Γιάννης Βαρτζόπουλος
Ψυχίατρος- Ψυχαναλυτής,
Μέλος της Ελληνικής Ψυχανλυτικής Εταιρείας. Αθήνα
σύναψις 06 [2007 – τόμος 03]
Η ψυχανάλυση έχει μία ενεργό παρουσία στις δυτικές κοινωνίες. Υπεραιωνόβιος ήδη, έθετε και θέτει σημαντικά ερωτήματα. Οι δυτικές κοινωνίες στηρίχθηκαν στο υποκείμενο για να υπερβούν το σχολαστικό και δογματικό μεσαίωνα. Το υποκείμενο από ετεροκαθοριζόμενο και υποτελές σε υπερφυσικές οντότητες έγινε αυτοκαθοριζόμενο και φορέας της ιστορίας του. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε σημαντικές προόδους. Πολιτικές ελευθερίες και κοινωνικά δικαιώματα εγκαθιδρύθηκαν στα πλαίσια του αναδυόμενου κράτους-έθνους, τα γράμματα και οι τέχνες γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη, η ευρωπαϊκή ήπειρος γνώριζε μία σημαντική περίοδο ειρήνης μετά τους ναπολεόντειους πολέμους. Το υποκείμενο φαινόταν να προχωρεί με σταθερό βήμα. Η βιομηχανική επανάσταση άλλαξε τη σχέση του υποκειμένου με τη φύση και το εμπόριο άνοιξε οδούς που διηύρυναν την επικοινωνία των ανθρώπων και τους προσέφεραν νέα πεδία δραστηριότητας. Η επένδυση στον ορθολογισμό φαινόταν να είναι ένα ασφαλές όχημα για το υποκείμενο. Ο Διαφωτισμός, το ρεύμα της σκέψης το οποίο επαγγελλόταν την θετική επίδραση του ορθολογισμού, πίστευε ότι διαμεσολαβούσε μία λειτουργική σχέση του ατόμου με την κοινωνία, καθώς και του ατόμου με τη φύση, συνολικά του υποκειμένου με την διυποκειμενικότητα. Φαίνεται ότι σ’ αυτές τις δύο πτυχές της κοινωνίας των ανθρώπων, στη σχέση του ατόμου με την κοινωνία και στη σχέση του ατόμου με τη φύση, εκδηλώθηκαν τα πρώτα σημεία κάμψης του Δυτικού πολιτισμού. Ο Διαφωτισμός και η πίστη του στην ανθρώπινη νόηση και στον ορθολογισμό έδειξαν τα όριά τους. Είναι ενδιαφέρον θέμα η διαδοχή της ακμής και παρακμής των πολιτισμών που διατρέχουν την ιστορία της ανθρωπότητας. Αποδίδεται σε λόγους που αφορούν τον εκάστοτε πολιτισμό, αλλά και σε λόγους που αφορούν γενικότερα τον άνθρωπο και βρίσκουν την εφαρμογή τους σε κάθε πολιτισμό. Ο Δυτικός πολιτισμός δεν απετέλεσε εξαίρεση. Ο ρομαντισμός και ο υπαρξισμός αμφισβήτησαν την πρωτοκαθεδρία του ορθολογισμού. Οι κοινωνικές εξελίξεις στον 20ο αιώνα και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι έδειξαν με αδιαμφισβήτητο τρόπο την αδυναμία του ορθολογισμού να εγγυηθεί ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. Το υποκείμενο, όπως το είχε αντιληφθεί ο Διαφωτισμός, δεν ήταν πλέον η πεμπτουσία του πολιτισμού και ο φορέας της ιστορίας εφ’ όσον είχε εξελιχθεί σε θύμα της ιστορίας υφιστάμενο τους πολέμους, τις συνέπειες της μη-ορθολογικής σχέσης με τη φύση και την εχθρική, πολλές φορές, προς το υποκείμενο οργάνωση της κοινωνίας.
Η ψυχανάλυση εμφανίσθηκε στο μεταίχμιο του Δυτικού πολιτισμού. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στον άνθρωπο εκφράζοντας τόσο την αισιοδοξία της στον ορθολογισμό όσο και την επιφύλαξή της για τις δυνατότητές του. Είχαν προηγηθεί ανακαλύψεις που προετοίμασαν το έδαφος. Ο Κοπέρνικος εκτόπισε τον άνθρωπο από τη θέση του στο κέντρο του σύμπαντος. Ο Δαρβίνος τον τοποθέτησε στο τελικό στάδιο μίας φυσικής εξέλιξης υποκείμενο στους ίδιους νόμους της φυσικής επιλογής που ισχύουν και για πρωιμότερα στάδια εξέλιξης. Λίγο αργότερα η θεωρία της σχετικότητας και η αρχή της απροσδιοριστίας ήραν την εμπιστοσύνη τους από τις ανθρώπινες αισθητηριακές δυνατότητες να έχουν μία αντικειμενική και στέρεα αντίληψη για τον κόσμο.
Είναι ενδιαφέρον ότι η ψυχανάλυση εστίασε στο ρόλο του υποκειμένου θεωρώντας ότι είναι σε θέση να έχει εποπτεία της ζωής του μέσω της εαυτοσκόπησης και να προβαίνει σε εσωτερικούς μετασχηματισμούς ικανούς να τροποποιήσουν τη θέση του ως προς τον εαυτό του και τους άλλους. Συγχρόνως, εισήγαγε την έννοια του ασυνειδήτου ως έναν ψυχικό χώρο στον οποίο το υποκείμενο δεν έχει άμεση πρόσβαση και δεν είναι σε θέση να έχει άμεση εποπτεία και έλεγχο των λειτουργιών του. Η ψυχανάλυση επένδυσε στις δυνατότητες του υποκειμένου αμφισβητώντας συγχρόνως αυτές τις δυνατότητες εκ των έσω. Το υποκείμενο διέθετε την ικανότητα να επέμβει επωφελώς στη ζωή του, συγχρόνως όμως, λόγω της ίδιας της υπόστασής του, οι ικανότητες αυτές περιορίζονταν. Η πρώτη εκδοχή που πρότεινε η ψυχανάλυση για το υποκείμενο συμμεριζόταν την αισιοδοξία του Διαφωτισμού. Το Εγώ ήταν σε θέση να γνωρίσει το ασυνείδητο, να έχει επαφή με τις δυνάμεις που δραστηριοποιούνται σ’ αυτό και τις άλυτες συγκρούσεις τους και μάλιστα να επέμβει δημιουργικά προς επίλυσή τους. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, το Εγώ του υποκειμένου ήταν σε θέση να αντικαταστήσει το ασυνείδητο. Οι θεραπευτικές αξιώσεις της ψυχανάλυσης στηρίχθηκαν σ’ αυτήν την παραδοχή: «Όπου ήταν το Εκείνο οφείλει να γίνει Εγώ». Οι κλινικές της περιπτώσεις, η τεχνική της και τα μεταψυχολογικά κείμενα που πλαισίωσαν την κλινική και την τεχνική των περιπτώσεων εμπνεύσθηκαν απ’ αυτήν την παραδοχή.
Υπάρχουν πολλές υποθέσεις για τους λόγους που κλόνισαν την αισιόδοξη αποδοχή του Υποκειμένου και των δυνατοτήτων του από την Ψυχανάλυση. Η πρώτη μεγάλη αμφισβήτηση προήλθε από ένα κλινικό δεδομένο στο οποίο εδόθη ο χαρακτηρισμός της «αρνητικής θεραπευτικής αντίδρασης». Η αρνητική θεραπευτική αντίδραση αναφέρεται στην έλλειψη θετικής εξέλιξης στη θεραπευτική διαδικασία παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί επαρκής διερεύνηση της ασυνείδητης σύγκρουσης και του συμβολικού περιεχομένου του συμπτώματος. Το Εγώ είχε τη δυνατότητα να αντικαταστήσει το ασυνείδητο, τουλάχιστον στον τομέα εκείνο που συντηρούσε το νευρωτικό σύμπτωμα, αυτό όμως δεν συνέβαινε. Ο ασθενής παρέμεινε προσκολλημένος στο νευρωτικό σύμπτωμα παρά το γεγονός ότι θα όφειλε να εκμεταλλευθεί τη δυνατότητα που του προσέφερε η ψυχαναλυτική θεραπεία και να αποδεσμευθεί από αυτό. Η υιοθέτηση αυτής της στάσης αμφισβητούσε άμεσα τον ορθολογισμό του ψυχαναλυομένου. Η δυνατότητα του υποκειμένου να κάνει χρήση του παρατηρούντος Εγώ και της εαυτοσκόπησης, στο πλαίσιο που του προσέφερε η ορθολογική υπόστασή του, και να καταλάβει το χώρο του ασυνειδήτου, που του παρείχε η ψυχαναλυτική θεραπεία, εφάνη ότι δεν ακολουθούσε την αυτονόητη κίνηση του υποκειμένου του Διαφωτισμού προς την απελευθέρωση από εσωτερικές και εξωτερικές δεσμεύσεις, αλλά παρέμεινε προσκολλημένο στην ελκτική δύναμη του ασυνειδήτου. Βεβαίως, είναι δυνατόν να θεωρήσει κανείς ότι αυτό οφειλόταν σε ανεπάρκειες, θεωρητικές και κλινικές, της ψυχανάλυσης εκείνης της εποχής. Ότι η αρνητική θεραπευτική αντίδραση κατ’ ουσίαν ήταν μία μη ολοκληρωμένη θεραπευτική διαδικασία. Η εξέλιξη όμως των πραγμάτων δεν άλλαξε ουσιαστικά τα πράγματα παρά τον εμπλουτισμό της ψυχαναλυτικής θεωρίας και τεχνικής. Ο Freud αναφέρθηκε σ’ ένα από τα τελευταία κείμενά του στον «μη αναλυόμενο βράχο», στη «μη-περατούμενη ανάλυση» οριοθετώντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα του υποκειμένου να επεκταθεί στο χώρο του ασυνειδήτου (Freud, 1937). Η αιτία δεν ήταν πλέον εξωτερική, οι δυνατότητες του υποκειμένου δεν περιορίζονταν από εξωτερικούς ή άλλους κοινωνικούς παράγοντες, όπως π.χ. στον μεσαίωνα, αλλά εσωτερική, ετοποθετείτο εντός του υποκειμένου, δηλαδή εκεί όπου είχαν τοποθετηθεί όλες οι ελπίδες του Διαφωτισμού για τη δυνατότητα του Υποκειμένου να απελευθερωθεί από εσωτερικές και εξωτερικές δεσμεύσεις στηριζόμενο στις δικές του εγγενείς δυνατότητες.
Η ψυχανάλυση εμβάθυνε περισσότερο στη δυνατότητα του υποκειμένου να έχει αφ’ εαυτού έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στον καθορισμό του πεπρωμένου του. Η αρνητική θεραπευτική αντίδραση δήλωνε την αδυναμία του υποκειμένου να εκμεταλλευθεί τις δυνατότητες που του προσφέρονταν από την ψυχαναλυτική θεραπεία. Δεν διευκρίνιζε όμως τους λόγους. Εάν ήταν ένα θέμα βούλησης, τότε το υποκείμενο επανακτούσε τη δικαιοδοσία επί της ζωής του. Αρνείτο την εξέλιξή του, δεν έκανε χρήση των δυνατοτήτων που του προσέφερε ο διαφωτισμός, παρέμεινε όμως το επίκεντρο και η πηγή των εξελίξεων, ήταν αυτό που επέλεγε την εξέλιξή του ή όχι, συνέχισε να αυτοπροσδιορίζεται και να καθορίζει τις εξελίξεις. Ακόμη και στην περίπτωση που μεταφράσουμε κατά γράμμα τον όρο που εισήγαγε ο Freud, ο όρος «αντίδραση» επικεντρώνει το ενδιαφέρον στο υποκείμενο. Το υποκείμενο είναι που αντιδρά αρνητικά, διατηρεί το αυτοδιάθετο της πρωτοβουλίας. Η ψυχανάλυση προχώρησε όμως περισσότερο στην αμφισβήτηση του υποκειμένου. Εισήγαγε την έννοια του μαζοχισμού ως το αιτιολογικό υπόβαθρο της αρνητικής θεραπευτικής αντίδρασης (Freud, 1920). Ο μαζοχισμός τροποποίησε σημαντικά τη θέση των πραγμάτων. Η κανονιστική αξία της ψυχανάλυσης για το υποκείμενο ήταν έως τότε η επιδίωξη της ευχαρίστησης και η αποφυγή της δυσαρέσκειας. Ο μαζοχισμός αμφισβήτησε ευθέως αυτήν την κανονιστική αξία. Το υποκείμενο δεν επεδίωκε την ευχαρίστηση, αρκείτο στη δυσαρέσκεια ή ακόμη περισσότερο επεδίωκε τη δυσαρέσκεια. Ο μαζοχισμός δεν επέτρεπε την αντίληψη ότι η αρχή της ευχαρίστησης περιοριζόταν από την αρχή της πραγματικότητας, ότι το υποκείμενο κάνοντας χρήση της αυτοδιάθετης δυνατότητάς του παραιτείτο από την ευχαρίστηση για να επιτύχει μία καλύτερη προσαρμογή στην πραγματικότητα. Ουσιαστικά η αρχή της ευχαρίστησης διατηρείτο και διευρυνόταν για να συμπεριλάβει και την αρχή της πραγματικότητας. Το υποκείμενο παραιτείτο από την άμεση ικανοποίηση των ενορμήσεών του ώστε να επωφεληθεί της ικανοποίησης που προκύπτει από την προσαρμογή στην πραγματικότητα και την εξασφάλιση μίας όχι άμεσης πάντα, αλλά πιο σταθερής και έγκυρης ανταπόκρισης του περιβάλλοντος στις επιθυμίες του. Η έννοια του μαζοχισμού αμφισβήτησε ακριβώς τη δυνατότητα του υποκειμένου να επιδιώκει ελλόγως την ικανοποίησή του εντός του κοινωνικού πλαισίου αναφοράς του στηριζόμενο σε μία λειτουργική σχέση ατόμου-κοινωνίας.
Η άποψη ότι το υποκείμενο είναι σε θέση να επιδιώκει τη δυσαρέσκεια, τον πόνο, να εμμένει σ’ αυτό και να μην επιδιώκει την ανατροπή της κατάστασής του δεν εκφράζει το έλλογο υποκείμενο του διαφωτισμού, το οποίο ελευθέρως, εμφορούμενο από ηθικές αξίες και αναζητώντας την αισθητική αρτιότητα αναπτύσσεται στη ζωή του. Ο μαζοχισμός εισάγει μία αντίληψη, η οποία αντιτίθεται ευθέως στον κοινό νου, στην ισχύουσα άποψη περί έλλογης δραστηριότητας και αυτενεργούντος υποκειμένου. Θα ήταν δυνατόν να σκεφθεί κανείς ότι ο μαζοχισμός εντατικοποιεί την ελευθερία του υποκειμένου και τη φθάνει στα έσχατα όριά της στη δυνατότητα να αρνείται το υποκείμενο την ίδια του την ικανοποίηση και να επιδιώκει το αντίθετό της, τη δυσαρέσκεια. Υπό την έννοια αυτή, η ελευθερία θα αποτελούσε μία κανονιστική αξία υπέρτερη της ικανοποίησης ή της δυσαρέσκειας. Θα γινόταν αξία καθ’ εαυτή. Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στο ουσιαστικό νόημα του Διαφωτισμού. Δηλαδή στη δυνατότητα του υποκειμένου να αναπτύσσει ορθολογικά την ελευθερία του εμπνεόμενο από ηθικές αξίες και αισθητικές αναζητήσεις που την κατοχυρώνουν και τη διευρύνουν και όχι μία ελευθερία σε απόσταση από την ηθική και την αισθητική. Με την έννοια αυτή, ο μαζοχισμός δίνει υπόσταση στην αρνητική θεραπευτική αντίδραση εισάγοντας μία διαφορετική αντίληψη για το υποκείμενο από αυτήν που εισήγαγε ο διαφωτισμός. Το μαζοχιστικό υποκείμενο παραμένει προσκολλημένο σε μία δραστηριότητα παρά τη δυσαρέσκεια που αυτή προκαλεί, μάλιστα παραμένει προσκολλημένο σ’ αυτήν τη δραστηριότητα ακριβώς λόγω της δυσαρέσκειας που προκαλεί. Δεν επιδιώκει την ικανοποίησή του στη συνύπαρξη με τους άλλους, αλλά η δυσαρέσκεια είναι δυνατόν να αποτελεί ένα ικανό σημείο ισορροπίας για τον εαυτό του και τη σχέση του με τους άλλους. Έχουν γίνει ποικίλες προσπάθειες εξορθολογισμού του μαζοχισμού στην κατεύθυνση μίας τελεολογίας ικανοποίησης. Ότι η μαζοχιστική ικανοποίηση είναι σε τελευταία ανάλυση και αυτή μία ικανοποίηση και η αρχή της ευχαρίστησης διατηρεί με τον τρόπο αυτόν τα πρωτεία της, έστω και αν πρόκειται για διαστροφική ικανοποίηση. Ότι ο πρωτογενής μαζοχισμός (Freud, 1924) είναι μία απαραίτητη εμπειρία για τη διαφοροποίηση των ορίων του Εγώ, ο πόνος και η δυσαρέσκεια αποσαφηνίζουν τα όρια του Εγώ και προσφέρουν την ικανοποίηση που προκύπτει από αυτό (Fonagy, Target, 1995). Η κλινική πραγματικότητα ήταν όμως δεσμευτική. Η επίτευξη του πόνου και της δυσαρέσκειας είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για τη διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας. Και μία τέτοια αντίληψη για το υποκείμενο είναι ουσιαστικά διαφορετική από το έλλογο υποκείμενο του διαφωτισμού, το οποίο μέσω της διασκεπτικής ικανότητάς του καθοδηγεί ορθολογικά τη ζωή του. Όταν στις πρωτογενείς δυνάμεις του Εγώ συμμετέχει ο μαζοχισμός είναι δύσκολο να οδηγηθεί κανείς στο έλλογο υποκείμενο του διαφωτισμού. Ο μαζοχισμός μας οδηγεί στην απόδοση προτεραιότητος στην αναζήτηση ψυχικής ισορροπίας του υποκειμένου, όχι στη δραστηριότητά του εντός του ορθού Λόγου.
Η έννοια του μαζοχισμού συμπλήρωσε την αρνητική θεραπευτική αντίδραση και την αμφισβήτηση των δυνατοτήτων του υποκειμένου μίας έλλογης δραστηριότητας έναντι εαυτού και άλλων. Απετέλεσε και το ουσιαστικό ανάχωμα σ’ εκείνους που πρότειναν τη γραμμή της επιθυμίας και την αναζήτηση της ικανοποίησης ως ικανό υποκατάστατο της έλλογης δραστηριότητας του υποκειμένου, της δυνατότητάς του να αυτενεργεί στηριζόμενο στη διασκεπτική του ικανότητα. Οι ραγδαίες κοινωνικές εξελίξεις στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα αφαίρεσαν οριστικά από το υποκείμενο του διαφωτισμού τη δυνατότητά του να στηρίζεται στη διασκεπτική του ικανότητα και στην έλλογη δράση του. Το μέγεθος και η μεθοδολογία του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και ο ασφυκτικά κοντά του δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος δεν άφησαν πλέον κανένα περιθώριο στον ορθό Λόγο. Ο Διαφωτισμός προσέφερε μία παροδική άνοιξη, μία πρόσκαιρη ελπίδα στο υποκείμενο το οποίο πλέον αναζητούσε εκ νέου την ταυτότητά του και τον προσδιορισμό της οντολογίας του.
Δεν είναι γνωστό αν η κλινική της ψυχανάλυσης με την αρνητική θεραπευτική αντίδραση και το μαζοχισμό ή οι δεσμευτικές κοινωνικές εξελίξεις οδήγησαν τον Freud στην υιοθέτηση της ενόρμησης του θανάτου. Η ενόρμηση του θανάτου τροποποίησε ουσιαστικά τα πράγματα. Δεν είναι δυνατόν να πιστοποιήσεις μία έλλογη λειτουργία σ’ ένα ον όταν έχει να διαχειρισθεί το μέγεθος της ενόρμησης του θανάτου.
Οι ενορμήσεις είναι μία οριακή έννοια για την ψυχανάλυση. Όχι μόνο διότι αναφέρονται στη μεθόριο του σωματικού και του ψυχικού, μία περιοχή εξ ίσου προκλητική και σήμερα. Ο ίδιος ο Freud χαρακτήρισε τις ενορμήσεις μυθική έννοια αποδίδοντάς τους τη φορμαλιστική δύναμη ενός μύθου και τη δεσμευτική επιρροή του περιεχομένου του. Αλλά διότι εκφράζουν και μία ισχυρή αναγωγή. Το σύνολο των ερωτημάτων που αφορά τη φύση του ανθρώπου, την οντολογία του, αυτό που τον κινεί και μέσα από την ανάπτυξή του οδηγεί στην πολυμορφία της προσωπικότητάς του και των κοινωνικών του σχέσεων ανάγεται σε δύο βασικές κατηγορίες ενορμήσεων, την ενόρμηση της ζωής και την ενόρμηση του θανάτου. Το ζεύγος αυτό των ενορμήσεων διαδέχθηκε εκείνο των ενορμήσεων της αυτοσυντήρησης του Εγώ και των σεξουαλικών ενορμήσεων (Freud, 1914). Το ζεύγος αυτό των ενορμήσεων έχει έναν άμεσο, απτό, καθημερινό χαρακτήρα. Οι ενορμήσεις αυτοσυντήρησης και οι σεξουαλικές ενορμήσεις μεταφράζονται άμεσα σε καθημερινά βιώματα και συμπεριφορές. Η διευθέτηση των συγκρούσεών τους είναι δυνατόν να προσφέρει το υπόβαθρο σε μία ισορροπημένη, έλλογη καθημερινότητα. Το ίδιο αφορά και τις αυτοερωτικές ενορμήσεις που απευθύνονται στον εαυτό και αποτελούν τη βάση του ναρκισσισμού και τις ενορμήσεις του αντικειμένου που απευθύνονται στο αντικείμενο (Freud, 1915). Το ζεύγος αυτό των ενορμήσεων αποτελεί την πιο αφηρημένη μεταψυχολογική έκφραση του προηγούμενου. Η ισορροπημένη διευθέτηση των ενορμήσεων προς εαυτόν και προς τον άλλον, επίσης προσφέρει ένα ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη μίας έλλογης αντίληψης για το υποκείμενο, την οποία προσδοκά όποιος προσβλέπει σε μία κοινωνική οργάνωση με μία λειτουργική σχέση ατόμου-κοινωνίας. Μέχρι το επίπεδο αυτό, οι ενορμήσεις ήταν ένας λειτουργικός, άμεσος μύθος που μεταφραζόταν στην καθημερινότητα της ζωής.
Οι ενορμήσεις ζωής και θανάτου τροποποιούν ουσιαστικά αυτήν την κατάσταση. Εμπεριέχουν ένα σημαντικό βαθμό αφαίρεσης έτσι ώστε η μετάφρασή τους σε μία καθημερινότητα να διαμεσολαβείται από πολλά ενδιάμεσα στάδια με μία χαλαρή σχέση του πρώτου αιτιολογικού σκέλους και του τελικού αποτελέσματος. Ο μύθος στον οποίο αναφέρονται είναι δυνατόν να έχει επικό ή λυρικό περιεχόμενο, δύσκολα όμως προσφέρει τη βάση για μία έλλογη, ορθολογική διευθέτηση της αντίθεσής τους. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι σεξουαλικές ενορμήσεις αντιστρατεύονται μεν τις ενορμήσεις του Εγώ, συγχρόνως όμως τις εξυπηρετούν από μία άλλη σκοπιά εφ’ όσον η σεξουαλικότητα εξυπηρετεί και την αυτοσυντήρηση. Ομοίως οι αντικειμενότροπες ενορμήσεις αντιστρατεύονται τις ναρκισσιστικές ενορμήσεις, τις υποστηρίζουν όμως ταυτόχρονα εφ’ όσον το αντικείμενο συμμετέχει ενεργά στη ναρκισσιστική ομοιόσταση. Η συνεργατική αυτή σχέση των ενορμήσεων η οποία ενυπάρχει εντός της αντιθετικής τους σχέσης ευνοεί ουσιαστικά το συμβιβασμό μεταξύ τους. Οι ενορμήσεις ζωής όμως έχουν έναν πιο σαφή διαχωρισμό από τις ενορμήσεις θανάτου. Οι ενορμήσεις ζωής έχουν ένα συνθετικό, δομικό χαρακτήρα, οι ενορμήσεις θανάτου το αντίστροφο (Eissler, 1980). Οι μεν είναι σε θέση να μετριάσουν την ένταση των δε, δεν έχουν όμως την εσωτερική συγγένεια και την ανάστροφη ενίσχυση των προηγούμενων περιπτώσεων. Θα έλεγε κανείς ότι τα δύο προηγούμενα είδη των ενορμήσεων είναι ομοειδή, συγγενή ως προς την υπόστασή τους, το ζεύγος ενόρμησης ζωής και ενόρμησης θανάτου όμως ριζικά ετερογενές. Έχει τη δυνατότητα να επιτύχει ένα συμβιβασμό ως προς την ένταση, όχι όμως και συνεργατικότητα σε κάποιο επίπεδο. Με την έννοια αυτή, η έλλογη διευθέτηση των συγκρούσεων σε ατομικό επίπεδο και μία λειτουργική σχέση ατόμου και κοινωνίας έχει το χαρακτήρα μίας παροδικής μόνο και ακροσφαλούς ισορροπίας εφ’ όσον στηρίζεται σε ανομοιογενείς δυνάμεις, χωρίς εσωτερική συγγένεια ως προς τη φύση τους.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε αν παρακολουθήσουμε τη συμμετοχή της λιβιδούς και της επιθετικότητας στα αντιθετικά ζεύγη των ενορμήσεων. Στο ζεύγος ενόρμησης αυτοσυντήρησης του Εγώ και σεξουαλικών ενορμήσεων, η λιβιδώ και η επιθετικότητα συμμετέχουν τόσο στο σκέλος των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης όσο και στο σκέλος των σεξουαλικών ενορμήσεων. Οι ενορμήσεις αυτοσυντήρησης έχουν διαφορετικό αντικείμενο –το Εγώ– και διαφορετικό σκοπό –αυτοσυντήρηση– από τις σεξουαλικές ενορμήσεις –αντικείμενο επιθυμίας και ικανοποίηση αντιστοίχως. Έχουν όμως το ίδιο περιεχόμενο, συντίθενται από λιβιδώ και επιθετικότητα. Για το λόγο αυτόν, πέρα από την αντίθεσή τους και την πρωτογενή σύγκρουση στην οποία συμμετέχουν και την οποία δημιουργούν, εμφανίζουν και μία συνεργατικότητα εφ’ όσον η λιβιδινική ικανοποίηση των αναγκών αυτοσυντήρησης του Εγώ ευοδώνει και τη λιβιδινική ικανοποίηση των αντιθετικών προς αυτές σεξουαλικών ενορμήσεων και αντιστοίχως για την επιθετική τους συνιστώσα. Υπό αυτήν την έννοια, το ζεύγος των ενορμήσεων δεν είναι μόνο αντιθετικό, αλλά και συνεργατικό. Η μίξη και η αλληλεπίδραση της λιβιδούς και της επιθετικότητας δεν επιτυγχάνεται μόνο εντός της κάθε ενορμητικής κατεύθυνσης, αλλά και στην αλληλεπίδρασή τους. Το ίδιο ισχύει και για το ζεύγος των ναρκισσιστικών και αντικειμενοτρόπων ενορμήσεων. Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό αυτών των δύο ζευγών ενορμήσεων είναι η άμεση βιωματική τους συνάφεια. Ο κάθε άνθρωπος διαθέτει σειρά αναπαραστάσεων και συναισθημάτων της λιβιδινικής ή επιθετικής συνιστώσας σε διαφορετικούς σχηματισμούς που να απευθύνονται στην αυτοσυντήρηση του Εγώ και τη ναρκισσιστική ομοιόσταση ή στο αντικείμενο της σεξουαλικής επιθυμίας και το αντι-ναρκισσιστικό αντικείμενο. Γι’ αυτό είναι ριζοτόμος και ρηξικέλευθη η μετάβαση στην ενόρμηση της ζωής και στην ενόρμηση του θανάτου. Η λιβιδώ και η επιθετικότητα εμφανίζονται πλέον στην αμιγή τους μορφή. Η λιβιδώ απευθύνεται στον θεϊκό έρωτα εκείθεν των φυσικών μεγεθών. Με τη γενικότερη μορφή της ενόρμησης της ζωής υπηρετεί τον έρωτα, τη δημιουργία, τη σύνθεση, τη θετική στάση στη ζωή. Η ενόρμηση του θανάτου εκφράζει σ’ αυτό το επίπεδο την άλογη καταστροφικότητα. Μία καταστροφικότητα η οποία δεν στρέφεται απλά εναντίον του ανθρώπου επιφέροντας πόνο και δυστυχία. Ο Freud υπερβαίνει αποφασιστικά αυτό το επίπεδο. Αναφέρεται σαφώς σε μία καταστροφικότητα που στρέφεται εναντίον της ζωής, εναντίον του έμβιου σώματος και τελικά οδηγεί την οργανική ύλη σε ανόργανη. Με την ενόρμηση της ζωής και την ενόρμηση του θανάτου ο Freud επιτείνει την αναγωγή του θεωρητικού του συστήματος σε δύο υποκείμενες έννοιες και στη μεταξύ τους σύγκρουση. Δύο έννοιες που αφίστανται των βιωμάτων της καθημερινής ζωής και κινούνται σ’ ένα αφηρημένο, οντολογικό επίπεδο. Ο Freud δεν απευθύνεται πλέον στην αυτοσυντήρηση και τη σεξουαλικότητα, στον ναρκισσισμό και το αντικείμενο, έννοιες με άμεση βιωματική συνάφεια, έννοιες που ο κάθε άνθρωπος είναι σε θέση να ανάγει σε βιώματα της καθημερινής του ζωής. Η ενόρμηση της ζωής και του θανάτου αφίστανται του άμεσου βιωματικού επιπέδου. Η εισαγωγή εννοιών αυτής της μορφής επηρεάζει ουσιαστικά την άποψη της ψυχανάλυσης για τον άνθρωπο, αλλά και την επιστημολογική θέση της ψυχαναλυτικής θεωρίας.
Με την εισαγωγή της ενόρμησης της ζωής και της ενόρμησης του θανάτου βαθαίνει το ρήγμα μέσα στον άνθρωπο. Η σεξουαλικότητα προάγει την αυτοσυντήρηση, η αυτοσυντήρηση έχει σεξουαλικές συνιστώσες, είναι και σεξουαλικότητα. Ανάλογα αντιλαμβάνεται κανείς το ναρκισσισμό και το αντικείμενο. Η κίνηση προς ζωή αναιρείται από την ακινησία του θανάτου, την έλλειψη γονιμότητας της ανόργανης ύλης. Στο σημείο αυτό, ο Freud εξωθεί τις έννοιες στις τελικές συνέπειές τους. Η ακινησία της ανόργανης ύλης μόνο μέσω ενός μεταφυσικού τρόπου, τουλάχιστον στα βιολογικά όρια μιας ανθρώπινης ζωής, όχι μέσω ενός φυσικού τρόπου είναι σε θέση να δώσει γένεση στη ζωή. Υπάρχει κάτι στην ενόρμηση του θανάτου ριζικά ετερογενές από την ενόρμηση της ζωής. Αυτό το συμπέρασμα δεν θα ήταν ίσως εφικτό αν ο Freud δεν απέδιδε στην ενόρμηση του θανάτου τη δυνατότητα να οδηγεί τα πράγματα έως το σημείο της ανόργανης ύλης, από την οποία ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση με όποια εκδοχή της ενόρμησης της ζωής να δημιουργήσει ζωή. Η ενόρμηση της ζωής και η ενόρμηση του θανάτου αλληλοδιαπλέκονται σε διάφορα επίπεδα όπως η αυτοσυντήρηση και η σεξουαλικότητα. Μία επί μέρους καταστροφή είναι αναγκαία ώστε να ακολουθήσει η επανασύνθεση, να ανανεώνονται οι μορφές της ζωής και να αναζητούν μία πιο λειτουργική ένταξη στο περιβάλλον. Υπάρχει όμως ένα σημείο στην ενόρμηση του θανάτου το οποίο αποκλείει την αναστροφή προς την ενόρμηση της ζωής. Ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να μετατρέψει την ανόργανη ύλη σε ζωή.
Ο Freud εισάγει με τον τρόπο αυτό ένα ουσιαστικό σημείο ασυμβατότητας στη φύση του ανθρώπου, ένα αγεφύρωτο ρήγμα, το οποίο ο άνθρωπος είναι δυνατόν να καλύπτει, να διαπραγματεύεται με διάφορους τρόπους, δεν είναι όμως σε θέση να απαλείψει. Είναι δυνατόν να το υπερβεί μεταφυσικά, να το αναγάγει σε μεταφυσικές ενοποιούσες οντότητες, δεν είναι όμως σε θέση να το αφομοιώσει μέσα στα όρια της φυσικής του ζωής. Ο τερατώδης πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ο αποχωρισμός και το αίσθημα προδοσίας και εγκατάλειψης από παλαιούς φίλους, η όποια απογοήτευση από την επιθυμία του να δει την ψυχανάλυση στέρεα τοποθετημένη εντός των φυσικών επιστημών πιθανόν να συνέβαλαν στην εξώθηση του ζεύγους των ενορμήσεων σ’ αυτήν τη ριζική ετερογένεια με τις μεταφυσικές συνέπειες. Όποιος και να είναι ο λόγος, ο Freud αμφισβήτησε πλέον ευθέως τη δυνατότητα του ανθρώπου να επαφίεται στην ικανότητά του να λειτουργεί ορθολογικά. Ο άνθρωπος του Διαφωτισμού δεν είναι πλέον σε θέση να υποστηρίζει ότι οι έλλογες δυνατότητές του είναι σε θέση να φιλοξενούν τον ορθό Λόγο, εάν στη ρίζα της ανθρώπινης οντολογίας τοποθετείται μία καταστροφικότητα μη περαιτέρω αναγώγιμη και μη επιδεχόμενη οποιονδήποτε μετασχηματισμό στο αντίθετό της. Ο ορθολογισμός δεν είναι πλέον ο κύριος της κατάστασης. Είναι δυνατόν να έχει μία μερική κυριαρχία, υπό συνθήκες να δίνει και την εντύπωση μίας γενικής αρχής, δεν είναι όμως σε θέση να διεκδικήσει τη διαχείριση της ανθρώπινης ζωής σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Ο άνθρωπος του Διαφωτισμού οφείλει να διευκρινίζει πλέον τα όρια της δικαιοδοσίας του και να αναγνωρίζει τη λειτουργία μίας εσχατολογικής καταστροφικότητας την οποία δεν είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε να περιορίσει –όπως δεν ήταν σε θέση στηριζόμενος στην εμπειρία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου να αποτρέψει τον δεύτερο. Και επίσης να αποδώσει σ’ αυτήν την εσχατολογική καταστροφικότητα οντολογική αξία, να την καταστήσει ουσιώδες και αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης.
Με τον τρόπο αυτό, ο Freud υπερέβη την πρώτη του αμφιθυμία ως προς τη φύση του ανθρώπου. Εισάγοντας το ασυνείδητο αμφισβήτησε το συνειδέναι, την ουσιαστική δύναμη του ανθρώπου να διαφύγει των δεσμών του μεσαίωνα. Την αναγνώρισε όμως εκ νέου όταν ισχυρίσθηκε ότι το Εγώ είναι σε θέση να αντικαταστήσει το ασυνείδητο. Με την ενόρμηση του θανάτου και την εσχατολογική αναγωγή στην ανόργανη ύλη γίνεται πλέον πιο αποφασιστικός και ρηξικέλευθος. Ο άνθρωπος σε τελευταία ανάλυση δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει ορθολογικά. Ο ορθολογισμός είναι ένας εφήμερος εφησυχασμός υποκείμενος στην αναίρεση του ίδιου του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτόν, ο Freud παρουσιάζει πλέον την ιδιαίτερη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον πολιτισμό του. Ο άνθρωπος δημιουργεί και καταστρέφει, εμπεριέχει ο ίδιος δημιουργικότητα και καταστροφικότητα, αυτό καθορίζει τελικά τη φύση του. Και αυτό που αναζητά είναι κατά το δυνατόν μία λειτουργική ισορροπία χωρίς την ψευδαίσθηση μίας μερικής ή ολικής κυριαρχίας του ορθολογισμού. Το Εγώ δεν είναι πλέον σε θέση να αντικαταστήσει το ασυνείδητο ούτε να το γνωρίσει. Είναι σε θέση να διαπραγματευθεί κάποιες πλευρές του αγνοώντας και μη όντας σε θέση να διαπραγματευθεί με τις υπόλοιπες. Αυτές είναι οι οντολογικές συνέπειες της μετάβασης από την λιβιδώ και την επιθετικότητα στην ενόρμηση της ζωής και την ενόρμηση του θανάτου, η έσχατη κριτική ματιά προς τον ναρκισσισμό του δυτικού ανθρώπου, ενός ανθρώπου που προώθησε τον πολιτισμό και τις επιστήμες και συγχρόνως απειλεί τον ίδιο και τη φύση με καταστροφή.
Η κλινική ψυχανάλυση
Η προσέγγιση αυτή εγείρει ερωτήματα ως προς τη φύση της ψυχανάλυσης. Η αρχική επιδίωξη του Freud ήταν η δημιουργία μίας θεωρίας με άμεσες θεραπευτικές εφαρμογές. Η ψυχαναλυτική θεωρία και τεχνική όφειλε να προσφέρει ένα αξιόπιστο εργαλείο για την αντιμετώπιση των νευρωτικών καταστάσεων εφάμιλλο της αυστηρότητας της ιατρικής επιστήμης. Συγχρόνως, η ψυχανάλυση πρότεινε μία άποψη για τον άνθρωπο σε ατομικό και διυποκειμενικό επίπεδο. Η άποψη αυτή ήταν ανάλογη με το πνεύμα των καιρών και ακόμη περισσότερο η άποψη της ψυχανάλυσης για τον άνθρωπο θεωρήθηκε αντιπροσωπευτική της εποχής που την ανέδειξε. Συγχρόνως, όμως, η άποψη της ψυχανάλυσης για τον άνθρωπο ήταν και η ουσία της θεραπευτικής της μεθόδου και τεχνικής. Το ασυνείδητο και η παιδική σεξουαλικότητα απέδωσαν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στον άνθρωπο της εποχής και ήταν συγχρόνως θεμελιώδη στοιχεία της ψυχαναλυτικής θεωρίας και τεχνικής στο κλινικό επίπεδο. Η ψυχανάλυση καταγράφηκε ως μία θεωρία και τεχνική με άμεσες θεραπευτικές εφαρμογές και σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ένα βασικό θέμα ταυτότητας της ψυχανάλυσης. Εφ’ όσον η ψυχανάλυση διεκδικεί τη θέση μίας θεραπευτικής μεθόδου οφείλει να μην εξαρτάται από τις κοινωνικές συνθήκες και τις μεταβαλλόμενες αντιλήψεις για τον άνθρωπο. Αντιθέτως οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διεκδικεί τη σταθερότητα, την αντοχή στο χρόνο και την ανεξαρτησία από τις κοινωνικές μεταβολές μίας φυσικής μεθόδου. Η αλήθεια που μεταφέρει η ψυχανάλυση, υπό την έννοια αυτήν, ανήκει στη διαχρονική φύση του ανθρώπου και είναι εφαρμόσιμη σ’ όλες τις εποχές και τους κοινωνικούς σχηματισμούς. Η ανακάλυψη αυτής της αλήθειας εντάσσεται στην ακολουθία των σημαντικών ανακαλύψεων που προσέφεραν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να επηρεάσει ουσιαστικά το πεπρωμένο του. Όπως οι ανακαλύψεις της ιατρικής που ανακούφισαν τον ανθρώπινο πόνο σε πολλές περιπτώσεις και διηύρυναν σημαντικά τον χρονικό ορίζοντα της ανθρώπινης ζωής, όπως επίσης οι ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών οι οποίες επέτρεψαν στον άνθρωπο να τροποποιήσει επ’ ωφελεία του τη σχέση του με τη φύση, έστω και αν οι καταχρηστικές πλευρές αυτής της σχέσης έχουν γίνει σε ορισμένες περιπτώσεις ενοχλητικά ορατές. Το ασυνείδητο και η παιδική σεξουαλικότητα ήταν πάντα εκεί, η ανάδειξη και η αξιοποίησή τους από τον άνθρωπο ανέμενε τη στιγμή της ωρίμανσης των γνωστικών δυνατοτήτων του στη μακρά πορεία εξέλιξής τους (Freud, 1915). Οι κοινωνικές συνθήκες που περιβάλλουν τις ανακαλύψεις αυτές υποστήριξαν την εμφάνισή τους, από τη στιγμή της αναγνώρισής τους, όμως και μετά οι ανακαλύψεις αυτές αυτονομούνται και αποτελούν πλέον κτήμα της ανθρωπότητας. Η ψυχαναλυτική θεωρία και τεχνική θα διατηρήσει έκτοτε τη θεραπευτική εκδοχή της εφ’ όσον ψυχαναλυτής και ψυχαναλυόμενος συνευρίσκονται υπό τους όρους της ψυχαναλυτικής τεχνικής και έχουν ως θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς την ψυχαναλυτική θεωρία ανεξαρτήτως του κοινωνικού πλαισίου αναφοράς, ακόμη δε ανεξαρτήτως της εμφάνισης γνώσεων οι οποίες θα προσφέρουν άλλες οδούς πρόσβασης στα ίδια φαινόμενα. Αυτό θα υπακούει στην ίδια νομοτέλεια σύμφωνα με την οποία η ευκλείδειος γεωμετρία εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις ημέρες μας παρά την εμφάνιση εναλλακτικών γεωμετριών, η έννοια της ελευθερίας εμπνέει ανθρώπους διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων και εποχών και η παιδαγωγική έχει διαχρονική αξία και μεθόδους παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις επιβάλλουν το κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς και η κάθε χρονική στιγμή. Η ψυχανάλυση σε αυτήν την οπτική εγείρει αξιώσεις ως προς την αλήθεια, προβάλλει δηλαδή τον εαυτό της ως μία πλευρά της αλήθειας όσο μερική και ατελής ή πληρέστερη και ουσιαστική αυτή θα είναι. Μίας αλήθειας διαχρονικής η οποία αναδεικνύει ουσιαστικές πλευρές της ανθρώπινης φύσης. Οι όποιες τροποποιήσεις επέλθουν θα επηρεάσουν τα εξωτερικά στρώματα αυτής της αλήθειας, θα αφήσουν όμως αναλλοίωτη την ουσία της, την ουσιαστική πρότασή της για τον άνθρωπο. Και η άποψη αυτή για τον άνθρωπο έχει πλέον οντολογικές αξιώσεις και δεν εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και το πνεύμα της εποχής.
Ο ναρκισσισμός της κάθε εποχής συμβάλλει σημαντικά σε μία αίσθηση αυτάρκειας των ανθρώπων που τις απαρτίζουν και των κοινωνιών τους. Είναι σαν να οφείλουν λίγα σ’ αυτούς που προηγήθηκαν και να χρωστούν λιγότερα σ’ αυτούς που ακολουθούν. Αυτό αληθεύει τις περιόδους ακμής, όταν οι άνθρωποι απολαμβάνουν μίας αντιστοιχίας ανάμεσα σ’ αυτό που δημιουργούν και σ’ αυτό που απολαμβάνουν. Η ψυχανάλυση έζησε τον απόηχο μίας τέτοιας εποχής και τη ραγδαία κρίση της. Είναι κατανοητή η στάση της να τρέφει οντολογικές αξιώσεις στο βαθμό που ανήκει σε μία εποχή η οποία θεωρεί ότι προσέφερε στον άνθρωπο ελευθερία και γνώση σε βαθμό ανυπέρβλητο συγκρινόμενο με οποιοδήποτε άλλο στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας. Θα ήταν όμως θνησιγενής η προσπάθειά της, αν δεν είχε έννοιες να εκφράσουν τη βαθιά κρίση αυτής της αντίληψης που αποδίδεται από τη ζοφερή εικόνα των δύο παγκόσμιων πολέμων και την εξουθενωτική σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Μία οριακή προσέγγιση αυτής της μορφής, αναγνωρίζοντας την κίνηση της ψυχανάλυσης στο μεταίχμιο μιας εποχής, για να συνεχίσει να έχει οντολογικές αξιώσεις και θεραπευτικές επιδιώξεις οφείλει να συμπεριλάβει εντός της ψυχαναλυτικής θεωρίας και αυτήν την κίνηση. Την κίνηση δηλαδή από την αντίληψη ότι το Εγώ θα αντικαταστήσει το Εκείνο στην αντίληψη της ενόρμησης του θανάτου. Και από την αντίληψη της δυνατότητας του ανθρώπου να έχει μία έλλογη σχέση με τον εαυτό του και τη φύση, στον οριακό χαρακτήρα και την έντονη αμφισβήτηση μίας τέτοιας δυνατότητας. Η ψυχανάλυση τότε θα εξέφραζε όχι την αλήθεια για τον άνθρωπο γενικά, αλλά την αλήθεια για τον άνθρωπο της εποχής της με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αυτός έχει. Και κατ’ ουσίαν θα αμφισβητούσε τη δυνατότητα του ανθρώπου να δημιουργήσει μία γενική άποψη για τον εαυτό του, τη σχέση του με τους άλλους και τη σχέση του με τη φύση παρά μόνο αν συμπεριλάμβανε μέσα σ’ αυτήν και την προοπτική άρσης αυτής της άποψης. Η στάση αυτή θα αναγνώριζε στην ψυχανάλυση τη δυνατότητα να προσφέρει μία αφηγηματική άποψη για τον άνθρωπο, μία άποψη η οποία θα ευρίσκεται σε παροδική μόνο ισορροπία εντός αυτής της αφήγησης εξετάζοντας συνεχώς τους όρους και τις συνεκδοχές διατήρησης ή ανατροπής αυτής της ισορροπίας. Οι οντολογικές αξιώσεις θα περιορίζονταν από τη διαχρονική αλήθεια στην περιγραφή των δυνατοτήτων του ανθρώπου να δημιουργεί μία εφήμερη αλήθεια, την οποία, υπό συνθήκες, θα είναι σε θέση να θεωρεί διαχρονική αλήθεια.
Στην εκδοχή αυτήν, αλλάζει και η θεραπευτική προοπτική της ψυχανάλυσης. Δεν θα στηριζόταν στην αντικειμενική, διαχρονική αλήθεια η οποία υπερβαίνει τις δεσμεύσεις μίας εποχής και τους κοινωνικούς σχηματισμούς που τις διαμορφώνουν. Και το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν η υπέρβαση ενός αντικειμενικά υπάρχοντος παθογόνου αιτίου, όπως η περίσσεια του μίσους έναντι της αγάπης και η υιοθέτηση ψυχαναγκαστικών μηχανισμών για την αντιμετώπισή του. Η θεραπευτική δυνατότητα της ψυχανάλυσης θα στηριζόταν στην αξιοποίηση της οπτικής που ο κάθε άνθρωπος έχει για τον εαυτό του και τους άλλους έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς του και στην οποία στηρίζεται η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και η δυνατότητά του να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους. Η ψυχανάλυση θα αφίστατο τότε της αντικειμενικής αλήθειας με διαχρονική ισχύ και θα έπαιρνε το χαρακτήρα μίας κοινωνικά προσδιοριζόμενης αλήθειας, στον τομέα λειτουργίας ενός παραδείγματος.
Εμπειρική – Ερμηνευτική προσέγγιση
Οι συνέπειες είναι άμεσες για τη σχέση κλινικής και θεωρίας. Μία βασική δοξασία της ψυχανάλυσης είναι η άποψη ότι η θεωρία προέκυψε από τις ανάγκες που δημιουργούσε η κλινική κατά μονοσήμαντο τρόπο έτσι ώστε η ψυχαναλυτική θεωρία να ανταποκρίνεται στα κλινικά δεδομένα και να διανοίγει θεραπευτικές δυνατότητες. Η βασική αντίρρηση έγκειται στο γεγονός ότι η ταξινόμηση των κλινικών δεδομένων προϋποθέτει μία θεωρητική αντίληψη ώστε αυτά να καταγραφούν και να γίνουν αντιληπτά ως τέτοια. Η θεωρητική αντίληψη, η οποία διαμορφώνεται στα πλαίσια ενός ευρύτερου παραδείγματος, διαμορφώνει τα κλινικά δεδομένα τα οποία αντανακλώνται εκ νέου στη θεωρία δίνοντάς της την ιδιαίτερη διαμόρφωσή της. Στην οπτική αυτή η θεωρία ή μία εκδοχή της θεωρίας προηγείται της κλινικής, τη διαμορφώνει και στη συνέχεια η κλινική συμβάλλει στην αποκρυστάλλωση της θεωρίας ώστε κλινική και θεωρία να εμφανίζονται σε στενό και αμοιβαίο αλληλοκαθορισμό. Μία διαχρονική και αντικειμενικά προσδιορισμένη αλήθεια στην πρώτη περίπτωση αντιπαρατίθεται στην χρονικά και κοινωνικά προσδιορισμένη αλήθεια στην δεύτερη περίπτωση.
Η επιθυμία του Freud ήταν να ανήκει η ψυχανάλυση στην πρώτη περίπτωση. Εργάσθηκε συστηματικά σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Ήλπισε να αναγάγει τα ψυχικά φαινόμενα σε μία στέρεα, αδιαμφισβήτητη φυσικοχημική βάση. Μετακινήθηκε σε ερμηνευτικές κατευθύνσεις για να υπερβεί τις αναπόφευκτες δυσκολίες αυτής της προσπάθειας και για να συμπεριλάβει τα ανθρωπολογικά και κοινωνιολογικά του έργα. Οι μελέτες για την υστερία και η ερμηνευτική των ονείρων έχουν διαφορετική μεθοδολογία από τις κατασκευές και τον Μωυσή τουλάχιστον σε μία πρώτη προσέγγιση (Freud, 1937). Και αυτό διότι η εμπειρική έναντι της ερμηνευτικής απόπειρας μεθοδολογίας της ψυχανάλυσης είναι μία φαινομενική διαφορά και υπό τις σημερινές συνθήκες θα βλέπαμε μία ενιαία αντίληψη να υπόκειται του ψυχαναλυτικού εγχειρήματος, έστω και αν επιχειρήθηκε να αποδοθεί στη βάση επίκαιρων μεθοδολογικών ρευμάτων. Υπό την ενιαία αυτή άποψη, η ψυχανάλυση θα εξέφραζε το πνεύμα και τις αντιφάσεις της εποχής της οικειοποιούμενη διαφορετικές μορφές έκφρασης, εμπειρικές ή ερμηνευτικές, οι οποίες όμως καθοδηγούνται και αποτελούν μερικές μορφές έκφρασης γενικότερων κατηγοριών οι οποίες αποδίδουν τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού στον οποίο ανήκει η ψυχανάλυση και του οποίου προβάλλει ως χαρακτηριστικός εκπρόσωπος.
Η εμπειρική και η ερμηνευτική προσέγγιση επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την ίδρυση σχολών στη ψυχανάλυση. Η εμπειρική προσέγγιση υιοθετείται από εκείνους που αναγνωρίζουν την ψυχανάλυση ως κυρίως θεραπευτική μέθοδο, η οποία συνεπώς οφείλει να έχει τις στέρεες βάσεις μίας θετικής επιστήμης. Οι ψυχαναλυτές που υιοθετούν την ερμηνευτική προσέγγιση δεν στηρίζουν την αξιοπιστία της ψυχανάλυσης στο θεραπευτικό αποτέλεσμα, αλλά κυρίως στη δυνατότητα της ψυχαναλυτικής θεωρίας να παρακολουθεί τις διάφορες εκφάνσεις του ανθρώπινου ψυχισμού μ’ έναν τρόπο που προωθεί την αναδόμηση της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, το θεραπευτικό αποτέλεσμα αποδίδεται στη γενικότερη αναδόμηση της προσωπικότητας, είναι η συνέπεια αλλά όχι ο πρωταρχικός στόχος της ψυχανάλυσης. Τα μεγάλα αυτά δύο ρεύματα αντιπροσωπεύουν σημαντικές πλευρές της ευρωπαϊκής σκέψης και φυσικώ τω λόγω εκφράσθηκαν και στην ψυχανάλυση. Αλλά και διάφορα άλλα ρεύματα της ευρωπαϊκής σκέψης βρήκαν την αντίστοιχη έκφρασή τους στην ψυχανάλυση. Ο στρουκτουραλισμός εκφράσθηκε με σαφήνεια στην δεύτερη περίοδο της λακανικής ψυχανάλυσης (Lacan, 1989, 1993). Ο γερμανικός ιδεαλισμός επίσης φαίνεται να έχει επηρεάσει σημαντικές πλευρές της ψυχανάλυσης και ιδιαίτερα τη σχέση θεωρίας-κλινικής. Οι σύγχρονες μεταμοντέρνες εκδοχές, ακόμη και η νεοντετερμινιστική θεωρία του χάους, ανευρίσκονται στις θεωρητικές αναζητήσεις της σύγχρονης ψυχανάλυσης (Holland, 1999).
Η ψυχανάλυση έχει πορευθεί εντός του δυτικού πολιτισμού για ένα σημαντικό διάστημα μ’ έναν ανοικτό και δημιουργικό τρόπο. Τροφοδότησε ενδιαφέροντα ρεύματα σκέψης και δέχθηκε τις επιδράσεις από πολλά. Αφομοίωσε ορισμένα από αυτά και τα ενέταξε στο κύριο ρεύμα της ψυχανάλυσης, ενώ άλλα παραμένουν ενεργά ως πιο περιθωριακές εκδοχές της. Η ψυχανάλυση, θα έλεγε κανείς, ως θεωρία και ως πράξη εκφράζει τον πολυκύμαντο χαρακτήρα της δυτικής σκέψης. Αυτή η άποψη ενισχύεται ιδιαίτερα από ένα σημαντικό λόγο, το γεγονός ότι η ψυχανάλυση επικεντρώνεται στο υποκείμενο, το βασικό στοιχείο του δυτικού πολιτισμού από το διαφωτισμό και ύστερα. Και η βασική της μέθοδος στηρίζεται στην εαυτοσκόπηση που είναι επίσης ένα σημαντικό στοιχείο του ανθρώπου γενικότερα και του πολιτισμού μας ειδικότερα. Εμπεριέχει έννοιες που εκφράζουν την ακμή και τον δυναμισμό αυτού του πολιτισμού, καθώς επίσης και την κρίση του. Η επικέντρωση στο υποκείμενο και στην εαυτοσκόπηση εμφανίζεται σε αρμονική συνύπαρξη με το θεμέλιο λίθο του διαφωτισμού, τη ρήση «σκέπτομαι, γι’ αυτό υπάρχω» που εκφράζει με άμεσο και χαρακτηριστικό τρόπο τόσο την επικέντρωση στο υποκείμενο όσο και την επιβεβαίωση της ύπαρξης μέσω της σκεπτόμενης δραστηριότητας, της διασκεπτικής ικανότητας του υποκειμένου. Το υποκείμενο υπάρχει διότι σκέπτεται τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του.
Η ψυχανάλυση ως γνήσιος εκφραστής του δυτικού πολιτισμού ασχολείται με το υποκείμενο και γι’ αυτό προσφέρει γόνιμο έδαφος για τη μελέτη του υποκειμένου και της θέσης του εντός του πολιτισμού. Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την πορεία και το πεπρωμένο του αναλυόμενου υποκειμένου, καθώς και σε ποιο βαθμό η ψυχαναλυτική διαδικασία αναπαράγει τον ρόλο του υποκειμένου όπως αυτός προσδιορίζεται από τον πολιτισμό μας προσφέροντάς του μία αντιπροσωπευτική περιδιάβαση εντός αυτού. Φέρνει στο προσκήνιο όλα εκείνα από τα οποία επωφελήθηκε ο δυτικός άνθρωπος και πιθανόν ό,τι έχασε.
Υποκείμενο – Διυποκειμενικότητα
Αναγνωρίζοντας την αντιπροσωπευτική θέση της ψυχανάλυσης στον δυτικό πολιτισμό και τον κεντρικό ρόλο του υποκειμένου είμαστε σε θέση να προσεγγίσουμε το ψυχαναλυτικό εγχείρημα από μία διαφορετική οπτική. Όχι στο πλαίσιο ενός επιστημολογικού ρεύματος το οποίο αναπτύχθηκε αυτό το χρονικό διάστημα και στο οποίο ανήκει ένα αντίστοιχο ρεύμα της ψυχανάλυσης, της αντικειμενικής αλήθειας θεωρούμενης μίας ιδιαίτερης εκδοχής των επιστημολογικών αναζητήσεων της ψυχανάλυσης. Αλλά εκκινώντας από το υποκείμενο και θεωρώντας το ψυχαναλυτικό εγχείρημα έναν τρόπο προσέγγισης και ένταξης του στο κοινωνικό γίγνεσθαι, καθώς και έναν τρόπο διαπραγμάτευσης και διασαφήνισης της προσωπικής του ταυτότητας. Και αυτό τόσο για τον ψυχαναλυτή όσο και για τον ψυχαναλυόμενο.
Είναι μία προσέγγιση που εισάγει μία διαφορετική οπτική. Το ψυχαναλυτικό εγχείρημα δεν προσεγγίζεται μόνο ως μία μέθοδος η οποία προσφέρει στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα να επωφεληθούν αυτών που η ψυχανάλυση είναι σε θέση να προσφέρει και οι διάφορες σχολές της καθορίζουν. Αυτό ισχύει ούτως ή άλλως. Στην προσέγγιση αυτή επιδιώκουμε να δούμε όχι μόνο αυτό που η ψυχανάλυση προσφέρει στο υποκείμενο σε μία θεραπευτική προοπτική ή σε μία προσπάθεια αναδόμησης της προσωπικότητας, αλλά τις περιβάλλουσες συνθήκες που καθορίζουν τη συνάντηση των δύο υποκειμένων και τα χαρακτηριστικά που αυτή η συνάντηση αποκτά στο πλαίσιο του ψυχαναλυτικού εγχειρήματος. Το λόγο που καθιστά το ψυχαναλυτικό εγχείρημα ελκυστικό για το υποκείμενο είτε στη λειτουργία του ως ψυχαναλυτή είτε στη λειτουργία του ως ψυχαναλυόμενου. Ο θεραπευτικός στόχος και η αναδόμηση της προσωπικότητας φυσικά λειτουργούν ως ισχυρά κίνητρα. Αυτό που μας ενδιαφέρει όμως είναι γιατί επιλέγεται ειδικά η ψυχανάλυση ενώ υπάρχουν και άλλες μέθοδοι που υπόσχονται την εκπλήρωση των ίδιων στόχων.
Η ψυχανάλυση εισήγαγε το ασυνείδητο, ένα εσωτερικό στον άνθρωπο σημείο αναφοράς που περιορίζει τη δικαιοδοσία της συνείδησης, του βασικού σημείου αναφοράς του πολιτισμού μας. Η παιδική σεξουαλικότητα επίσης ελκύει τη σκέψη σε κάτι που γίνεται δύσκολα αποδεκτό. Ο υπηρετών την ψυχανάλυση ή ο ερχόμενος στην ψυχανάλυση έχουν ένα ουσιαστικό ενδιαφέρον γι’ αυτό που δεν φαίνεται άμεσα και γι’ αυτό που έχει μία ανατρεπτική σημασία. Αποδίδουν κεντρικό ρόλο στη σεξουαλικότητα και αμφισβητούν τις δυνατότητες της συνείδησης. Έχουν τη διάθεση να εκτεθούν ως υποκείμενα σε μία δι-υποκειμενική συνθήκη με ισχυρά ασύμμετρο ρόλο είτε λειτουργούν ως θεραπευτές είτε ως θεραπευόμενοι. Και αποσκοπούν στη μελέτη της υποκειμενικότητος μέσω της εαυτοσκόπησης στο πλαίσιο μίας διυποκειμενικότητος. Το υποκείμενο λοιπόν που προσέρχεται στην ψυχανάλυση απευθύνεται στη συνείδησή του με αμφισβήτηση και ανατρεπτικό τρόπο. Συγχρόνως, αναφέρεται στη συνείδησή του εφ’ όσον το όλο εγχείρημα στηρίζεται στην εαυτοσκόπηση όπου η συνείδηση κατ’ ουσίαν παρακολουθεί τον εαυτό της. Επιφέρει δηλαδή έναν διχασμό όπου το παρατηρούν Εγώ παρατηρεί το ίδιο το Εγώ. Και η διαδικασία αυτή εκτίθεται στον διυποκειμενικό χώρο εφ’ όσον η ψυχανάλυση περιλαμβάνει πάντα 2 υποκείμενα.
Στην κατεύθυνση αυτή αναζητούμε τη θέση του υποκειμένου ως προς τον εαυτό του και τους άλλους, τον πολιτισμό και την κοινωνία που τον περιβάλλουν, στη σχέση του με την ψυχανάλυση. Η ψυχανάλυση εκλαμβάνεται ως ο χώρος και η διαδικασία που αναδεικνύει βασικά στοιχεία του πολιτισμού, την πίστη και την αμφισβήτηση σ’ αυτόν. Το υποκείμενο, εκόν ή άκον, παράλληλα με τις θεραπευτικές προσδοκίες, προσέρχεται στην ψυχανάλυση προς αναζήτηση της ατομικής και συλλογικής ταυτότητάς του. Ο σύγχρονος πολιτισμός στηρίζεται στο υποκείμενο, αναδεικνύει το υποκείμενο και συγχρόνως, για το λόγο αυτό, εκθέτει το υποκείμενο σε πρωτόγνωρες ιστορικά πιέσεις. Η επικέντρωση στο υποκείμενο, το αυτοκαθοριζόμενο υποκείμενο ήταν το αποφασιστικό σημείο για την έξοδο από τον ετεροκαθορισμό του υποκειμένου του μεσαίωνα. Η κρίση του πολιτισμού ανέδειξε τις δυσκολίες αυτού του εγχειρήματος όπως εμφανίσθηκαν στην κρίση των σχέσεων του υποκειμένου με την κοινωνία και τη φύση και ανάδρομα με τον εαυτό του. Η ψυχανάλυση είναι ένας χώρος που αναδεικνύει τη δύναμη και την κρίση του πολιτισμού. Η ψυχανάλυση στηρίζεται στο υποκείμενο. Του ζητά να εκθέσει την υποκειμενικότητά του σε μία διυποκειμενική σχέση μ’ ένα διττό τρόπο. Κατ’ αρχήν, περιβάλλει με αμέριστη εμπιστοσύνη το υποκείμενο και τον βασικό εκπρόσωπό του, το Εγώ. Του ζητά εθελουσίως να διχασθεί και το ένα μέρος του να αποδοθεί στον ελεύθερο συνειρμό, να παραιτηθεί δηλαδή οιασδήποτε λογικής ή ηθικής δέσμευσης. Συγχρόνως, να παρατηρεί μ’ ένα άλλο μέρος του Εγώ, το παρατηρούν Εγώ τους ελεύθερους συνειρμούς του. Και όλα αυτά να εκτίθενται σ’ έναν διυποκειμενικό χώρο και να απευθύνονται σ’ ένα άλλο υποκείμενο τον ψυχαναλυτή. Ο ψυχαναλυόμενος δηλαδή στηρίζεται στο Εγώ του, παραιτούμενος εθελουσίως ενός μέρους αυτού και διαπραγματεύεται τη σχέση με την υποκειμενικότητά του μέσω ενός άλλου υποκειμένου. Ή, αντιστρόφως, διαπραγματεύεται τη σχέση του με το άλλο υποκείμενο μέσω της σχέσης με τον εαυτό του. Αν η αρχή του διαφωτισμού εγκαινιάσθηκε με τη δήλωση του υποκειμένου «σκέφτομαι, γι’ αυτό υπάρχω», η εναρκτήριος συνθήκη της ψυχανάλυσης είναι πολύ πιο απαιτητική για το υποκείμενο. Το υποκείμενο αμφισβητείται έντονα. Ενώ του αναγνωρίζεται η δυνατότητα του εθελούσιου διχασμού, με την έννοια του ασυνειδήτου τοποθετείται εντός του ένας χώρος υπό συνθήκες μόνο προσβάσιμος. Με την ενόρμηση του θανάτου ριζοσπαστικοποιείται ακόμη περισσότερο η έννοια του ασυνειδήτου, γίνεται μόνο εν μέρει προσβάσιμος, ένα μέρος του παραμένει πάντα μη προσβάσιμο στο Εγώ και μάλιστα εργαζόμενο εναντίον του. Η ενόρμηση του θανάτου οριοθετεί τη δυνατότητα του Εγώ να προσφύγει στο ασυνείδητο και αμφισβητεί άμεσα το υποκείμενο.
Παράλληλα με τις θεραπευτικές προσδοκίες και την ελπίδα διαπραγμάτευσης βασικών πλευρών της προσωπικότητας, το υποκείμενο εκτίθεται στην ψυχανάλυση σε μία αναζήτηση της ταυτότητάς του και των ορίων του.
Σ’ έναν πολιτισμό που ανάγει τα θεμελιώδη ερωτήματα στο υποκείμενο, η ψυχανάλυση είναι ο χώρος άμεσης και εντατικής έρευνας του υποκειμένου. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο που χάρισε στην ψυχανάλυση την αναγνώριση και μακροβιότητά της. Τα θεραπευτικά της αποτελέσματα δεν αμφισβητούνται, αλλά υπάρχουν ψυχοθεραπευτικές πρακτικές που υπόσχονται ανάλογη συμπτωματική ανακούφιση. Η αναζήτηση όμως της συμπτωματικής ανακούφισης σε μία ευρεία έρευνα της υποκειμενικότητας στη σχέση της με την διυποκειμενικότητα αποδίδει στην ψυχανάλυση κάτι σημαντικά περισσότερο από μία θεραπευτική πρακτική. Την αναδεικνύει σε μία διαδικασία αντιπροσωπευτική των δυνατοτήτων και αδυναμιών του υποκειμένου, τόσο σ’έναν υποκειμενικό όσο και σ’ έναν διυποκειμενικό χώρο και υπό την έννοια αυτήν των δυνατοτήτων και αδυναμιών του πολιτισμού μας.
Η ψυχαναλυτική θεωρία εμφανίζεται ως ένας εκπρόσωπος του πολιτισμού ενσωματώνοντας τη θετική συνεισφορά και τις αρνητικές του συνέπειες. Επενδύει στις δυνατότητες του υποκειμένου και συγχρόνως αναδεικνύει τις αδυναμίες και τα όριά του. Και η τεχνική με την ιδιαίτερη θέση του αναλυτή ως προς τον αναλυόμενο αποδίδει συμβολικά την άποψη της θεωρίας. Ότι ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν ούτε μόνος του με τα έλλογα μέσα που διαθέτει, ούτε στο πλαίσιο μίας συμβατικής συνάντησης, να γνωρίσει τις βαθύτερες πτυχές της βιογραφίας του και της νεύρωσής του. Η ιδιαίτερη διάταξη του αναλυτή ως προς τον αναλυόμενο, πρωτότυπη και πρότυπη στην ιστορία του ανθρώπου, διευκολύνει την ανάδυση πλευρών του ψυχισμού που αλλιώς θα παρέμειναν απροσπέλαστες. Εντός της ιδιαιτερότητας της ψυχαναλυτικής διάταξης, το αναλυόμενο υποκείμενο θα αναζητήσει τα όρια των δυνατοτήτων του, όρια που καθορίζονται από τη βιολογία και τον πολιτισμό του. Θα αναζητήσει τις ασυνείδητες πτυχές της βιογραφίας του που καθορίζουν την νεύρωση, την προσωπικότητά του και τις διαπροσωπικές του σχέσεις. Τον τρόπο που προσλαμβάνει την κοινωνία και τον τρόπο που παρουσιάζεται σ’ αυτήν. Τα όρια της δυνατότητάς του να ανήκει στην κοινωνία και να διαφοροποιείται, να είναι οργανικό μέλος και συγχρόνως αυτόνομος. Η διυποκειμενικότητα στη σχέση αναλυτού – αναλυόμενου, όπως αναδεικνύεται στη νεύρωση μεταβίβασης και εντατικοποιείται από την καινοτόμο τοποθέτηση του αναλυτού ως προς τον αναλυόμενο, προσφέρει στο υποκείμενο τη δυνατότητα να αναζητά τα όρια της ελευθερίας του έναντι των βιολογικών δεσμεύσεων των ενορμήσεων και του πολιτισμού του.
Θεωρία και θεσμός
Όπως ακριβώς η ψυχαναλυτική διάταξη ανοίγει τις δυνατότητες του υποκειμένου να αναζητήσει μέσω των ελεύθερων συνειρμών και της μεταβίβασης τα όριά του, το ίδιο περιμένει κανείς από την ψυχαναλυτική θεωρία και τη θεσμική της έκφραση. Η θεωρία οφείλει να προσφέρει ένα πεδίο λόγου, διαφοροποιό ως προς τη δομή και το περιεχόμενό του από τις ισχύουσες ψυχολογικές θεωρήσεις, ώστε να διευκολύνονται οι αναζητήσεις του ψυχαναλυτικού εγχειρήματος. Το ασυνείδητο, η πρώιμη παιδική διαστροφική σεξουαλικότητα και, σε πιο αφηρημένο επίπεδο, η ενόρμηση του θανάτου οπωσδήποτε προσφέρουν μία προσέγγιση ανοικτή και ανατρεπτική. Ο αναλυόμενος εκτιθέμενος στην αναλυτική διάταξη και στην οπτική της θεωρίας έχει μία κατ’ αρχήν θετική ώση στην επιθυμητή κατεύθυνση.
Η ψυχαναλυτική θεωρία έχει βέβαια τα χαρακτηριστικά κάθε θεωρίας. Η θεωρία συνίσταται σε μία συστηματοποιημένη θεώρηση που απαλείφει επί μέρους διαφορές. Οφείλει να είναι αρκετά ανοικτή ώστε να συμπεριλαμβάνει ομοειδείς περιπτώσεις και αρκετά συνεκτική ώστε να αποκλείει τις ετερογενείς. Όταν αντικείμενο της θεωρίας είναι φυσικά φαινόμενα, η λειτουργία της θεωρίας είναι εύκολο να προσαρμοστεί σ’ αυτά τα χαρακτηριστικά. Όταν όμως αντικείμενο είναι το ασυνείδητο και οι φαντασιώσεις και ο τρόπος που αυτά επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ο ρόλος της θεωρίας γίνεται σύνθετος και αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο χαρακτηρισμός ή όχι της ομοφυλοφιλίας ως νόσου και οι ιδιαιτερότητες της σεξουαλικής ζωής των γυναικών δείχνουν τον κανονιστικό ρόλο που είναι δυνατόν να αναλάβει μία θεωρία εκ των πραγμάτων, ίσως και ανεξάρτητα από τη θέλησή της.
Η σημασία ενός τέτοιου ρόλου της θεωρίας είναι ιδιαίτερα εμφανής στο ψυχαναλυτικό εγχείρημα, όταν μάλιστα αυτό προσεγγίζεται από την πλευρά της αναζήτησης της ταυτότητας και των ορίων της ελευθερίας του υποκειμένου. Εάν η θεωρία είναι δυνατόν να ερμηνευθεί ως προδιαγράφουσα την πορεία του υποκειμένου από την πρώιμη, παιδική, διαστροφική σεξουαλικότητα σε γενετήσιες κατασκευές, τότε λαμβάνει αναπόφευκτα κανονιστικό ρόλο και δρα δεσμευτικά ως προς την ελευθερία του υποκειμένου.
Το κανονιστικό φορτίο της ψυχαναλυτικής θεωρίας σ’ ένα σημαντικό βαθμό επηρεάζεται από τη σχέση της με τη θεσμική έκφραση της ψυχανάλυσης, τα ψυχαναλυτικά ινστιτούτα. Όπως κάθε θεραπευτική πρακτική και η ψυχανάλυση οφείλει να στηρίζεται σε ένα στέρεο πλαίσιο δεδομένων ώστε να παρέχει τις αναγκαίες εγγυήσεις για τη θεραπεία που υπόσχεται, όπως συμβαίνει και στην ιατρική. Αυτό συμπεριλαμβάνει και την εκπαίδευση αυτών που παρέχουν τη θεραπεία, των ψυχαναλυτών, μ’ έναν τρόπο που εγγυάται τη συνεπή εφαρμογή της.
Το ινστιτούτο εκπαίδευσης, ο θεσμικός φορέας της ψυχανάλυσης, οφείλει να εγγυάται την αξιοπιστία της ψυχαναλυτικής θεωρίας και τεχνικής, της δυνατότητάς της να λειτουργεί θεραπευτικά. Η αυστηρότητα που επιβάλλει μία θεραπευτική αξίωση συγχρόνως στηρίζεται στην ελευθερία της σκέψης και της φαντασίας. Την ελευθερία επικαλείται και από ένα θεσμό ο οποίος συγχρόνως προωθεί την κανονιστική ατμόσφαιρα μίας θεραπευτικής πρακτικής. Τα ψυχαναλυτικά ινστιτούτα καθορίζουν και ελέγχουν στηριζόμενα στην ελευθερία. Αναπαράγουν και διδάσκουν μία γνώση η οποία οφείλει να λειτουργεί δεσμευτικά για να είναι αξιόπιστη και συγχρόνως να απελευθερώνει. Αυτό είναι το μεγάλο δίλημμα που προκύπτει από τη σχέση της ψυχαναλυτικής θεωρίας με το γνωστικό της αντικείμενο, τη φαντασία, και από τον τρόπο ένταξης της ελευθερίας σ’ ένα θεσμικό, πειθαρχημένο πλαίσιο όπως αυτό αντανακλάται στη σχέση ψυχαναλυτού-ψυχαναλυομένου και ψυχαναλυτού-θεωρίας-ινστιτούτου.
Η εγγενής αυτή αντίφαση ανάμεσα στη φόρμα και στο περιεχόμενο αναδεικνύει και τον κίνδυνο φορμαλισμού των ινστιτούτων και της υπερβολικής επιτρεπτικότητας της εξωθεσμικής ψυχανάλυσης. Χρειαζόμαστε μία γενικότερη αρχή που να μας επιτρέψει να παρακολουθήσουμε την πορεία της ελευθερίας του υποκειμένου στο θεσμικό πλαίσιο της πειθαρχίας και στην ομοιογένεια της θεωρίας. Ένα θέμα, όπως αυτό της ελευθερίας, δεν αντιμετωπίζεται με την προσταγή του αναλυτού προς τον αναλυόμενο να έχει ελεύθερους συνειρμούς ούτε με αναφορά σε γενικές αρχές.
Η ψυχαναλυτική θεωρία και ο ψυχαναλυτικός θεσμός δημιουργούν τη συνθήκη, αλλά δεν εγγυώνται τη δυνατότητα του υποκειμένου να αναζητήσει τα όρια της ελευθερίας του έναντι της νεύρωσής του. Το ίδιο ισχύει και για την εξωθεσμική ψυχανάλυση όπου το πλεόνασμα ελευθερίας αντιρροπείται από την έλλειψη του πλαισίου εκείνου, του θεσμού, που θα αναζητούσε τα όρια της σχέσης θεσμού-ατόμου όπως διαμεσολαβείται από τη θεωρία. Η ψυχαναλυτική θεωρία με την αναπόφευκτη γενίκευσή της και την κανονιστική χροιά της και ο ψυχαναλυτικός θεσμός, συνεπής στο έργο υπεράσπισης και διδασκαλίας της θεωρίας, είναι δυνατόν να εξυπηρετήσουν, αλλά και να καταστρατηγήσουν την ελευθερία του υποκειμένου.
Αναλυτής και αναλυόμενος συμμετέχουν στο ψυχαναλυτικό εγχείρημα αναζητώντας τη διεύρυνση της ελευθερίας του υποκειμένου. Τους πλαισιώνει μία θεωρία και ένας θεσμός που προσφέρει τη δυνατότητα, αλλά δεν εγγυάται αυτόν το στόχο. Άλλωστε, πρόκειται για έναν στόχο που θα παραμείνει ανεκπλήρωτος. Ο στόχος είναι ουσιαστικά μεταφυσικός. Η ελευθερία του υποκειμένου σε κάθε ανθρώπινη κατάσταση εξακολουθεί να είναι το ζητούμενο όμως ο κάθε άνθρωπος παραμένει νευρωτικός. Αναφερόμεθα ουσιαστικά σε μία δυνατότητα εξέλιξης, σε μία διεύρυνση του πεδίου της ελευθερίας, σε μία τροποποίηση των βασικών μηχανισμών της νεύρωσης. Στο φυσικό πεδίο αναζητούμε τις συνθήκες που θα εγγυώνται αυτήν την κίνηση και θα συντηρούν αυτήν την ατμόσφαιρα, ώστε η αναπόφευκτη γενίκευση της θεωρίας να μη συνθλίβει την ιδιαιτερότητα, ο κανονιστικός της ρόλος να μην εξελίσσεται σε ηθικοκρατία, η αναπαραγωγή της θεωρίας από ένα θεσμό να μην συμβάλλει στην τυποποίησή της.
Ηθική και αισθητική
Η ψυχανάλυση ως θεωρία και τεχνική ανήκει στην εποχή του υποκειμένου και δίνει στο υποκείμενο τη δυνατότητα να αναζητήσει τη θέση του έναντι εαυτού και άλλων εντός αυτής της κοινωνίας. Η θεωρία της και η τεχνική της αναδεικνύουν τις ιδιαιτερότητες του ατόμου της εποχής μας και του δίνουν τη δυνατότητα να αναζητήσει τα όριά του στην κατεύθυνση της νεύρωσης και της διυποκειμενικότητας. Η θεωρία της ψυχανάλυσης αναδεικνύει τη δύναμη και τις αδυναμίες του υποκειμένου και η τεχνική της εισάγει μία μορφή διαλόγου που αναδεικνύει τις πλευρές του υποκειμένου που αντιστοιχούν σε αυτές που εισήγαγε ο δυτικός πολιτισμός. Τα σημεία κρίσης του υποκειμένου και τα σημεία κρίσης του πολιτισμού έχουν τον ευνοϊκό χώρο της ψυχαναλυτικής θεραπείας για να αναζητήσουν την επωφελή επίδραση της θεωρίας της ψυχανάλυσης. Συγχρόνως, υπόκεινται στους περιορισμούς που κατ’ αρχήν κάθε θεωρία επιβάλλει στο αντικείμενό της και κάθε πολιτισμός στο υποκείμενο. Στη διελκυστίνδα αυτή η ψυχαναλυτική θεωρία και τεχνική είναι σε θέση να κινηθεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Έχει τη δυνατότητα της απελευθέρωσης του υποκειμένου και έχει τη δυνατότητα της δέσμευσης του υποκειμένου, δέσμευση που μπορεί να πραγματοποιείται ακόμη και στο όνομα της απελευθέρωσης. Η ψυχανάλυση έχει τη δυνατότητα μίας ανοικτής πρότασης στον άνθρωπο. Η κατεύθυνση που θα πάρει αυτή η πρόταση δεν εξαρτάται μόνο από τη θεωρία και την τεχνική. Αυτή έχει τη δυνατότητα να ωθήσει τα πράγματα σε μία κατεύθυνση ελευθερίας του υποκειμένου, αλλά συγχρόνως και σε μία κατεύθυνση κανονιστικών παρεμβάσεων όπου, υπό το ένδυμα της ελευθερίας, εμφιλοχωρούν ο δογματισμός και η αυθαιρεσία.
Ένα υποκείμενο σε κρίση και μία θεωρία και τεχνική που έχει τη δυνατότητα, αλλά όχι την εγγύηση μίας χειραφέτησης είναι δυνατόν να οδηγηθούν σε δρόμους διεύρυνσης της ελευθερίας και σε δρόμους περιορισμούς της. Το υποκείμενο είναι δυνατόν να οδηγηθεί σε μία στάση ανοικτή και εποικοδομητική ως προς την κρίση του ή να δεσμεύσει την κρίση του σε αυθαίρετες και απλουστευτικές εκδοχές που προσφέρουν μία διέξοδο εις βάρος όμως της χειραφέτησης, θυσιάζοντας κάποιες ίσως σημαντικές πλευρές της.
Ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση διεύρυνσης των δυνατοτήτων της ψυχανάλυσης προσφέρει η αναγνώριση αυτής της εν δυνάμει θετικής κατεύθυνσης, αλλά και της εν δυνάμει αρνητικής εκδοχής της. Η αναγνώριση αυτού του ενδεχόμενου αναπόφευκτα οδηγεί στην αναζήτηση εκείνων των στοιχείων που θα ενισχύσουν τη θετική εκδοχή της ψυχανάλυσης. Μία ιδιαίτερη ηθική στάση στην κατεύθυνση μίας ηθικής του διαλόγου, μίας ηθικής δέσμευσης η οποία αποδίδει στο διάλογο των δύο υποκειμένων τη δικαιοδοσία να αναφέρεται σ’ όλες τις πτυχές του ενδοψυχικού και διαπροσωπικού χώρου, θα ήταν ένα πρώτο βήμα. Η ηθική του διαλόγου αυτής της μορφής δεν εξαντλείται στην πρόταση που απευθύνει ο αναλυτής στον αναλυόμενο να ομιλεί ελεύθερα χωρίς ηθικούς ή άλλους περιορισμούς, διότι η πρόταση αυτή εισάγει μία έντονη ασυμμετρία χωρίς να απαντά στα ερωτήματα που δημιουργεί. Ερωτήματα όπως οι λόγοι για τους οποίους η πρόταση αυτή είναι η πιο εποικοδομητική για τον αναλυόμενο εφ’ όσον ο μόνος τρόπος να απαντηθεί στην αρχή είναι να αποδοθεί μία θέση αυθεντίας στον ψυχαναλυτή και στην ψυχαναλυτική θεωρία. Επίσης, τους λόγους που οδηγούν τον αναλυόμενο να δεχθεί μία τέτοια πρόταση χωρίς να έχει άποψη για την ψυχαναλυτική θεωρία και τεχνική. Η ευπείθεια, η προσαρμογή, η αποδοχή της λειτουργίας μίας υπερκείμενης αυθεντίας ενέχει τη δυνατότητα στροφής των πραγμάτων σε μία τυποποιημένη ψυχαναλυτική διαδικασία που θα αναπαράγει την αλλοτρίωση και θα βαθαίνει την κρίση του υποκειμένου. Αυτό είναι άλλωστε ένα σημαντικό θέμα της θεσμικής ψυχανάλυσης. Όταν ο αναλυόμενος προσέρχεται στην ανάλυση έχοντας ως υπερκείμενο στόχο να την ασκήσει ως επάγγελμα ή να τη χρησιμοποιήσει ως ένα ναρκισσιστικό εφόδιο, τίθενται σε ιδιαίτερη δοκιμασία οι δυνατότητες της ψυχαναλυτικής θεωρίας και τεχνικής να διεργασθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφ’ όσον υπάρχει δυνατότητα να ενδυθεί ο ψυχαναλυόμενος τη θεωρία και την τεχνική της ψυχανάλυσης και μάλιστα με έναν φαινομενικά γνήσιο τρόπο. Θα έχει δηλαδή τη δυνατότητα να απευθύνει αργότερα ως ψυχαναλυτής την ίδια πρόταση σ’ έναν αναλυόμενο περιμένοντας την ίδια ευπειθή προσαρμογή χωρίς να είναι σε θέση να παρακολουθήσει την ιστορία αυτής της ευπειθούς προσαρμογής, τις διάφορες εκδοχές της και τον τρόπο με τον οποίο αυτές δεσμεύθηκαν με την έναρξη του ψυχαναλυτικού εγχειρήματος. Η ηθική του διαλόγου διατηρεί ανοικτό το ερώτημα όχι μόνο της έναρξης, αλλά και αυτής καθ’ εαυτής της υπόστασης και της δικαιοδοσίας της ψυχανάλυσης. Η εγγύηση ότι οι δυνατότητες που προσφέρει η θεωρία και η τεχνική της ψυχανάλυσης θα έχουν μία θετική επίδραση στο υποκείμενο δεν τοποθετείται εντός της θεωρίας και της τεχνικής, αλλά στην αυτοδέσμευση των δύο υποκειμένων να προσδιορίσουν το ρόλο τους ως κοινωνικά υποκείμενα που επιλέγουν να εκτεθούν σ’ αυτόν τον ασύμμετρο διυποκειμενικό χώρο για να διερευνήσουν τις δυνατότητες μίας μετακίνησης της θέσης τους, του καθ’ ενός ως προς την ταυτότητά του και ως προς τον άλλον. Αυτή η υπερκείμενη αρχή, που δεν εντάσσεται εντός της ψυχαναλυτικής διαδικασίας, δεν απευθύνεται από τον αναλυτή στον αναλυόμενο, αλλά υπέρκειται αυτής και την περιβάλλει, ενισχύει την κίνηση του ψυχαναλυτικού εγχειρήματος σε μία κατεύθυνση χειραφέτησης του υποκειμένου και αποφυγής δογματικών εκδοχών. Η ηθική του διαλόγου δεσμεύει και τον αναλυτή και τη θεσμική ψυχανάλυση σε μία συνεχή αναζήτηση του ρόλου τους και της δικαιοδοσίας τους. Της αλήθειας που μεταφέρουν, αλλά επίσης της φύσης και της κοινωνικής θέσης αυτής της αλήθειας. Η ηθική του διαλόγου δεν επιτρέπει τον εφησυχασμό εντός μίας προδιαγεγραμμένης κατάστασης, αλλά συνεχώς την εξετάζει. Διερευνά τις προϋποθέσεις του εγχειρήματος και την πορεία του έχοντας υπ’ όψιν τις εγγενείς δυσκολίες λόγω της φύσης των πραγμάτων. Οι οριακές δυνατότητες του υποκειμένου και του ψυχαναλυτικού εγχειρήματος δημιουργούν αναπόφευκτα ένα αίσθημα στέρησης το οποίο προσκαλεί την ηθική του διαλόγου. Ο πειρασμός της αυθαιρεσίας και της δογματικής κάλυψης του ελλείμματος είναι πάντα ένα ανοικτό ενδεχόμενο. Το ψυχαναλυτικό εγχείρημα χρειάζεται την αναγωγή του ελλειπτικού χαρακτήρα, της στέρησης σε αισθητική αξία ώστε η ηθική του διαλόγου να συναντήσει την αναγκαία αποδοχή των περιορισμών της. Η αισθητική της έλλειψης στηρίζει την ηθική του διαλόγου και της δίνει τη δυνατότητα να αντιπαρατίθεται στην πληρότητα και τον ολικό χαρακτήρα των δογματικών εκδοχών. Θεσμοί, θεωρία και κλινική της ψυχανάλυσης που εμπνέονται από την ηθική του διαλόγου και στηρίζονται στην αισθητική της έλλειψης έχουν μία καλύτερη ευκαιρία στην αναζήτηση της θέσης του υποκειμένου ως προς τη νεύρωση και τον διυποκειμενικό χώρο. Η αισθητική συνοδεύει κάθε ανθρώπινη εκδήλωση. Της αποδίδει έναν χαρακτήρα ως προς το αίσθημα του ωραίου και κινητοποιεί τον προσανατολισμό του υποκειμένου σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Η αναγωγή της έλλειψης σε αισθητική αξία δεν έχει τον χαρακτήρα παραίτησης ούτε δείχνει κατ’ ανάγκη μία μαζοχιστική διάθεση.
Η παραίτηση και η μαζοχιστική διάθεση ακολουθούν τη διαλεκτική της ψυχανάλυσης και δείχνουν τα όριά της. Είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε δογματικές εκδοχές που περιορίζουν το έλλειμμα αλλά συγχρόνως και τη δικαιοδοσία του υποκειμένου. Η αναγωγή της έλλειψης σε αισθητική αξία προσελκύει την ηθική του διαλόγου και την περιβάλλει. Συμβάλλει στην αναζήτησή της λόγω του ανανεωτικού χαρακτήρα της και όχι στη δογματική κάλυψή της. Είναι η έσχατη εγγύηση ότι το υποκείμενο θα αποδεχθεί την μερική του επίδραση στο ασυνείδητο και τον ελλειπτικό χαρακτήρα της ικανοποίησης στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Η αισθητική της έλλειψης εμπνέει, κινητοποιεί και δείχνει τον ελλειπτικό χαρακτήρα της προσπάθειας. Αποτρέπει την αποδοχή των ολικών εκδοχών, των βεβαιοτήτων. Η ερμηνεία που απευθύνει ο αναλυτής στην ατμόσφαιρα μίας αισθητικής της έλλειψης έχει έναν δυνητικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα. Προτρέπει το υποκείμενο να αναζητήσει τη θέση του και τα όριά του και δεν το δεσμεύει σε μονοσήμαντες εκδοχές. Ο ελλειπτικός χαρακτήρας της ερμηνείας που απευθύνει ο αναλυτής είναι το αντίστοιχο της ελευθερίας του υποκειμένου. Αλλιώς θα οδηγηθούν στη δογματική ταύτιση ή στον αποχωρισμό.
Η ηθική του διαλόγου και η αισθητική της έλλειψης σίγουρα δεν καθόρισαν τον πολιτισμό μας. Η υιοθέτησή τους από την ψυχανάλυση της επιτρέπει έναν διαφοροποιό ρόλο ως προς την περιβάλλουσα ατμόσφαιρα. Προφυλάσσει την ψυχανάλυσή από την αφομοίωσή της σε μία κοινωνική πρακτική. Της δίνει έναν διακριτό ρόλο ως προς τα κοινωνικά δρώμενα. Της επιτρέπει να δημιουργήσει ένα χώρο όπου το υποκείμενο φέρει τις κοινωνικές του συμβάσεις και τις ορμεμφυτικές του δεσμεύσεις αναζητώντας την ικανοποίηση της επιθυμίας του στα όρια της δικαιοδοσίας της επιθυμίας του άλλου. Δεσμευόμενοι από την ηθική του διαλόγου και στηριζόμενοι από την αισθητική της έλλειψης, αναλυτής και αναλυόμενος αναζητούν το δικαίωμά τους στην αυτογνωσία και τη συνύπαρξη. Και υπό την έννοια αυτή, η ψυχανάλυση συνεχίζει να έχει ένα ρόλο για το υποκείμενο και τον πολιτισμό μας.
Βιβλιογραφία
Freud S. (1937). Die endliche und unendliche Analyse. GW XVI pp.59-99.
Freud S. (1920). Jenseits des Lustprinzips. GW XIII, pp.57-58.
Freud S. (1924). Das ökonomische Problem des Masochismus. GW XIII, pp.376-379.
Fοnagy P. and Target M. (1995). Understanding the violent patient: the use of the body and the role of the father. Int. J. Psychoanal 76: 487-501
Freud S. (1914). Zur Einführung des Narzissmus. GW X pp.138-170.
Freud S. (1915). Triebe und Triebschicksale. GW X, pp.215-218.
Eißler K. (1980). Todestrieb, Ambivalenz, Narzissmus. Kindler Taschenbucher.
Freud S. (1915). Das Unbewusste. GW X pp. 276-279.
Freud S. (1937). Konstruktionen in der Analyse. GW XVI, pp.43-56.
Lacan J. (1993). The psychoses. The Seminar of Jacques Lacan.(edited by Jacques-Alain Miller). Transl. by Russel Grigg, Routledge.
Lacan J. (1989). Ecrits. A Selection. Transl. Alan Sheridan. Routledge.
Holland N. (1999). Deconstruction. Int. J. Psychoanal, pp. 153-163
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.