σύναψις 07 [2007 – τόμος 03]
[Εφημερίδα Βραδυνή, 1952]

Α
Το άγχος εκφράζει την εποχή μας. Τα βρίσκουμε σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ψυχικής μας ζωής να χρωματίζη τα πιο ζωτικά ενδιαφέροντα του μεταπολεμικού ανθρώπου. Δεν είνε τυχαίο το ότι η νεώτερη ψυχιατρική απεκάλυψε δια του άγχους τον ψυχικώς πάσχοντα άνθρωπο, που μάταια προσπαθούσε να βρει στο πείραμα και το εργαστήριο.
Το άγχος είνε ο πυρήνας της μεταπολεμικής νευρώσεως, που τόσο κατατρύχει σήμερα την ανθρωπότητα και συγχρόνως είνε η αφετηρία, απ’ όπου ξεκινάει σήμερα η έρευνα για να γνωρίση βαθύτερα και καλύτερα τον άνθρωπο. Στο παρακάτω μάθημα, δίνουμε μια συμπυκνωμένη εικόνα του άγχους και των σχέσεων του με τις νευρώσεις και τις λεγόμενες ψυχοσωματικές παθήσεις, όσο γίνεται πιο απλή. Αυτό που λέμε σήμερα ψυχικός παράγων στην αιτιολογία πολλών νοσηρών καταστάσεων, όπως είνε οι νευρώσεις οι ψυχοπάθειες, οι ψυχώσεις κ.λπ., που πολλοί αποκαλούν «κοινωνικάς νόσους», βρίσκει στο περί άγχους μάθημα τη δικαίωσί του.
*
Το άγχος είνε αποτέλεσμα συγκρούσεως, όταν το άτομο δοκιμάζει μια δυσκολία προσαρμογής μπροστά σε ένα εξωτερικό ή εσωτερικό κίνδυνο. είνε κατάσταση «αφιθυμική και διλημματική», γιατί, στο βάθος κάθε άγχους, έχουμε μια αβεβαιότητα εκλογής, μπρός σε ένα ξεκάθαρο ή πιθανό ή αόριστο κίνδυνο. Επίσης, κάθε φορά, που δύο ασυμβίβαστες τάσεις έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, χωρίς καμιά να μπορή να κυριαρχήση, δημιουργείται μια στάσι αναμονής, που αναπαράγει παληές καταστάσεις κινδύνου, όπως η παληά τραυματική κατάστασι, φορτισμένες με συγκίνησι. Για να καταλάβουμε όμως καλύτερα το άγχος, πρέπει προηγουμένως να έχουμε υπ’ όψι μας τα ψυχαναλυτικές . Σύμφωνα μ’ αυτές ο ψυχικός μας οργανισμός έχει τρεις συνιστάμενες. Το εγώ, το αυτό και το υπερεγώ. Το «εγώ» ζει κάτω από την πίεσι του «αυτό» [libido – ένστικτο] και του «υπερεγώ», [ηθική συνείδησι – κοινωνική απαγόρευση] δηλαδή κάτω από την πίεσι του ενστίκτου και της ηθικής συνειδήσεως, χωρίς να υπολογίζουμε την εξωτερική πραγματική πίεσι. Τρεις, συνεπώς, κατηγορίες άγχους, αντιστοιχούν στους τρεις αυτούς κινδύνους: α) το πραγματικό, εξωτερικό και αντικειμενικό άγχος [Realangst] που προέρχεται από ένα οιονδήποτε εξωτερικό κίνδυνο, β) το ενστικτώδες άγχος [Triebangst], που προέρχεται από τον κίνδυνο που συνεπάγονται για το «εγώ» τα ένστικτα δηλαδή το «αυτό», γ) το άγχος της συνειδήσεως [Ge-wissenangst], που είνε συνδεδεμένο με τις απειλές, τις κυρώσεις και τις επιταγές του «υπερεγώ» και γενικώτερα με τις ανησυχίες της ηθικής και της κοινωνικής συνειδήσεως. Το πρώτο είνε το πραγματικό άγχος, το δεύτερο το άγχος του θανάτου, που ξεκινάει από τη σύγκρουσι ανάμεσα στο «εγώ» και το «υπερεγώ» [ενοχή], με αποτέλεσμα την τιμωρία, όπως συμβαίνει στους μελαγχολικούς που επιζητούν να πεθάνουν γα να εξιλεωθούν [Delay].
Β
Ίδιες απόψεις βρίσκουμε και σ’ άλλους συγγραφείς που θεωρούν το άγχος πάντα σαν εκδήλωση συγκρούσεως, απωθήσεως ή καταπιέσεως μιας βασικής ορμεμφύτου τάσεως [όπως είνε το ένστικτό της ζωής: Stekel], ή οι επιθετικές τάσεις [Boutonier] ή, κι ακόμη, μια δυσκολία προσαρμογής σε ορισμένες κοινωνικές, οικονομικές, οικογενειακές συνθήκες, που εμποδίζουν την ελεύθερη έκφραση της προσωπικότητας, στερώντας την από βασικές ικανοποιήσεις ή εκμηδενίζοντας τις επιδιώξεις, που μάταια το άτομο προσπαθεί να πραγματοποιήση. Έτσι, το άγχος παίρνει την έννοα ενός σήματος στην προσέγγιση του κινδύνου τις περισσότερες φορές δυσανάλογου προς αυτόν. Ο κίνδυνος είνε εξωτερικός στο πραγματικό άγχος, εσωτερικός ψυχικός στο νευρωσικό. Και στις δύο περιπτώσει κινητοποιούνται ανασταλτικοί μηχανισμοί. Ο ψυχικός κίνδυνος αποτελείται από μια ασυνείδητη σύγκρουσι που γίνεται μέσα στην προσωπικότητα και βάζει σε αντίθεση το εγώ με τις ερωτικές και σύγχρονα με τις επιθετικές τάσεις. Το άγχος θα χαρακτηριστεί σαν νευρωσικό, περισσότερο από τις συνθήκες που το παράγουν και λιγώτερο από τους βιωματικούς του χαρακτήρες. Φυσιολογικά το άγχος αντιστοιχεί με μια νεύρο-ορμονική θύελλα που έχει για αφετηρία τον υποθάλαμο μ’ όλες τις νευροφυτικές και ενδοκρινικές του λειτουργίες, που εκφράζουν τις σωματικές συνιστάμενες του άγχους. «Ανεπάρκεια της παραγωγής της κορτίνης, γράφει ο Abely, που είνε υπεύθυνη για τις διαταραχές του μεταβολισμού, του φωσφόρου, του ασβεστίου και των διαφόρων ηλεκτρολυτών και ίσως και για τα ελάττωσι των βιτανινών Α και C. H θεραπεία, με βάσι τη βελτίωση των παραπάνω διαταραχών, φέρνει μια αξιόλογη ύφεση στο άγχος, χωρίς να έχουμε ανάγκη να προσφύγουμε σε αντινευρικά φάρμακα, ούτε στο ηλετροσόκ».
Το άγχος, συνεπώς, είνε αποτέλεσμα συγκρούσεως και εισβάλλει κάθε φορά που δύο ασυμβίβαστες τάσεις έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, χωρίς καμιά να μπορεί να κυριαρχίση, κάθε φορά που δημιουργείται μια σύγκρουσι, ολικά ή μεριά ασυνείδητη, που ξαναφέρνει την οδυνηρή ενδοψυχική πίεση της αρχικής τραυματικής καταστάσεως [πρωτόγονη αγχογόνος εμπειρία του παιδιού που είνε αδιαφοροποίητη οδύνη των αναπόφευκτων τραυματικών καταστάσεων κατά τα πρώτα στάδια της οντογενέσεως] χωρίς η κατάστασις αυτή να μπορή να λυθή με εκφόρτισι. Το άγχος δηλαδή, είνε στην αρχή «φυσικολογική» κατάστασις, που από τη βρεφική ηλικία ξεκινώντας, από τα ψυχοσωματικά σύνορα, διαμορφώνεται σε φαινόμενο καθαρά ψυχικό που προκαλεί μέσα στο εγώ την εμφάνισι μιας οδυνηρής αυξήσεως της ενδοψυχικής τάσεως, από την οποία το εγώ δεν μπορεί να απελευθερωθή, να εκ-φορτισθή.

Υποκειμενικά ο άρρωστος έχει την εντύπωσι ενός ακαθορίστου αισθήματος δυσφορίας και φόβου, από μια απειλή, καταστροφή ή απροσδόκητο κίνδυνο. Αντικειμενικά ο άρρωστος εκφράζει την εσωτερική του πίεσι με τη φυσιογνωμία, τη στάση του και τη συμπεριφορά του που συνοδεύουν φυσικές εκδηλώσεις: ωχρότητα του προσώπου, δύσπνοια, ταχυκαρδία, σπασμοί του φάρυγγα, κομμένα γόνατα κ.λπ.
Γ
Το άγχος στην τυπική του τουλάχιστον μορφή, όπως το παρατηρούμε στους νευρωσικούς, δεν έχει την έννοια του κοινού φόβου που προκαλεί ένας πραγματικός κίνδυνος. Οι άρρωστοι μόνοι τους κάνουν εύκολα τη διάκρισι ανάμεσα στα δύο αυτά φαινόμενα. Οι βιωματικοί τους χαρακτήρες δεν είνε οι ίδιοι. Εξήτασα νευρωσικούς στον πόλεμο της Αλβανίας, που κράτησαν καλά στις πιο δύσκολες στιγμές. Ο φόβος που ένοιωθαν στους βομβαρδισμούς δεν είχε, έλεγαν, τίποτε το κοινό και καμμιά σχέσι με το άγχος που τους βασάνιζε στην ιδιωτική τους ζωή. Το ίδιο στην κατοχή. Πολλοί που έτυχε να υποστούν τα πάνδεινα στα χέρια της Γκεστάπο, ομολογούσαν ότι η συγκίνησι και φόβος των βασανιστηρίων δεν έμοιαζε σε τίποτε με το άγχος που ένοιωθαν προηγουμένως χωρίς λόγο και αφορμή. Υπάρχει στο νευρωσικό άγχος κάτι τι ιδιαίτερο, το ανέκφραστο, το ασύλληπτο, που του δίνει μια ξεχωριστή χροιά, κάτι σα μομφή, ενοχή και αυτοτιμωρία, κάτι σαν τύψι, που δε βρίσκουμε στο συνηθισμένο φόβο. Ο νευρωσικός, που άγχεται, νοιώθει σαν ένοχος μπρος σ’ ένα αόρατο δικαστήριο, πούνε έτοιμο να βγάλη την καταδικαστική του απόφασι. Το άγχος, λέει ο Stekel, είνε «η ίδια η βαρειά συνείδησις» κι ο Freud δεν παρέλειψε να σημειώση τις στενές σχέσεις που «ενώνουν την τύψι με το νευρωτικό άγχος».
Το άγχος, λέει, ο Hesnard, «βάλλει ένα ερώτημα συνειδήσεως και ηθικής ευθύνης». Κι όμως, αν το εξετάση κανείς καλά, θα αντιληφθή ότι στο βάθος-βάθος του άγχους του ο άρρωστος βρίσκει κάποια παράξενη όσο και ακαθόριστη ηδονή…».
Όταν το άγχος εισβάλλει λίγο ή πολύ εκρηκτικά, ξεκόβει τις γέφυρες που ενώνουν το άτομο με τον εξωτερικό κόσμο. Τα ενδιαφέροντά του υποχωρούν μπρος στη συνεχώς ογκούμενη εσωτερική πίεση, που όλο κι ανεβαίνει σαν πλημμύρα. Η σκέψι ακόμα σταματάει και δεν προσηλώνεται παρά σε μια μόνο ιδέα –παράστασι– έτσι τουλάχιστον το νιώθει ο άρρωστος. Η σκέψι αυτή τον μαγνητίζει σα φωτεινό σημείο μέσα στο μυστήριο και στο σκοτάδι, είνε η τρέλλα. Μήπως τρελλαθή και γίνη ο περίγελως του κόσμου: «Στην τρέλλα μου πάνω, μούλεγε ένας τέτοιος άρρωστος, που καταλαμβανόταν από άγχος μέσα στο τραίνο, σκεφτόμουν μήπως τρελλαθώ και πνίξω το μωρό της κυρίας που καθόταν απέναντί μου κ.λπ.». Ο φόβος της τρέλλας είνε η συγκεκριμένη απειλή που σέρνει μαζί του το μήνυμα της αγωνίας. Σ’ άλλες περιπτώσεις είνε η ιδέα του θανάτου, του απρόοπτου θανάτου, που ταλανίζει τον άρρωστο ή καμμιάς αρρώστειας ανίατης και εξευτελιστικής, που η Επιστήμη είνε τάχα ανίκανη να θεραπεύση.
Άλλοτε σκέψεις παράλογες, χαώδεις και ασύστατες, που μοιάζουν σαν μεταφυσικά μηνύματα γεμάτα μυστήριο και μαγεία, τον παρασύρουν μέσα σ’ ένα κόσμο παράξενο, εφιαλτικό. «Υπάρχει, γράφει ο Odier, ένας λειτουργικός ακατανόητος δεσμός ανάμεσα στο άγχος και τη μαγική προλογική σκέψι». Πάνω σε μια τέτοια κρίσι ένας άρρωστος φώναζε να του κάνουν «υπερδυναμικές ενέσεις για να προλάβουν το κακό». Πιο κακό; Ένας άλλος μου μιλούσε ως εξής για τις εντυπώσεις που του άφησε μια μια έντονη κρίσι αγωνίας: «Είχα ένα είδος εξάρσεως και εμπνεύσεως. Ήταν σαν σοφία και σαν θρησκευτικά παρ’ όλο που τα καταλάβαινα όλα και τα αισθανόμουν όλα. Έτρεμα σύγκορμος περιμένοντας «κάτι». Επρόκειτο για έναν άρρωστο σχιζοφρενικό, με φοβερές κρίσεις άγχους, που δεν πρέπει, βέβαια, να συγχέουμε με τις συνηθισμένες νευρωσικές κρίσεις.
Δ
Το άγχος είνε μεγάλη δοκιμασία για τον άρρωστο. Πρέπει νάχη κανείς δη κανείς μια αγχώδη οξεία κατάστασι, για να συλλάβη το δράμα της. Μας βάλλει ακόμη πολλά διαγνωστικά προβλήματα που απαιτούν στην πραξι σύντονη λύσι αν θέλουμε να βοηθήσουμε αποτελεσματικά τον άρρωστο. Κι η διάγνωση δυσκολεύεται καμμιά φορά όχι μόνον από την αναζήτησι τα αιτίων, αλλά κι από τα ίδια τα συμπτώματα που ο άρρωστος παρουσάζει. Όπως παρατηρεί ο Bleuler, το νευρωσικό άγχος δεν είνε τόσο απλό όσο φαίνεται, ούτε η διάγνωσι της νευρώσεως επιτρέπεται να γίνεται «στα πεταχτά».
Εκείνο που πολλές φορές δυσκολεύει τη διάγνωσι είνε και ο τρόπος με τον οποίον οι άρρωστοι εκφράζουν την εσωτερική τους πίεση. Μεταχειρίζονται περιφράσεις ή λέξεις με ακαθόριστη έννοια όπως ζαλάδες, σφίξιμο, χτύπος, που δεν λένε πολλά πράγματα. Είνε σπάνιο, γράφε ο Savy, τέτοιοι άρρωστοι να δηλώνουν καθαρά και ξάστερα αυτό που γίνεται μέσα τους. Μια κάποια «ντροπή ή συστολή», λέει, τους εμποδίζει να μιλήσουν ανοιχτά. Αφήνω ότι σε μερικούς ψυχασθενείς ή σχιζοφρενικούς, το άγχος κρύβει ή αλλοιώνει την τυπική έκφραση της αρρώστειας, παρασύροντάς μας σε λαθεμένη διάγνωσι.
Από τα παραπάνω βλέπουμε ποια έκταση και ποια κλινική σπουδαιότητα έχει το άγχος, αλλά και πόσο σκοτεινό είνε στα αίτια και τους μηχανισμούς του. Βασικό και θεμελιώδες σύμπτωμα στην καθημερινή ψυχοπαθολογία, το άγχος, είνε από τα πρώτα μελήματα πούχει να αντιμετωπίση ο ψυχίατρος. Ειδική κατάστασι εσωτερικής πιέσεως, το άγχος θα το βρούμε πάντα εκεί όπου ένας κάποιος κινδυνος πραγματικός ή φανταστικός απειλεί τον ψυχικό μας οργανισμό».
Θάλεγε κανείς ότι, ύστερα από μια περίοδο προπαρασκευής που περνάει πολλές φορές απαρατήρητη κι από τον ίδιο τον άρρωστο, το άγχος καθηλώνεται σε μια ωρισμένη περιοχή ή σε ωρισμένο όργανο. Σ’ άλλες περιπτώσεις την ψυχική φάσι του άγχους διαδέχεται η οργανική με τα λειτουργικά της συμπτώματα. Όταν το άγχος «οργανοποιηθή» ο ψυχικός του αντίκτυπος ελαττώνεται κι ο άρρωστος δεν υποφέρει τόσο ψυχικά. Μας παρουσιάζεται τότε σαν λειτουργικός άρρωστος, που ζητάει να τον ανακουφίσουμε από τα ενοχλήματά του. Όσο περισσότερο «οργανικά λειτουργικά» ενοχλήματα παρουσιάζει, τόσο λιγότερο υποφέρει ψυχικά από το άγχος. παροχετεύοντας το άγχος του στα όργανα ο άρρωστος ελαττώνει έτσι την πίεσί του κι απαλλάσσεται, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό, από τον ψυχικό αντίκτυπο το άγχους. Ανάμεσα στο ψυχικό άγχος και το οργανοποιημένο άγχος, η αναλογία είνε αντιστρόφως ανάλογη.
Το άγχος, όμως, δεν εξηγεί μόνο του τη σπλαγχνική ή σωματική εντόπισι. Συμμετέχει σ’ αυτή, είτε μια κάποια συγγενής ή επίκτητη προδιάθεσι, είτε κάποια οργανική αιτία λανθάνουσα [ιδίως στους στομαχικούς άτακτες ώρες φαγητού, δύσπεπτες τροφές, το κρασί, οι πολλοί καφέδες και το τσιγάρο, κ.λπ.]. η κυριώτερη, όμως, προδιάθεσι έγκειται στην προπαρασκευή του εδάφους από παληές παιδικές συγκινήσεις, που ο άρρωστος έμαθε από μικρός να εντοπίζη στα όργανά του ή να τις εκφράζη με αυτά. Σ’ αυτό τον έσπρωξε το περιβάλλον –μια υποχόνδρια μητέρα που επηρεάζει το παιδί της να το κάνη στομαχικό ή καρδιακό– ή κατοπινές προσηλώσεις σε πρόσωπα που πάσχουν, ή υπερβολικές φροντίδες για το παιδί που το κάνουν δειλό και του μαθαίνουν συγχρόνως να επωφελήται από τις ενοχλήσεις του και να επιζητή να επιβληθή στους άλλους με τις πολυποίκιλες αρρώστειες του. Στις διάφορες οργανονευρώσεις βρίσκουμε μια απωθημένη συγκίνησι. Τη φορά όμως αυτή η συγκίνηση [άγχος] καθηλώνεται σ’ ένα ωρισμένο όργανο: σηκώτι, έντερο, ουροδόχο κύστι, με τα αντίστοιχα σύνδρομα όπως η χολοκυστοπάθεια, η δυσπεψία, η εντεροκωλίτιδα, η ενούρησι, η ακράτεια κ.λπ. πάντα μια σύγκρουσι υπάρχει στην αφετηρία των οργανονευρώσεων αυτών, που δεν αποκλείεται, καμμιά φορά, να είνε πρόδρομες, ν’ ανοίγουν δηλαδή τη σκηνή σε μια οργανικώτερη νόσο που αρχίζει. Η ανάλυσι της συναισθηματικής ζωής των αρρώστων αυτών μας δείχνει πόσον είνε φορτωμένη από διάφορες ψυχικές αιτίες, παληές ή τωρινές, κι ακόμη, όταν οι αρρώστειες αυτές συνυπάρχουν με παράσιτα ή αμοιβάδες ή και με άλλες οργανικές καταστάσεις. Η λεγόμενη νευρασθένεια από αμοιβάδες είνε, τις περισσότερες φορές, οργανωνεύρωση ψυχικής αιτιολογίας, σε άτομα που έχουν λόγους να είνε νευρωσικά. Ιδιαίτερη πρακτική σημασία έχουν ωρισμένου τύπου οργανονευρώσεις, όπως της καρδιάς που παλιότερα ο Stekel αποκαλούσε «καρδιακή παραπάθεια». O Fenichel, σε πρόσφατες εργασίες του, μελέτησε επισταμένως τις καρδιονευρωσικές αυτές διαταραχές: αρ-ρυθμία, έκτακτες συστολές, υπότασι κ.λπ., που αποκάλεσε σύνδρομο DAH, ένα από τα πρώτα που απομόνωσε η ψυχοσωματική. Το σύνδρομο του Fenichel απαντά σε ανθρώπους που κατατρύχει η αγωνία και που πολλές φορές περνούν για καρδιακοί χωρίς να είνε. Η μεταπολεμική νεύρωσι συνέτεινε πολύ στην εξάπλωσι, αλλά και στην καλλιέργεια της νόσου που σε άτομα αρτηριοσκληρωτικά δεν αποκλείεται νάχη και οργανικώτερες συνέπειες
Ε
Οι διαταρχές του μεταβολισμού και των ενδοκρινών αδένων με τα πολύπλοκα σύνδρομα καταβολής της θρέψης και την αμμηνόρροια: απίσχνανσι, υπερλίπωσι, ψυχική ανορεξία, ωοθηκική ανεπάρκεια, διαβήτης, υπογλυκαιμία, είνε από τις καλλίτερες κατακτήσεις των τελευταίων χρόνων που τόσο είχε παραμελήσει η Ακαδημαϊκή Ιατρική. Εδώ η ψυχοθεραπεία δίνει θαυμάσια αποτελέσματα κι ακόμη εκεί όπου η ορμονοθεραπεία μόνη της αστόχησε. Είνε χαρακτηριστικές λ.χ., οι διακυμάνσεις της καμπύλης της γλυκαιμίας σε περιπτώσεις ψυχικής ανορεξίας προ και μετά ψυχοθεραπεία που δημοσίευσε ο Meng. Όσο περισσότερο προχωρεί η ψυχοθεραπεία, τόσο φυσιολογικώτερη γίνεται η καμπύλη του σακχάρου και του βάρους του σώματος, όπως δείχνουν οι δοκιμασίες και οι διάφορες μετρήσεις. Ίδιες μεταβολές παρετήρησαν κι άλλοι συγγραφείς σε μερικές βιολογικές σταθερές του αίματος ή του Ε.Ν.Υ., όπως είνε λ.χ. το χλώριον σε σχέση με το Κ, το γλυτάθιον, η αλκαλική παρακαταθήκη, καθώς και ο μεταβολισμός.
Η μείωση της σεξουαλικής ορμής, συμπλεγματικής αρχής, με ή χωρίς υπολειτουργία των όρχεων, που παράγει τα διάφορα είδη της λεγόμενης ψυχικής ανικανότητας βρήκε χάρις στη ψυχοσωματική, ενδιαφέρουσες θεραπευτικές λύσεις (Πρβλ. Φ. Σκούρας: Το σεξ. άγχος. Δελτίον Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών 1951, 6-15).
Μερικές αρρώστειες, που η ψυχοσωματική πρόσεξε περισσότερο τον τελευταίο καιρό, είνε κι αυτές που η Παθολογία τις θεωρεί συμπτωματικές, όπως λ.χ., την αεροφαγία, συμπτωματική, λέει, πτώσεως ή οργανικής βλάβης του στομάχου, το άσθμα, συμπτωματικό σπασμού των βρογχυλίων, την δυσκοιλιότητα, συμπτωματική ατονίας ή βλάβης του παχέως εντέρου κ.α. Τα ψυχοσπλαγχνικά αυτά σύνδρομα, όπως τα ονομάζει ο Baruk, μελετήθηκαν τελευταία ψυχοσωματικά και με άριστα πρακτικά αποτελέσματα. Η αεροφαγία κι ο λόξυγγας απεδείχθη ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν είνε συμπτώματα άλλης αρρώστεις, αλλά η ίδια η αρρώστεια, που πίσω της δεν κρύβει γαστρικές ή άλλες βλάβες, αλλά συμπλεγματικά ή συγκινησιακά αίτια (Delay). Έτυχε να εξετάσω μια τέτοια περίπτωση σε μια γυναικούλα που, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, έπαθε δυσκαταποσία και αργότερα αεροφαγία στην στιγμή που επιχειρούσε να διαβάση μια ειδοποίηση που αφορούσε το παιδί της, που ήταν στρατιώτης στην πρώτη γραμμή.
Το σωματικό ή σπλαχνικό ενόχλημα που προκαλεί το άγχος, μπορεί να γίνη αφετηρία μιας ψυχοσωματικής διαταραχής που αργότερα να μονιμοποιηθή. Σ’ ένα παληό κατάδικο γερμανικού στρατοπέδου, που παρουσίαζε δυσπνοϊκά φαινόμενα με κοπιώδη εισπνοή και είχε χαρακτηρισθή για ασθματικός, η ανάλυσι απέδειξε ότι τα πρώτα συμπτώματα τα ένοιωσε όταν, ύστερα από μια σκηνοθεσία για εκτέλεσι, τον άφησαν ελεύθερο να φύγη. Από τότε «μου κόπηκε η αναπνοή», λέει ο άρρωστος.
Σε μια άλλη περίπτωση με χρόνια δυσκοιλιότητα, που μάλιστα χρονολογούνταν από την παιδικήν ηλικίαν, η άρρωστη στα μικρά της χρόνια απέφευγε όσο μπορούσε την κένωσι, γιατί υπέφερε από εντερικά παράσιτα που της προκαλούσαν ανυπόφορο κνησμό του δακτυλίου ύστερα από κάθε αποπάτησι. Όταν μια μέρα η μητέρα της, επειδή δεν ήθελε να πάρη καθαρκτικό την φοβέρισε ότι θα «σκουληκιάση» ένοιωσε, λέει., «φοβερό κάψιμο» στο δακτύλιο μαζί με αναγούλα. Έτσι άρχισε η «κωλίτιδα» που τη θεράπευαν οι παθολόγοι.
Γύρω από τις αρρώστειες αυτές πολλές εργασίες δημοσιεύθηκαν στο εξωτερικό που είχανε μάλιστα μεγάλη απήχηση στον ιατρικό κόσμο. Σημειώνουμε εδώ περιληπτικά μερικές, τις σπουδαιότερες: Γύρω από την ψυχοσωματική διάγνωσι και θεραπεία του άσθαμτος έχουμε τις εργασίες του Frensh. Για την εντεροκωλίτιδα έγραψεν ο Stanley Gobb και για την αμηνόρροια και τις διαταραχές του καταμηνίου κύκλου οι Benedek και Rubinstein, για την αρτηριακή πίεσι έγραψε ο K. Binger. Αξιόλογη υπήρξεν επίσης η προσφορά του Delay και της σχολής του σε πολλές ψυχοσωματικές πθήσεις, όπως ο σπασμός του οισοφάγου, οι έμετοι, η αεροφαγία και η ψυχική ανορεξια κ.λπ. σ’ όλες αυτές τις αρρώστειες –και είνε πολλές– η συγκινητική και, γενικώτερα, συναισθηματική βάσι, δηλαδή το άγχος, είνε προϋπόθεση απαραίτητη και τις περισσότερες φορές αρκετή.
ΣΤ
Η συνύπαρξι «οργανικών αφορμών» δεν αναιρεί τη σημασία του άγχους στις παθήσεις αυτές, αντίθετα μάλιστα την επιβεβαιώνει, σ’ όσες τουλάχιστον περιπτώσεις οι αιτίες ενισχύονται αμοιβαία. Εσυνηθίσαμε να σχηματοποιούμε την αιτιολογία και να αποκλείουμε απ’ αυτή παράγοντες που δεν μας φαίνονται πιθανοί, επειδή ή τους αγνοούμε ή δεν τους προσέχουμε. Οι οργανικοί παράγοντες υπερτιμώνται συνήθως αν και μεις ξέρουμε ότι είνε περισσότερο αποτέλεσμα παρά αιτίες. Σωματικά ισοδύναμα του άγχους ή της απωθημένης συγκινήσεως, οι οργανικοί παράγοντες είνε τις περισσότερες φορές φαινόμενα «ψυχοοργανικά» που μιλούν τη γλώσσα του συναισθήματος. Άλλοτε συγχέουμε την δράσι τους, γιατί μας είνε αδύνατο να την καθορίσουμε, όπως συχνότατα συμβαίνει στην πράξι λ.χ., σ’ ωρισμένες εγκεφαλοπάθειες ή καρδιοπάθειες, όπου δεν μπορούμε να πούμε αν το αρχικό αίτιο της «συμφορήσεως» ή της «στηθάγχης», ήταν λειτουργικό ή οργανικό (σπασμός ή θρόμβωσι).
Αλλά και αυτά τα λεγόμενα ψυχικά αίτια, είνε στο βάθος σωματικά, όπως τονίζουν οι Alexander και Frensh και η διάκρισι, που μερικοί επιμένουν να κάνουν μεταξύ τους είνε πρόληψι που ξεκινάει από έναν αγιάτρευτο όσο και ξεπερασμένο δυϊσμό. Στην μονογραφία που αφιέρωσα στις τωρινές νευρώσεις έγραφα σχετικά τα εξής συμπερασματικά: «ο ψυχικός συντελεστής παραγνωρίζεται συνήθως, ενώ ο οργανικός υπερτιμαται. Κι όμως, σε πλείστες περιπτώσεις πρόκειται περί μιας και της αυτής ψυχικής και σωματικής νόσου την οποίαν προκαλεί η καθήλωσις του άγχους εις το σωματικό-οργανικόν σύμπτωμα, όπερ ούτω μεταβάλλεται εις σωματικόν ισοδύναμον του άγχους. (Φ. Σκούρα: Τωριναί νευρώσεις. Ιατρική, Ιανουάριος 1949).
Όλες αυτές οι παθήσεις που αποκαλούμε νευρώσεις ή οργανονευρώσεις, ψυχοσωματικά σπλαγχινικά σύνδρομα, λειτουργικές αρρώστειες, κ.λπ., από καθηλωμένο, απωθημένο ή «οργανοπιημένο» άγχος που δεν έχουν καμμιά σχέσι με τις οργανικές παθήσεις γι’ αυτό και παλαιότερα αποκαλούσαν τους αρρώστους αυτούς κατά φαντασίαν ασθενεις ή ψευτοαρρώστους, επειδή δεν εύρισκαν καμμιά αλλοίωσι στα όργανα στα οποία υπέφεραν: ψευτοστομαχικοί, ψευτοκαρδιακοί, ψευτοστηθαγχικοί, ψευτοασθματικοί, κ.λπ., είνε οι πιο διαδεδομένες μεταπολεμικά παθήσεις, που επισύρουν σήμερα αμέριστο το ενδιαφέρον της νεώτερης ψυχιατρικής, σ’ έναν τομέα που εδώ και λίγα χρόνια ακόμη ήταν αποκλειστικά αφιερωμένος στην παθολογία. Η ψυχογενετική αιτιολογία που ανεκάλυψε η νεώτερη έρευνα στις παθήσεις αυτές εδικαίωσε τις υφιστάμενες ανέκαθεν στην ιατρική ψυχοσωματικές σχέσεις και τον παθογόνο ρόλο που ασκούν οι ψυχικοί τραυματισμοί, οι συγκινήσεις, το άγχος, οι συγκρούσεις και τα συμπλέγματα σε πολλές σωματικές και σπλαγχνικές διαταραχές, που προτήτερα δεν ήξεραν πού να τις αποδώσουν. Ακόμη οι νεώτερες έρευνες πάνω στο άγχος εδικαίωσαν την τόσο διαδεδομένη λαϊκή διαίσθηση: «αρρώστησε από τη στενοχώρια του» που όσο και περίεργη αν φαίνεται στα μάτια της Ακαδημαϊκής Ιατρικής, είνε σήμερα για μας μια διαβλητή πραγματικότητα
Και δεν είνε μόνο οι νευρωσεις και γενικώτερα οι ψυχοσωματικές παθήσεις σαν αυτές που προαναφέραμε που καθορίζονται και αιτιολογούνται σήμερα ψυχογενετικά, δηλαδή από το άγχος, αλλά κι άλλες παθήσεις με άγνωστη ως τα σήμερα αιτιολογία, όπως λ.χ. η αρτηριακή υπέρτασι, οι ενδοκρινοπάθειες το έλκος του στομάχου και αυτός ακόμη ο καρκίνος κ.λπ., που φαίνεται να έχουν την ίδια αγχώδη και ψυχογενή αιτιολογία, πράγμα που εξηγεί τη μεγάλη διάδοσί τους σε μια ιστορική στιγμή της ανθρωπότητας που κυριαρχείται σήμερα από το άγχος,
Η πρακτική σημασία του άγχους, στην καθημερινή ιατρική πράξι, είνε πελώρια διότι μας επιτρέπει με μια ορθή διάγνωσι και την επιβαλλόμενη ψυχοθεραπεία και αγωγή να επιτύχουμε εκεί που αστοχούν πολλές και διάφορες παθολογικές θεραπείες, συνήθως τόσο κουραστικές.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.