Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Κώστας Πόταγας

σύναψις 09  [2008 – τόμος 04]

Jean Talairach (1911-2007)

Με τον Jean Talairach χάθηκε ο ψυχίατρος που με την ανακάλυψη της στερεοτακτικής μεθόδου νευροφυσιολογικής διερεύνησης του ανθρώπινου εγκεφάλου πρόσφερε αναμφίβολα, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, τις περισσότερες γνώσεις για τη νευροφυσιολογία του οργάνου της σκέψης. [Ήταν] ο πρώτος γιατρός των ψυχιατρικών νοσοκομείων – και πιθανότατα ο τελευταίος– που υπήρξε διευθυντής μιας νευροχειρουργικής κλινικής.

Jean Garrabé

Jean Talairach (1911-2007)
Jean Talairach (1911-2007)

Τον Δεκέμβρη του 1995 επισκέφθηκα το Νοσοκομείο Sainte Anne στο Παρίσι, με μια μαγνητική τομογραφία στο χέρι. Ήταν η απεικόνιση του εγκεφάλου μιας νέας κοπέλας, που είχα δει λίγο καιρό πριν στην Αθήνα, με έναν επαναλαμβανόμενο πόνο στο δεξί χέρι, και στην οποία είχε τελικά βρεθεί ένας καλοήθης όγκος στο απέναντι εγκεφαλικό ημισφαίριο, σε περιοχή που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «περιοχή του πόνου». Οι ακτινολόγοι του Νοσοκομείου με παρέπεμψαν στην Odile Sebire, συν-συγγραφέα της τελευταίας έκδοσης του Στερεοτακτικού Άτλαντα του Εγκεφάλου –του περίφημου Άτλαντα Talairach-Tournoux–, για να γίνει ο ακριβής εντοπισμός του όγκου. Η βοήθεια της Sebire ήταν ουσιαστική για τη χαρτογράφηση της βλάβης και του προβλήματος, μου πρότεινε όμως να επισκεφτώ και τον ίδιο τον «κύριο Talairach» που εξακολουθούσε να έρχεται στο νοσοκομείο, μία φορά την εβδομάδα.

      Πράγματι, την επόμενη εβδομάδα βρέθηκα στο γραφείο του, περιδεής μπροστά στον, 84χρονο τότε, σεβαστό καθηγητή Jean Talairach. Έναν νέο τελικά άνθρωπο, με μακριά, όμορφα, κατάλευκα, χτενισμένα προς τα πίσω, ποιητικά μαλλιά. Του διηγήθηκα την ιστορία της Μ., μιας κοπέλας 26 χρονών, που στο δεύτερο μήνα της εγκυμοσύνης της, λόγω ακατάσχετων εμετών, νοσηλεύθηκε σε ένα επαρχιακό ελληνικό νοσοκομείο για να ενυδατωθεί. Φαίνεται πως το δεξί της χέρι υπέφερε από την πεταλούδα του ορού κι ένοιωσε κάμποσο πόνο. Το παράδοξο είναι πως αρκετό καιρό μετά την έξοδό της από το νοσοκομείο, ένιωσε και πάλι τον ίδιο πόνο, στο ίδιο σημείο, στον καρπό του δεξιού της χεριού. Θεώρησε πως ήταν συνέπεια του ορού και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Εξάλλου, ο πόνος πέρασε γρήγορα, ίσως σε μερικά λεπτά, για να ξαναεμφανιστεί μια δύο φορές ακόμη, τους επόμενους μήνες, μέχρι τον τοκετό. Αφού γέννησε, ο πόνος ξανάκανε την εμφάνισή του και άρχισε να της υπενθυμίζει την παρουσία του όλο και συχνότερα, όλο και δυνατότερα. Άρχισε μάλιστα να ξεφεύγει από το χέρι και να επεκτείνεται προς την ίδια, δεξιά, μεριά του προσώπου και προς το πόδι. Όταν τελικά την είδα στο εξωτερικό νευρολογικό ιατρείο του Λαϊκού Νοσοκομείου στην Αθήνα, ο πόνος ερχόταν μέρα-νύχτα, ήταν φριχτός, η Μ. έκλαιγε και σφάδαζε, απλωνόταν στο πρόσωπο και στο πόδι και σε μερικά δευτερόλεπτα εξαφανιζόταν. Ήταν όμως πάντα ο ίδιος «πόνος του ορού» στον καρπό, ο ίδιος πόνος που είχε νοιώσει στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Αυτά διηγήθηκα στον καθηγητή Talairach και του έδειξα τη μαγνητική του εγκεφάλου της Μ. Εκείνος κοίταξε προσεκτικά την εικόνα και σχολίασε την περιοχή όπου βρισκόταν ο όγκος, αναφερόμενος σε ένα άρθρο που είχε γράψει παλιά γι’ αυτήν την «περιοχή του Biemond», όταν προσπαθούσε να βρει τρόπους χειρουργικής αντιμετώπισης των ανυπόφορων, ανθεκτικών στα φάρμακα, πόνων (π.χ. τον πόνο του μέλους φαντάσματος)· μετά, αφήνοντάς την πάνω στο γραφείο, με κοίταξε αφηρημένα και, σαν να συλλογιζόταν μόνος του, είπε: «Τι να είχε τάχα μέσα στο κεφάλι της η κοπέλα;». Με δεδομένη τη συγκεκριμένη εικόνα, αντέδρασα με απορία, λέγοντας το προφανές, «έναν όγκο, δεν είπαμε;». Κι αυτός, χαμογελώντας, σοβαρός όμως, εξήγησε «ναι, φυσικά, εννοώ όμως, στο μυαλό της, τι σκεφτόταν, τι έκρυβε μέσα της; Γιατί ο πόνος να εμφανιστεί στην εγκυμοσύνη; Τι σχέση είχε με το παιδί; Τι βίωνε άραγε γι’ αυτό;».

Ο Jean Talairach ήταν ο πρωτοπόρος της στερεοτακτικής χειρουργικής, ήταν όμως πριν απ’ όλα ψυχίατρος. Ένας ψυχίατρος που έγινε νευροχειρουργός, που πίστευε, βέβαια, ότι για πολλά προβλήματα η λύση θα βρισκόταν παρεμβαίνοντας μέσα στο παρέγχυμα του εγκεφάλου, συνάμα, όμως, δεν ξεχνούσε ότι τα προβλήματα είχαν πολλαπλές ρίζες και αιτίες, μέσα και έξω από το εγκεφαλικό παρέγχυμα. Και παρέμεινε πάντα ψυχίατρος με την πληρέστερη έννοια του τίτλου αυτού. Όπως έγραψε ο Jean Garrabé: «η μνήμη του εγκωμιάστηκε στα ΜΜΕ ως νευροχειρουργού, εφευρέτη μιας νέας χειρουργικής τεχνικής, της στερεοτακτικής νευροχειρουργικής, αλλά το παράδοξο – τουλάχιστον φαινομενικά – είναι ότι αυτή η εφεύρεση δεν προήλθε από έναν καθαρό χειρουργό, βιρτουόζο της εγχειρητικής τεχνικής, αλλά από έναν ψυχίατρο που ολόκληρη τη ζωή του κράτησε ζωηρό το ενδιαφέρον για την κλινική ψυχοπαθολογία. Ήταν μάλιστα αυτό το ενδιαφέρον που του επέτρεψε να τελειοποιήσει την τεχνική της στερεοτακτικής μελέτης του ανθρώπινου εγκεφάλου που είχε εφαρμογές πολύ ευρύτερες από τις καθαρά χειρουργικές».

      Το άρθρο για το οποίο μου είχε μιλήσει είναι ένα μνημειώδες κείμενο, κοντά 100 σελίδες, στο οποίο περιέγραφε λεπτομερώς τη μέθοδό του για τη χειρουργική αντιμετώπιση του πόνου. Το άρθρο αυτό, γραμμένο στα γαλλικά, παρέμενε ελάχιστα γνωστό. Ακόμη πιο περίεργο, μου είπε ότι δεν το είχε πια στην κατοχή του και αναρωτιόταν τι μπορεί να έγραφε εκείνη την εποχή (Talairach et al, 1960).1

 

Ο Jean Talairach πέθανε στις 15 Μαρτίου του 2007, σε ηλικία 96 ετών, στο δωμάτιο που κάποτε ήταν το προσωπικό του γραφείο στο νοσοκομείο της Sainte Anne, ένα κτίσμα του 13ου αιώνα. Εκεί, αυτός ο νευροχειρουργός με την ασυνήθιστη προσωπικότητα, είχε κατορθώσει, διευθύνοντας  μια μικρή πολυεπιστημονική ομάδα, να αναπτύξει μια επαναστατική τεχνική που επέτρεπε την τρισδιάστατη θεώρηση των δομών του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι εργασίες του οδήγησαν στη διεθνή αναγνώριση της σχολής της Sainte Anne στον τομέα της διαγνωστικής διερεύνησης και θεραπευτικής προσέγγισης του κεντρικού νευρικού συστήματος.

      Είχε γεννηθεί στις 15 Ιανουαρίου του 1911 στο Περπινιάν της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Η μητέρα του ήταν πιανίστα και εκπαίδευσε τον γιό της σαν άριστο βιολιστή. Ήταν παθιασμένος με την εξερεύνηση των σπηλαίων και των εγκαταλειμμένων ορυχείων, έχοντας ιδιαίτερη κλίση στη γεωμετρία και την αρχιτεκτονική. Τίποτε λοιπόν δεν προδιέγραφε την ιατρική του σταδιοδρομία. Ωστόσο, θα βρεθεί φοιτητής της ιατρικής στα αμφιθέατρα της αρχαίας ιατρικής σχολής του Μονπελιέ. Πνεύμα ανήσυχο, θα στρέψει το ενδιαφέρον του στην ψυχιατρική και θα μεταβεί στην πρωτεύουσα, το Παρίσι, όπου το 1937 γίνεται δεκτός ως interne [εσωτερικός βοηθός] των Ψυχιατρικών Νοσοκομείων του Σηκουάνα, ακολουθώντας το παράδειγμα δύο διάσημων προδρόμων: το 1925, του συγγενή και φίλου του Καταλανού Henri Ey (1900-1977), που είχε γίνει δεκτός κι αυτός στο διαγωνισμό, και το 1933, του Βάσκου Julian de Ajuriaguerra (1911–1993), που αργότερα θα συμμετάσχει δραστήρια στην «στερεοτακτική περιπέτεια».

Ο Talairach υποστήριξε, το 1939, τη διατριβή του που είχε θέμα την ορμονική παθολογία των συμπτωματικών μανιών (psychoses ovariennes). Λόγω του πολέμου διέκοψε την ειδίκευσή του, οι στρατιωτικές αρχές όμως τον θεώρησαν ειδικό του εγκέφαλου και τον τοποθέτησαν σε μονάδα υποδοχής κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Ήταν η αφορμή να προσανατολιστεί προς τη νευροχειρουργική του πολέμου, που ασχολείται με βαριές εγκεφαλικές βλάβες, εκτεταμένες και εύκολες στην εντόπισή τους. Παρεμπιπτόντως, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής σχεδίασε, για λογαριασμό των συμμάχων, ένα λεπτομερή χάρτη των παλαιών υπόγειων στοών των λατομείων του Παρισιού. Ως αντιστασιακός ονομάστηκε μέλος της Λεγεώνας της Τιμής το 1944.

      Η συνάντησή του με τον νευροχειρουργό Marcel David (1898–1986) και τον Henri Hécaen (1912–1983) θα είναι καθοριστική: του επέτρεψε να συνδυάσει τις δυο προσεγγίσεις της εγκεφαλικής παθολογίας, την ανατομική και την ψυχοδυναμική. Ήδη από το 1942 είχε δημιουργηθεί, γύρω από τον Marcel David (μαθητή του Clovis Vincent (1979–1947), ιδρυτή της γαλλικής νευροχειρουργικής), μια ομάδα παλιών ειδικευόμενων των Ψυχιατρικών Νοσοκομείων του Σηκουάνα, όπως ο Talairach, ο Ajuriaguerra και ο Henri Hécaen. Τότε θα αρχίσει να σχηματοποιεί στο μυαλό του αυτό που θα γίνει η στερεοτακτική προσέγγιση, η οποία θα επιτρέψει την ακριβή εντόπιση των ζωνών του εγκεφάλου. Ενώ δεν υπάρχει ακόμα καμία μορφή ακτινολογικής απεικόνισης των εγκεφαλικών δομών και ενώ ακόμη κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα προσέφερε η τομογραφία, η μαγνητική και η πληροφορική, ο Jean Talairach κατορθώνει να λύσει πλήθος θεμελιωδών προβλημάτων.

      Το 1946 δημοσιεύεται στη Revue Neuro-logique ένα άρθρο που υπογράφουν οι τρεις αυτοί συγγραφείς με τίτλο «Les troubles psychiques à type expansif au cours des inter-ventions sur la région du troisième ventricule» [Διαχεόμενες ψυχικές διαταραχές σε επεμβάσεις της περιοχής της 3ης κοιλίας]. Οι ίδιοι θα  παρουσιάσουν, στις 27 Μαΐου 1948, στην Société Μédicopsychologique, που ασχολείται, για πάνω από έναν αιώνα, με τη μελέτη των σχέσεων του σώματος και του πνεύματος, την ανακοίνωση «L’apparition d’angoisse au cours d’interventions sur la région bulbaire» [Εκδήλωση άγχους στη διάρκεια επεμβάσεων στη προμηκική περιοχή]. Οι δημοσιεύσεις αυτές μαρτυρούν την επιθυμία τους να μελετήσουν την εμφάνιση των ψυχικών φαινομένων που προκαλούνται από ενέργειες, οι οποίες στοχεύουν άμεσα τις εγκεφαλικές δομές και επιβάλλονται από τις παραδοσιακές νευροχειρουργικές τεχνικές.

      Με αφετηρία μια διάλεξη του Jean Lhermitte (1877–1959) για το ρόλο του θαλάμου στη μετάδοση του πόνου, ο Talairach εμπνεύστηκε μια διάταξη που επέτρεπε τη φυσιολογική διερεύνηση αυτής της δομής και, πιθανώς, την ακριβή επέμβαση σε έναν από τους θαλαμικούς πυρήνες για να αντιμετωπιστούν ανυπόφοροι, ανθεκτικοί σε άλλες θεραπείες, πόνοι. Χάρη σε αυτή τη διάταξη, ένας πρώτος άρρωστος που, μετά από οφθαλμικό έρπη ζωστήρα, υπέφερε από ένα τέτοιο σύνδρομο, χειρουργήθηκε με επιτυχία στις 7 Δεκεμβρίου του 1948 από τον Talairach στο Νοσοκομείο Paul-Brousse. Η υποδοχή του επιτυχούς αυτού αποτελέσματος ήταν γενικώς θετική. Εκφράστηκε, όμως, μια βασική αντίρρηση από δύο αντίθετες κατευθύνσεις, περιέργως όμως για τον ίδιο λόγο: αφορούσε στη φαινομενική απλότητα της επεμβατικής τεχνικής που δημιουργούσε στον μεν ψυχίατρο τον φόβο ότι έτσι ενθαρρύνεται η ψυχοχειρουργική –παράδειγμα, ο Henri Baruk (1897–1999) που ήταν φανατικά αντίθετος– στον δε «κλασικό» νευροχειρουργό τον φόβο ότι οιοσδήποτε γιατρός ή ψυχίατρος θα μπορούσε να ασκεί τη νευροχειρουργική.

Αυτή η πρώτη δοκιμή ήταν ακόμα ένα πρωτόλειο σύστημα άκαμπτης σταθεροποίησης, προσαρμόσιμης σε όλα τα σχήματα και μεγέθη κρανίου_ ήταν το πρώτο, και πάντα διάσημο, Cadre de Talairach που φτιάχτηκε το 1947, χωρίς όμως ποτέ να πάρει γι’ αυτό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Χρειάστηκαν άλλα 15 χρόνια για την οριστική τελειοποίηση της στερεοτακτικής μεθόδου, που δεν θα γίνει δυνατή παρά χάρη στις τεχνικές προόδους και κάποιες θεσμικές αλλαγές. Η στερεοτακτική εντόπιση θα γίνεται όλο και ακριβέστερη, μέσω της προβολής εικόνων κοιλιογραφίας ή αρτηριογραφίας επάνω σε διαγραμμίσεις που τοποθετούνταν στα επίπεδα του χώρου, έτσι που τελικά οι βαθιές εγκεφαλικές δομές θα καθορίζονται και θα εντοπίζονται ακριβώς στα τρία επίπεδα του χώρου, χωρίς παραμόρφωση, παρά τα φτωχά αυτά ακτινολογικά μέσα της εποχής.

      Το 1950, ο David ανέλαβε τη διεύθυνση της νευροχειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου Sainte Anne, ακολουθούμενος από ολόκληρη την ομάδα του. Το 1957 εκδόθηκε υπό τη διεύθυνση του Talairach το έργο Atlas d’anatomie stéréotaxique και, το 1967, το Atlas d’anatomie stéréotaxique du télencé-phale. Ακολούθησε το Co-planar Stereotaxic Atlas of the Human Brain (1988) και, τέλος, το Referentially Oriented Cerebral MRI Anatomy (1993). Έπρεπε, φυσικά, να κατασκευαστεί αυτή η καινούργια στερεοτακτική ανατομία του εγκεφάλου, πριν χρησιμοποιηθεί για ερευνητικούς σκοπούς ή σε επεμβάσεις στις βαθιές εγκεφαλικές δομές. Οι μελέτες αυτές επιτρέπουν πλέον στον Jean Talairach και τους συνεργάτες του (Pierre Tournoux, Gabor Szikla και Jean Bancaud) να προχωρήσουν σε μια άνευ προηγουμένου εργασία εγκεφαλικής χαρτογράφησης που αποτελεί πάντα αυθεντία σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς τα δεδομένα της ενσωματώθηκαν προοδευτικά σε υπολογιστικά προγράμματα που επιτρέπουν στους νευροχειρουργούς να «πλοηγηθούν» μέσα στον εγκέφαλο, γνωρίζοντας σε κάθε στιγμή και σε πραγματικό χρόνο, σε ποιο σημείο βρίσκεται η αιχμή των εργαλείων τους.

      Από το 1952 και μετά, στην ομάδα της Sainte Anne άρχισαν να προστίθενται σταδιακά κι άλλοι γιατροί, γάλλοι και ξένοι, όπως ο Ούγγρος Gabor Szikla (1928–1983), φυγάς της εξέγερσης της Βουδαπέστης, και ο Jean Bancaud, νευροφυσιολόγος ειδικευμένος στην ηλεκτροεγκεφαλογραφία. Μαζί τους, ο Talairach θα ξεκινήσει μια από τις πιο σημαντικές φάσεις των εργασιών του: την στερεοτακτική διερεύνηση της επιληψίας ή στερεοεγκεφαλογραφία (SEEG), που επέτρεψε την in situ, χάρη σε εμφυτευμένα ηλεκτρόδια, εντόπιση των επιληπτογόνων περιοχών με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και την, σύμφωνα με την εντόπιση αυτή, χειρουργική τους αφαίρεση.

      Το 1958, δέκα κρεβάτια της νευροχειρουργικής κλινικής της Sainte Anne και ένα ειδικό χειρουργείο διατέθηκαν αποκλειστικά για τη διερεύνηση και τη στερεοτακτική εγκεφαλική χειρουργική, αποτελώντας μια αυτόνομη κλινική, της οποίας τη διεύθυνση αναλαμβάνει ο Talairach, όντας ο πρώτος γιατρός των ψυχιατρικών νοσοκομείων – και πιθανότατα ο τελευταίος– που υπήρξε διευθυντής μιας νευροχειρουργικής κλινικής. Την ίδια αυτή χρονιά, οι J. Talairach, M. David και P. Tournoux δημοσιεύουν το «L’exploration chirurgicale stéréotaxique du lobe temporal dans l’épilepsie temporale. Repérage anato-mique stéréotaxique et technique chirurgicale» και το 1965, το «La stéréoencéphalographie dans l’épilepsie. Informations neurophysio-logiques apportées par l’investigation fonctionnelle stéréotaxiques» (J. Bancaud, J. Talairach, A. Bonis, C. Schaub, G. Szikla, P. Morel και M. Bordas-Ferrer).

      Το 1970, στην κλινική της Sainte Anne, οργανώθηκε η ερευνητική μονάδα 97 του INSERM, με τίτλο Exploration fonctionnelle stéréotaxique et thérapeutique chirurgicale des épilepsies [Λειτουργική στερεοταξική διερεύνηση και χειρουργική θεραπευτική των επιληψιών] και διευθυντή τον Talairach, που είχε γίνει υφηγητής το 1966· θα ονομαστεί καθηγητής το 1975.

      Μέσω αυτής της καινούργιας θεραπευτικής τεχνικής, της navigation interventionnelle [επεμβατικής πλοήγησης], οι χαρτογραφήσεις του Talairach καθοδηγούσαν και θα συνεχίσουν για καιρό να καθοδηγούν τους νευροχειρουργούς του 21ου αιώνα, είτε πρόκειται για την αντιμετώπιση της επιληψίας, των ακούσιων κινήσεων, ορισμένων νευροεκφυλιστικών παθήσεων είτε για την αντιμετώπιση εγκεφαλικών όγκων.

      Η καταδίκη και η εν συνεχεία εγκατάλειψη της ψυχοχειρουργικής, ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση των σχιζοφρενικών ψυχώσεων από τη δεκαετία του 1970, έκανε τους οπαδούς της λεγόμενης βιολογικής ψυχιατρικής να χάσουν κάθε ενδιαφέρον για την στερεοτακτική διερεύνηση της εγκεφαλικής νευροφυσιολογίας, την οποία γνωρίζουν, στην πραγματικότητα, πολύ άσχημα αν και την είχε περιγράψει ένας ψυχίατρος. Ωστόσο, η στερεοτακτική νευροχειρουργική εφαρμόζεται στις λειτουργικές νευροχειρουργικές επεμβάσεις ή τους ερεθισμούς που γίνονται σήμερα για την αντιμετώπιση της νόσου του Parkinson ή στη χειρουργική του πόνου.

      Ο θάνατος του Jean Talairach συνέπεσε με τη δημοσίευση ενός έργου για την ιστορία της σχολής της Sainte Anne που είχε ο ίδιος επιμεληθεί υπό τον τίτλο Souvenirs des études stéréotaxiques du cerveau humain, Editions John Libbey Eurotext, Paris [Αναμνήσεις από τη στερεοταξική μελέτη του ανθρώπινου εγκεφάλου]. Αυτό που λέγεται συνήθως ιατρός ανθρωπιστής, ταπεινόφρων μέχρις επάρσεως, αυτό ήταν ο Jean Talairach που παρέμεινε ευρύτατα αγνοημένος από τους συγχρόνους του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χρησιμοποιήθηκαν: η νεκρολογία του Jean-Yves Nau, Monde, 21/03/2007 και το άρθρο του Jean Garrabé: Jean Talairach (1911–2007), L’Evolution Psychiatrique 2008, 73, 1, 160-164.

 

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.