Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Παρασκευή Τατσιοπούλου
Ειδικευόμενη στην Παιδοψυχιατρική

Γιάννης Παπαδόπουλος
Ειδικευόμενος στην Ψυχιατρική

Γρηγόρης Αμπατζόγλου
Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής του ΑΠΘ

σύναψις 17  [2010 – τόμος 06]

Νανουρίσματα: Αχοί υπνοδότες και μεταβατικά φαινόμενα

Τα νανουρίσματα είναι αυθόρμητα, αυτοσχέδια τραγούδια κι άλλοτε προϋπάρχοντα μοτίβα που εμπλουτίζονται με την φαντασία. Τα τραγουδάνε οι μεγάλοι –συνήθως η μάνα– για να κοιμίσουν τα μωρά. Εκτός από τις μητέρες, τα τραγουδούσαν (περισσότερο μάλιστα) «αι τίτθαι», δηλαδή οι γυναίκες τροφοί, «οι βυζάστρες», όπως αναφέρεται στο λεξικό του Σουίδα.

Με αυτήν την απαλή και ήρεμη μελωδία της μητέρας, συνοδευόμενη από λικνιστικές κινήσεις, είτε στην αγκαλιά είτε στην κούνια, τα βρέφη ηρεμούν και μαθαίνουν το ρυθμό της μουσικής, αυτής που έχει το ρυθμό της καρδιάς, μέχρι ν’ αποκοιμηθούν.

Ετυμολογικά πρόκειται για ονοματοποιημένη ή ηχομιμητική λέξη, που προέρχεται από το νάνι- νάνι.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο
Μικρό μικρό σου το ’δωκα, μεγάλο φέρε μου το
Ναν’ ω ω ω ω ω ω …
Ναν’ ω ω ω ω ω ω …
Μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι
Κι οι κλώνοι του ν’ απλώνονται σ’ ανατολή και δύση
Ναν’ ω ω ω ω ω ω …
Ναν’ ω ω ω ω ω ω…

Δεν οφείλονται προφανώς σε μονομερή ποιητική έμπνευση, ούτε στο περιεχόμενο, ούτε στην πλοκή. Οι νεαρές μητέρες, κοίμιζαν τα μωρά τους με αυτοσχέδια δίστιχα, της στιγμής, στα οποία εκφράζονται η μητρική στοργή, η αγάπη, τα όνειρα, οι φιλοδοξίες, αλλά και οι καημοί, ακόμη και η επιθετικότητα για τα παιδιά τους. Σιγά σιγά τα αυτοτελή αυτά στιχουργήματα ξεχωρίζονταν και τα καλύτερα αποστηθίζονταν από τις μητέρες που τα συμπλήρωναν και τα διαμόρφωναν με τη δική τους φαντασία, ώστε με τον καιρό να πλαστούν ολιγόστιχα ή και πολύστιχα νανουρίσματα με κάποιον ειρμό και πλοκή. Έτσι από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά επικράτησαν σαν αυτοτελή βρεφικά τραγούδια.

Το νανούρισμα είναι πανάρχαιο και παγκόσμιο. Αναφορές για τα νανουρίσματα υπάρχουν από την αρχαιότητα. Οι αρχαίοι έλληνες τα ονομάζουν βαυκαλήματα ή καταβαυκαλήσεις. Στον Θεόκριτο αναγράφεται στο 24ο ειδύλλιο, που τιτλοφορείται «Ηρακλίσκος» (στ. 7- 10), το νανούρισμα της Αλκμήνης για να κοιμίσει τα δίδυμα της μέσα στην ασπίδα:

 

Γλυκά αποκοιμηθείτε και κλείστε τα
ματάκια σας ευτυχισμένα αδέρφια,
να ’στε γερά και ο ύπνος σας να ’ναι πάντα αλαφρός και το ξημέρωμά σας.

 

Επίσης, τα συναντούμε στους Νόμους του Πλάτωνα, όπου γίνεται αναφορά στην ευεργετική για τα βρέφη δράση του λικνίσματος, καθώς και στον Προμηθέα του Αισχύλου, ως «αχοί υπνοδότες». Η αναφορά της Βενετίας και της Πόλης, ως τόπο προμήθειας της προίκας, τοποθετεί χρονολογικά τη σύνθεση του επόμενου νανουρίσματος πριν τον 16ο αιώνα, στην Φραγκοκρατία και τα βυζαντινά χρόνια αντίστοιχα:

 

Κοιμήσου που σου ράφτουνε στην Πόλη τα προικιά σου,
Στη Βενεθιά τα ρούχα σου και τα παπλώματά σου.

 

Οι βιοποριστικές ασχολίες της καθημερινής ζωής έδιναν λίγες δυνατότητες στη μητέρα να χαϊδολογήσει και να κανακέψει τα παιδιά της – πολλές δουλειές, πολλά παιδιά. Με τα νανουρίσματα βρίσκει την ευκαιρία να τους πει όλα όσα δεν τους λέει στη διάρκεια της μέρας: πως τα αγαπάει, τα καμαρώνει και πασχίζει γι’ αυτά. Εκφράζει τη λαχτάρα της για το τωρινό μεγάλωμα και την μελλοντική ευτυχία του μωρού της, πιστεύοντας πως το νήπιο δέχεται τη μαγική δύναμη των λόγων της, οραματιζόμενη ότι θα εκπληρωθούν οι ευχές της. Μέσα από τα όνειρα, τις προσδοκίες και τις ελπίδες της βλέπει ήδη το παιδί της υγιές, μεγάλο, με αξιώματα, πλούτη, επιτυχημένο γάμο. Εξομολογείται τους φόβους, τις ανάγκες και τα μυστικά της.

Η μακρόσυρτη μουσική τους, η γλυκιά μελωδία τους, ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος με τα δύο ημιστίχια, οι απλές και τρυφερές λέξεις και ήχοι που αποσκοπούν να κοιμίσουν το παιδί –ωωω-ωωω, νάνι-νάνι, ναν’ ωωω, ναν’ ωωω κ.ά.– και επαναλαμβάνονται στο τέλος κάθε στίχου, δίστιχου ή τετράστιχου, ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής, είναι πράγματι θαυμάσιοι υπνοδότες. Η φωνή της μητέρας, όταν απευθύνεται στα βρέφη, έχει πιο υψηλό τόνο, μεγαλύτερο εύρος, ο ρυθμός είναι πιο αργός και η άρθρωση δεν είναι τόσο καθαρή. Στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, η λειτουργία των νανουρισμάτων εξυπηρετείται περισσότερο μέσα από το νόημα των λέξεων.

Τα νανουρίσματα, λοιπόν, ξεκινούν από την επίκληση του ύπνου να έρθει να πάρει το παιδί, όμως η μάνα φροντίζει να υπενθυμίσει στον ύπνο πως το παιδί είναι δικό της και μόνο προσωρινά θα το πάρει εκείνος και μόνο για να του δώσει την ξεκούραση – τη δύναμη που χρειάζεται για να κερδίσει όλα αυτά που η μάνα ονειρεύεται για το παιδί της και τα τραγουδάει σαν υπόσχεση και σαν παραμύθι.

Όμως, αυτός ο ύπνος, ο τόσο ευεργετικός, είναι μαζί και τρομακτικός: το παιδί, μπαίνοντας στον ύπνο, είναι πια αλλού. Κάποτε λοιπόν τα νανουρίσματα τραγουδιούνται σαν μοιρολόγια. Σε μερικές περιοχές του Πόντου, μάλιστα, δεν υπάρχουν καθόλου νανουρίσματα – τα παιδιά νανουρίζονται με μοιρολόγια.

Κατά την διαδικασία του ύπνου, το βρέφος χάνει τον έλεγχο της εξωτερικής πραγματικότητας –που είναι αντικειμενική, την μοιράζεται και είναι σταθερή– κι εισέρχεται μόνο του στον κόσμο της εσωτερικής πραγματικότητας, όπου άλογες φαντασίες λαμβάνουν χώρα και γι’ αυτό συχνά πασχίζει να κρατηθεί στην εξωτερική πραγματικότητα. Ο τρόπος που το παιδί αντιμετωπίζει αυτόν τον αποχωρισμό από τη μητέρα, τα πρώτα χρόνια της ζωής του, σχετίζεται με τον τρόπο που βίωσε την πρωταρχική σχέση με την μητέρα. Έτσι, κατά τον αποχωρισμό από την μητέρα στη διάρκεια του ύπνου, αναζητά την επανένωση με αυτήν. Αυτό γίνεται συμβολοποιώντας την προστατευτική επανένωση μέσα από ένα αντικείμενο ή φαινόμενο κι είναι η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας σχέσης με τον έξω κόσμο, που αντιλαμβάνεται ως ξεχωριστό από τον εαυτό. Το μεταβατικό αντικείμενο και φαινόμενο, όπως αναφέρει κι ο Winnicott το 1953, «καλύπτει την ενδιάμεση περιοχή της εμπειρίας, ανάμεσα στον αντίχειρα και το αρκουδάκι, ανάμεσα στον στοματικό ερωτισμό και την πραγματική σχέση με το αντικείμενο, ανάμεσα στην πρωταρχική δημιουργικότητα και την προβολή εκείνου που έχει κιόλας ενδοβληθεί, ανάμεσα στην αρχική άγνοια του αισθήματος της υποχρέωσης και την παραδοχή της υποχρέωσης (π.χ. «πες άτα»). Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιοριστικά περιβάλλοντα, όπως σε ορφανοτροφεία, όπου δεν υπάρχει η σχέση με την τροφό για την δημιουργία των μεταβατικών αντικειμένων, παρατηρείται από το προσωπικό των ιδρυμάτων η απουσία τέτοιων αντικειμένων. Η απουσία σχέσης εμπιστοσύνης καθιστά τη συναισθηματική επένδυση σε ένα αντικείμενο ανέφικτη.

Το μεταβατικό αντικείμενο είναι «η πρώτη μη-εγώ ιδιοκτησία» και «μη τμήμα του βρεφικού σώματος, αν κι όχι πλήρως αναγνωρισμένο ότι ανήκει στην εξωτερική πραγματικότητα». Εκτός όμως από τα μεταβατικά αντικείμενα, όπως η κουβερτούλα, τα αρκουδάκια, ο Winnicott συμπεριέλαβε στα μεταβατικά φαινόμενα και ήχους όπως τα φωνητικά παιχνιδίσματα (μπαμπαλίσματα), νανουρίσματα, τραγουδάκια –το λίκνισμα του μωρού στην κούνια και οι ρυθμικές κινήσεις– όλα τα τελετουργικά κι έθιμα κατά την διαδικασία της προετοιμασίας για ύπνο. Αυτά διαφέρουν από τα κανονικά μεταβατικά αντικείμενα από την πρωιμότερη έναρξή τους (πρώτους μήνες ζωής), ευρύτερο ρεπερτόριο, παγκόσμια παρουσία, μη υλική υπόσταση, κι εμπλέκονται σε πρωιμότερα στάδια διαφοροποίησης του εγώ. Είναι η γέφυρα ανάμεσα στο εγώ και μη-εγώ, το βρέφος και την εξωτερική πραγματικότητα. Είναι οι πιο πρωτόγονες μορφές μεταβατικών φαινομένων. Το λίκνισμα του μωρού στην αγκαλιά της μάνας ή στην κούνια βοηθά το μωρό να έχει επαφή με την μητέρα κι έτσι η εξωτερική πραγματικότητα να είναι λιγότερο παράξενη, ενώ ταυτόχρονα καταφέρνει να διατηρήσει την αρχέγονη χροιά των προδρόμων προ-αντικειμένων, ακόμη-εγώ, που δεν αποτελεί γέφυρα ανάμεσα στο εγώ και μη-εγώ.

Τα φωνητικά παιχνιδίσματα (μπαμπαλίσματα) του βρέφους ή ο τρόπος που ένα παιδί λέει τραγουδάκια ή σκοπούς ή νανουρίσματα ενώ ετοιμάζεται για ύπνο καλύπτουν τον ενδιάμεσο χώρο. Αυτός ο μεταβατικός τόνος είναι ένας οικείος τόνος, που συχνά γεμίζει την ατμόσφαιρα ανάμεσα στον γονιό και το παιδί. Κι ενώ στην αρχή παράγεται από την μητέρα και το βρέφος δεν μπορεί να διακρίνει αν είναι δικό του κομμάτι, όπως κι η ίδια η μητέρα του, κι είναι ανακουφιστικό, αφού αναβιώνει την καθησυχαστική συγχώνευση (με την μητέρα) που έχασε, έτσι κι αργότερα –όταν μπορεί και το αναπαράγει μόνο του– το βοηθάει να ηρεμήσει και να είναι πλέον αυτό που ελέγχει την σχέση του με την εξωτερική πραγματικότητα καθώς ρυθμίζει τον αποχωρισμό. Περνάει έτσι από την απόλυτη στην σχετική εξάρτηση. Είναι όμως και τα πρώτα ψήγματα δημιουργικότητας κι ένας πολύ πρώιμος παράγοντας που οδηγεί προς την μουσική ανάπτυξη.

Στο νανούρισμα καθησυχαστικά δρα ο ρυθμός, οι ρίμες, αλλά και οι στίχοι. Ο ρυθμός φυσικά είναι πιο αρχέγονος, είναι το φυσικό ηρεμιστικό των παιδιών μέσω επαναλαμβανόμενων ήχων και κινήσεων. Αυτό επιτυγχάνεται με την αναβίωση της παρουσίας της μητέρας, μέσω ήχων και ρυθμών που είναι μέρος της παρουσίας της, και μας γυρνούν πίσω στην ενδομήτρια ζωή. Έτσι, παρατηρείται αρκετές φορές η μητέρα να προσαρμόζει τον ρυθμό, ώστε όταν το μωρό ηρεμεί και σταματά το κλάμα, να γίνεται πιο αργός, ενώ όταν το παιδί αρχίζει το κλαψούρισμα, η μητέρα υψώνει την φωνή και τον ρυθμό και σταματά μόνο όταν το παιδί κοιμάται οριστικά. Αυτό αποτελεί ένα καλό παράδειγμα του τι εννοούσε ο Winnicott όταν μιλούσε για μια «αρκετά καλή μητέρα», που να μπορεί να προσαρμόζεται ενεργητικά στις ανάγκες του παιδιού.

Από την άλλη, οι ρίμες ενώνουν δύο ήχους, δύο διαφορετικά στοιχεία κι έτσι αναβιώνεται ο αποχωρισμός και η επανασύνδεση, που είναι βασικό στοιχείο των μεταβατικών αντικειμένων και φαινομένων. Αυτόν τον καθησυχασμό που προκύπτει αναζητά το μωρό καθώς αποκοιμίζεται με το νανούρισμα της μητέρας – γεμίζει το κενό που δημιουργήθηκε από τον αποχωρισμό, το να είναι-ένα γίνεται να είναι-δύο_ ένα ζευγάρι αγκυροβολημένο στη φωνητική ενότητα.

Επίσης, οι στίχοι, πέρα από το σύνηθες τρυφερό περιεχόμενο που μπορεί να περιέχουν, εκφράζουν κι εχθρικά λόγια προς το παιδί. Υπάρχουν αρκετά νανουρίσματα με απειλητικά λόγια, που βοηθούν την ενοχλημένη μητέρα να εκφράσει την απογοήτευση και τον θυμό της και να τα απενοχοποιήσει, ενώ οι απαλυντικοί ρυθμοί και ήχοι, όπως και το προσεχτικό κράτημα που συνήθως συνοδεύει το τραγούδι ή την απαγγελία, καθησυχάζουν το βρέφος και την ίδια την μητέρα ότι δεν θα εκδηλώσει την επιθετικότητά της. Η ευόδωση του ρόλου της «αρκετά καλής μητέρας» βοηθά την ίδια και το μωρό να ησυχάσουν ως προς τον επικείμενο αποχωρισμό. Είναι χαρακτηριστικό το νανούρισμα που έγραψε ο ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και ποιητής Μάριος Μαρκίδης:

 

Έλα ύπνε που παίρνεις τα παιδιά και
πάρε το
έλα γριά με τα φριχτά δόντια και πάρε το
έλα Τζων Σίλβερ
έλα άσπλαχνε Ιαβέρη
έλα Φου Μαντσού, Εμπενέζερ Σκρουτζ, σερίφη του Νόττινγχαμ
λυσσασμένοι λύκοι, στρίγκλες, τέρατα
ελάτε γαμώτο και πάρτε το

και μην το αφήνετε μέχρι το πρωί.

 

Επιπλέον, σε κάποια σκωπτικά νανουρίσματα όπου νανουρίζει ο πατέρας, οι στίχοι βοηθούν τον ίδιο να καθησυχάσει τους φόβους του για την έλλειψη ερωτικής επιθυμίας από την πλευρά της γυναίκας του, όπως και την ζήλεια του για την ερωτική σχέση της μάνας με το παιδί. Από την άλλη, σ’ αυτό το νανούρισμα, η μάνα προειδοποιεί τον κρυφό εραστή της για την παρουσία του άνδρα της, απευθύνοντας έμμεσα ένα ερωτικό κάλεσμα προς τον εραστή και συνάμα προς το παιδί που κρατάει στην αγκαλιά της.

 

Ποιος μου χτυπάει το μάνταλο, το νάνι μου, το νάνι,
και ποιος την κρικέλα, το νάνι το νανάκι.
Ειν’ ο πατέρας του εδώ, το νάνι μου το νάνι,
ταχιά το βράδυ έλα, το νάνι το νανάκι.
Θα σου ’χω πίτα και ψωμί, το νάνι μου το νάνι
θα σου ’χω αυγά ψημένα, το νάνι το νανάκι.
Θα σου ’χω και γλυκό κρασί, το νάνι μου το νάνι,
να πιεις και να μεθύσεις, το νάνι το νανάκι.

 

Όταν το παιδί μπορεί να διαχωρίσει μεταξύ αντίληψης και κατανόησης και όταν αποεπενδύσει αυτό το μεταβατικό φαινόμενο, τότε το νανούρισμα παύει να είναι ένας απαραίτητος σύντροφος για να αποκοιμηθεί και γίνεται ένα ευχάριστο τραγούδι. Δεν «πηγαίνει μέσα» και δεν απωθείται. Δεν λησμονιέται και δεν θρηνείται. Απλώνεται πάνω απ’ όλη την ενδιάμεση περιοχή μεταξύ της «εσωτερικής ψυχικής πραγματικότητας» και «του εξωτερικού κόσμου, όπως τον αντιλαμβάνονται από κοινού δύο πρόσωπα» – δηλαδή πάνω απ’ όλα το πολιτιστικό πεδίο. Ακόμη και σαν ενήλικες δεν μπορούμε να ξεχάσουμε αυτές τις μαγικές ρίμες με τις κοντινές τους παρηχήσεις, ούτε μπορούμε να ξεχάσουμε το θαύμα των ριμών που συνεχώς επιβεβαιώνουν την ικανότητά μας να δημιουργούμε ζεύγη, που το μοναδικό τους συστατικό είναι συνενωμένο και διαχωρισμένο ταυτόχρονα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον πίνακα του Correggio, La Madonna del latte (1523), το ένα χέρι του μωρού Ιησού κρατά το στήθος της Παρθένου Μαρίας, ενώ το άλλο έναν καρπό που του προσφέρει ο άγγελος. Αυτό αποτελεί μια εξαιρετική εικονογράφηση αυτής της «παράδοξης» στιγμής στην ανάπτυξη, όταν το μωρό απ’ τη μια πλευρά επιθυμεί να είναι μαζί σαν ένα-με-τη-μητέρα και την ίδια στιγμή επιζητά τον αποχωρισμό.

Με τα νανουρίσματα δεν εκφράζουμε απλά συναισθήματα – δημιουργούμε μια νέα εμπειρία που δεν υπήρχε πριν από την χρήση των λέξεων. Εισβάλλουμε στο ανείπωτο. Όπως και η ποίηση, «κοιτάζει» ψυχικά τόσο εσωτερικά όσο κι εξωτερικά και οδηγεί σε μια μεταφορά όπου η ταυτότητα κι η διαφορετικότητα μπορούν να συμβολοποιηθούν μέσα από αντικείμενα. Ο τρόπος με τον οποίο κοιμίζουμε το παιδί στην βρεφική ηλικία επηρεάζει την ικανότητά του να παίξει φανταστικά και να συσχετιστεί με άλλους, σε ένα γνωστικό επίπεδο επηρεάζει τη μελλοντική του ικανότητα για συμβολοποίηση και αφαιρετική σκέψη και σε ένα συναισθηματικό επίπεδο την ικανότητά του να εμπιστεύεται τους άλλους .

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Αποστολάκης Σ. Ριζίτικα, τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης. Αθήνα, Εκδόσεις Γνώση, 1993.
  2. Αραβαντίνου Π. Δημοτικά τραγούδια της Ηπείρου. Εκδόσεις Δωδώνη.
  3. Bergeson Tonya Rochelle. Mothers’ Singing to Infants and Preschool Children. Master of Arts 1997. Graduate Department of Psychology. University of Toronto. Infant Behavior and Development 1999, 22, 1, 51-64.
  4. Diaz De Chumaceiro CL. Lullabies are transferential transitional songs, further considerations on resistance in music therapy The Arts in psychotherapy 1995, 22, 4, 353-357.
  5. Gaddini Renata De Benedetti. Lullabies and rhymes in the emotional life of children and no longer children. The Journal of the Squiggle Foundation 1996, 11, 28-41. Karnac books.
  6. Hong KM. The Transitional Phenomena- A theoretical Integration Psychoanal. Study Child, 1978, 33, 47-79.
  7. Κουλεντιανού Μ. Νανουρίσματα, ταχταρίσματα, παινέματα, πρωτοβαδίσματα, χελιδονίσματα, ξορκίσματα, γιατροσόφια, καλλικάντζαροι, νεράιδες, παιχνίδια, κάλαντα, γλωσσοδέτεςαινίγματα, σπαζοκεφαλιές. Εκδόσεις Θυμάρι, 1994.
  8. Λυκιαρδόπουλος Γ. Αφιέρωμα στον Μάριο Μαρκίδη. Περιοδικό Σημειώσεις, Τεύχος 58, Ιανουάριος 2004.
  9. Νημάς Θ. Δημοτικά τραγούδια της Θεσσαλίας: ακριτικά– παραλογέςιστορικάκλέφτικα. Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1983.
  10. Ogden TH. An elegy, a love song and a lullaby. Psychoanalytic Dialogues 2001, 11, 293-311.
  11. Παυλάκης Γ. (επιμ.). Μαντινάδες: Κρητική δημοτική ποίηση. Αθήνα, Βιβλιοεκδοτική ΑΕ, Μ.Γ. Αναστασάκης 1994.
  12. Πολίτου Ν. Παραδόσεις, Εκδοτικός Οργανισμός Εργάνη, Αθήνα 1965.
  13. Rollin L, MI. West. Psychoanalytic responses to children’s literature– Mc. Farland & Company 1999.
  14. Joseph HS, Kerrigan W. Opening Texts: Psychoanalysis and the Culture of the Child (Psychiatry and the Humanities).
  15. Winnicott, DW. Το παιδί , το παιχνίδι και η πραγματικότητα Καστανιώτη- 1989, 24-40.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.