Μαρία Χατζηανδρέου
Ψυχίατρος-Ψυχαναλύτρια,
μέλος της Ελληνικής και της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας
σύναψις 06 [2007 – τόμος 03]
Ξεκινώ με την επισήμανση ότι η ψυχαναλυτική κατανόηση της κατάθλιψης, παρότι θα μπορούσε σε κάποιους να φαίνεται πολύ θεωρητική και αφηρημένη, έξω δηλαδή από τις πρακτικές οδηγίες αντιμετώπισης ενός καταθλιπτικού ατόμου που έρχεται αναζητώντας βοήθεια –που αυτό είναι η καθ’ ημέρα ιατρική πράξη–, φαίνεται να είναι εκ των ων ουκ άνευ για μία ουσιαστική και διαρκούσα στον χρόνο ιατρική παρέμβαση.

Εξηγούμαι αμέσως: Παρότι η ψυχοφαρμακολογία και η ιατρική τεχνολογία έχουν εξελιχθεί εξαιρετικά τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να έχει εξελιχθεί και η γνώση της λειτουργίας του εγκεφάλου σε νευροχημικό επίπεδο και, κατ’ επέκταση, η αντίστοιχη νευροχημική παρέμβαση, η κατάθλιψη παραμένει μια από τις συχνότερες ασθένειες στον γενικό πληθυσμό, με επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής σε ατομικό επίπεδο, αλλά και στο μικροκοινωνικό (οικογενειακό) και το μακροκοινωνικό επίπεδο (η ευρύτερη δυσλειτουργία και δυσπροσαρμοστικότητα ενός καταθλιπτικού ατόμου).
Κυριότερη ένδειξη ότι κάτι πολύ σημαντικό λείπει, όσον αφορά τον χειρισμό της κατάθλιψης, είναι τα ποσοστά των υποτροπών της και η ανησυχητική αύξηση των ποσοστών αυτοκτονίας. Εδώ να προσθέσω ότι η αύξηση αυτή φαίνεται να σχετίζεται και με το γεγονός ότι ένα ποσοστό ατόμων μάλλον οδηγείται στην αυτοκτονία έχοντας διαφύγει της προσοχής του περιβάλλοντος, τόσο του κοινωνικού όσο και του ιατρικού που έχει έρθει σε επαφή μαζί τους.
Νομίζω ότι αυτό που λείπει σχετίζεται με την δυσκολία επικοινωνίας που όλοι αισθανόμαστε όταν προσπαθούμε να προσεγγίσουμε ένα καταθλιπτικό άτομο. Μια δυσκολία επικοινωνίας που την φέρνει ο ασθενής με την απροθυμία του να μιλήσει για τον εαυτό του, με την απόσυρσή του ή το κενό που ορθώνει ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ακροατή του, αλλά προκύπτει και από την δική μας δυσφορία να έρθουμε σε επαφή με το καταθλιπτικό συναίσθημα του ατόμου που έχουμε απέναντί μας γιατί, βέβαια, το καταθλιπτικό συναίσθημα ισοδυναμεί με ψυχικό πόνο και τον πόνο, οι περισσότεροι τουλάχιστον, τον αποφεύγουμε.
Ο Freud έδωσε την πρώτη του εμπεριστατωμένη μελέτη της μελαγχολίας, στο κείμενο, του 1917, Πένθος και Μελαγχολία [1]. Εκεί, γίνεται προσπάθεια να κατανοηθεί η μελαγχολία με πρότυπο το πένθος. Τα κυριότερα ψυχικά χαρακτηριστικά της μελαγχολίας είναι η βαθιά οδυνηρή κατήφεια, η κατάπαυση του ενδιαφέροντος για τον εξωτερικό κόσμο, η απώλεια της ικανότητας του καταθλιπτικού ατόμου να αγαπά, η αναστολή όλων των δραστηριοτήτων και μια τόσο σημαντική μείωση των αισθημάτων αυτοεκτίμησης ώστε αυτό να εκφράζεται με αυτοκατηγορίες και αυτοχλευασμούς που φθάνουν μέχρι την παραληρητική αναμονή τιμωρίας. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, εκτός από την μείωση της αυτοεκτίμησης, υπάρχουν και στο πένθος. Στο πένθος υπάρχει μια πραγματική απώλεια, στην μελαγχολική κατάθλιψη υπάρχει μια συναισθηματική απώλεια, οφειλόμενη σε απογοήτευση. Αυτό που χάνει ο άνθρωπος που πενθεί είναι ευκρινές και αντιληπτό από τους άλλους: ένα αγαπημένο πρόσωπο. Αυτό που χάνει ο μελαγχολικός τι είναι; Στον μελαγχολικό υπάρχει μια υπερβολική, σημαντικού βαθμού απώλεια της αυτοεκτίμησης, δηλαδή, όπως λέει ο Freud, εδώ έχουμε μια απώλεια του εγώ κι όχι μια απώλεια του αντικειμένου. Μικρή παρένθεση εδώ για να διευκρινισθούν δύο ψυχαναλυτικοί όροι [2] που θα μας είναι απαραίτητοι στην συνέχεια: Τι είναι το εγώ και τι είναι το αντικείμενο ψυχαναλυτικά.

Το εγώ, λοιπόν, είναι το μέρος εκείνο του ψυχισμού που λειτουργεί ως ο μεσολαβητής του εν γένει ψυχισμού με την εξωτερική πραγματικότητα. Έτσι, το εγώ, ως ρυθμιστής, θεωρείται η έδρα των δευτερογενών διεργασιών της σκέψεως (των λεγόμενων ανώτερων νοητικών λειτουργιών: κρίση, αφαίρεση, αυτοπαρατήρηση, αξιολόγηση των χωροχρονικών περιορισμών, δυνατότητα αναβολής των παρορμήσεων), αλλά και ο πόλος των ασυνειδήτων, κατά το πλείστον, αμυντικών μηχανισμών που είναι οι τρόποι με τους οποίους το εγώ ρυθμίζει τις συγκρούσεις ανάμεσα στις εκάστοτε ενστικτικές παρορμήσεις, προερχόμενες από την δεξαμενή των ασυνείδητων επιθυμιών και εν γένει παρορμήσεων του ατόμου (id) αφενός, και στο συνολικό, αφετέρου, συμφέρον του ατόμου, που αφορά τόσο τις απαιτήσεις της εξωτερικής πραγματικότητας όσο και τις απαιτήσεις τις προερχόμενες από την εσωτερική ελεγκτική αρχή (superego).
Το αντικείμενο είναι το πράγμα ή το πρόσωπο προς το οποίο στοχεύουν οι ενστικτικές παρορμήσεις του ατόμου, οι ενορμήσεις τόσο του έρωτα όσο και της επιθετικότητας.
Στο πένθος, αυτό το οποίο συμβαίνει είναι ότι η ψυχική ενέργεια, που φυσιολογικά το άτομο χρησιμοποιεί ως κινητήρια δύναμη για την συναλλαγή με τον εξωτερικό κόσμο, παραμένει δεσμευμένη στη διεργασία του πένθους, η οποία περιλαμβάνει την επεξεργασία, σημείο προς σημείο, όλων των δεσμών που το άτομο είχε με το χαμένο αντικείμενο (αναμνήσεις και προσδοκίες). Όταν έχει ολοκληρωθεί η διεργασία η libido αποδίδεται και πάλι ελεύθερη προς χρήση για τις λειτουργικές ανάγκες της ψυχής.
Ο Freud θεωρεί ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην μελαγχολία και αναρωτιέται ποια είναι εδώ η απώλεια. Έτσι, επισημαίνει ότι και εδώ υπάρχει απώλεια του αγαπημένου αντικειμένου, αλλά όχι απαραίτητα πραγματική. Το αντικείμενο αγάπης μπορεί να μην έχει πεθάνει, αλλά έχει χαθεί ως αντικείμενο αγάπης. Συνδέει λοιπόν την απώλεια με την λεγόμενη ναρκισσιστική απώλεια του αντικειμένου, δηλαδή με καταστάσεις όπου κάποιος νιώθει πληγωμένος, θιγμένος, παραμελημένος, χωρίς την εύνοια, απογοητευμένος και συναισθηματικά εγκαταλελειμμένος.
Το εγώ, λοιπόν, όταν υποστεί αυτή την συναισθηματική απώλεια του αντικειμένου, αυτό που κάνει είναι να αποσύρει την προσοχή του και το ενδιαφέρον του από αυτό το εξωτερικό αντικείμενο και, για να κρατήσει συναισθηματικά μέσα του αυτό το αντικείμενο, ταυτίζεται μαζί του, το εσωτερικεύει, τουλάχιστον σ’ ένα βαθμό, με την έννοια ότι προσλαμβάνει κάποια χαρακτηριστικά του, ενώ, ταυτόχρονα, διατηρεί την οργή και τις κατηγορίες του προς αυτό το αντικείμενο απογοήτευσης και εγκατάλειψης. Έτσι, η συσσώρευση τέτοιων απογοητεύσεων από την σχέση με τα εξωτερικά αντικείμενα οδηγεί στη δημιουργία εσωτερικών αντίστοιχων περιοχών δυσφορίας και μομφών. Μόνο που αυτές οι μομφές, οι κατηγόριες, οι αρνητικές εικόνες της σχέσης με τον κόσμο βιώνονται μέσω της διαδικασίας της ταύτισης ως αυτομομφές, αυτοκατηγορίες, αρνητικοποίηση του εαυτού, δηλαδή απώλεια της αυτοεκτίμησης και συνολική μείωση του εγώ.
Σ’ αυτόν ακριβώς τον διχασμό του εγώ, ανάμεσα σ’ ένα κομμάτι που ταυτίζεται με το συναισθηματικά απωλεσθέν αντικείμενο και ένα κομμάτι που λειτουργεί ως η πηγή της αρνητικής κριτικής και των μομφών, αναφέρεται ο Freud όταν δίνει την περίφημη φράση του για την μελαγχολική κατάθλιψη, λέγοντας ότι στην μελαγχολία η σκιά του αντικειμένου έχει πέσει πάνω στο εγώ και έτσι, από κει και πέρα, το εγώ πρέπει να κρίνεται από μια ειδική ελεγκτική αρχή (υπερεγώ) σαν να ήταν ένα αντικείμενο, το χαμένο συναισθηματικά αντικείμενο.
Εδώ θα πρέπει να συνδεθούμε με μια άλλη σημαντική έννοια που εμφανίζεται στην πλευρά της ψυχαναλυτικής σκέψης, την σχετική με την συναισθηματική ανάπτυξη του ανθρώπου, την έννοια της ανημποριάς (helplessness) [3]. Το πρότυπο της ανημπόριας, μιας συναισθηματικής κατάστασης που εμφανίζεται σ’ όλες τις φάσεις της ζωής του ανθρώπου, είναι η βρεφική ανημπόρια. Το ανθρώπινο βρέφος εξαρτάται ολοκληρωτικά από το περιβάλλον για την ικανοποίηση των αναγκών του και τη διατήρησή του στη ζωή. Συχνές απογοητεύσεις των πρώτων αναγκών του βρέφους κινητοποιούν καταρχήν άγχος και θυμό. Εάν συνεχίζεται η απογοήτευση, ο θυμός θα αντικατασταθεί από αισθήματα εξάντλησης, ανημπόριας και θλίψης. Αυτή η πρώιμη εμπειρία ανημπόριας και έλλειψης δύναμης του βρεφικού εγώ, ώστε να παρέχει τα δικά του απαραίτητα στηρίγματα στον αβοήθητο ανώριμο εαυτό του, είναι πιθανόν ο πιο συχνός παράγοντας προδιάθεσης για κατάθλιψη.
Στην ανάλυση πολλών περιστατικών κατάθλιψης, μπορεί κανείς να διακρίνει αδρά τρεις ομάδες ναρκισσιστικά σημαντικών στόχων-αντικειμένων, που επιδιώκονται κατά την πορεία της ζωής ενός ατόμου. Αυτές οι ομάδες επίμονων στόχων [4] από την πλευρά του υποκειμένου είναι: (α) η επιθυμία να έχει αξία, να το εκτιμούν, να το αγαπούν, (β) η επιθυμία να είναι ισχυρό, ανώτερο και ασφαλές, (γ) η επιθυμία να είναι καλό, να αγαπά, να μην είναι καταστροφικό και γεμάτο αισθήματα μίσους. Και είναι, ακριβώς, από την τάση ανάμεσα στις πολύ φορτισμένες αυτές βλέψεις, από την μια πλευρά, κι από την άλλη, στην οξεία επίγνωση του εγώ ότι βρίσκεται σε ανημπόρια ή ανικανότητα να ζήσει σύμφωνα μ’ αυτές τις βλέψεις, που έρχεται η κατάθλιψη.
Και είναι οι ίδιες συνθήκες που φέρνουν την κατάθλιψη, αυτές που χρησιμεύουν συχνά και στην αποκατάστασή της. Μπορούμε γενικά να πούμε ότι η κατάθλιψη υποχωρεί:
όταν εγκαταλείπονται πραγματικά από το εγώ,
Θα επιστρέψω στην περίφημη φράση του Freud: «Η σκιά του αντικειμένου πέφτει πάνω στο εγώ», προκειμένου να σας μιλήσω για μια ασθενή μου και την κατάθλιψή της.
Η σκιά του αντικειμένου, λοιπόν, δεν είναι μόνον οι πρώιμες σχέσεις του υποκειμένου, με πρωταρχική την σχέση του ατόμου με την μητέρα του. Είναι και ό,τι εσωτερικεύει το εγώ και οι ταυτίσεις που υφίσταται μέσω αυτής της πρωταρχικής σχέσης και που αφορούν την ιστορία του: ιστορία της ζωής του, ιστορία της γέννησής του, αλλά και ιστορία της οικογένειάς του. Θα εξηγήσω τι εννοώ.
Πρόκειται λοιπόν για μια νέα κοπέλα, 30 ετών σήμερα, που σε ηλικία 25 ετών νοσηλεύεται για σοβαρή νευρογενή ανορεξία. Όταν νοσηλεύεται, η Γεωργία είναι κάτι λιγότερο από 30 κιλά και έχει ήδη παρουσιάσει σοβαρές μεταβολικές διαταραχές. Της χορηγούνται αντικαταθλιπτικά και επειδή το τμήμα είναι ψυχοδυναμικά προσανατολισμένο κρίνεται σκόπιμο να ξεκινήσει, όσο βρίσκεται στο τμήμα, μια ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, την οποία και συνεχίζει μετά την έξοδό της. Η Γεωργία περιβάλλεται από γυναίκες που δείχνουν να πάσχουν πολύ με το πρόβλημά της, τις 2 μεγαλύτερες αδελφές και τη μητέρα της. Ο πατέρας αλκοολικός (εκείνη την περίοδο έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια αποτοξίνωσης), είναι σχετικά αποσυρμένος και απόμακρος. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η ομάδα αποφασίζει η Γεωργία να έχει γυναίκα θεραπεύτρια, ίσως γιατί κρίνεται ότι θα κάνει καλύτερη σχέση μαζί της. Η Γεωργία, φανερά απρόθυμη στην αρχή για μια τέτοια συνεργασία, μιλά ελάχιστα, είναι ιδιαίτερα αποσυρμένη σ’ ένα δικό της ερμητικό κόσμο, από τον οποίο ελάχιστα πράγματα αφήνει να φανούν, δεν πηγαίνει σ’ όλες τις συναντήσεις, γιατί το ξεχνά ή γιατί την παίρνει ο ύπνος, όπως λέει. συνεχίζει ωστόσο την επαφή για περίπου 2 χρόνια, ώσπου η θεραπεύτριά της για λόγους εξωτερικούς χρειάζεται να διακόψει μαζί της (πηγαίνει να εγκατασταθεί σε άλλη πόλη). Αργότερα, η θεραπεύτρια της θα σχολιάσει: «Δεν ξέρω γιατί ερχόταν η Γεωργία στις ψυχοθεραπευτικές συναντήσεις μας, δεν έλεγε τίποτε. Ένιωθα να κρατάω μόνον εγώ την σχέση. Το μόνο που φαινόταν να παίρνει είναι μια ανθρώπινη επαφή, μέσα στην κατάθλιψή της». Ωστόσο, η Γεωργία έχει κινητοποιηθεί, έχει επιστρέψει στη δουλειά της και στον συνήθη ρυθμό της ζωής της. Πριν από τον αποχωρισμό τους, της δίνεται το τηλέφωνό μου, έρχεται για μια συνάντηση όπου μιλά με χειμαρρώδη τρόπο για την οικογένειά της: την στενή σχέση με την μητέρα της και τις δύο μεγαλύτερες αδελφές, το αρνητικό κλίμα μέσα στο οποίο μεγάλωσε μ’ έναν αποσυρμένο, απαθή και αδιάφορο αλκοολικό πατέρα και μια μητέρα εμφανώς ταλαιπωρούμενη για να ανταποκριθεί στις μεγάλες εξωτερικές απαιτήσεις της ζωής. Δεν ξαναέρχεται, εξαφανίζεται κυριολεκτικά. Ώσπου, μετά από 2 χρόνια, ξανακτυπά το τηλέφωνό μου. Είναι εκείνη, ζητά να με ξαναδεί, μου λέει ότι είναι σε κατάθλιψη, αλλά αυτή την φορά θέλει να την προλάβει. Έρχεται εγκαίρως, πριν η κατάθλιψη να γίνει και πάλι καταστροφική για το σώμα της. Αυτή τη φορά κρίνεται ότι δεν χρειάζεται μεγάλη δόση αντικαταθλιπτικών και αρχίζουμε την ψυχοθεραπεία.
Υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το πρώτο σοβαρότατο επεισόδιο κατάθλιψης. Το πρώτο επεισόδιο συνέπεσε με μια φάση που η Γεωργία έχασε μέσα στο διάστημα των 6 μηνών το στήριγμα των δύο αδελφών της. Και οι τρεις ζούσαν μαζί στην Αθήνα, αφού το πατρικό της οικογένειας ήταν κάπου στην επαρχία. Η Γεωργία ήταν εξαιρετικά συνδεδεμένη και καθοριζόμενη στην καθημερινότητά της από τις αδελφές της. Ώσπου, πρώτα η μια και μετά από λίγο και η άλλη πηγαίνουν να ζήσουν με τους συντρόφους τους και η Γεωργία μένει μόνη. Το δεύτερο επεισόδιο την βρίσκει σε μια φάση, που η ίδια έχει μια σχετικά πρόσφατη σχέση με κάποιον άνδρα, που φαίνεται ότι λειτουργεί γι’ αυτήν, εν μέρει τουλάχιστον, ως φροντίζον πρόσωπο. Την πιέζει να δει γιατρό, όταν φαίνονται τα πρώτα σημεία της κατάθλιψης, και στη συνέχεια υποστηρίζει την ψυχοθεραπεία της. Αυτή τη φορά, τα φανερά αίτια φαίνεται να σχετίζονται με απογοητεύσεις και μεγάλες πιέσεις στον χώρο της δουλειάς που η Γεωργία, όντας ως προσωπικότητα συνεσταλμένη και υποχωρητική, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Όμως τώρα η Γεωργία εμφανίζεται πολύ πιο ενεργητική μέσα στην θεραπεία, προσπαθεί να καταλάβει τι την οδήγησε σ’ αυτήν την κρίση ανημπόριας και αυτοπαραίτησης που ξαναζεί, επεξεργάζεται τις πιέσεις που της βάζει η εξωτερική πραγματικότητα σε συνάρτηση με τα ευάλωτα σημεία της προσωπικότητάς της (φόβος να αντιπαρατεθεί σε καταστάσεις που λειτουργούν σε βάρος της, υποχωρητικότητα προκειμένου να κερδίζει την αποδοχή και εκτίμηση του περιβάλλοντος, αισθήματα μειονεξίας και ανεπάρκειας σε θέματα ευθύνης στη δουλειά της) και τις συνεπακόλουθες απογοητεύσεις που επιφέρει αυτός ο συνδυασμός εξωτερικής πραγματικότητας και ευάλωτης προσωπικότητας.
Και κάποια στιγμή, όταν έχει αναλάβει πλέον από την κατάθλιψη και περίπου ενάμιση χρόνο μετά την επιστροφή της στην ψυχοθεραπεία, η Γεωργία αρχίζει να μιλά για τη βαριά ιστορία της γέννησής της, συνδέοντάς την με την κατάθλιψή της. Μου λέει, λοιπόν, ότι η μητέρα της την γέννησε μέσα σ’ ένα διπλό πένθος. Έναν χρόνο πριν από τη γέννησή της, σκοτώνεται σε τροχαίο με την μηχανή του ο μεγάλος αδελφός του πατέρα της και καμάρι της οικογένειας. Είναι νέος, 26 χρονών, ωραίος –λεβέντης, όπως τον έλεγε η οικογένεια– και ο μόνος που σπουδάζει από τα αδέλφια του πατέρα της. Σκοτώνεται σε μέρα γιορτής, ενώ προσπαθεί να αποφύγει έναν χαρταετό και πηγαίνοντας να βρει την παρέα του. Η μητέρα της εγκυμονεί σε προχωρημένο μήνα ένα αγόρι, που στην κηδεία αποφασίζεται να του δώσουν το όνομα του χαμένου αδελφού. Όμως αυτό το αγόρι δεν θα γεννηθεί ζωντανό. Η μητέρα συλλαμβάνει αμέσως, στην επιθυμία του πατέρα να αντικαταστήσει με μια νέα άφιξη τις βαριές απώλειες. Η Γεωργία θα γεννηθεί και θα πάρει το όνομα του σκοτωμένου θείου, αλλά και του θνησιγενούς αδελφού. Αλλά οι σκιές του αντικειμένου θα πυκνώσουν ακόμη περισσότερο, ακόμη και για μένα τον εμπαθητικό ακροατή του οικογενειακού δράματος, όταν η Γεωργία θα μου προσθέσει και άλλη μια ιστορία σ’ αυτή την αλυσίδα ψυχικών τραυμάτων. Ο σκοτωμένος θείος Γιώργος, δεν έχει το όνομα κάποιου παππού, αλλά το όνομα του δικού του θείου, που έχει σκοτωθεί στην ίδια περίπου ηλικία στον εμφύλιο και τον οποίο η οικογένεια –συνταρακτική λεπτομέρεια– όχι μόνον δεν θα μπορέσει να κηδεύσει, αλλά θα χρειαστεί να τον αρνηθεί στην αναγνώριση του πτώματος από τις αρχές, προκειμένου να διασωθούν τα υπόλοιπα μέλη της.

Η Γεωργία θα μεγαλώσει μέσα σ’ αυτό το κλίμα άλυτου πένθους και κατάθλιψης των γονιών της. Θα δημιουργήσει μια έντονα αμφιθυμική σχέση με τη μητέρα της: σκιά της, δεν θα την αποχωρίζεται ποτέ, σε βαθμό που η μητέρα, που έχει μεγαλώσει άλλα τρία παιδιά πριν απ’ αυτήν, να αναγκασθεί να εγκαταλείψει τη δουλειά της για να μένει κοντά στη Γεωργία, αφού η παραμικρή απομάκρυνση από τη μητέρα δημιουργεί διαταραχή στους βιολογικούς ρυθμούς του παιδιού (δεν τρώει και δεν κοιμάται). Φτιάχνει, ενώ μεγαλώνει, ένα βαρύ σενάριο για τη ζωή της: κουβαλά το άλυτο πένθος της οικογένειας. Έχοντας το όνομα τριών χαμένων παιδιών της, θα έχει και την τύχη τους. Κάτι κακό θα της συμβεί στην ηλικία που εκείνοι έχασαν τη ζωή τους. Δημιουργεί ένα βαθύ, ενδόμυχο και ανέκφραστο φόβο ότι η ζωή της θα καταστραφεί πριν προλάβει να την χαρεί. Και όταν, λίγο πριν την ηλικία που οι δύο θείοι έχουν φύγει από τη ζωή, τα στηρίγματα της ζωής της και υποκατάστατα της μητέρας, οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της φεύγουν για να ξεκινήσουν τη ζωή τους, η Γεωργία αισθάνεται να σταματά η δική της. Νιώθει το ίδιο αίσθημα ανημπόριας και τρόμου που ένιωθε όταν απομακρυνόταν η μητέρα της όταν ήταν παιδί: μια απέραντη μοναξιά και μαυρίλα. Από εκεί και πέρα η κατάρρευση ψυχική και βιολογική δεν αργεί.
Είναι, μέσα από αυτήν την εξιστόρηση με τα πολλά μπρος πίσω, που η Γεωργία αισθάνεται για πρώτη φορά την ψυχική δύναμη κοιτάζοντας την οικογενειακή της ιστορία, να διαφοροποιηθεί απ’ αυτήν, ανασυνθέτοντας το νόημα του προσωπικού της πεπρωμένου.
Αυτό που ήθελα να δείξω με την περίπτωση που παρουσίασα είναι ότι, ακόμη και αν φαίνεται ότι κάποιος δεν διαθέτει τη δυνατότητα ή την επιθυμία να διερευνήσει τι του συμβαίνει, το να παρέχεται η δυνατότητα ψυχοθεραπείας, δίνει την ευκαιρία, μέσω της βάσης στήριξης που παρέχει η θεραπεία, να ανατρέξει το άτομο στους κόμπους της ζωής του και πιθανότατα να βρει τα νήματα για να την ανασυνθέσει.
* Ομιλία στη Διημερίδα, με θέμα την κατάθλιψη, που οργάνωσε η Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέτσοβο, 9-10 Φεβρουαρίου 2007.
Βιβλιογραφικές αναφορές
[1] Freud S. Mourning and Melancholia. Ιn The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, vol. XIV, 243-258.
[2] Laplanche J. and Pontalis J.-B. The Language of Psychoanalysis, The International Psychoanalytical Library, The Hogarth Press and The Institute of Psychoanalysis, London, 1985.
[3] Freud S. Inhibitions, Symptoms and Anxiety in The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, vol. XX, 154-155.
[4] Bibring E. The Mechanism of Depression in Affective Disorders, ed. Greenacre Ph., International Universities Press, New York, 1953.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.