Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος

σύναψις 07  [2007 – τόμος 03]

«Η Ανατομία της Μελαγχολίας» του Robert Burton (1621)

Τόμος Ι
Μετάφραση Παναγιώτης Χοροζίδης
Πρόλογος Μ. Ζ. Κοπιδάκης
Εκδόσεις Ηριδανός
Αθήνα 2007, σελ. 648

Η πλήρης γαλλική έκδοση της Ανατομίας της Μελαγχολίας  του Robert Burton (1576-1640), που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2000, χαρακτηρίστηκε μέγιστο εκδοτικό γεγονός και χαιρετίστηκε αναλόγως. «Βιβλίο αγαπημένο»  για πολλούς συγγραφείς, «από τον Keats μέχρι τον Borges, περνώντας από τον ρομαντικό Byron» (Liberation, 13/4/2000) και «μνημείο της παγκόσμιας λογοτεχνίας» (Le Soir, 12/4/2000), «αγγίζει ιδιοφυώς τα πάντα» (Le Monde, 14/4/2000), όντας ένα σύγγραμμα που εξακολουθεί να «μας καθρεφτίζει μετά από 4 αιώνες» (Express, 25/5/2000). Έτσι έγινε δεκτό το έργο του κληρικού και λόγιου του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης που εκδόθηκε το 1621 και μεγεθυνόταν, «βελτιούμενο», σταδιακά στις τέσσαρες επόμενες εκδόσεις του μέχρι το 1638. «Βιβλιοθήκη ολόκληρη», έτσι το παρομοίασε ο Jean Starobinski που προλόγισε την γαλλική έκδοση.1 Όχι μόνο για το μέγεθός του, με τις 2.112 σελίδες, τις 516.384 λέξεις, τα 13.333 παραθέματα από 1.598 συγγραφείς και τις αναφορές σε 2.700 τόμους, αλλά γιατί, μέσα σε αυτόν τον τεράστιο όγκο δουλειάς συνδυάζεται αξεχώριστα «η αποθησαύριση με την επινόηση». Σύμπασα η ως τότε γνωστή ιατρική, όλες οι περί ηθικές απόψεις κι ένα μεγάλο μέρος της ελληνορωμαϊκής και χριστιανικής ποιητικής κληρονομιάς προσφέρονται εδώ αφειδώς, αυτούσια ή κατά προσέγγιση, καθώς ο Burton έχει συλλέξει όλα όσα είχαν ειπωθεί ως τότε για τη μελαγχολία και τη μεγαλοφυΐα, τη θλίψη και τη χαρά, τη δυστυχία και την ευτυχία. Δεν ανακεφαλαιώνει απλώς συνταγές, υποθέσεις, γνώσεις και δόγματα αλλά κατασκευάζει μια ουτοπία, προσεγγίζοντας τόσο το σώμα όσο και τον ψυχισμό, με σκοπό να ξεπεραστούν τα προβλήματα που έθεταν η απελπισία και η φτώχεια.

      Από το καλοκαίρι του 2007 διαθέτουμε πλέον και την ελληνική έκδοση (τον πρώτο τόμο) της Ανατομίας της Μελαγχολίας, σε μετάφραση-άθλο και εισαγωγή του Π. Χοροζίδη, με πρόλογο του καθηγητή Μ. Ζ. Κοπιδάκη. Η άρτια αυτή εκδοτική προσπάθεια του Ηριδανού αγγέλθηκε  με προδημοσίευση αποσπασμάτων [από το κείμενο, την εισαγωγή και τον πρόλογο] (Καθημερινή 20/5/07) και απέσπασε, με την εμφάνισή της, θερμότατες κριτικές παρουσιάσεις. Πριν κυκλοφορήσει, ο Ηλίας Μαγκλίνης είχε ήδη συστήσει το «μνημειώδες» αυτό έργο ως «ένα από τα κεφαλαιώδη κείμενα της ευρωπαϊκής γραμματολογίας», ένα magnus corpus που ο «ακαταπόνητος βιβλιοφάγος» συγγραφέας του μετέτρεψε από «επιστημονική-φιλοσοφική πραγματεία σε μυθιστόρημα χωρίς χαρακτήρες» (Καθημερινή 20/5/07). Από τις στήλες της Βιβλιοθήκης (Ελευθεροτυπία, 7/9/07), η Κατερίνα Σχινά, θα προσθέσει : «ένα παράτολμο πείραμα, που σκαλίζει σώμα και ψυχή, ψηλαφίζοντας θαρραλέα την ανθρώπινη συνθήκη –ευάλωτη, εύθραυστη, μελαγχολική», τονίζοντας συνάμα  «την εμβρίθεια, το κέφι, την υβριδική του χάρη, τη σατιρική του εξυπνάδα, το γοητευτικό του θέμα», Με τη σειρά της, η Λίζυ Τσιριμώκου στο Βήμα (23/9/07) θα χαρακτηρίσει «υποδειγματικό» το κείμενο όπου ξεδιπλώνεται «η φιλοσοφική, φιλολογική, θεολογική και ευρύτερα επιστημονική εποπτεία [του Μπέρτον], με παραδείγματα, προτάσεις και υποδείξεις για φάρμακα και αντιφάρμακα, με συνεχή άλματα από το ατομικό στο συλλογικό επίπεδο, από τα όρια του μικρόκοσμου στη σφαίρα του μακρόκοσμου». Κι όλα αυτά «χωρίς βλοσυρή σχολαστικότητα, με ύφος ανάλαφρο, παιγνιώδες, χιουμοριστικό».

      Ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός και εδώ σε μας. Από πού όμως αντλεί αυτή τη διαχρονικότητα μέσα στους αιώνες;

 

*

Ο Robert Burton καταπιάνεται με τη μελαγχολία ως πάσχων που επιχειρεί να αυτό-ιαθεί μέσα από το γράψιμο.2 «Προφασιζόμενος το όνομα ενός άλλου», υπογράφει με το ψευδώνυμο Δημόκριτος ο Νεώτερος,3 όχι όμως για να υποστηρίξει τους νεωτερισμούς της εποχής του –π.χ. του Κοπέρνικου και του Μπρούνο, που «αναβιώνουν όσα εκείνος πρέσβευε»–, αλλά για να ενδιατρίψει στα ερωτήματα που έθετε ο ίδιος ο Δημόκριτος: «πού έχει την έδρα της η atra bilis, η μέλαινα χολή, πούθε έρχεται και πώς γεννήθηκε στο σώμα του ανθρώπου, μήπως κι ο ίδιος μέσα του κάπως γιατρευτεί, και τα γραφτά του και οι παρατηρήσεις του φωτίσουν και τους άλλους πώς να φυλάγονται και να την πολεμήσουν» [510]. Ο Burton, ένας πάσχων λόγιος. Κι ο Δημόκριτος, άρρωστος ή σοφός;

      Στις Επιστολές4 του [ψευδο]Ιπποκράτη, που χρονολογούνται από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, η αμφισημία της τρέλας –ιδιοφυΐα ή/και τρέλα– παίρνει τη μορφή μυθιστορήματος. Ο Ιπποκράτης πηγαίνει στα Άβδηρα, καλεσμένος από τους κατοίκους, για να εξετάσει και να θεραπεύσει τον Δημόκριτο που λένε πως παραφρόνησε και γελάει συνέχεια. Επιστρέφοντας στην Κω θα πει πως ο υποτιθέμενος τρελός είναι σοφός γιατί γελούσε με την κενότητα και την επίδειξη της εποχής και των ανθρώπων και όχι αναίτια σαν τρελός [90-93]. Ανάλογο και το 30ο Πρόβλημα του [ψευδο]Αριστοτέλη που καταργούσε τη διάζευξη μεταξύ ευφυούς και τρελού, τονίζοντας ότι οι έχοντες θερμή μαύρη χολή σε υπερβολική ποσότητα είναι παράφοροι, προικισμένοι και ανήκουν στους μελαγχολικούς.5 Ο Burton θα σταθεί στο πρώτο.

      Εκείνη την εποχή, η «μόδα» της μελαγχολίας  κρατούσε από τις αστρολογικές –κρόνειες, κυρίως– επιδράσεις στις οποίες οι νεοπλατωνικοί απέδιδαν τις εκδηλώσεις του μελαγχολικού χαρακτήρα. Ο Κρόνος μεσουρανούσε στη γέννησή του, λέει [49], κι όταν περιγράφει τον μελαγχολικό άνθρωπο ως σκυθρωπό, ανόρεχτο, θλιμμένο, βλοσυρό, σκεφτικό και απορροφημένο παραπέμπει τον αναγνώστη του στον Dürer, στην προσωποποίηση της Μελαγχολίας, το ομώνυμο χαρακτικό του 1614: «σα μια γυναίκα λυπημένη, που ακουμπάει στον αγκώνα της με στυλωμένο βλέμμα» μέσα σε σκηνικό που θυμίζει τις αστρολογικές καταβολές της μελαγχολίας που κρατούσαν από τον μεσαίωνα. «Γι αυτό και κάποιοι έχουν [τους μελαγχολικούς] για επηρμένους, αγαθούς, βλαμμένους ή μισότρελους […] ενώ, παρ’ όλα αυτά, είναι στοχαστικοί, με αντίληψη σπουδαία, σοφοί έξυπνοι, λογικοί» [576-576]. Λίαν χαρακτηριστική η στάση της προσωποποιημένης μελαγχολίας.6 Διπλό το εκπεμπόμενο μήνυμα: με τη κλίση της κεφαλής, τη στήριξή της στο χέρι, συμβολίζεται ταυτόχρονα η θλίψη αλλά και ο κόπος της δημιουργικής σκέψης.7

Το gestus melancholicus, όπως ονόμασαν τη χαρακτηριστική αυτή στάση, θα το δούμε και στην Ανατομία της Μελαγχολίας. Έτσι εικονίζονται ο Democritus Junior και ένας πάσχων: ο πρώτος, στο κεντρικό, πάνω από τον τίτλο, εικονίδιο του χαρακτικού της προμετωπίδας που κοσμεί το σύγγραμμα, ο δεύτερος στο μεσαίο δεξιά εικονίδιο, ρητά αναφερόμενο αυτή τη φορά στο ποίημα που ακολουθεί. Διαβάζουμε πρώτα: «Κάτω από ’να δέντρο, σε πέτρα καθιστός, / μ’ ένα βιβλίο στα γόνατα, είναι ο γέρο-Δημόκριτος. / Γύρω σωρός ψοφίμια σκορπισμένα, / σκυλιά, γατιά και άλλα ζωντανά. / Ανατομία κάνει, γυρεύοντας να δει / πού έχει την έδρα της η μέλαινα χολή. / Πιο πάνω του ο ουρανός / κι ο κυβερνήτης της μελαγχολίας, ο Κρόνος » [σελ 29]. Κι αμέσως παρακάτω: «Ο υποχόνδριος στηρίζεται στο χέρι του / τον έχουνε ρημάξει τ’ αέρια στα πλευρά του, / ανοίγοντας βαθιά πληγή (ένας Θεός το ξέρει), / διπλώνεται απ’ τον πόνο κι όλο θλίβεται. /  Τριγύρω του μπουκάλια και κουτιά, / που τα ’φερε απ’ το φαρμακείο τώρα δα. / Οι όψεις του Κρόνου, ψηλά στον ουρανό, / δηλώνουν την περίπτωση».

 

*

Το πέρασμα από την ικανότητα του γιατρού στην ικανότητα του φιλοσόφου είναι σαφές μέσα στο παράδειγμα του Ιπποκράτη με το φάρμακο και του Δημόκριτου με την ιλαρότητα. «Ο Ιπποκράτης είναι ο μέγας δάσκαλος του ελλέβορου, της παράξενης αυτής πανάκειας που θεραπεύει εξ ίσου καλά το γλαύκωμα των ματιών και τις ασθένειες της μαύρης χολής. επιδρά στα όργανα και επιδιώκει την αποβολή της βλαβερής ουσίας. Λιγότερο επικίνδυνο, τουλάχιστον για τον οργανισμό, είναι το φάρμακο του Δημόκριτου: ως μέγας δάσκαλος της σάτιρας, επενεργεί στα ήθη και αρκείται στο να είναι δηκτικός. Το ένα επιφέρει την αποβολή μιας πλεονάζουσας ύλης από τα σπλάχνα, το άλλο διαπερνά σώματα και ψυχές. η αιχμή είναι το όπλο του φιλοσόφου».8

      Ανάλογα καθαρκτικός θέλει να είναι ο Robert Burton. «Απλός θεατής, κοιτάω τα πεπρωμένα και τα απρόοπτα στων άλλων τις ζωές, που παίζουν το δικό τους ρόλο, κάπως αλλιώς –θαρρώ– απ’ τη σκηνή ενός κοινού θεάτρου. Καινούργια νέα μαθαίνω κάθε μέρα, με πολέμους, που ακούγονται μονότονα, λοιμοί, φωτιές, πλημμύρες, κλοπές, φόνοι, σφαγές, μετεωρίτες, κομήτες, φάσματα, θαύματα, θεοφάνειες, πόλεις που έπεσαν, πόλεις κλεισμένες σε κλοιό, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στη Τουρκία, στη Περσία, στην Πολωνία. Πολεμικές προετοιμασίες και σαλπίσματα, ό,τι έχει να δωρίσει αυτή η ανταριασμένη εποχή, μάχες που έληξαν, νεκροί εκατόμβες, μονομαχίες, ναυάγια, πειρατείες, ναυμαχίες, συμμαχίες, στρατηγήματα, εκ νέου συναγερμοί».

      Αυτά κι άλλα πολλά γράφει, γεμίζοντας ολόκληρη σελίδα με τίτλους θεμάτων [50] που θα αναπτύξει εν εκτάσει στις επόμενες σελίδες. Στόχος του, «η ορθή ανατομή της μέλαινας χολής, η έρευνα σε όλα τα όργανα απ’ τα οποία αποτελείται ετούτος ο μικρόκοσμος» [σελ. 75]. «Να γιατί ο Δημόκριτος ο Νεώτερος τολμά να μιμηθεί, κι ως αντικαταστάτης του –αφού εκείνος άφησε το έργο του στη μέση και τώρα έχει χαθεί– ζητάει να το αναστήσει πάλι, να συνεχίσει και να το τελειώσει με αυτή την πραγματεία» [σελ. 51]. Παρατηρεί, λοιπόν, τα ήθη στην διοίκηση, τη θρησκεία, την οικονομία και καταστρώνει μια οιονεί συμπτωματολογία της πολιτικής μελαγχολίας. Οι παρεκκλίσεις πολώνονται μεταξύ «πλεονάσματος / έλλειψης»9 [ιατρικό το δίπολο] –για παράδειγμα, δεισιδαιμονία / αθεϊσμός– και προκύπτουν από ανισορροπία των χυμών. «Όπως στο σώμα του ανθρώπου, [λέει o Botero], λόγω χυμών παρατηρούνται μια σειρά μεταβολές, έτσι σ’ ένα δημόσιο σώμα γεννιούνται λογής αρρώστιες, που οφείλονται σε ποικιλία διαταραχών» [137]. Θλίβεται και γελά, σαν τον Δημόκριτο. Κι έχει «το χιούμορ για προφύλαξη, τη γνώση για θεραπεία».10 «Ουτοπική» –όπως τη χαρακτηρίζει– και «αυταρχικά» επιβαλλόμενη –όπως παρουσιάζεται– η θεραπεία που προτείνει στην κοινωνία: εργασία, εμπόριο, βιομηχανία και –χαρακτηριστικό των ηθικολόγων–, ευγονικές πρακτικές. «Παραδειγματικά μοντέρνος στις αντιφάσεις του» επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον μεσαιωνικό σχολαστικισμό και τον αναγεννησιακό νατουραλισμό. 11

 

*

Η θεωρία των χυμών είναι κιόλας ξεπερασμένη εκείνη την εποχή, ο Burton όμως χρησιμοποιεί τη «μάσκα του μελαγχολικού», δηλαδή τη «μάσκα του Δημόκριτου» για να ασκήσει, όπως κι εκείνος, δριμεία κριτική έναντι όλων των τρωτών της εποχής του. Γι αυτό συχνά επαναλαμβάνει την ίδια επωδό: «αν είχε δει ο Δημόκριτος», αυτό, εκείνο, το άλλο…. Κι όταν προς το τέλος του προλογικού κειμένου απευθύνεται ξανά στον αναγνώστη, του λέει: «Αν το παράκανα σ’ αυτά που έχω πει, άμα το παρατράβηξα –βέβαιος πως θα βρεθούν κάποιοι να με αποδοκιμάσουν, θα πουν πως η ελαφρότητα κι ο αστεϊσμός είναι ανάρμοστα για έναν παπά, κι η σάτιρα δε συμβαδίζει με το λειτούργημά μου–, παίρνω το θάρρος ν’ απαντήσω όπως ο Έρασμος: δεν είμαι εγώ, τα λέει ο Δημόκριτος [Democritus dixit]» [σελ. 202]. Το επαναλαμβάνει και λίγο πιο κάτω: «Λοιπόν σε κάθε χτύπημα, στην κάθε σου επίθεση αμύνομαι με την ασπίδα του Δημόκριτου, και για όλα θα ’ναι βάλσαμο το φάρμακό του. χτύπα όπου και όποτε θες: θα σου απαντά ο Δημόκριτος. Είναι το έργο ενός αργόσχολου, που το έγραψε σε ώρες απραξίας, γύρω εκεί στα Σατουρνάλια και στις γιορτές του Διονύσου, τότε που κάποτε στη Ρώμη η ελευθερία δε φόβιζε, καθώς μας λεν, κι οι δούλοι είχαν το ελεύθερο να λένε και να κάνουν ό,τι θέλουν, τότε που οι συμπατριώτες μας θυσίαζαν στη Βακούνα και κάθονταν πλάι στις πυρές και κρασοπίναν… [Όμως] ξεπέρασα τα όρια, ήμουν ανόητος, βιαστικός, γελοίος κι απερίσκεπτος, κι αν έκανα κάποια ανατομή ήταν απάνω στη δική μου τρέλα […] αν από δω και πέρα, όσο ανατέμνω τον κακοήθη αυτό χυμό, γλιστρήσει το χέρι μου, αν σαν αρχάριος χαράξω βαθύτερη τομή και, δίχως να το καταλάβω, σκίσω το δέρμα και το σουβλίσω, ή μου ξεφύγει το λεπίδι, συγχωρέστε  το βάναυσο χέρι, το αδέξιο νυστέρι […] δύσκολο να μη γράφεις σάτιρα, πρέπει να αλλάξεις τη ροή σε τόσα πράγματα, ν’ αγγίξεις τόσα κρυμμένα πάθη, ώστε ακόμα κι οι καλύτεροι είναι φορές που ξαστοχούν […] αλλά προεξοφλώ την εύνοια και την επιεική σου συγκατάθεση (ευγενικέ αναγνώστη). Μ’ αυτή την προσδοκία, μ’ αυτή την πίστη ξεκινώ» [203].   

                Ίσως όλα αυτά να σχετίζονται με το διαχρονικό ενδιαφέρον που διατηρεί ακόμα η Ανατομία της Μελαγχολίας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1    www.jose-corti.fr/titresetrangers/anatomie-melancolie.html

2    «[Α]υτό που άλλοι το ακούν ή το διαβάζουν, το ένιωσα και το δοκίμασα ο ίδιος. εκείνοι βρίσκουν τα στοιχεία στα βιβλία, εγώ μελαγχολώντας. Να τον ακούτε το Ροβέρτο, μιλάει εκ πείρας» [σελ 54], προηγουμένως έχει πει: «γράφω για τη μελαγχολία κι εργάζομαι για να την αποφύγω» [σελ. 52], «κατεβάζοντας», βέβαια και «κάθε βιβλίο ιατρικής από τα ράφια» [σελ. 52-53].

3    Στο τέλος, όμως, του έργου υπογράφει με το όνομά του. «Η τυπικά ανώνυμη έκδοση είναι μόνο η δεύτερη. Και μολονότι  από την τρίτη και μετά, το όνομα εξακολουθεί να παραλείπεται, το πορτραίτο του παραμένει στο χαρακτικό τη προμετωπίδας»,  [βλ πρόλογο του μτφ, σ. 21, υποσ 34].

4    Hersant  Y. Εισαγωγή στο [Ψευδο]Ιπποκράτους Επιστολές. Το γέλιο και η τρέλα. Μτφρ Α. Σιδέρη, Άγρα, Αθήνα, 1999, 9-25.

5    Pigeaud J. Εισαγωγή, Στο Αριστοτέλης Μελαγχολία και ιδιοφυΐα. Το 30ο Πρόβλημα. Μτφ Αλόη Σιδέρη, Άγρα 1998, 46.

6    Συνάμα και παραδοσιακή, που κρατάει από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Το διαπιστώνει κανείς εύκολα διατρέχοντας τις 500 περίπου σελίδες του τόμου που κυκλοφόρησε υπό τη διεύθυνση του Jean Clair και τίτλο Melancolie. Génie et folie en Occident. Réunion des Μusées Νationaux / Gallimard 2005, στα εγκαίνια της ομότιτλης μεγάλης έκθεσης έργων τέχνης (10 Οκτ. 2005)

7    Aujaleu E. Le visible et le lisible. Fondements et limites de l’ iconologie. Από τα Stages στην Académie de Montpelier, [pedagogie.ac-montpelier.fr/Disciplines/ philosophie] Ο αμφίσημος συμβολισμός της φαίνεται να έχει τις ρίζες της στην ελληνική αρχαιότητα και συνδέεται με την επικυριαρχία του νοητικού επί του συναισθηματικού. Συνδέεται, δηλαδή, με αυτό που χρειάστηκε να ανατραπεί στα μέσα του 19ου αιώνα, από τον Esquirol [μαθητή του Pinel] για να μπορέσει να αναπτυχθεί η μελέτη των συναισθηματικών διαταραχών μέσα από την αναδυόμενη αυτονομία του συναισθηματικού κόσμου.

8    Hersant Y, ό.π.

9    Crignon-De Oliveira C. La mélancolie entre médicine et religion : d’ une pathologie des comportements religieux à une pratique pathologique de la religion. Gesnerus, 2006, 63, 1-2, 46-60.

10   Un inédit de Christian Hubin sur Anatomie de la Μélancolie de Robert Burton [www.jose-corti.fr/ titresetrangers/hubin-burton-melancolie.html].

11 Στο ίδιο.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.