Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Χαρινέλλα Τουρνά
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Αθήνα

σύναψις 17  [2010 – τόμος 06]

Πέτρος Φαραντάκης: Μετά την Ηθική. Ο επιστημολογικός παρεμβατισμός του περιοδικού Νεύσις

Andy’s Publishers, Αθήνα, 2009, σελ. 179

Το βιβλίο του Πέτρου Φαραντάκη, γραμμένο με έμπειρο τρόπο, χωρίς όμως να απαιτεί απολύτως εξειδικευμένες γνώσεις από τον αναγνώστη, απευθύνεται στον ειδικό, αλλά και στο γενικότερων ενδιαφερόντων κοινό. Το περιοδικό Νεύσις φιλοξενεί ποικίλες αντιλήψεις στα τρέχοντα επιστημολογικά θέματα και ενημερώνει για κλασικά κείμενα Ηθικής, αλλά κυρίως για τη σύγχρονη επιστήμη, την ανθρωπολογία και τη βιολογία. Ο συγγραφέας θα διερευνήσει την επιστημολογική παρέμβαση του περιοδικού, ωθώντας τον αναγνώστη σε ευρεία περιήγηση του ιστορικού ορίζοντα των ηθικοφιλοσοφικών συστημάτων, αποδεικνύοντας έτσι πως είναι ικανός σχολιαστής τους και εξαιρετικά φιλόπονος αφηγητής διαφορετικών απόψεων. Αυτό μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής: Η Ηθική ταλαντεύεται σήμερα μεταξύ δύο συζυγών επιθυμιών: (α) μιας συντηρητικής επιθυμίας για τη νομιμότητα της τάξης στη Δυτική μας επικράτεια και (β) μιας άλλης επιθυμίας για την επικράτηση του δίκαιου λόγου. Σύμφωνα μάλιστα με τον Λακάν, δεν υπάρχει παρά μόνο ένα ερώτημα στην Ηθική των αληθειών: πώς εγώ ο κάποιος θα συνεχίσω να υπερβαίνω το ίδιο μου το είναι; Να συνδέω, τουτέστιν, κατά τρόπο συνεπή, αυτό που ξέρω με το ανεπίγνωστο που με συνεπαίρνει; Είναι η Ηθική των αληθειών ασκητική πράξη; Αυτή η συζήτηση είναι από την αυγή της φιλοσοφίας ουσιαστική. Αφορούσε ήδη τον Πλάτωνα, που αγωνιζόταν να αποδείξει ότι ο φιλόσοφος, ως άνθρωπος των αληθειών, είναι ευτυχέστερος από τον φιλήδονο τύραννο. Αλλά τότε ο ερχομός του ασκητισμού είναι ταυτόσημος με την αποκάλυψη του υποκειμένου αλήθειας ως καθαρής αυτο-επιθυμίας. Ας οπλιστούμε με την αισιοδοξία του Λακάν: «Η επιθυμία, αυτό που ονομάζουμε επιθυμία, (ο Λακάν εδώ μιλάει για το υποκειμενικό ανεπίγνωστο) αρκεί προκειμένου η ζωή να μην έχει νόημα, αν είναι να δημιουργήσει έναν δειλό». Για τον συγγραφέα, παρόμοιοι προβληματισμοί, ενός ευρύτερου ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος, ενυπάρχουν και στη νεοελληνική φιλοσοφία, εφόσον αυτή συναρτάται με πολλές εκφάνσεις της θεωρητικής και της πρακτικής σκέψης ή ιστοριογραφίας, μεταξύ των οποίων είναι ο θεολογικός και ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός. Διαβάζουμε επίσης ότι ο Θωμάς Ακυνάτης ήταν ένας από αυτούς που είχαν υποστηρίξει την ανάγκη της ιδιοκτησίας. Η αλήθεια είναι πως η συσχέτιση της Ηθικής με την Οικονομία θα διατηρηθεί και για πολλούς αιώνες αργότερα. Ήδη στους μοντέρνους καιρούς, για τους οποίους το ζήτημα του υποκειμένου είναι από τον Καρτέσιο κι έπειτα κεντρικό, η Ηθική είναι σχεδόν συνώνυμη της ηθικότητας ή, όπως θα έλεγε ο Καντ, συνώνυμη του Πρακτικού Λόγου. Πρόκειται για τις σχέσεις της υποκειμενικής δράσης και των αναπαραστάσιμων προθέσεών της από έναν οικουμενικό Νόμο. Η Ηθική αποτελεί αρχή κρίσης των πρακτικών ενός υποκειμένου είτε πρόκειται για ατομικό είτε για συλλογικό υποκείμενο. Θα σημειώναμε ότι ο Χέγκελ εισάγει μια λεπτή διάκριση ανάμεσα στην «Ηθική» (Sittlichkeit) και την «Ηθικότητα» (Moralitat). Περιορίζει την ηθική αρχή στην «άμεση» δράση, ενώ την ηθικότητα στη «σκεπτόμενη» δράση. Θα πει μάλιστα στη Φαινομενολογία του Πνεύματος ότι: «η ηθική τάξη συνίσταται ουσιαστικά στην άμεση απόφαση».

      Μετά τον Πρόλογο [του πρώην Πρύτανη, καθηγητή Πέτρου Γέμτου] και την Εισαγωγή ακολουθούν τα Κεφάλαια: (1) Επιστήμη και η μεταβλητότητα της ελευθερίας της, (2) Η οροθέτηση των αρχών της Ηθικής, (3) Οι προδιαγραφές της εξελικτικής Ηθικής, (4) Συμπληρωματικοί τρόποι στο φυσικό γίγνεσθαι, και (5) Ο νεωτερικός ουμανισμός. Έτσι, το ερευνώμενο αντικείμενο καθίσταται παραστατό μέσω του στοχασμού, του επιστημονισμού και της θεολογίας. Μολονότι όμως η ιδέα του ριζικού Κακού ανάγεται (τουλάχιστον) στον Καντ, η σύγχρονη εκδοχή της θα λέγαμε ότι στηρίζεται συστηματικά και πρακτικά σε ένα «παράδειγμα»: την εξολόθρευση των Εβραίων της Ευρώπης από τους ναζί. Η μη-επανάληψη του οποίου συνιστά γνώμονα για κάθε διατύπωση κρίσης επί των καταστάσεων. Η κανονιστική λειτουργία του παραδείγματος παραμένει: η ναζιστική εξολόθρευση αποτελεί ριζικό Κακό, επειδή παρέχει, για την εποχή μας, το μοναδικό, το «ασυναγώνιστο» και με αυτήν την έννοια το υπερβατικό ή το ανείπωτο μέτρο του Κακού. Ωστόσο, ταυτόχρονα, διαρκώς ανακαλείται, συγκρίνεται, επιφορτίζεται, όταν κάποιοι θέλουν να προκαλέσουν στην κοινή γνώμη μια συνειδητοποίηση του Κακού. διότι άνοιγμα στο εν γένει Κακό δεν υπάρχει παρά μόνο υπό την ιστορική προϋπόθεση του ριζικού Κακού. Οι οπαδοί της «δημοκρατίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» αρέσκονται μαζί με τη Χάνα Άρεντ, να ορίζουν την πολιτική ως τη σκηνή του: «είμαστε-μαζί». Το ζήτημα είναι να οριστεί το σύνολο του: «είμαστε-μαζί». Κανείς δεν επιθυμούσε, όσο ο Χίτλερ, το «είμαστε-μαζί» των Γερμανών. Η ναζιστική κατηγορία του «Εβραίου», χρησίμευε στο να κατονομάζει ρητώς τα γερμανικά ενδότερα κατασκευάζοντας ένα «έξω» που μπορούσαν να το κυνηγάνε στα ενδότερα, το ίδιο όπως η βεβαιότητα πως είμαστε «μεταξύ Ελλήνων», προϋποθέτει να καταδιώκουμε όσους υπάγονται στην κατηγορία του «λαθρομετανάστη».

Το Κακό φέρει τις εξής μετονομασίες: «είδωλο» ή «τρομοκρατία» και «όλεθρος». Το είδωλο εκλαμβάνεται με τη μείζονα σημασία του: όλα τα τυπικά γνωρίσματα μιας αλήθειας ενεργοποιούνται μέσα στο είδωλο. Ο ναζισμός αποτελεί είδωλο ενός συμβάντος. Το γεγονός ότι ως είδωλο συνεπιφέρει τρομοκρατία και βιαιότητα δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Σκοταδιστικά κηρύγματα εμφανίζονται ως είδωλα επιστημών και οι ολέθριες παρενέργειες τους γίνονται ευδιάκριτες κ.ο.κ. Όμως σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι βιαιότητες και οι ολέθριες παρενέργειες καθίστανται μη καταληπτές, εάν δεν τις σκεφτούμε με αφετηρία τις διαδικασίες αλήθειας των οποίων οι ίδιες συγκροτούν το είδωλο. Τέλος, όσον αφορά την αλήθεια, ως αποτέλεσμα, πρέπει προπάντων να υπογραμμίσουμε τη δύναμή της. Θίγουμε αυτό το θέμα αναφέροντας την «επιστροφή» του φυλακισμένου του Πλάτωνα στο σπήλαιο. Μια αλήθεια «διεμβολίζει» τις γνώσεις, είναι ετερογενής ως προς αυτές. Με το σκεπτικό αυτό, και ο κρινόμενος συγγραφέας, παραθέτει επιστημολογικές θεωρήσεις των: Θ. Τζαβάρα, Θ. Καράβατου, Π. Γέμτου, Π. Κονδύλη, Π. Νούτσου, Κ. Γαβρόγλου, κ. ά. Άρα το Κακό είναι μια διαδικασία ειδώλου – αλήθειας και είναι κατ’ ουσίαν τρομοκρατία για όλους μέσα από ένα όνομα που επινοεί. Οι αλήθειες δεν πραγματοποιούν την ιδιότυπη προέλευσή τους παρά μέσα στο πλέγμα των γνωμών. Πρέπει, κατά συνέπεια, να επικοινωνούμε, να εκφέρουμε γνώμες. Ξεκινάμε ασκώντας ριζική κριτική στην «ηθική» ιδεολογία: στη θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον παρεμβατισμό ανθρωπιστικού χαρακτήρα, την βιοηθική, την Ηθική των διαφορών κ.λπ. Γι’ αυτό και ο Φαραντάκης δεν καταχωρίζει τετελεσμένες νοηματοδοτήσεις. Αντίθετα, προσπαθεί να αναδείξει διαστάσεις αντιλήψεων που βρίσκονται πίσω από τα συμφραζόμενα των «κτητόρων» τους. Δεδομένου ότι κάθε απολυτοποίηση της δύναμης μιας αλήθειας οργανώνει ένα Κακό. Αυτό το Κακό όχι μόνο αποτελεί καταστροφή μέσα στην ανθρώπινη κατάσταση, αλλά συνιστά τελικά διακοπή της διαδικασίας αλήθειας στο όνομα της οποίας πραγματοποιείται. Για αυτό θα ονομάσουμε όλεθρο αυτή την έκφανση του Κακού, όλεθρο της αλήθειας που επάγει η απολυτοποίηση της δύναμής της.

                Γράφει ο συγγραφέας στα Συμπεράσματα: Ηθικά ερωτήματα δεν είναι παρά παραλλαγές θεμάτων που αφορούν στην πολιτική και την κοινωνική οργάνωση του ανθρώπου. Εδώ αποδεικνύεται ότι, γενικά, το εξεταζόμενο περιοδικό αποφεύγει τις στρατεύσεις, ασφαλώς όμως ο προσανατολισμός των μελετών του έχει, μεταξύ άλλων, κοινωνικό χαρακτήρα Στον χαρακτήρα αυτό υπεισέρχονται ποικίλα πολιτισμικά σχήματα με αντικρουόμενες κοσμοθεωρίες. Σε καμία περίπτωση, η ανά χείρας φιλοσοφική κριτική δεν ταυτίζεται με «προπαγάνδα» για τις κυρίαρχες αξίες που υφιστάμεθα. Όπως ο Αλέν Μπαντιού, έτσι και εδώ ο πονήσας, σκιαγραφεί ένα εντελώς διαφορετικό νόημα της Ηθικής, αποσπώντας την από την ψευδοκαντιανή ηθικολογία και ανάγοντάς την στην πραγματική της ρίζα: στα «συμβάντα αλήθειας». Το νόημα αυτό κατευθύνεται σε μια «πραγματική Ηθική», η οποία διαφυλάσσει και μάλιστα απαιτεί τα δικαιώματα της δημιουργικής σκέψης, καθώς και της πολιτικής εκείνης πρακτικής που χειραφετεί, της τέχνης που πρωτοπορεί. Μιλάμε για μια Ηθική που είναι αποστασιοποιημένη από κάθε ανέστιο ανθρωπισμό. Οι Στωικοί ήταν οπωσδήποτε εκείνοι που κατέστησαν την Ηθική όχι μόνο τμήμα, αλλά πυρήνα της φιλοσοφικής σοφίας. Άλλωστε οι ίδιοι συνήθιζαν να συγκρίνουν τη φιλοσοφία μ’ ένα αβγό του οποίου το τσόφλι ήταν η Λογική, το ασπράδι η Φυσική και ο κροκός η Ηθική. Μια τέτοια Ηθική και Μετά – ηθική φιλοσοφία επέχει θέση προς διερεύνηση σ’ ένα περιοδικό σαν το Νεύσις που, όπως προείπαμε, φιλοξενεί άρθρα επιστημολογικής κυρίως κατεύθυνσης.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.