Λίτσα Γ. Χαλκούση
Επιστημονική Διευθύντρια στο
Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών, Αθήνα
σύναψις 06 [2007 – τόμος 03]
Τον Μάιο του 1999, ψηφίσθηκε στη Βουλή ο νόμος «Για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών ψυχικής υγείας». Ο νόμος αυτός θεωρήθηκε από όλες τις πλευρές ως ένα κατ’ αρχήν θετικό βήμα, στον βαθμό που προσφέρει ένα απαραίτητο νομικό πλαίσιο για την οργάνωση ενός εξωνοσοκομειακού δικτύου υπηρεσιών ψυχιατρικής περίθαλψης, καθιερώνοντας την τομεοποίηση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε όλη την επικράτεια.
Δεδομένου όμως ότι η γενική θεωρητική σύλληψη του νόμου στηρίζεται κυρίως στο γαλλικό μοντέλο της τομεοποίησης, θα ήταν, πιστεύω, χρήσιμο να αναφερθούμε σύντομα σε ορισμένα στοιχεία της γαλλικής εμπειρίας για να επιχειρήσουμε μια συγκριτική προσέγγιση που μπορεί να αναδείξει τις αδυναμίες και τους κινδύνους που ελλοχεύουν κατά την μεταφορά κάθε μοντέλου από την θεωρία στην πρακτική εφαρμογή.
Στη Γαλλία λοιπόν, η πολιτική του τομέα «παρουσιάζεται ήδη από το 1945 ως μία πρωτότυπη απάντηση στην ψυχική ασθένεια αντικαθιστώντας την έννοια της νοσοκομειακής κλίνης – ως μοναδικής ιδρυματικής απαντήσεως στην ψυχική ασθένεια – με την έννοια μιας «θέσης» μέσα σε μία ενδο- ή έξω-νοσοκομειακή δομή» που θα επέτρεπε, επιπλέον, να διασφαλισθεί «η ενότητα και το αδιαχώριστο της πρόληψης, της θεραπείας και της μετά-θεραπευτικής παρακολούθησης».
Τα επόμενα 15 χρόνια, ακολούθησε πληθώρα θεωρητικών αναζητήσεων σχετικά με το θέμα1 μέχρις ότου η υπουργική εγκύκλιος της 15ης Μαρτίου 1960, η οποία ψηφίσθηκε στο Κοινοβούλιο, θεσμοθετεί την πολιτική του τομέα στο χώρο της ψυχικής υγείας. Το μέγεθος του τομέα ορίζεται σε 70.000 κατοίκους (περίπου 850 τομείς στη Γαλλία) και δημιουργείται ένας τομέας παιδοψυχιατρικής για κάθε 2-3 τομείς ψυχιατρικής ενηλίκων.2

Στην Ελλάδα, αν επιχειρήσει κανείς να περιγράψει την πορεία της λεγόμενης ψυ-χιατρικής μεταρρύθμισης κατά τα τελευταία χρόνια, δηλαδή από την εφαρμογή του Κανονισμού 815/84, θα πρέπει να σταθεί σε δύο σημεία:
Οι νέες υπηρεσίες που δημιουργήθηκαν, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, (κυρίως επαγγελματικά εργαστήρια και στεγαστικές δομές) λειτούργησαν μεμονωμένα και όχι στο πλαίσιο ενός συνεκτικού σχεδιασμού, υπό το κράτος ενός συνεχούς άγχους για την επιβίωσή τους, μέσα σε μία ζοφερή πραγματικότητα ασυνέχειας των χρηματοδοτήσεων που είχε ως αποτέλεσμα σε πολλές περιπτώσεις την θεσμική, οικονομική και διοικητική αποδιοργάνωση πολλών θεραπευτικών ομάδων.
Μέσα στο κλίμα αυτό, ελάχιστες δυνατότητες υπήρξαν για να αναπτυχθούν προβληματισμοί σχετικά με τις θεραπευτικές πρακτικές και την κλινική σκέψη. Δεν θα ήταν υπερβολή, πιστεύω, να μιλήσει κανείς για έναν προσανατολισμό της ψυχιατρικής προς μία διαχειριστική – οικονομική αντίληψη που υπονομεύει σοβαρά την ίδια την ουσία της.
Διαπιστώνουμε ταυτόχρονα ότι η εικόνα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, και κατ’ επέκταση της ίδιας της ψυχιατρικής, ταυτίζεται με την εικόνα του χρόνιου, ασυλοποιημένου ασθενούς. Η προτεραιότητα δίδεται σε στεγαστικές δομές, σε ξενώνες και οικοτροφεία, δηλαδή ταυτίζεται ο χώρος θεραπείας με τον χώρο ζωής, σε καλύτερες ίσως συνθήκες από το εσωτερικό του ψυχιατρικού νοσοκομείου, αλλά χωρίς να ανατρέπεται αυτή η βασική συνθήκη που αποτελεί και την ουσία του διαχωρισμού και της απομόνωσης των ψυχιατρικών ασθενών από την υπόλοιπη κοινωνία.
Φαίνεται σα να μην υπεισέρχεται ιδιαίτερα στους προβληματισμούς των παραγόντων, που έχουν χαράξει τις κατευθύνσεις της επίσημης πολιτικής για την ψυχική υγεία στη χώρα μας, η περίπτωση ψυχιατρικών ασθενών οι οποίοι μπορούν να έχουν ψυχιατρική φροντίδα στους χώρους όπου ζουν, χωρίς να χρειασθεί ποτέ να νοσηλευθούν ή ακόμη και εάν αυτό κάποια στιγμή είναι απαραίτητο να γίνει για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Ενώ δηλαδή απουσιάζει ή έρχεται σε δεύτερη μοίρα η σύγχρονη θεραπευτική αντίληψη της παρακολούθησης ή της μερικής νοσηλείας, φαίνεται να επικρατεί η έννοια της χρονιότητας και του αθεράπευτου των ψυχικών παθήσεων. Εδώ ακριβώς συναντώνται τα κοινωνικά στερεότυπα σχετικά με την ψυχιατρική, στοιχεία από τη θεωρία της αλλά και αντιλήψεις πολλών λειτουργών της. Αυτή όμως η απήχηση της έννοιας χρονιότητα δικαιολογεί μια προσπάθεια προσεγγίσεώς της από άποψη ιστορική και επιστημολογική, πράγμα που αποκαλύπτει όλη της την πολυπλοκότητα.
Μια σύντομη λοιπόν ιστορική αναδρομή μπορεί να καταδείξει ότι η εισαγωγή της έννοιας αυτής στην ψυχιατρική ορολογία έχει γίνει σχετικά πρόσφατα (τέλη του 19ου αιώνα) και συνδέεται με ένα σύνολο παραγόντων διαφορετικής τάξεως που θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε.
Στις απαρχές της ψυχιατρικής, στο έργο του Pinel για παράδειγμα, ο προσδιορισμός «χρόνιος» απουσιάζει από τους όρους που αποτελούν τη βάση της νοσογραφίας του: μανία, μελαγχολία, άνοια και ιδιωτεία. Μια πάθηση μπορεί, κατά την άποψή του, να παρουσιάζει περιοδικές ή συνεχιζόμενες μορφές, αλλά και στην δεύτερη περίπτωση δεν αναφέρεται σε χρονιότητα. Περιγράφει δηλαδή μία νοσολογική οντότητα ως παρούσα κατάσταση και όχι ως μελλοντική εξέλιξη που μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων· τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο. Είναι εξάλλου εκπληκτικό το γεγονός ότι, παρά την έλλειψη αποτελεσματικών, σύμφωνα με τα σημερινά κριτήρια, θεραπευτικών μέσων, αναφέρεται πολύ συχνά στην θεραπεία των ασθενών του.3
Τις ίδιες παρατηρήσεις μπορούμε να κάνουμε και για τους συγγραφείς της επόμενης γενιάς, π.χ. τον Esquirol. Χρησιμοποιεί πολύ λίγο τον όρο «χρόνιος», ενώ οι κύριοι προσδιορισμοί της νοσογραφίας του τον αγνοούν: λυπομανία, μονομανία, μανία, άνοια, ιδιωτεία. Επιμένει όπως και ο Pinel στην συχνότητα των ιάσεων, ιδιαίτερα στην συνέχεια μιας «κρίσεως», την οποία ο ίδιος θεωρεί ως «κρίση» της αρρώστιας. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι άλλοι συγγραφείς αυτής της περιόδου: παραδέχονται ότι η ψυχική ασθένεια μπορεί να αντιμετωπισθεί μέσα σε ειδικά ιδρύματα, εμφανίζονται αρκετά αισιόδοξοι ως προς την θεραπεία και ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της ασθένειας χωρίς να κάνουν σαφή διαχωρισμό των οξέων από τα χρόνια περιστατικά, ενώ δέχονται ότι ένα σύνδρομο μπορεί να ακολουθηθεί από ένα άλλο στον ίδιο ασθενή.4
Το βάρος της χρονιότητος εμφανίζεται τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στις θεωρητικές αντιλήψεις της ψυχιατρικής κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, παράλληλα με την επεξεργασία της έννοιας του χρονίου παραληρήματος και τη δημιουργία της θεωρίας του εκφυλισμού. Ο όρος του «χρονίου παραληρήματος με προοδευτική εξέλιξη» (délire chronique à evolution progressive) που διαμορφώθηκε στην συνέχεια ως «χρόνιο παραλήρημα με συστηματική εξέλιξη» (délire chronique à évolution systématique) σηματοδοτεί την εισαγωγή του επιθέτου χρόνιος στη νοσογραφία των ψυχικών παθήσεων. Η αποδοχή του παίρνει οριστική μορφή με τον Magnan περί το τέλος του 19ου αιώνα: η ιδιομορφία του χρόνιου παραληρήματος με συστηματική εξέλιξη συνίσταται στο ότι συνδέεται αδιάσπαστα με μία μη αναστρέψιμη χρονιότητα. Ο ασθενής περνά διαδοχικά από μία πρώτη φάση «ανησυχίας» σε μία διωκτική φάση, στη συνέχεια σε μία τρίτη με ιδέες μεγαλείου, και τέλος, κατά τον Magnan, σε μία τελευταία φάση διανοητικής εξασθενήσεως.5
Πρόκειται για την εικόνα της χρονιότητος αυτή καθ’ αυτή· επιπλέον, η εξέλιξη μπορεί να προβλεφθεί ήδη από την πρώτη φάση· η διάγνωση συνεπάγεται την πρόβλεψη του μέλλοντος. Ενώ δηλαδή η περιγραφή του παραληρήματος από τον Esquirol δεν επέτρεπε καμία προγνωστική πρόβλεψη, τώρα ο ψυχίατρος μπορεί να προβλέψει ότι ο ασθενής που είναι «ανήσυχος», θα γίνει μεγαλομανής και στη συνέχεια ανοϊκός· η διάγνωση επιτρέπει την γνώση του μέλλοντος, ενός μέλλοντος με χρόνιο χαρακτήρα και ανοϊκή κατάληξη. Αν παραδεχθούμε λοιπόν ότι η γενιά του Esquirol παρατηρούσε τους αρρώστους το ίδιο καλά με τη γενιά του Magnan και ότι η θεωρητικοποίηση των μεν ήταν το ίδιο ακριβής και αντικειμενική με των δε, είμαστε αναγκασμένοι να θέσουμε το ερώτημα: τι άλλαξε εν τω μεταξύ; Εδώ μπορεί να διατυπωθεί η υπόθεση (όπως προτείνει ο Lanteri-Laura) ότι αυτό που άλλαξε είναι οι συνθήκες παρατηρήσεως μέσα σε έναν τύπο ιδρυμάτων που είχαν αρχικά δημιουργηθεί μέσα σε μία θεραπευτική προοπτική, αλλά στη συνέχεια δεν ακολούθησαν αυτή την κατεύθυνση.
Πράγματι, για τον Pinel και τον Esquirol είναι απαραίτητη η απομόνωση των ασθενών μέσα σε εξειδικευμένα ιδρύματα (άσυλα) με στόχο όχι τον διαχωρισμό τους από την κοινωνία, αλλά την θεραπεία και την επιστροφή στην κανονική ζωή. Αυτό προκύπτει από ένα σύνολο προϋποθέσεων που είχε θέσει ο Esquirol για την εισαγωγή στο άσυλο (στο έργο του Des Maladies Mentales, Paris, 1838) μεταξύ των οποίων προβλέπεται ότι ο αριθμός των ασθενών δεν θα υπερβαίνει τους 200, ότι θα είναι «θεραπεύσιμοι» και ότι ο μέγιστος χρόνος νοσηλείας θα είναι 2 χρόνια.
Η ανατροπή όλων αυτών των προϋποθέσεων είναι πλήρης ήδη από το 1850, όπως φαίνεται στο έργο του Parchappe Des principes à suivre dans la foundation et la construction des asiles d’ aliénés (1851) [«Προϋποθέσεις για την ίδρυση και κατασκευή ασύλων για φρενοβλαβείς»].6
Είκοσι χρόνια αργότερα, το άσυλο είναι οργανωμένο κατά τρόπο ώστε να κυβερνάται ένας πληθυσμός χρονίων ασθενών. Ο αριθμός τους φτάνει πια τους 1.200, οι θεραπευτικές φιλοδοξίες έχουν αντικατασταθεί από οικονομικούς υπολογισμούς, όπως φαίνεται στην αναφορά των Constans, Lunier και Dumesnil του 1874. Κάθε γιατρός αντιστοιχεί πλέον σε 500 ασθενείς, εφόσον μόνο το 10-12% είναι σε θεραπεία, ενώ οι υπόλοιποι είναι χρόνιοι και το μόνο που χρειάζονται είναι η οργάνωση της καθημερινής ζωής.7
Αυτά τα ιδρύματα χαρακτηρίζονται από έναν βασικά αναχρονιστικό χαρακτήρα. Στηρίζονται στην εκμετάλλευση γαιών με ένα ελάχιστα ειδικευμένο εργατικό δυναμικό που προέρχεται από τους ασθενείς του ιδρύματος, ενώ η αστικοποίηση προχωρεί με γοργούς ρυθμούς, η οικονομία γίνεται βιομηχανική, η παραγωγικότητα αυξάνει, η εξειδίκευση της εργασίας είναι απαραίτητη. Στην ουσία αποτελούν χώρους ζωής για τους ασθενείς, οι οποίοι κι αν ακόμη βελτιωθούν, είναι αδύνατον να επανενταχθούν σε έναν κόσμο που εξελίσσεται, γίνεται απαιτητικός και χάνει κάθε ανεκτικότητα. Από την άλλη πλευρά τα ιδρύματα αυτά δεν μπορούν να διατηρηθούν – από καθαρά οικονομική και διοικητική άποψη – αν οι ασθενείς δεν μένουν έγκλειστοι για μακρό χρονικό διάστημα, για λόγους που εξηγούνται λεπτομερώς στα κείμενα που προαναφέραμε.
Την ίδια στιγμή, η θεωρητική γνώση έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η χρονιότητα αποτελεί ένα φυσικό δεδομένο των ψυχικών παθήσεων. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι τα ιδρύματα αυτά, από την στιγμή που απομακρύνονται οριστικά από τον αρχικό τους θεραπευτικό προσανατολισμό, δεν ασχολούνται πια με την πάθηση, αλλά με την οργάνωση ολόκληρης της ζωής του ασθενούς, μέσα σε ένα σύστημα άκαμπτο, ιεραρχικό, ακίνητο, όπου το άτομο είναι καταδικασμένο στην φυτική ομοιοστασία και τον ψυχικό θάνατο. Πράγματι, η τελική άνοια, μοιραία κατάληξη αυτής της αθεράπευτης χρονιότητας, μπορεί σήμερα να εξετασθεί υπό το φως των νεωτέρων γνώσεων επί της ψυχολογίας του εγώ. Όπως αναφέρει ο P.C. Racamier, ορισμένοι τρόποι για να παρεμποδιστεί η λειτουργία του εγώ είναι οι εξής:
Αυτές οι «αντι-εγωϊκές» μέθοδοι έχουν τεκμηριωθεί από την άμεση παρατήρηση, τον πειραματισμό, την μελέτη των επιπτώσεων που έχει η στέρηση αισθητικο-αισθητηριακών ερεθισμάτων.
Ο μόνος τόπος όμως, όπου κατά τον Racamier, μπορεί κανείς να συναντήσει το σύνολο αυτών των μεθόδων, είναι ορισμένοι ψυχιατρικοί χώροι όπου όλες υλοποιούνται ταυτόχρονα.8
Παρατηρούμε λοιπόν, ότι η χρονιότητα, έννοια που εισήχθη στην ψυχιατρική νοσογραφία μέσα σε ένα καθορισμένο ιστορικό πλαίσιο, κατέληξε, με συνεχή ολισθήματα εννοιών, να θεωρείται ένα φυσικό δεδομένο των ψυχικών παθήσεων, που παραπέμπει σε μία κατάσταση ακίνητη, παγιωμένη και χωρίς κανένα μέλλον.
Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα του πως μπορεί μια έννοια που γεννήθηκε μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και οργανωτικά σχήματα, που ισχυροποιήθηκε με τη μηχανιστική μεταφορά της αρχής της αιτιοκρατίας που κυριαρχούσε τότε στις φυσικές επιστήμες, να καταλήξει να πάρει στην συνέχεια την μορφή μιας κυρίαρχης ιδεολογικής θέσης, η οποία επηρεάζει αποφασιστικά μέχρι σήμερα τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την ψυχική ασθένεια.
Η αναδρομή στην ιστορία προσφέρει συχνά πολύτιμα εργαλεία για την κατανόηση των σημερινών προβλημάτων. Θεωρούμε λοιπόν ότι αν δεν συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις που αφορούν το έμψυχο υλικό των δομών για ψυχωσικούς ασθενείς, τους εργαζομένους σε αυτές, είναι πολύ εύκολο – και το έχουμε δει να συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις – να αναπαραχθούν φαινόμενα χρονιότητας και παθολογικής ισορροπίας, που δεν αποτελούν δυστυχώς, μονοπώλιο των ψυχιατρικών νοσοκομείων.
Η ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να ταυτίζεται σήμερα μόνο με την μεταστέγαση ασθενών με βαριές παθολογίες από νοσοκομειακά ιδρύματα σε στεγαστικές δομές στην κοινότητα: ξενώνες δηλαδή και οικοτροφεία. Οφείλει κυρίως να συμπεριλάβει νέους ασθενείς, οι οποίοι νοσούν για πρώτη φορά και μπορούν να ωφεληθούν ουσιαστικά από ένα δίκτυο εξωνοσοκομειακών δομών, προσανατολισμένων προς τις πραγματικές τους ανάγκες: εξωτερικά ιατρεία, δομές μερικής νοσηλείας, κέντρα ημέρας, προστατευμένα διαμερίσματα, δομές προστατευμένης εργασίας κ.ά.
Η διαφοροποίηση των χώρων, των υπηρεσιών, των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που ασχολούνται μαζί τους, είναι ίσως ο μόνος τρόπος που μπορεί να ευνοήσει ψυχικά ανοίγματα και μια ψυχική λειτουργία πιο πλούσια και διαφοροποιημένη, σε αντίθεση με την αχρονικότητα και την καταστροφικότητα της ψύχωσης.
Η αποτελεσματικότητα όμως των δομών δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε οργανωτικά και διοικητικά σχήματα, αλλά στην προαγωγή της κλινικής σκέψης και στην διαρκή εκπαίδευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Οι θεραπευτικές ομάδες, που μέχρι τώρα λειτουργούσαν στο προστατευμένο πλαίσιο του νοσοκομείου, βρίσκονται αντιμέτωπες με την καθημερινή πραγματικότητα του ασθενούς, με τα άπειρα προβλήματα που δημιουργούνται κατά τις συναλλαγές του με το κοινωνικό περιβάλλον. Αυτά τα προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν χωρίς μια σφαιρική κατανόηση της ψυχικής λειτουργίας του ψυχικά αρρώστου που μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από μία σοβαρή εκπαιδευτική προσπάθεια και προσπάθεια ανάπτυξης της κλινικής σκέψης και της εξατομικευμένης φροντίδας.
Παράλληλα, η εμπειρία, όσων από εμάς εργαζόμαστε στον χώρο της ανοικτής ψυχιατρικής περίθαλψης, δείχνει ότι οι ανάγκες ψυχικής υγείας δεν περιορίζονται μόνο στην ομάδα των ψυχωσικών ασθενών.
Οι αλλαγές των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, η ανεργία, η κρίση των οικογενειακών δομών περιθωριοποιούν μεγάλες ομάδες πληθυσμού και δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την εμφάνιση ψυχοπαθολογικών καταστάσεων σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Για παράδειγμα, στο ΥΚΨΑ του ΚΨΥ διαπιστώνουμε κατά τα τελευταία χρόνια ένα διαρκώς αυξανόμενο αίτημα για αντιμετώπιση καταστάσεων, όπως οικογενειακά προβλήματα, εξάρτηση από ουσίες, μεθοριακές προσωπικότητες, ψυχοσωματικά προβλήματα κ.ά., που ξεφεύγουν από τα κλασικά σχήματα που γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Παράλληλα, εμφανίζεται όλο και συχνότερα το αίτημα για ψυχοθεραπεία και καλύτερη ποιότητα ζωής.
Το ερώτημα δηλαδή που απασχολεί πολλούς από εμάς τα τελευταία χρόνια – και που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας – είναι όχι μόνο πώς θα λειτουργήσουν καλύτερα και πιο αποτελεσματικά οι υπάρχουσες υπηρεσίες που – κατά κύριο λόγο – αποσκοπούν στην κάλυψη των αναγκών των ψυχωσικών ασθενών, αλλά και πώς μπορούμε να απαντήσουμε στην ανάγκη επαναπροσανατολισμού των κοινοτικών ψυχιατρικών υπηρεσιών μας ώστε να ανταποκρίνονται πιο αποτελεσματικά στις νέες κοινωνικές συνθήκες και κλινικές πραγματικότητες που δημιουργούνται σήμερα στοχεύοντας όχι μόνο στη θεραπευτική αντιμετώπιση, αλλά και σε προληπτικές παρεμβάσεις, των οποίων η σημασία αναγνωρίζεται σήμερα όλο και περισσότερο.
1 Αναφέρομαι, ενδεικτικά, a) στην έκθεση των Dau-mejon και Duchêne για τις γενικές αρχές δημογραφικής και γεωγραφικής κατανομής του τομέα το 1953, β) στο Συμπόσιο των Σεβρών με θέμα την υπηρεσία ψυχικής υγείας του τομέα, γ) στο Συνέδριο Ψυ-χιατρικής και Νευρολογίας του 1959 το οποίο αποδέχτηκε την έκθεση του Duchêne σχετικά με τις «δημόσιες εξωνοσοκομειακές υπηρεσίες». Βλ και το άρθρο του Guy Baillon, «Θετικά και αρνητικά μαθήματα από τη γαλλική πολιτική του Τομέα (1960-2006)», Σύναψις, τχ 4, χειμώνας 2006-7,4, 40-53.
2 Halkousi G. Mémoire pour le C.E.S. de Psychi-atrie, Paris, 1985.
3 Pinel Ph. Traité médico-philosophique sur l’alié-nation mentale, Paris, J.A. Broson, 1809.
4 Esquirol E. Des maladies mentales considérées sous les rapports médical, hygiénique et médico-légal, Paris, JB Baillere, 1838.
5 Lenteri-Laura G. La chro-nicité dans la psychiatrie française moderne, An-nales, 1972.
6 Parchappe M. Des principes à suivre dans la fondation et la con-struction des asiles d’ aliénés, Paris, Masson, 1851.
7 Constans, Lunier, Dumesnil. Rapport sur le service des aliénés en 1874, Imprimerie Nationale Analectes.
8 Racamier P. C. Soin institutionnel des psycho-tiques : nature et fonction, L’ Information Psychiatri-que, 1970, 46, 8.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.