούς υλικού» για την απόκτηση και τη χρήση του οποίου είναι απαραίτητη, πέρα από τη μνήμη, μια οργάνωση sui generis. Η ανάλυση αυτή ερμήνευσε με ακρίβεια τους «οντοψυχισμούς», οι οποίοι είναι πολυποίκιλοι και απεριόριστοι, σε αντίθεση με τους φυλοψυχισμούς, που είναι σταθεροί και περιορισμένοι.
Υπάρχουν λίγες αμφιβολίες για το ότι μπροστά μας εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο βιολογικό μυστήριο: η ατομική ελευθερία να βασίζεται ακριβώς πάνω σε μια απεριόριστη και δημιουργική δυναμική μιας ατομικής μνήμης. Όπως είναι φυσικό, κάτι τέτοιο προϋποθέτει τόσο την ύπαρξη ενός κληρονομικού νευροβλαστικού πλάσματος, όσο και των ενστίκτων και αντανακλαστικών. Όμως η οργάνωση και η ενδελέχειά της θα πρέπει να διαφέρει από τις κατώτερες λειτουργίες, για να υπογραμμισθεί η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες φαινομένων. Κάτι τέτοιο απαιτεί μια εξειδικευμένη μνήμη αναμνήσεων. Αυτήν ακριβώς αναζητούμε. Σε αυτό όμως το σημείο, οι βιταλιστικές θεωρίες μας εξαπατούν οικτρά, γιατί, ως συνήθως, μας παρέχουν λόγια και όχι έργα, αδρανοποιώντας, παρά διεγείροντας την επιστημονική διερεύνηση.
3. Το νευροβιοδυναμικό πλαίσιο
Καταλήγουμε επομένως στο συμπέρασμα ότι καμία θεωρία δεν είναι ικανοποιητική, ούτε στο ελάχιστο. Αυτό είναι κατανοητό γιατί η ζωή δεν είναι ούτε αποκλειστικά ένα φυσικό ούτε αποκλειστικά ένα χημικό φαινόμενο, αλλά ένα ανώτερο «φυσικοχημικό» δυναμικό. Γι’ αυτό, καμία από αυτές τις θεωρίες δεν μπορεί να ερμηνεύσει κανένα ζωτικό φαινόμενο, πόσο μάλλον, τα ανώτερα φαινόμενα. Μόνο μια βιολογική θεώρηση, που βρίσκει ευρεία εφαρμογή σε τυπικά και παθολογικά φαινόμενα, μπορεί να μας βοηθήσει να διεισδύσουμε στον μνημονικό μηχανισμό. Αυτό απαιτεί μια μακρά πορεία, πολύ υπομονή και σκληρή δουλειά. Μπορεί όμως να μας οδηγήσει σ’ ένα αληθινό και όχι ψευδές αποτέλεσμα. Και, φυσικά, θα πρέπει να αναζητήσουμε τα επιχειρήματά μας για μια βιοδυναμική θεωρία σε κάθε δυνατή βιολογική κατεύθυνση. Πρωτίστως, θα πρέπει να εδραιώσουμε σε μια ασφαλή βάση το ότι η απόκτηση και διατήρηση των μνημονικών λειτουργιών (διότι sui generis «μνήμη» δεν υπάρχει) εξαρτώνται από τη φυσιολογική ανάπτυξη του φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, εν αρμονία με τη φλοιϊκή φυλογένεση, οντογένεση και ωρίμανση, ιστοπαθολογία και φυσιοπαθολογία. Θα συζητήσω μερικές πτυχές που συνδέονται με τη δομή και τη λειτουργία της οργάνωσης του φλοιού των ημισφαιρίων.
Φυσιολογικά επιχειρήματα
Η μνήμη βρίσκεται σε στενή επαφή με την ευαισθησία των αισθήσεων. Για αιώνες επαναλαμβάνεται ότι nihil est in intellectu… Συμπεραίνουμε ότι η φύση της μνημονικής διαδικασίας είναι ποιοτικά συναφής με αυτή της αντίληψης και των συνεπειών της. Είναι επομένως μια φυσικοχημική ζωτική διεργασία. Αλλά, όπως αποσαφήνισα χρόνια πριν,5 κάθε προσληπτική πράξη αυτόματα ολοκληρώνεται με μια εκτελεστική αντίδραση. Αυτό περιλαμβάνει την ενεργό ενσωμάτωση του εισερχόμενου ερεθίσματος στην ομάδα και τη μεταβλητή αισθητηριακή του ένταση (νόμος του Wundt). Με άλλα λόγια, πρόκειται για την πραγμάτωση μιας ολοκληρωμένης δράσης (αντιληπτικού-συνειρμικού, συγκινησιακού, δραστικού, γνωσιακού ή πραξικού χαρακτήρα). Ταυτοχρόνως, αυτά τα επιμέρους κομμάτια πρέπει να ενοποιηθούν σε κάποιο πλαίσιο που ενσωματώνει τη δυναμική μιας τέτοιας πράξης. Με άλλα λόγια, κάθε γνωσιακή ανάκληση (=προσαρμογή σε μια κατάσταση που έχει προσληφθεί) ή κάθε πραξική ανάκληση (=δυνατότητα εκτέλεσης μεμαθημένης κινητικής δράσης) έχει μια μικτή φύση, αισθητικοκινητική. Ανακλήσεις καθαρά αισθητικές δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν. Πριν από χρόνια ολοκλήρωσα τον αφορισμό της θέσης quo non prius fuerit in sensibus, προσθέτοντας, et nihit conservabitur in intellectu, quod non prius intraverit in motum.6
Έτσι, αντιλαμβανόμαστε όλες τις μνημονικές διεργασίες ως a priori αισθητικοκινητικής φύσης. Με άλλα λόγια, ως ολοκληρωμένες αποκρίσεις, που συνοδεύονται από την αντίστοιχη συγκινησιακή χροιά. Όπως είναι φυσικό, όσον αφορά στην ίδια τη διαδικασία, μπορούμε εδώ να θεμελιώσουμε μόνο τη στενή της σχέση με τη νευρωνική ενέργεια που αντανακλάται αισθητικοκινητικά (τ.έ. με την αισθητική μακροδυναμική, η οποία θεωρείται ζωτική, δηλ. συγχρόνως φυσικοχημική, ίσως προϊόν ζύμωσης και ρυθμικά προσανατολισμένη). Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας, με άλλα λόγια η αντίστοιχη μνημονική διεργασία, θα πρέπει να έχει σε τροποποιημένη, ξεθωριασμένη και εξασθενημένη μορφή, τον ίδιο χαρακτήρα. Επίσης, θα πρέπει να είναι αποσυνδεμένη από την θαλαμοφλοιϊκή κεντρομόλο διέγερση και, ενδεχομένως, και από την φλοιο-υποφλοιϊκή φυγόκεντρο διέγερση. Ειδάλλως, θα ήταν ανεξήγητο το ότι η ανάκληση, που είναι η αναβίωση του αντίστοιχου μικροδυναμικού, μας κάνει να αναπαριστούμε εκ νέου την ίδια κατάσταση που έχει προηγουμένως βιωθεί ή προκληθεί. Παρ’ όλα αυτά, το να επιμείνουμε εδώ σε περαιτέρω κατευθύνσεις ψυχολογικής φύσης που αφορούν στη μνημονική διαδικασία είναι πέραν του αντικειμένου της παρούσας εργασίας. Θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε ποιοτικά παρόμοια (διαφέροντας μόνο ως προς την ένταση και τις προεκτάσεις) με ένα αισθητικοκινητικό και αντιληπτικό δημιουργικό μηχανισμό (δηλ. μακροδυναμικό). Αυτή είναι και η απλούστερη υπόθεση.
Φθάνουμε επομένως στο συμπέρασμα ότι οι μνημονικές διεργασίες είναι δυναμικά στο φλοιό, αισθητικοκινητικής φύσης, που μοιάζουν με τις διαδικασίες ανταπόκρισης και αντίληψης της κατάστασης που αντιπροσωπεύουν. Θα μπορούσαν να είναι «μικροδυναμικές», αμιγώς φλοιϊκές, αποθηκευμένες σε έναν κεντρικό μηχανισμό, που διαχωρίζονται από τη μακροδυναμική διεργασία φόρτισης και εκφόρτισης και δεν πραγματοποιούνται περιφερικά, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στον εσωτερικό λόγο.
Φυλογενετικά επιχειρήματα
Η μνήμη δεν εκδηλώνεται πριν από την εμφάνιση των πολυκύτταρων ανώτερων ζώων και βελτιώνεται στο νεοεγκέφαλο μετά από τα εδραιωμένα αντανακλαστικά και ένστικτα. Συγκρίσιμες με την ατομική μνήμη είναι μόνο οι πολύπλοκες διεργασίες των ανώτερων θηλαστικών που διαθέτουν φλοιό των ημισφαιρίων και αξιοσημείωτη αύξηση αυτής της λειτουργίας παρατηρούμε στα ανώτερα και ανώτατα θηλαστικά, τα άλογα, τους σκύλους, τους ελέφαντες και, ιδιαίτερα, τα πρωτεύοντα. Τώρα, χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι μια τέτοια λειτουργία ενδυναμώνεται και διευκολύνεται μόνο στο βαθμό που αυξάνεται ο αριθμός των κυττάρων του φλοιού και, ειδικά, ο αριθμός των μικρότερων κυτταρικών στοιχείων του φλοιού. Δηλαδή, κατ’ αρχάς, των νανοπυραμίδων, των μικρών πυραμίδων και των κοκκίων. Δευτερευόντως, του αριθμού των ενδιάμεσων και μεγάλων πυραμιδοειδών κυττάρων. Στα κατώτερα θηλαστικά υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των κυττάρων του φλοιού κυμαίνεται στα 50-60 εκατομμύρια και στα ανώτερα θηλαστικά στα 150-300 εκατομμύρια. Στα πρωτεύοντα έχουμε 0,5-1,0 δισεκατομμύρια και στον άνθρωπο 10 δισεκατομμύρια (16 δισεκατομμύρια σύμφωνα με τον Economo7).
Ωστόσο, στους υπολογισμούς αυτούς, περισσότερα από τα μισά κύτταρα (ποσοστό της τάξης του 60-80%) αποτελούν τα μικρά κυτταρικά στοιχεία και τα υπόλοιπα αποτελούν τα ενδιάμεσα και μεγάλα πυραμιδοειδή. Συνεπώς, η αύξηση της μνημονικής λειτουργίας σχετίζεται περισσότερο με την αύξηση των μικρών κυττάρων του φλοιού, λιγότερο με αυτήν των μεγαλύτερων και ενδιάμεσων και ακόμη λιγότερο, με την αύξηση των μεγάλων, γιγάντιων και υπογιγάντιων κυττάρων.
Οντογενετικά επιχειρήματα
Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγουμε εξετάζοντας και την εμβρυογένεση του ανθρώπινου εγκεφάλου. Μετά τα κέντρα των αντανακλαστικών (αρχιεγκέφαλος) και των ενστίκτων (παλαιοεγκέφαλος) ωριμάζουν τα συστήματα του νεοεγκεφάλου (της φλοιϊκής «συσκευής»). Στο σύστημα αυτό, όπως καταδεικνύουν μελέτες μυελίνωσης, ωριμάζουν πρώτα τα κεντρομόλα-φυγόκεντρα συστατικά. Συνεπώς, όλες οι μακρές φλοιϊκές οδοί προβολής και σύζευξης είναι έτοιμες να λειτουργήσουν στο δεύτερο εξάμηνο της ζωής του παιδιού – περίοδο της οποίας δεν διατηρούμε καθόλου αναμνήσεις. Από αυτό προκύπτει ότι, χωρίς να μπορούμε να αρνηθούμε τη συνεισφορά των προαναφερθέντων μακρών συστημάτων φόρτισης, υπάρχει ένα εξειδικευμένο μνημονικό σύστημα που λειτουργεί μόνο μετά την ωρίμανση των βραχέων ενδοφλοιϊκών στοιχείων. Αυτή η ωρίμανση πραγματοποιείται στο δεύτερο και τρίτο έτος της ανάπτυξης και συνεχίζεται μέχρι την εφηβεία, παρά το ότι δεν διαθέτουμε εμπειρικά δεδομένα. Έτσι αναγνωρίζουμε έναν ακόμη παραλληλισμό ανάμεσα στη μνήμη και στα μικρά κυτταρικά στοιχεία του φλοιού που σχηματίζουν σύντομες οδούς, που ταιριάζουν απόλυτα με τις περιγραφές των Golgi, Martinotti, Cajal και Retzius, των οποίων οι μυελινωμένοι άξονες σχηματίζουν τις φλοιϊκές ταινίες (Baillarger, Vicq d’Azyr κ.ά.).
Στο σημείο αυτό, παίρνουμε έναν δρόμο βιολογικής κυρίως κατεύθυνσης. Οφείλουμε να αναζητήσουμε στα στοιχεία αυτά την πιθανότητα να μάθουμε κάτι σημαντικό για τη δυναμική και την έδρα της μνήμης. Η αναζήτηση πρέπει να γίνει τόσο σε φυσιολογικά όσο και σε παθολογικά ιστολογικά παρασκευάσματα. Αφήνοντας τα στοιχεία της παθολογίας για κάποια επόμενη ευκαιρία, εδώ θα συζητήσω μόνο τα εξής:
Ιστολογικά επιχειρήματα
Συνοψίζοντας όσα μέχρι τώρα θεμελίωσα σχετικά με τη δυναμική της μνήμης, μπορώ να πω ότι σίγουρα αποτελεί μια σύνθετη φλοιϊκή διεργασία από συζευγμένα τόξα του φλοιού, τα οποία συνδέονται στενότερα με τα μικρά, βραχέα ή μικροδυναμικά στοιχεία. Και αυτό, γιατί ένας μεγάλος αριθμός από τα μεγαλύτερα στοιχεία που συνδέονται με τη μακροδυναμική της φόρτισης και εκφόρτισης, δεν εμπλέκονται άμεσα στη διαδικασία της μνήμης. Αντιθέτως, όσα από αυτά τα μεγαλύτερα στοιχεία πραγματοποιούν διαδικασίες συνειρμού παρεμβαίνουν στη μνήμη. Έτσι, οφείλουμε να διαχωρίσουμε τα στοιχεία σε δύο κατηγορίες: στα εστιακά (εντοπισμού) και τα ενδοεστιακά (συνειρμικά).
Από τη στιγμή που ένα εστιασμένο φλοιϊκό ερέθισμα έχει παγιωθεί, το δυναμικό του παραμένει εστιασμένο σε κάποιο κομμάτι των βραχέων στοιχείων, για να μην απολεσθεί πλήρως. Στα μεγάλα στοιχεία, θα χανόταν προς τα κατώτερα κέντρα ή θα περνούσε προς τα κέντρα σύζευξης (δε θα ασχοληθώ με αυτά για την ώρα, όπως προανέφερα). Είναι έτσι απαραίτητο το ερέθισμα που έχει φιλοξενηθεί σε αυτό το σημείο να επιμηκύνει τη διάρκειά του από ένα εξειδικευμένο σύστημα βραχέων στοιχείων, τα οποία είναι δομημένα σε μορφή τόξων ώστε να «επιστρέφουν» αμοιβαία τα φορτία τους.
Τη γνώση για τα ποικίλα βραχέα στοιχεία οφείλουμε στους Golgi, Martinotti, Kölliker και, κυρίως, στον Ramόn y Cajal. Τα κυτταρικά στοιχεία υποδιαιρούνται σε δύο βασικές κατηγορίες:
α) Τα πυραμιδοειδούς τύπου, μικρά ή νανοειδή με κυλινδρικό άξονα που κατέρχεται κατακόρυφα (Golgi) ή ανέρχεται αντίστροφα (Martinotti). Και οι δύο μορφές είναι πολυάριθμες και σχηματίζουν εξειδικευμένα δύο φλοιϊκές στιβάδες: μια εξωτερική πυραμιδική στιβάδα (στιβάδα ΙΙ) και μια κοκκώδη στιβάδα, που εντοπίζεται ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική θεμελιώδη στιβάδα (στιβάδα IV). Όμως, υπάρχουν και στοιχεία που είναι διάσπαρτα σε όλες τις στιβάδες, περιβάλλοντας τα μεγαλύτερα στοιχεία ευρύτερης σύζευξης (ενδιάμεσα και μεγαλύτερα πυραμιδοειδή). Η ακτίνα δράσης αυτών των στοιχείων εκτείνεται απότομα σε κατακόρυφη διάταξη. Αυτό σημαίνει ότι τα κατιόντα στοιχεία συνδέουν τις εξωτερικές με τις εσωτερικές στιβάδες και ότι τα ανιόντα στοιχεία συνδέουν τις εσωτερικές με τις εξωτερικές στιβάδες. Τα τελευταία στοιχεία είναι περισσότερα στα βαθύτερα στρώματα. Πιθανώς, ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν μεγαλύτεροι τύποι, οι οποίοι περικλείουν όλο το πάχος των φλοιϊκών στιβάδων. Υπάρχουν και άλλοι τύποι κυττάρων που είναι βραχύτερα, μερικού εύρους, που ονομάζονται αντιστοίχως κατακόρυφα μικροδυναμικά – ολικά ή μερικά.
β) Πέρα από αυτά τα στοιχεία, υπάρχουν και τα λεγόμενα «κοκκία» και σχηματίζουν «μικρο-κυτταρικές ατράκτους» κ.τ.λ. Αυτά είναι ομοιόμορφα διάσπαρτα σε όλες τις στιβάδες. Όμως ο άξονάς τους δεν εκτείνεται πολύ μακριά από το κύτταρο (όπως στους τύπους που εκτείνονται κατακόρυφα), αλλά διακλαδίζονται τοπικά, σε πλούσια πλέγματα που περικλείουν το κύτταρο. Υπάρχουν αντίστοιχα δύο τύποι: ένας διπολικής διακλάδωσης (με δύο συστάδες), και ένας λιγότερο διακλαδισμένος. Ο πρώτος επεκτείνει τη δράση του ακτινωτά, ενώ ο άλλος κυκλικά. Όμως και για τους δύο, το πεδίο δράσης δεν ξεπερνά τη στιβάδα από την οποία προέρχονται, ενώ η διέγερσή τους προβάλλεται σε συνδυασμό εγκαρσίως. Όλα αυτά τα δεδομένα τα γνωρίζουμε χάριν των γνωστών ανακαλύψεων του Ramόn y Cajal. Και για όλα, πρέπει να αναζητήσουμε μια ερμηνεία στα πλαίσια της φυσιολογίας, αλλιώς δεν έχουν κανένα νόημα.
Γι’ αυτό και διαχωρίζουμε αυτούς τους τύπους οριζόντιων μικροδυναμικών σε πολωμένα και αστεροειδή. Φυσικά, οι επιδράσεις αυτών των συνυφασμένων συστημάτων δεν παύουν να ανήκουν στο φλοιό.
Όλα αυτά τα βραχέα κατακόρυφα στοιχεία, όπως και τα αντιπαρεμβαλλόμενα οριζόντια στοιχεία, τα οποία σχηματίζουν αλυσίδες μεταξύ τους, θα μπορούσαν να παρατείνουν καταστάσεις διέγερσης. Αυτές οι καταστάσεις παράγονται διαμέσου της φόρτισης και εκφόρτισης των συστημάτων μακροδυναμικής προβολής της αντίστοιχης ζώνης, ώστε αυτά τα βραχέα στοιχεία να σχηματίζουν αμοιβαία «κλειστά τοπικά συστήματα», που το νευροενεργητικό κύμα διατρέχει με περιοδικό, κυκλικό τρόπο.
Το ανοιχτό συνεχές κύμα διατρέχει την εξωτερική ζώνη διέγερσης και διαμέσου της κινητικής-αισθητικής οδού, φθάνει μέχρι το εκτελεστικό μυϊκό-αδενικό όργανο, όπου η ορμή του χάνεται και εκφορτίζεται οριστικά. Η αρχική μακροδυναμική ροή του καθίσταται ένα κυκλικό και κλειστό στάσιμο κύμα. Το κύμα αυτό είναι μικροδυναμικό και έχει δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του ενδοφλοιϊκού περάσματος του πρώτου (ανοιχτού) κύματος. Αυτά τα συστήματα πρέπει να ερμηνεύσουμε ως τους κύριους κομιστές του εστιακού στοιχειώδους μνημονικού ισοδύναμου. Αυτά τα συστήματα πρέπει να θεωρήσουμε ως τους κύριους φορείς της εντοπισμένης στοιχειώδους μνήμης. Σχηματίζουν έναν ενδοφλοιϊκό αντιστοιχισμένο μηχανισμό, που είναι ταυτόχρονα εκπέμπων και περιοδικός. Έτσι, εγγυώνται την παράταση της σχετικής διεργασίας, δηλ. τη φλοιϊκή της διατήρηση και, μαζί της, την πιθανή, μεταγενέστερη αναζωογόνησή της.
Πέρα από τις διαφορετικές κατευθύνσεις των ακτίνων δράσης των δύο συστημάτων, κατακόρυφα ή οριζόντια, που είναι πάντα εντοπισμένες στην καθορισμένη ζώνη του φλοιού, μπορούμε να αποδώσουμε στην ομάδα των κατακόρυφων την ποιοτική αύξηση της έντασης της μικροδυναμικής (σύστημα παγίωσης) και στην οριζόντια ομάδα τον ποσοτικό πολλαπλασιασμό της παρέμβασης άλλων βραχέων συστημάτων σε σχέση με τη μνημονική πράξη (σύστημα ενίσχυσης).
Τώρα έχουμε κατανοήσει ότι το μικροδυναμικό σύστημα – όπως κάποιο είδος οργανικού perpetuum mobile – θα μπορούσε να συνεχίζει επ’ αόριστον τη λειτουργία του και να ανεξαρτητοποιείται τελικά από τα μακροδυναμικά συστήματα φόρτισης και εκφόρτισης όταν δημιουργήσει το δικό του δυναμικό.
Μόνο κάτω από αυτές τις συνθήκες μπορεί ένα σύστημα να ερμηνεύσει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της δυναμικής της μνήμης. Η λειτουργία του συστήματος, απελευθερωμένη από τα δεσμά του περιβάλλοντος, επιτρέπει τη φαντασιακή πτήση του ανθρώπινου ψυχισμού. Αυτή η λειτουργία διακόπτεται μόνο όταν μεταβληθεί το εργαλείο της, δηλ. το πολυτιμότερο όργανο που κατέχει: η φλοιϊκή μικροδυναμική.
Αυτά μπορώ να πω για την ώρα, σε επιστημονικό επίπεδο, για τα δεδομένα που διαθέτουμε πάνω στη στοιχειώδη οργάνωση της μνήμης. Αναμφισβήτητα, αναρίθμητα προβλήματα παραμένουν άλυτα, όπως:
α) Ποια είναι η πραγματική διεργασία, σε επίπεδο φυσιολογίας, που επιτελείται στα μνημονικά συστήματα;
β) Ποια είναι τα ψυχικά στοιχεία της στοιχειώδους εστιακής διεργασίας της ανάκλησης;
γ) Διαφέρουν τα αντιληπτικά στοιχεία ουσιαστικά ως προς την ποιότητα και τον εντοπισμό τους από τα εστιακά μνημονικά στοιχεία ή όχι;
δ) Πώς συσχετίζονται αυτές οι «ατομικές» μικροδυναμικές για να «παράγουν ενώσεις» σαν να ήταν «μοριακές», τις πλέον σύνθετες ενδοεστιακές έννοιες (γνωσιακές, πραξικές και συμβολικές); Αυτά θα συζητηθούν με μια επόμενη ευκαιρία.
Οι ενδοεστιακές μικροδυναμικές γεννώνται τόσο στην έξω πυραμιδική στιβάδα πρόσληψης, όσο και στα εσωτερικά «εκτελεστικά» όργανα, και στη συνέχεια, περικλείουν στην αμοιβαία δυναμική τους και τους δύο ψυχογενετικούς παράγοντες. Τα πολυποίκιλα αξονικά συστήματα αυτών των τόξων αντιμετωπίζονται από καιρό ως συστήματα σύζευξης εντός των ελίκων, των λοβών και των ημισφαιρίων.8 Λεπτομερέστερη μελέτη θα ακολουθήσει.
Ωστόσο, πριν καταλήξουμε σε συμπεράσματα, θα είχε ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με το πρόβλημα «εστίασης-γενίκευσης» του μνημονικού περιεχομένου. Έχοντας ήδη καλύψει αυτό το ζήτημα,9 επαναλαμβάνω εδώ την άποψή μου, παραθέτοντας τα σημαντικότερα επιχειρήματα.
Σύμφωνα με τη «μορφολογική» προσέγγιση (θεωρία Gestalt), που διατυπώθηκε κυρίως από τον Koehler, κάθε ψυχικό φαινόμενο χαρακτηρίζεται σαφώς ως μια a priori ενότητα ή ως όλον. Οι λεπτομέρειες της μορφής καθορίζονται μόνο a posteriori. Αυτή η ερμηνεία, που επιβεβαιώνεται από την ψυχολογία των αισθήσεων, καθώς και από τις μνημονικές καταγραφές και τις αναπαραγωγές τους, θα ήταν αποδεκτή και σε άλλα πεδία, όπως η αισθητική, η λογική ή η πολιτική, ακόμη και η ανόργανη σφαίρα. Ωστόσο, κάποιοι συγγραφείς εντοπίζουν εδώ μια κατάφωρη αντίφαση των ψυχολογικών νόμων, σε σχέση με τη θεωρία για τη δομή και την οργάνωση του εγκεφάλου, σύμφωνα με την οποία ο εγκέφαλος αποτελείται από μυριάδες ανεξάρτητα νευρωνικά στοιχεία. Ως πρωτογενές αποτέλεσμα της λειτουργίας αυτού του «νευρωνικού μωσαϊκού», θα αναμέναμε να υπάρχει ένα αντίστοιχο «αισθητικό λειτουργικό μωσαϊκό». Όπως αυτά τα νευρωνικά στοιχεία «επανασυνδέονται» δευτερευόντως με τη βοήθεια μιας πληθώρας «ανεξαρτήτων» στοιχείων σύζευξης, αντιστοίχως, τα νοητικά φαινόμενα σύζευξης θα έπρεπε να επιδεικνύουν τον ίδιο χαρακτήρα: τα παράγωγά τους θα έπρεπε να κινούνται από το μερικό στο γενικό, από το απλό στο σύνθετο, από το λεπτομερές στο ολικό, από το «μωσαϊκό» στη δημιουργία μιας μορφής ή φόρμας «φαινομένου». Στο βαθμό που όλο αυτό έρχεται σε αντίφαση με την ψυχολογική πραγματικότητα, η «εγκεφαλική νευροφυσιολογία» μας βασίζεται σε σαθρά θεμέλια. Σπουδαία νίκη του βιταλισμού ή του πνευματισμού.
Είναι εύκολο να καταδείξουμε τι είναι λάθος σε αυτή την επιχειρηματολογία (και μάλιστα στη βάση της) γιατί δεν υπάρχει αντίφαση ανάμεσα στα δύο γεγονότα. Υποστηρίζουμε αναντίρρητα την ψυχολογική θεωρία για την a priori ολότητα, την οποία αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε προτού καν τη γνωρίσουμε.10 Είναι απλώς συνέπεια της δομικής και λειτουργικής οργάνωσης του νευρικού μας συστήματος, από τη στιγμή που ως βρέφη ανοίγουμε τα μάτια μας στον έξω κόσμο.
Από τη στιγμή που ο αμφιβληστροειδής (και αντίστοιχα το όργανο Corti ή οι απτικοί ή γευστικοί υποδοχείς κ.τ.λ.) βίαια και ξαφνικά υποδέχεται ένα αντικείμενο, που έχει συγκεκριμένη έκταση, μορφή και κίνηση, και προέρχεται από ένα ομογενές και κοινό φόντο, ερεθίζει ταυτόχρονα ένα μεγάλο αριθμό οπτικών κέντρων. Την ίδια στιγμή, με παράλληλο και διαδοχικό τρόπο, εξαιτίας της πολυνευρωνικής οργάνωσης του μηχανισμού καταγραφής, αυτή η «αισθητηριακή θύελλα» περνάει σε υποφλοιϊκά κέντρα και καταλήγει στο φλοιό. Εκεί λογικά, αυτό το συνολικό δυναμικό προσλαμβάνεται και αποθηκεύεται ομοιόμορφα από ένα μεγάλο αριθμό νευρώνων –απαραιτήτως δυναμικά συνδεδεμένα στοιχεία που «ταλαντώνονται αρμονικά». Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαδικασίας «αμοιβαίου συγχρονισμού» οφείλει να είναι ένα «συνολικό» ψυχικό φαινόμενο.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η πρώτη αίσθηση ενός αντικειμένου ή μιας διαδικασίας είναι ένα αισθητηριακό κράμα, ήδη λίγο ή πολύ οργανωμένο. Η τελική του οργάνωση χρειάζεται την εκτεταμένη εμπειρία (gnosia). Παρομοίως, ο ολιστικός του χαρακτήρας αποδεικνύεται και από τη διαδικασία σύζευξης ανάμεσα σε διαφορετικές, ανεξάρτητες ζώνες, που αυτόματα συσχετίζονται, όπως οι οπτικές, απτογνωσιακές, στερεογνωσιακές, ακουστικές, γευστικές και άλλες παράμετροι του αντικειμένου που αναπτύσσει μια ταυτόχρονη πολυδυναμική δράση. Με τέτοιον τρόπο που, τελικά, και η ιδέα του αντικειμένου ή της διεργασίας δημιουργείται, λογικά, με μορφή ολότητας.
Γι’ αυτούς τους λόγους, το να κατηγορούμε τον μωσαϊκό χαρακτήρα της ξεπερασμένης θεωρίας των «συζεύξεων» δεν έχει καμία αξία, διότι η νευρωνική εμπειρία και δυναμική αλληλοσυμπληρώνονται τέλεια. Μόνο μια «υπερμηχανιστική» προσέγγιση για τη συζευκτική φλοιϊκή διεργασία θα μπορούσε να την απορρίψει.
Με τη γένεση της οντοψυχικής λειτουργίας, ο φλοιϊκός μας μηχανισμός λειτουργεί σε συμφωνία με τα αντικείμενά του, τις καταστάσεις, οι οποίες του παρουσιάζονται βίαια ως ολοκληρωμένες ενότητες. Η αναλυτική μας ικανότητα τις αποσυνθέτει στα λεπτομερή επιμέρους στοιχεία τους μόνο a posteriori. Παρ’ όλα αυτά, εκείνες πάντα διατηρούν μια δεδομένη μορφή, εξαιτίας του «συλλεκτικού ενωτικού χαρακτήρα» των συζευγμένων μερών τους.
Αυτά τα τελευταία θα μπορούσαμε να τα αντιμετωπίσουμε ως ένα «μωσαϊκό», που η δυναμική του να μετατραπεί σε ένα «όλον» τελεσφορεί μόνο a posteriori.
Είναι περιττό να τονίσω ότι o αναλυτικός διαχωρισμός και το αντίστροφό του, η σύνθεση με την «εξέταση παραδειγμάτων», αποτελούν τη βάση κάθε επιστημονικής διεργασίας, που επιτρέπει την αναμενόμενη ενσωμάτωση και τον διαχωρισμό.
Έτσι, τελικά, η φιλοσοφική σκέψη, μπορεί υποθετικά να δημιουργήσει τις απόλυτες ενότητες ή τα στοιχεία της ύπαρξης. Η φαντασία μας ίσως δεν μπορέσει ποτέ να αποσυνδεθεί από την έμφυτη τάση της να βλέπει μορφές, γιατί ακόμη και τότε, οι πολύπλοκες φλοιϊκές δυναμικές «εργάζονται αδιάκοπα».
Ο παράγων ολοκλήρωσης προκύπτει εγγενώς από τη δομή του εσωτερικού και εξωτερικού μας κόσμου, προβάλλοντας τη θεωρία του «ψυχομωσαϊκού» ως επιχειρήματος κατά της εγκυρότητας της εγκεφαλικής δυναμικής, όπως ερμηνεύεται από τη νευροβιολογία. Αποτελεί απλώς καρπό της σκέψης κάποιων ψυχολόγων που εφευρίσκουν «Kιχωτικές φιγούρες» για να μπορούν να τις μάχονται προκειμένου να νικούν.
1 Παρουσιάστηκε στην Ψυχολογική Εταιρεία του Buenos Aires στις 27 Οκτωβρίου 1933, επί προεδρίας Osvaldo Loudet. Το κείμενο αρχικά δημοσιεύθηκε από τον C. Jakob με τίτλο «Sobre las bases orgάnicas de la memoria» στο Revista de Criminologίa Psiquiatrίa y Medicina Legal, 22 (1935), σελ. 84-114 και σε τελική μορφή με τίτλο «La organizaciόn de las funciones conmemorativas» στο Folia Neurobiolόgica Argentina, tomo I: Neurobiologίa General. Buenos Aires, Aniceto Lόpez, 1941, σελ. 99-139.
4 C. Jakob: Elementos de Neurobiologίa, volumen I: Parte Teόrica. Universidad Nacional de La Plata, Facultad de Humanidades y Ciencias de la Educaciόn, 1923.
7 C. von Economo: Zellaufbau der Grosshirnrinde des Menschen. Berlin, Springer, 1927.
8 C. Jakob: Folia Neurobiolόgica Argentina, Atlas I: El cerebro humano: su anatomίa sistemάtica y topogrάfica. Buenos Aires, Aniceto Lόpez, 1939, σελ. 334.
9 C. Jakob: «El significado de la obra de Ramόn y Cajal en la filosofίa de lo orgάnico». Humanidades (La Plata), 26 (1938), σελ. 237-255 και C. Jakob: «La psicologίa de Descartes a través de tres siglos». Anales del Instituto de Psicologίa de la Facultad de Filosofίa y Letras de la Universidad de Buenos Aires, 2 (1938), σελ. 297-327.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.