Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Καράβατος
Καθηγητής Ψυχιατρικής και Διευθυντής της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής στο ΑΠΘ

σύναψις 01 [2005]

Άνγχος: το νόημα του όρου ως πρόβλημα ψυχοπαθολογίας

«Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν»
Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

«στριφογυρίζουμε και μένουμε / στο δωμάτιο / με την άγνοια /ή την υποψία να υγραίνει τις παλάμες / και πάντα χωρίς έξοδο»
Πρόδρομος Μάρκογλου, Έγκλειστοι

1. Μια άφατη θυμική κατάσταση είναι το άγχος. Μοιάζει με φόβο για κάτι ακαθόριστο που επίκαιται χωρίς να έρχεται ποτέ. Ένα σινιάλο, δηλαδή, που διεγείρει τη ψυχική δραστηριότητα, με τίμημα κάποιες νευροφυτικές εκδηλώσεις που αυτές περιγράφονται εύκολα και οι οποίες παρέρχονται καθώς το άγχος παίζει τον οργανωτικό του ρόλο στον ψυχισμό μας. Κάποτε όμως, το άγχος γίνεται παθολογικό και τότε η κλινική εκδήλωση της συγκίνησης που βιώνεται στο σώμα, που εκδηλώνει το σώμα με πλήθος συμπτωμάτων, όπως ωχρότητα, ναυτία, τάση λιποθυμίας, ζάλη, ίλιγγο, εφίδρωση, ξηρότητα του στόματος, δύσπνοια ή ταχύπνοια, ταχυκαρδία, προκάρδιο άλγος, πολυουρία, διάρροια, κολικούς, κι άλλα ακόμα που αρχίζουν απότομα ή με κάποια πρόδρομη αύρα, ακινητοποιούν αμήχανα ή διεγείρουν ασύντακτα το υποκείμενο που άγχεται. Και όλα αυτά καθώς αναδύεται το δυσκολοπερίγραπτο υποκειμενικό βίωμα ενός επικείμενου κινδύνου, ακόμα και θανάτου, που είναι ασαφής και απροσπέλαστος, υποδηλώνοντας όμως έτσι την υποκρυπτόμενη ψυχική οδύνη.

Όχι τυχαία, λοιπόν, ο James Harris, γράφοντας για το άγχος στο Archives of General Psychiatry, μας παραπέμπει στη βιογραφία του Edvard Munch, του ζωγράφου της Κραυγής, του πίνακα που τον εμπνεύστηκε στα 1893 σε ηλικία 30 ετών: Ο ήλιος έδυε, διηγείται ο Munch, κι ο ουρανός ήταν κατακόκκινος, όταν στάθηκε κοιτάζοντας εξουθενωμένος τα φλεγόμενα σύννεφα που κρέμονταν πάνω από τη μουντή πόλη, ενώ οι φίλοι του απομακρύνονταν· έμεινε εκεί ριγώντας από τρόμο, κι ένιωσε μια φοβερή, μακρόσυρτη κραυγή να ξεσκίζει τη φύση. Την εποχή εκείνη περιέγραφε τον εαυτό του ως «αγοραφοβικό» και «συγκινησιακά ασταθή», ενώ προς το τέλος της ζωή του θα πει: «Η αρρώστια, η παραφροσύνη και ο θάνατος στάθηκαν ζοφεροί άγγελοι-φύλακες πάνω από την κούνια μου και με ακολούθησαν σ’ όλη μου τη ζωή».

Ας θυμηθούμε τον πίνακα.2 Κυριαρχεί το κόκκινο κι ακολουθεί το βαθύ μπλε, σχεδόν μαύρο. Σχηματική η φιγούρα, ζωγραφισμένη με τις ίδιες καμπύλες γραμμές που αποδίδουν τον ουρανό και το φιόρδ στο βάθος, σε αντίθεση με τις ευθείες που χαράσσουν τον τόπο όπου φαίνεται να στέκει. Κεφάλι δυσανάλογα μεγάλο, πλαισιωμένο από δυο τεράστια καμπυλωτά χέρια. Μάτια ολοστρόγγυλα, όπως και το στόμα που κραυγάζει, σα να δείχνουν την απειλή και την έκπληξη, το υποκειμενικό βίωμα που δεν το μοιράζεται με κανένα, καθώς οι δυο άλλες φιγούρες του πίνακα βρίσκονται μακριά στο βάθος. Ένα χρόνο πριν, ευρισκόμενος στη Νίκαια σημείωνε στο ημερολόγιό του (22/1/1892): «περπατούσα στο δρόμο …] ένιωθα κουρασμένος και άρρωστος Ι…Ι. Ο ήλιος βρισκόταν στη Δύση και ο ουρανός ήταν κατακόκκινος, σαν αίμα. Αισθάνθηκα σαν να διαπερνούσε τη φύση μια κραυγή. Πίστεψα ότι άκουγα μια κραυγή. Χρωμάτισα τα σύννεφα σαν αληθινό αίμα. Τα χρώματα κραύγαζαν».3 Λιγότερο γνωστός είναι ο πίνακάς του που φέρει τον τίτλο «άγχος», φτιαγμένος το 1894, με τον ίδιο πύρινο ουρανό και τρεις φιγούρες με μεγάλα φοβισμένα μάτια, να προβάλλουν μέσα από το κατάμαυρο φόντο που κυριαρχεί στον πίνακα.

2. Η λογοτεχνία, γεμάτη κι αυτή από ανάλογες «εικόνες». Όπως στο διήγημα Le Horla (1887) του Guy de Maupassant που σύχναζε στα μαθήματα του Charcot την ίδια εποχή με τον Freud, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον υπνωτισμό, λίγο πριν τον χτυπήσει η προϊούσα γενική παράλυση και εγκλειστεί σε κλινική: «Νιώθω συνέχεια να με απειλεί ένας κίνδυνος, ένα κακό που έρχεται ή ο θάνατος που πλησιάζει, κάτι σαν προαίσθημα ενός άγνωστου ακόμα κακού που φυτρώνει στο αίμα και τη σάρκα. […] Η κατάστασή μου είναι, πράγματι, παράξενη. Όσο πλησιάζει το βράδυ με πλημμυρίζει μια ακατανόητη ανησυχία σαν να κρύβει η νύχτα κάποια τρομερή απειλή. Τρώω γρήγορα, μετά δοκιμάζω να διαβάσω μα δε καταλαβαίνω λέξη, μόλις που ξεχωρίζω τα γράμματα. Βηματίζω, λοιπόν, πέρα δώθε μέσα στο σαλόνι καθώς με πιέζει μια θολή έγνοια που δεν μπορώ να της αντισταθώ, η έγνοια του ύπνου, η έγνοια της κλίνης. […] Θα κοιμόμουν κάπου δυο-τρεις ώρες, ύστερα …ένα όνειρο –όχι- ένας εφιάλτης με πλακώνει. Το νιώθω καλά πως είμαι ξαπλωμένος και κοιμάμαι… το αισθάνομαι και το καταλαβαίνω… καταλαβαίνω ακόμα πως κάποιος με πλησιάζει, με κοιτάζει, με ψηλαφάει, ανεβαίνει στο κρεβάτι μου, γονατίζει στο στήθος μου, με πιάνει απ’ το λαιμό και σφίγγει… σφίγγει… μ’ όλη του τη δύναμη για να με πνίξει. Μένω ακινητοποιημένος απ’ αυτή τη φοβερή ανικανότητα που μας παραλύει στα όνειρα. Θέλω να φωνάξω –δεν μπορώ, θέλω να κουνηθώ δεν μπορώ, προσπαθώ απεγνωσμένα να στρίψω, να αποτινάξω αυτό το ον που με συνθλίβει και με πνίγει δεν το μπορώ! Και ξαφνικά, ξυπνώ, ξετρελαμένος, πλημμυρισμένος στον ιδρώτα. Ανάβω ένα κερί. Είμαι μόνος».4 Όλα είναι εδώ, η άφατη ανησυχία, ο απροσδιόριστος κίνδυνος, τα νευροφυτικά συμπτώματα, η μοναξιά, η τρέλα, ακόμα κι ο θάνατος.

3. Πανάρχαιη και πανανθρώπινη η εμπειρία των συμπτωμάτων του άγχους. Το ίδιο και οι περιγραφές τους που προϋπήρξαν της σχετικής λέξης. Θα τις βρούμε στον πάπυρο Kahoun (1900 π.Χ.), όπως και στην Ιλιάδα, π.χ. «ορθαί δε τρίχες έσταν», (οι τρίχες του σηκώθηκαν ολόρθες), «εν δε τε οι κραδίη μεγάλα στέρνοισι πατάσσει κήρας οίομένω», (από μέσα η καρδιά του χτυπάει δυνατά στο στήθος, καθώς φαντάζεται το θάνατο). Η λέξη άγχος υπάρχει, όπως θα δούμε παρακάτω, στο ομηρικό λεξιλόγιο αλλά δεν ονομάζει ακόμα αυτό που θα σημάνει πολύ αργότερα. Αντίθετα, η λέξη φόβος πήρε γρήγορα τη σημερινή του σημασία: στους Πέρσες, ο Αισχύλος βάζει τη βασίλισσα Άτοσσα να λέει: «φόβω δ’ άφθογγος εστάθην», (άλαλη από τον φόβο είχα απομείνει)8. Ας σημειωθεί εδώ, ότι η λέξη φόβος αρχικά σήμαινε απλώς τη φυγή (εγένετο ιαχή τε φόβος τε, «άρχισαν να φωνάζουν και να το βάζουν στα πόδια»), ενώ τη σημερινή έννοια του φόβου απέδιδε η λέξη δέος ή δείος (χλωροί υπαί δείους, πράσινοι από το φόβο).10 Αργότερα, ο λεξικογράφος Αμμώνιος (390 μ.Χ.) θα σημειώσει: «δέος και φόβος διαφέρει· δέος μεν γαρ εστί πολυχρόνιος κακού υπόνοια, φόβος δε η παραυτίκα πτόησις». Η διάκριση αφορά σε χρόνιο και στιγμιαίο φόβο και φαίνεται να παραπέμπει στον πλατωνικό διάλογο του Σωκράτη με τον Πρωταγόρα, τον Ιππία και τον Πρόδικο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος «προοιμίου» στην μεταγενέστερη διάκριση μεταξύ άγχους και φόβου, στην οποία θα σταθούμε ιδιαίτερα πιο κάτω: «Αυτό που είτε φόβο είτε δέος το ονομάζετε, εγώ “προσδοκίαν τινά λέγω κακού τούτο”. Ο Πρωταγόρας και ο Ιππίας συμφώνησαν ότι αυτό είναι το δέος και ο φόβος, ο Πρόδικος δέχτηκε ότι δέος είναι, όχι όμως φόβος».12

4. Έλκοντας την καταγωγή της από το ινδοευρωπαϊκό angh (που σημαίνει σφίγγω, συμπιέζω, πνίγω13), η λέξη άγχος και τα παράγωγά της δεν έλλειπαν, όπως προείπαμε, από το ομηρικό λεξιλόγιο. Στην Ιλιάδα, το ρήμα άγχω βρίσκεται να σημαίνει σφίγγω το λαιμό, πνίγω: «άγχε δε μιν πολύκεστος ιμάς απαλήν υπό δειρήν», (το πολυέντητο λουρί (της περικεφαλαίας) τον έπνιγε κάτω από τον απαλό λαιμό].14 Στα Ιπποκρατικά Κείμενα, επίσης: «αλγιδόνι μεγάλη είχετο και τας χείρας προσέφερε ως αγχόμενος», (πνιγόμενος)15 Στον Δημοσθένη, ακόμα, σήμαινε «φράζω το στόμα»: «τουτ’ αποστρέφει, εμφράττει το στόμα, άγχει, σιωπάν ποιεί».16 Ανατρέχοντας στο Λεξικό του Σουίδα (δεκαπέντε αιώνες μετά), θα δούμε ότι εξακολουθούν να επικρατούν ανάλογες σημασίες: ο άγχων είναι ο περισφίγγων, ο θλίβων,17 ενώ γύρω στα μισά του 19ου αιώνα, το μεν Ελληνο-Γαλλικό Λεξικό του Σκαρλάτου Βυζάντιου (1856) χαρακτηρίζει το άγχος «λέξιν πρωτότυπον» που σημαίνει (και πάλι) τον πνιγμό,18 το δε Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης19 του Άνθιμου Γαζή (1839) έχει προσθέσει, κοντά στην ερμηνεία πνίξιμον για τη λέξη άγχος, και τη σημασία του στεναχωρώ για το ρήμα άγχω, πέραν του πνίγω, σφίγγω. Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση στο Λεξικό των Lindell & Scott20 ότι το ρήμα άγχω «δεν απαντά παρά τοις τραγικοίς», ενώ χρησιμοποιείται από τον Αριστοφάνη με τη σημασία του πνίγω: «ήγχον νύκτωρ», (τους έπνιγαν νύχτα)21 ή απαγχονίζω: «χρήματα πλείστ’ απέδειξα εν τω κοινώ, τους μεν στρεβλών, τους δ’ άγχων, τους δε μεταιτών», (έφερα πολλά λεφτά στο δημόσιο ταμείο, άλλους βασανίζοντας, άλλους κρεμώντας, από άλλους ζητώντας).22

5. Θα βρούμε τη συνέχεια στα λατινικά, στις δύο σειρές παραγώγων λέξεων που αρχίζουν από τα ρήματα ango και anxio και τα ουσιαστικά angustia και anxietas.23 Στα Tusculanes του στωικού Κικέρωνα, ο φόβος (metus) διακρίνεται σε δύο είδη, το πρόσκαιρο angor (πιεστική κατάσταση) και την μονιμότερη anxietas (ανησυχία).24 Έτσι προέκυψαν το γερμανικό Angst, το αγγλικό anguish και το γαλλικό angoisse. Στην ιστορία αυτών των λέξεων βλέπει κανείς το πέρασμα -με τη λειτουργία της μεταφοράς- από μια έννοια που εξέφραζε κατά τον Μεσαίωνα τη σωματική κακουχία του πνιγμού σε κάποια κατάσταση μη ορατού και αναγνωρίσιμου γεγονότος, ανάλογου της κεφαλαλγίας, της γαστραλγίας ή του προκάρδιου άλγους που θα οδηγήσει, από την Αναγέννηση και μετά, στην σύγχρονη ψυχική και συγκινησιακή έννοια.25 Στην πορεία αυτή το αγγλικό anguish δεν θα έχει τύχη, καθώς θα επικρατήσει η λέξη anxiety, ενώ το γαλλικό angoisse θα γίνει angoisse που θα παραμείνει δίπλα στη λέξη anxiété.26 Όλες αυτές οι λέξεις θα αρχίσουν να αποκτούν την ιατρική τους σημασία από τα μέσα του 18ου αιώνα. Η διαδικασία αυτή κράτησε κάτι παραπάνω από εκατό χρόνια και συνοδεύτηκε, στα μέσα του 19ου αιώνα, από τη επέκταση της χρήσης τους στον χώρο της ψυχολογίας, κάτι που είχε διαφανεί, εν σπέρματι, δύο αιώνες πριν.27 Τα συμπτώματα του άγχους αρχίζουν να αναφέρονται σε ιατρικά εγχειρίδια ως υποκειμενικές, «ψυχολογικές», εμπειρίες (π.χ. φόβοι, συγκινήσεις, κ.λπ.) και αντικειμενικά σωματικά συμπτώματα (κοιλιακά άλγη, ναυτία, ίλιγγος, αίσθημα καρδιακών παλμών, κεφαλαλγία, κ.λπ.), ο συνδυασμός των οποίων μιμείται καρδιακά, γαστρεντερικά ή νευρολογικά νοσήματα.28

6. Όλων αυτών είχε προηγηθεί η εκλαΐκευση της έννοιας του άγχους από τα χρόνια της Αναγέννησης (Έρασμος, Ραμπελαί), μέχρι τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 17ου αιώνα (Φάουστ-Γκαίτε, Άμλετ-Σαίξπηρ, Δον Ζουάν-Μολιέρος).29 Η φιλοσοφία ακολούθησε από κοντά, κυρίως με το έργο του Δανού υπαρξιακού φιλοσόφου Søren Kierkegaard (1813-1855) and το ιδιαίτερα γνωστό βιβλίο του Η έννοια της αγωνίας (Begrebet Angest, στο πρωτότυπο) που εκδόθηκε το 1844 ως «απλή ψυχολογική μελέτη με αναφορά στο δογματικό πρόβλημα του προπατορικού αμαρτήματος απ’ τον Vigilius Haufniensis» (ένα από τα πολλά ψευδώνυμα με τα οποία συνήθως δημοσίευε).30 Θα καταφύγω στη θαυμάσια μελέτη του Henri Ey για το άγχος και μέσω αυτής στο μνημειώδες, όπως το χαρακτηρίζει, έργο της J. Boutonier (1945), όπου συμπυκνώνονται οι βασικές αντιλήψεις του Kierkegaard για το άγχος: «Εάν ο άνθρωπος ήταν άγγελος ή ζώο δεν θα γνώριζε το άγχος. Όντας μια σύνθεση είναι ικανός γι αυτό». Αφετηρία του είναι το δόγμα του προπατορικού αμαρτήματος: η απαγόρευση στον Αδάμ είναι δημιουργός του άγχους, καθώς ξύπνησε μέσα του τη δυνατότητα της ελευθερίας, αφού η επιλογή του δεν ήταν πια προκαθορισμένη. Έκτοτε, «αυτό που μας αγχώνει είναι η πραγματικότητα της ελευθερίας ως δυνατότητας» επειδή, η δια μέσου του πνεύματος σύνθεση σώματος και ψυχής δεν τελειώνει ποτέ και αναθεωρείται πάντοτε επειδή, τελικά, μεταξύ αγγέλου και ζώου, «το πνεύμα επιλέγει και πραγματοποιεί τον άνθρωπο μέσω ελεύθερης εκλογής». Για την Boutonier, η εμπειρία του άγχους αποκαλύπτει την αμφιβολία, το διφορούμενο των πραγμάτων. Εξ ου και η σωματοψυχική κακουχία. Όχι βέβαια πάντα, διότι η αμφιβολία μπορεί και να μη διαρκεί ή να μας αφήνει αδιάφορους. Έρχονται όμως στιγμές που βυθιζόμαστε για τα καλά μέσα της. Ο αγχώδης θα αιχμαλωτιστεί τότε από την ποικιλία των δυνατών απαντήσεων κι από την αδυναμία του να επιλέξει, να αποσπαστεί από τους μονότονους τρόπους σκέψης που τον ξαναφέρνουν στο σημείο από όπου είχε ξεκινήσει. Ο Η. Ey θα σταθεί ιδιαιτέρως στο βίωμα μυστηρίου και καταστροφικότητας, αγωνιώδους και αμήχανης αναμονής ενός αόριστου κινδύνου που σκοτίζει τη συνείδηση, αποδιοργανώνει την πράξη αλλά και τροφοδοτεί την επιθυμία διαφυγής όσο και την απογοήτευση. Όλα αυτά επικρέμανται, πρόκειται να γίνουν αλλά μπορεί και να έχουν ήδη αρχίσει, να έχουν κιόλας αναγγελθεί, μοιραία προσδιοριστεί. «Πατήρ του άγχους είναι το μέλλον αλλά τροφός του το παρελθόν», υποσημειώνει ο Η. Ey.31

7. O Heidegger και ο Sartre, αναζητώντας την οντολογία του Είναι (Είναι και Χρόνος, 1927, Τι είναι η Μεταφυσική, 1929, Το Είναι και το Μηδέν, 1943), μετέφεραν την υπαρξιακή κατάσταση του άγχους σε γήινα επίπεδα. Για τον πρώτο, η ύπαρξή μας είναι δεσμευμένη μέσα στο χρόνο και η κατάκτηση της ελευθερίας έχει όριο το θάνατο. Μια τέτοια αυτοσυνειδησία είναι συντριβή, καταδίκη. Το άγχος αποκαλύπτει το συνυφασμένο με την ύπαρξη «μηδέν» του ανθρώπου. Για τον δεύτερο, ο κάθε άνθρωπος δημιουργεί την υποκειμενικότητά του, την αυτοσυνειδησία του. Απόλυτα ελεύθερος, απόλυτα υπεύθυνος, δεν είναι ωστόσο ελεύθερος να αποφύγει την ελευθερία του. Είναι «καταδικασμένος» να είναι ελεύθερος. Έτσι, αυτοκαθοριζόμενος, καταθέτει ως τίμημα το άγχος του. Οδυνηρό το προνόμιο, το φυσιολογικό άγχος. Φυσιολογικό, διότι, όταν ο Sartre ταύτιζε τη νεύρωση (προνομιακό πεδίο διαχείρισης του άγχους) με την ελευθερία, ο Henri Ey υπενθύμιζε την παρατήρηση της Boutonier ότι «ο άνθρωπος άγχεται επειδή είναι ελεύθερος, χωρίς όμως να άγχεται κατά τη διάρκεια της ελεύθερης δράσης του».32 Η διάκριση φυσιολογικού / παθολογικού άγχους δεν είναι διαφορά στην ένταση ή τη διάρκεια, ούτε βέβαια είναι απόλυτη. Βασίζεται ουσιαστικά στην προσαρμοστική λειτουργία που επιτυγχάνει το φυσιολογικό άγχος –γι αυτό είναι αναγκαίο και λυτρωτικό- κάτι που χάνεται στο παθολογικό άγχος.33 Άλλωστε, οι συγκινήσεις είναι αντίστοιχες και ανάλογες των περιστάσεων, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με το παθολογικό άγχος μπροστά σε ένα φοβογόνο αντικείμενο ή με την απουσία άγχους σε μια τραγική κατάσταση.

8. Τα συμπτώματα του άγχους περιγράφονταν εξ αρχής εντός της μελαγχολίας. Σαφέστερα και κατά κύριο λόγο στην περιγραφή της από τον Αβικέννα που κατέγραφε τον «αναίτιο φόβο» μαζί με τις σωματικές του εκδηλώσεις, ενώ η πρώτη διακριτή ταυτοποίηση καταστάσεων άγχους από άλλες ψυχιατρικές διαταραχές θα προκύψει περί τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά θα δηλωθεί με άλλο όνομα: «οξύς φόβος» από τον Griesinger, «συγκινησιακό παραλήρημα» από τον Morel.34 Η πρώτη ειδική αγχώδης διαταραχή θα διαμορφωθεί το 1871 από τον Carl Westphal με την περιγραφή της αγοραφοβίας. Η νέα αυτή νοσολογική οντότητα χαρακτηριζόταν από την παρουσία άγχους (Angst) και φόβου (Furcht) που δεν διαχωρίζονταν και δεν ήταν άλλη από την διαταραχή που είχε περιγράψει ο Benedikt ένα χρόνο πριν, με το γερμανικό όνομα platzschwindel (πλατεία ζάλη), θεωρώντας την ως νευρολογική διαταραχή της συνεργασίας των οφθαλμικών μυών που προκαλούσε ίλιγγο. Ο Westphal απέρριψε τον ίλιγγο ως σύμπτωμα και εξελλήνισε το όνομα της νόσου αποκαλώντας την agoraphobia.35

9. Ο όρος νευρασθένεια δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ. Οφείλεται στον αμερικανό επαρχιακό γιατρό Ε. Van Deusen, αλλά η διάδοσή του πιστώνεται στον, έκτοτε διάσημο, Νεοϋορκέζο γιατρό Georges Beard που, την ίδια χρονιά, το 1869, και ανεξάρτητα από τον πρώτο, είχε χρησιμοποιήσει την ίδια ονομασία για να προσδιορίσει την κυριαρχούμενη από το άγχος Αμερικανική Νόσο του μοντερνισμού, νόσο οφειλόμενη στο ταχύ βηματισμό της αστικής ζωής. Αρχικά, αφορούσε μόνο την ανώτερη τάξη που έθετε σε υπερλειτουργία τον εγκέφαλο, αργότερα -κυρίως στην Ευρώπη- και τις κατώτερες τάξεις ή τους έγχρωμους, στο πλαίσιο της θεωρίας του εκφυλισμού.36 Η νέα νόσος ήλκε την καταγωγή της από τις παλιές θεωρίες (του 18ου αιώνα) περί σθενικών και ασθενικών νοσημάτων του John Brown και την English Malady του Georges Cheyne («διάδοχός» της είναι το σύγχρονο Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης της νευρασθένειας, που είχε δημιουργήσει ο Beard).37 Η νευρασθένεια έτυχε θερμής υποδοχής στην Ευρώπη, αλλά ο Freud θα της αποσπάσει το 1895 την αγχώδη νεύρωση, όπου κυριαρχούν: η γενική ευερεθιστότητα, η αγχώδης αναμονή, η κρίση άγχους, οι νυχτερινές αφυπνίσεις με τρόμο και σωματικά συμπτώματα, όπως αίσθημα παλμών, δύσπνοια, εφίδρωση, διάρροια, ζάλη, κ.λπ.38 Μέσα από αυτές τις διαδικασίες, η έννοια του άγχους θα κατακτήσει τη ψυχοπαθολογία τώρα πλέον μέσα από τη διαδικασία που διαφόριζε με νέο τρόπο τις νευρώσεις.39 Ο όρος «νευροψυχώσεις» της γερμανικής ψυχιατρικής χρησίμευσε εξ αρχής σε αυτή τη διαδικασία, όπως στα άρθρα του Freud «Οι νευροψυχώσεις άμυνας» (1894) and «Νέες απόψεις για τις νευροψυχώσεις άμυνας» (1896) το ίδιο και ο όρος «ψυχονευρώσεις» που εμφανίστηκε την ίδια αυτή χρονιά, σε νέο άρθρο του στη Revue Neurologique, γραμμένο γαλλικά, με τίτλο «Η κληρονομικότητα και η αιτιολογία των νευρώσεων».40 Η πρώτη παθογενετική φροϋδική ταξινόμηση βασίστηκε στη διάκριση μεταξύ ψυχονευρώσεων άμυνας (υστερία, καταναγκασμοί, ψευδαισθητική σύγχυση) και ενεστωσών νευρώσεων (νευρασθένεια, αγχώδης νεύρωση) τις οποίες ο Freud είχε παρουσιάσει το 1898. Οι πρώτες οικοδομούνται επί τη βάσει ασυνείδητων συγκρούσεων της παιδικής ηλικίας, στις δεύτερες, το άγχος δεν σχετίζεται με την ιστορία του υποκειμένου και δεν υποκρύπτει συμβολισμούς. Οι φοβίες, σε ένα πρώτο στάδιο, συνδέθηκαν με τους καταναγκασμούς, σε ένα δεύτερο, με την αγχώδη νεύρωση και σε ένα τρίτο, με την υστερία. Στη πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, θα καθιερωθεί μια δεύτερη φροϋδική παθογενετική ταξινόμηση που περιελάμβανε τις «ενεστώσες νευρώσεις» (νευρασθένεια, αγχώδη νεύρωση, υποχονδρία) και τις «ψυχονευρώσεις άμυνας»: α) μεταβιβαστικές (υστερία, φοβία ή αγχώδης υστερία, καταναγκαστική νεύρωση), β) ναρκισσιστικές. Το 1924, οι «μεταβιβαστικές ψυχονευρώσεις άμυνας» θα είναι απλώς οι νευρώσεις, οι δε «ναρκισσιστικές ψυχονευρώσεις άμυνας» θα είναι πλέον οι ψυχώσεις (με τη διάκριση της μανιοκαταθλιπτικής ψύχωσης που θα συνεχίσει να ορίζεται ως ναρκισσιστική νεύρωση). Είναι προφανές ότι η χρήση του όρου άγχος θα γενικευθεί, κυρίως μέσα από τη διάδοση της φροϋδικής ψυχοπαθολογίας, για να κυριαρχήσει στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, με τη συμβολή και της φαινομενολογίας και του υπαρξισμού.

10. Η αρχική φροϋδική ερμηνεία (1895) θεωρούσε το άγχος, επί τη βάσει της οικονομικής θεωρίας, ως αποτέλεσμα μη ικανοποίησης (εκφόρτισης) της σεξουαλικής τάσης, υποδεικνύοντας, κατά τον Widlocher, τη «φυσική προέλευσή του».41 Με την ανάλυση του μικρού Hans (1909), υπό το φως της θεωρίας του 1895, αλλά καινοτομώντας, ο Freud θα τονίσει ότι «το άγχος γεννάται από την απωθημένη libido».42 Θα ακολουθήσει η Εισαγωγή στη Ψυχανάλυση (1917), όπου εισάγεται η έννοια του άγχους ως προετοιμασία μπροστά σε ένα πραγματικό κίνδυνο.43 Με το Αναστολή, Σύμπτωμα και Άγχος (1926) η αρχική σύνδεση του άγχους με την απώθηση ως προϊόν της αντιστρέφεται. Γράφει ο Freud για την περίπτωση του μικρού Hans: «το άγχος της φοβίας των ζώων είναι το άγχος του ευνουχισμού, ατροποποίητο, κατά συνέπεια άγχος ενώπιον ενός πραγματικού κινδύνου.44 Εδώ, είναι το άγχος που παράγει την απώθηση και όχι, όπως το είχα σκεφτεί παλιότερα, η απώθηση που παράγει το άγχος». Θα παραμείνει όμως και η έννοια του σινιάλου του άγχους που, κινητοποιώντας την αρχή αρέσκεια/απαρέσκεια, οδηγεί στην απώθηση. Η απόπειρα του Εγώ να διαφύγει τον κίνδυνο δημιουργεί το σύμπτωμα, καθώς παραμένει ένα ίχνος ελεύθερου άγχους που πρέπει να καθηλωθεί.45 Τα θέματα αυτά θα επανέλθουν στο Νέες Διαλέξεις Εισαγωγής στην Ψυχανάλυση: το άγχος κατοικοεδρεύει στο Εγώ, αλλά οι «τρεις κύριες μορφές του» (πραγματικό, νευρωτικό, ηθικό) εύκολα αναφέρονται στις τρεις σχέσεις εξάρτησης του Εγώ: τον εξωτερικό κόσμο, το Αυτό και το Υπερεγώ. Έτσι, το άγχος παίρνει το χαρακτήρα σινιάλου για μια επικίνδυνη κατάσταση, την απώλεια ενός αντικειμένου (της ενδομητρίου ζωής, της μητέρας, του πέους, κ.λπ.).46 Στην ανάγνωση του Lacan, το άγχος δεν σηματοδοτεί απλώς μια έλλειψη, αλλά τη δυσκολία να συμβολοποιηθεί αυτή η έλλειψη. Κατέχομαι από άγχος όταν ελλείπει το έλλειμμα, όταν στερούμαι του «ερείσματος που δίνει την έλλειψη». Για παράδειγμα, δεν είναι η νοσταλγία του μητρικού στήθους που παράγει το άγχος, αλλά το ότι αυτό μπορεί να είναι επικείμενο. «Αυτό που προκαλεί άγχος είναι κάθε τι που μας αναγγέλλει, μας επιτρέπει να διαβλέψουμε, την επιστροφή στην αγκαλιά. Δεν είναι, αντίθετα προς ό,τι λέγεται, ο ρυθμός, η εναλλαγή της παρουσίας-απουσίας της μητέρας (…). Η δυνατότητα της απουσίας, αυτό είναι που εξασφαλίζει την παρουσία. Το πλέον αγχώδες στο παιδί είναι ακριβώς όταν διαταράσσεται η σχέση πάνω στην οποία συγκροτείται, η έλλειψη που την κάνει επιθυμία, κι αυτή είναι πιο διαταραγμένη όταν δεν υπάρχει δυνατότητα έλλειψης, όταν η μητέρα του βρίσκεται συνεχώς πάνω από το κεφάλι του, ειδικότερα να το καθαρίζει συνεχώς, όταν δεν μπορεί να αποτύχει στο αίτημά του».47

11. Στο φροϋδικό μοντέλο, η όλη συμπτωματολογία των νευρώσεων προκύπτει από τον τρόπο διαχείρισης –με τους γνωστούς ψυχικούς αμυντικούς μηχανισμούς- του άγχους, το οποίο πλανάται «ελεύθερο» στην αγχώδη νεύρωση ή εκλύεται όταν ο φοβικός βρίσκεται αντιμέτωπος με το φοβογόνο αντικείμενό του (άπειρες οι φοβίες, όσες και αυτά), ή όταν ο ψυχαναγκαστικός εμποδίζεται στις τελετουργίες του και ο υστερικός εγκαταλείπει την μακάρια αδιαφορία του (belle indifférence), διεκδικώντας το «βλέμμα» του άλλου. Από κοντά και το (προ-οιδιπόδειο) ψυχωτικό άγχος –τόσο διαφορετικό του νευρωτικού, καθώς μη άμεσα «ψηλαφητό»- που προκύπτει μέσα στην οδύνη της απειλητικής απώλειας του εαυτού και του κόσμου που «μετασχηματίζονται» παραληρητικά και ψευδαισθητικά. Διαφορετικό, αλλά κατά τον Giudicelli,48 όχι τόσο που να επιβάλλεται η απόλυτη διχοτόμηση μεταξύ τους. Την ενότητά τους αποκαλύπτει η διαπίστωση ότι υπάρχουν δομικά επίπεδα στην οργάνωση του ανθρώπινου άγχους και της αγωνίας, από το φυσιολογικό και το νευρωτικό άγχος, ίσαμε το ψυχωτικό, με ενδιάμεσο αυτό της αποπροσωποποίησης. Όλοι αυτοί οι όροι και οι έννοιες θα αρχίσουν να «περιορίζονται», από τη δεκαετία του ’70 και μετά, ως παρακολούθημα της οπισθοχώρησης των μεγάλων ψυχοπαθολογικών θεωρητικοποιήσεων προς όφελος μιας περισσότερο περιγραφικής, συνδρομικής καταγραφής των συμπτωμάτων, με αποκορύφωμα το DSM-III και τις συνέπειές του.

12. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο είδαν το φως και πολλαπλασιάστηκαν οι ψυχοφαρμακολογικές έρευνες που βασίστηκαν στην ανάπτυξη μοντέλων για το «άγχος» στα ζώα. Θα παραθέσω εδώ δύο από αυτά49 και θα επανέλθω πιο κάτω (βλ παρ. 16): το πρώτο βασίζεται στον «συγκρουσιακό-εξαρτηματοποιημένο φόβο»: Στο τυπικό, κλασικό πείραμα, όπου η τροφή χορηγείται με τη γνωστή πίεση ενός μοχλού, προστίθεται η αρνητική ενίσχυση με την εφαρμογή ενός ήπιου ηλεκτρικού ερεθίσματος και την εν συνεχεία εγκατάσταση σχετικής εξάρτησης με ένα φωτεινό σινιάλο, οπότε δεν αργεί να μειωθούν οι πιέσεις στον μοχλό που δίνει τροφή, ενώ αυτή η «αγχογόνος κατάσταση» περιορίζεται από τις βενζοδιαζεπίνες ή αυξάνεται από κάποιον ανταγωνιστή της. Το δεύτερο μοντέλο βασίζεται στη λεγόμενη «κατάσταση ανοικτού πεδίου»: το ζώο τοποθετείται σε ένα νέο, ευρύ, ανοιχτό πεδίο, διαιρεμένο σε αρκετά τμήματα στα οποία το ζώο κινείται ελεύθερα. Έχει παρατηρηθεί ότι τα «αγχώδη» ζώα παραμένουν για περισσότερο χρόνο στα περιφερικά τμήματα παρά στα κεντρικά και παρουσιάζουν αυξημένη δραστηριότητα καθαριότητας αλλά και αυξημένες κενώσεις. Οι βενζοδιαζεπίνες περιορίζουν αυτά τα μεγέθη. Στην περίπτωση της δοκιμασίας σε ένα πεδίο με δύο τμήματα, το ζώο κινείται μεταξύ ενός φωτιζόμενου και ενός σκοτεινού χώρου, οπότε το «αγχώδες» ζώο παραμένει στη σκοτεινή, κυρίως, πλευρά, ενώ αυξάνει η παραμονή του στον φωτιζόμενο χώρο υπό την επίδραση μιας βενζοδιαζεπίνης.

13. Είναι γνωστή από παλιά η «πειραματική νεύρωση» που μπορεί να εγκατασταθεί σε ένα ζώο μέσω εξαρτημένων αντανακλαστικών, όταν π.χ. το εξαρτημένο ερέθισμα παρουσιάζεται με διαδοχικές ελαφρές τροποποιήσεις που καταλήγουν σε ποιοτική του αλλοίωση (ένας κύκλος που σταδιακά γίνεται έλλειψη). Όμως, δύσκολα μπορούμε να αναφερθούμε στο άγχος όταν πρόκειται για ζώα. Διότι, άσχετα από το γεγονός ότι το ανθρώπινο άγχος χρησιμοποιεί τους κοινούς με τα ζώα νευροφυσιολογικούς δρόμους για να εκφραστεί -ακολουθώντας, φυσικά, τις φυλογενετικές και οντογενετικές ηθολογικές παραμέτρους του φόβου που επιτρέπουν την ανάδυσή του- δεν παύει να υπάρχει η μέγιστη διαφορά που προκύπτει από την εμφάνιση της γλώσσας στον άνθρωπο και τις συμβολοποιήσεις που αυτή επιβάλλει: «Όταν, πριν από 100000 χρόνια, ο κύριος Νεάντερταλ θεατρικοποίησε το θάνατο, επινοώντας το πρώτο ταφικό μνημείο, εξεδήλωσε μέσω αυτού του σεναρίου μια σκηνοθεσία που του επέτρεπε να ελέγξει το άγχος του θανάτου και την απελπισία της απώλειας. Τα ζώα αντιλαμβάνονται τον θανόντα και τούτο μπορεί να τα προειδοποιεί (alerter). Οι άνθρωποι αναπαριστούν τον θάνατο κι αυτή η αναπαράσταση μπορεί να τους τροποποιεί (altérer). Όταν όμως αρχίζουν και μιλούν μπορούν να δημιουργούν σημεία με οτιδήποτε: ξαπλώνουν λοιπόν πάνω σε ένα κρεβάτι γεμάτο λουλούδια τον αγαπημένο που, αν και πράγματι χάθηκε, παραμένει ακόμα ζωντανός μέσα στο συναίσθημά τους, και τον περιπεριτριγυρίζουν με χαλίκια. Κι απ’ τη στιγμή που τέθηκαν αυτά τα χαλίκια για να σημάνουν αυτό είναι ένα μνήμα, έγιναν μεμιάς χαλίκια σημαντικά».50

14. Σημαντική, για άλλο λόγο, και η παρατήρηση του Kierkegaard για τη σχέση άγχους και φόβου, μια παρατήρηση που θα γνωρίσει έκτοτε λαμπρή καριέρα: «Σχεδόν ποτέ δε θα ιδής την έννοια αγωνία ν’ απασχολή την Ψυχολογία, πρέπει γι αυτό να σημειώσω πόσο είναι ολοκληρωτικά διαφορετική από τον φόβο κι από άλλες παρόμοιες έννοιες που αναφέρονται σε κάτι συγκεκριμένο».51 Η διαφοροποίηση άγχους και φόβου, που «γεννιέται» εδώ, διαδόθηκε περαιτέρω με τον κλασικό ορισμό του Jaspers: «ο φόβος κατευθύνεται προς κάποιο αντικείμενο, το άγχος είναι χωρίς αντικείμενο».52 Κι ο Kierkegaard παρατηρούσε ότι «η ομιλούμενη γλώσσα το λέει με σαφήνεια: ανησυχώ για το τίποτε».53 Ο φόβος κινητοποιεί αντιδράσεις άμυνας έναντι ενός παρόντος αντικειμένου, στο άγχος έχουμε αναμονή ενός διάχυτου, μοιραίου, αναπόφευκτου και ακαθόριστου κινδύνου. Αναλυτικότερος ο Heidegger: «Κατά βάθος το άγχος διαφέρει από τον φόβο. (…) Το άγχος, βέβαια, είναι πάντοτε «άγχος ενώπιον…», αλλά όχι ακριβώς ενώπιον αυτού ή του άλλου. Το άγχος «ενώπιον…» είναι πάντα άγχος «για…», όχι όμως ακριβώς γι’ αυτό ή το άλλο. Εντούτοις, η απροσδιοριστία αυτού, ενώπιον του οποίου και για το οποίο γεμίζουμε άγχος, δεν είναι απλή έλλειψη προσδιορισμού είναι η ουσιώδης αδυναμία να λάβουν έναν οποιονδήποτε προσδιορισμό.54 Ο Pichot διαπιστώνει την «παραδοξότητα» να καθιερώνεται αυτή η διάκριση στα δανέζικα και στα γερμανικά, σε δυο γλώσσες δηλαδή που οι λέξεις τους Angst και Angest, αντίστοιχα, σημαίνουν και άγχος και φόβο, αν και διαθέτουν ξεχωριστές λέξεις για το φόβο, Furcht και Frygt.55 Ωστόσο, ο Schneider σημειώνει ότι δεν απομακρυνόμαστε πάντοτε από τον τρέχοντα λόγο κι αυτός γνωρίζει ένα άγχος κάποιου πράγματος56 (π.χ. το λεγόμενο από μαθητές και φοιτητές «άγχος των εξετάσεων»).

15. Στην ψυχαναλυτική θεωρία η διάκριση άγχους/φόβου δεν γίνεται με όρους παρουσίας/απουσίας ενός πραγματικού κινδύνου, σημειώνει ο Widlocher και παραθέτει από τον Freud (από το Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, 1917): «στο φόβο η προσοχή φέρεται στο αντικείμενο, στο άγχος αναφέρεται σε μια κατάσταση κάνοντας αφαίρεση του αντικειμένου».57 Στο «Παράρτημα» του φροϋδικού έργου Αναστολή, Σύμπτωμα και Άγχος (1926) σημειώνεται: «το άγχος συνδέεται αναμφίβολα με την αναμονή είναι άγχος κάποιου πράγματος· ενδογενή της χαρακτηριστικά είναι η απροσδιοριστία και η απουσία αντικειμένου στην ορθή χρήση του λόγου το όνομά του αλλάζει όταν βρει ένα αντικείμενο, αντικαθιστώμενο από τη λέξη φόβος».58 Ο Lacan θα σταθεί πρώτα στην κατά λέξη φροϋδική «διατύπωση» ότι το άγχος είναι κατ’ ουσίαν «άγχος μπροστά σε κάτι (vor etwas)», έστω απροσδιόριστο, κι ύστερα θα προσθέσει πως το γεγονός ότι κι ένας τρόμος μπορεί να προκύψει από άγνωστο κίνδυνο, δεν τον φέρνει κατ’ ανάγκη προς την πλευρά του άγχους. Θα το δείξει παραστατικά, καταφεύγοντας στη λογοτεχνία, σε ένα δυσεύρετο διήγημα του Τσέχωφ (Τρόμος): μια μυστηριώδης φλόγα γίνεται αντιληπτή στο πάνω μέρος ενός καμπαναριού οπότε, αδυνατώντας να εξηγήσει το φαινόμενο, θα καταληφθεί από κάτι που δεν είναι άγχος, διότι για να έχουμε άγχος, πέραν της απροσδιοριστίας του κινδύνου, πρέπει αυτός να αφορά στο υποκείμενο, σε ό,τι πιο ενδόμυχο έχει, να είναι ένας εσωτερικός κίνδυνος, αλλιώς θα πρόκειται για φόβο.59

16. Σχετικά με το ίδιο θέμα ο Pichot παρατηρούσε προ 20ετίας: Πολλές πειραματικές δοκιμασίες που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των αγχολυτικών φαρμάκων δεν θέτουν καθορισμένο όριο μεταξύ άγχους και φόβου. Για αυτό θεωρούσε πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα continuum όπου περνάμε βαθμιαίως «από το διάχυτο άγχος [φόβο χωρίς αντικείμενο] στο καθηλωμένο άγχος (ιδιαίτερα φοβικό, δηλαδή φόβο για μια κατάσταση αντικειμενικά μη επικίνδυνη), για να καταλήξουμε έτσι στον κυρίως φόβο».60 Η σύγχρονη μαθησιακή θεωρία υποστηρίζει ότι αυτό που κυρίως έχει σημασία είναι το κατά πόσο η συμπεριφορά στοχεύει στην απομάκρυνση του ζώου από- ή στη διευκόλυνση της εισόδου του σε μία επικίνδυνη κατάσταση: στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για φόβο, στη δεύτερη για άγχος. Σύμφωνα όμως με την «ηθοφαρμακολογική» προσέγγιση των Blanchard, οι αμυντικές συμπεριφορές φόβου και άγχους σχετίζονται με διαφορετικά είδη απειλητικών ερεθισμάτων: παρουσία του θύτη (π.χ. γάτας για τους επίμυες) ή καταστάσεις και άλλα ερεθίσματα που σχετίζονται με το θύτη (π.χ. οσμή γάτας), αντιστοίχως. Χρησιμοποιώντας δοκιμασίες που μετρούν τις συμπεριφορές επίμυων στις δύο διαφορετικές αυτές περιπτώσεις, οι Blanchard έδειξαν ότι οι συμπεριφορές άγχους, αλλά όχι οι συμπεριφορές φόβου, επηρεάζονται από τα αγχολυτικά φάρμακα.61,62 Ανάγκη, όμως, να επανέλθω στη διαφορά που επιβάλλει η γλώσσα: όπως παρατηρεί ο LeDoux, «χωρίς τη γλώσσα δεν θα ήταν δυνατή η διαφορά ανάμεσα στο φόβο, το άγχος, τον τρόμο, την ανησυχία».63

17. Ενδιαφέρουσες απόψεις για το φόβο και το άγχος έχουν διατυπωθεί και από τη μεριά των ιστορικών. Γίνεται συνήθως αποδεκτό ότι η παρακμή των μαγικών αντιλήψεων κατά τον 18ο αιώνα συνταιριάζει με την άνοδο της επιστήμης και την ορθολογική σκέψη, γεγονός που μείωσε ανάλογα και τον φόβο κατά τους δύο τελευταίους αιώνες. Λανθασμένη αισιοδοξία υποστηρίζει η Joanna Bourke.64 Οι αόρατοι βλαβεροι μικροοργανισμοί ήταν εξ’ ίσου «δραστικοί», λέει, με τα κακά πνεύματα του παρελθόντος. Όσο για τη διάκριση του φόβου από το άγχος, που συχνά βασίστηκε στη διάκριση λογικού-παράλογου, τη θεωρεί μάλλον καταχρηστική, μια και δεν υπάρχει ακριβής διάκριση μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Και δίνει το παράδειγμα: συχνά η λογική διεγείρει το φόβο π.χ. το φόβο της πυρηνικής καταστροφής, αλλά και ο φόβος εμπνέει λογική, π.χ. τις διαμαρτυρίες κατά του πολέμου. Και συνεχίζει, αυτό που είναι φόβος για ένα άτομο μπορεί να είναι άγχος για έναν άλλο, αυτό που είναι άμεση και αντικειμενική απειλή για μια ομάδα μπορεί απλώς να είναι αναμενόμενη και υποκειμενική απειλή για μια άλλη ομάδα· στον φόβο τα άτομα έχουν συνείδηση ότι είναι σε θέση να εξουδετερώσουν ή να απομακρυνθούν από ένα επικίνδυνο αντικείμενο, στο άγχος όχι. Ταυτόχρονα όμως, το άγχος μπορεί να γίνει φόβος, π.χ. με τη διαδικασία της κατονομασίας ενός εχθρού, ακόμα κι αν πρόκειται για αποδιοπομπαίο τράγο. Κοινωνιολογικό το πρόβλημα που σχετίζεται με θέματα εξουσίας και ισχύος μέσα στις ανθρώπινες κοινότητες.

18. Όντως, το άγχος καέχει κεντρική θέση και στις σύγχρονες κοινωνιολογικές συζητήσεις: έχει υποστηριχθεί ότι τα άγχη στη μεταμοντέρνα σκηνή είναι τόσο έντονα ώστε ο δυτικός πολιτισμός να φαντάζει πλημμυρισμένος από πανικό, μια έκφραση του άγχους όπως θα δούμε πιο κάτω. Υποστηρίζεται ακόμα πως πέραν της ποσοτικής υπάρχει και ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο τώρα και τα περασμένα χρόνια. «Απόδειξη» δύο ομότιτλα βιβλία (The Age of Anxiety) που τα χωρίζει μισός αιώνας: του W. H. Auden το πρώτο (έκδοση του 1948) καταγράφει την υπαρξιακή κρίση της γενιάς ενός Παγκόσμιου Πολέμου, των Sarah Dunant και Roy Porter το δεύτερο (έκδοση του 1996), όπου αναγνωρίζεται ότι στην τρέχουσα «εποχή του άγχους» η πλειοψηφία στο δυτικό κόσμο δεν έχει άμεση εμπειρία των δεινών του πολέμου. Παρουσιάζοντας το θέμα αυτό, ο Iain Wilkinson65 θα σταθεί περισσότερο στη διαπίστωση ότι η ύπαρξη δεικτών άγχους δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη άγχος για τα επιμέρους άτομα, για να εκφράσει εν τέλει τις αντιρρήσεις του ως προς την εικαζόμενη «νέας ποιότητας ανασφάλεια». Βασίζεται, βέβαια, στις γενικές παραδοχές της διάκρισης του άγχους από τον φόβο καθώς και της αποκλειστικά υποκειμενικής, του καθενός, βίωσής του. Οι κοινωνιολόγοι, λέει, που αναζητούν το πλαίσιο εντός του οποίου τα άτομα μπορούν, δυνητικώς, να εκδηλώσουν άγχος, αδυνατούν συνάμα να προσδιορίσουν τα επίπεδά του. Αυτό που καταμετρούν είναι είτε δείκτες άγχους (γεγονότα ζωής ή κοινωνικές καταστάσεις που θεωρείται πως σχετίζονται αιτιακά με το άγχος) είτε κοινωνικές αναπαραστάσεις του άγχους, πολλές από τις οποίες πιστεύεται ότι αντανακλούν ή και διαμορφώνουν τα ΜΜΕ. Δεν είναι ο καλύτερος τρόπος μελέτης του άγχους που είναι αποκλειστικά ατομικό βίωμα. Έτσι κι αλλιώς, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί δρόμοι μέσα από τους οποίους τα άτομα εκδηλώνουν συμπτώματα άγχους ή κάποιοι γίνονται ικανοί να το αντιμετωπίσουν με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία από άλλους. Εντούτοις, ο χαρακτηρισμός επανέρχεται συχνά για την εποχή μας: όπως σημειώνεται σε πρόσφατο μικρό άρθρο του Lancet, οι κοινωνιολόγοι αναφέρονται στην μετά τον 20ο αιώνα εποχή ως «εποχή του άγχους» που κατατρύχεται από τον φόβο των νέων τεχνολογιών, των κινδύνων που απειλούν την υγεία, την παγκόσμια τρομοκρατία.66 Η διάκριση άγχους και φόβου, προφανώς, δεν ισχύει εδώ.

19. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ευνοείται η υπερκατανάλωση ψυχοφαρμάκων. Έτσι, στις παλαιότερες επισημάνσεις, από το 1977, του Γάλλου ψυχοφαρμακολόγου Edouard Zarifian για την υπερκατανάλωση ψυχοφαρμάκων (αγχολυτικών και υπνωτικών ιδιαίτερα, από γυναίκες και ανέργους κυρίως), που φοβόταν επίσης την επέκταση της ψυχοφαρμακολογίας και στον τομέα της κοινωνικής επιθετικότητας,67 έρχεται σήμερα, το 2004, να προστεθεί η καταχρηστική επέκταση της χρήσης αντικαταθλιπτικών σε παιδιά και εφήβους, μέσω των γενικών γιατρών κυρίως, που αύξησε σημαντικά τα ποσοστά αυτοκτονιών ώστε να έχουν ήδη επιβληθεί σε ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία περιοριστικά μέτρα, από την αναγραφή της επικινδυνότητας στη συσκευασία μέχρι την απαγόρευση της χρήσης τους σε ανηλίκους.68 Εντελώς πρόσφατη είναι και μια ενδιαφέρουσα «περιοδολόγηση» που προβάλλει ο David Healy, αποδίδοντάς την στο εμπορικό μάρκετινγκ: μέχρι τη δεκαετία του ’80 κυριαρχούσε η θεραπεία του άγχους, στα τέλη του ’80 και τις αρχές του ’90 η θεραπεία των διαταραχών πανικού, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 οι διαταραχές του συναισθήματος και σήμερα, με αυξημένη συχνότητα, επανέρχεται η αντιμετώπιση του άγχους.69

20. «Εποχή του άγχους» αλλά και «πολιτισμός, πλημμυρισμένος από πανικό», συνηθισμένες πλέον εκφράσεις της σύγχρονης εποχής. Ο πανικός, συνώνυμο του άγχους; Ίσως…. Ναι αλλά όχι ακριβώς. Ανάγκη, λοιπόν, για μια άλλη μικρή ιστορία που θα μας οδηγήσει, κι από άλλο δρόμο, στις σύγχρονες «περιπέτειες» του νοήματος του όρου άγχος. Ανάγκη να ανατρέξουμε στη διάκριση μεταξύ αγχώδους αναμονής και κρίσης άγχους, που είχε επισημάνει ο Freud στη συμπτωματολογία της αγχώδους νευρώσεως όταν την διαχώριζε από τη νευρασθένεια, μια διάκριση που έμελλε να πάρει στις μέρες μας ιδιαίτερα ξεχωριστή θέση στη ψυχοπαθολογία του άγχους. Μέχρι το 1975, η διεθνής ταξινόμηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ICD) ακολουθούσε τη φροϋδική κλινική περιγραφή και περιέγραφε το ελεύθερο άγχος είτε ως μόνιμη κατάσταση είτε επερχόμενο κατά κρίσεις που μπορεί να φτάσει σε πανικό. Το ίδιο και η ταξινόμηση της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας του 1968 (DSM-II). Ήδη όμως, στην αξιολόγηση της σημειολογίας, το κέντρο βάρους είχε αρχίσει να μετατίθεται προς την κρίση άγχους και πανικού70 αλλά και να αναδύεται στο θεραπευτικό προσκήνιο η στόχευση του συμπτώματος με φάρμακα ή γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία που άρχιζε να «κερδίζει» στις προτιμήσεις έναντι της ψυχανάλυσης: Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπευτική πρόταση εστιάζεται στην παρούσα κατάσταση του ασθενούς, στην ανατροπή των γνώσεων και των πεποιθήσεων που διαταράσσουν το συναίσθημα και τη συμπεριφορά του και στην εκμάθηση νέων γνωσιακών στρατηγικών. Αντίθετα, η ψυχαναλυτική θεραπεία οργανώνεται περισσότερο γύρω από την ιστορία του υποκειμένου και τη σχέση που εγκαθιστά με τον θεραπευτή, στο πλαίσιο μιας εν εξελίξει ιστορίας.71

21. Σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων αποδείχτηκαν οι εργασίες (1962, 1964) του David Klein: χορηγώντας ιμιπραμίνη σε μια ετερογενή ομάδα ασθενών διαπίστωσε ότι στην υποομάδα εκείνων που έπασχαν από αγχώδη νεύρωση μαζί με αγοραφοβία, το φάρμακο ήταν αποτελεσματικό στις κρίσεις παροξυσμικού άγχους χωρίς όμως να δρα στη μονιμότερη αγχώδη κατάστασή τους.72,73 Το συμπέρασμά του ήταν ότι η διαφορά αυτή αντιστοιχούσε σε νοσογραφική διαφορά: υπήρχαν δύο ξεχωριστές οντότητες άγχους. Ονόμασε, λοιπόν, panic (πανικό) την ευαίσθητη στην ιμιπραμίνη οξεία κρίση άγχους και anxiety (άγχος) τη μονιμότερη κατάσταση άγχους. Μη έχοντας παρά μόνο τη λέξη anxiety στη διάθεσή του είχε αναζητήσει στις φροϋδικές του σπουδές την άλλη: την βρήκε «κατά λάθος», δηλαδή σε μια λανθασμένη αγγλική μετάφραση της έκφρασης «attaque d’ angoisse», που υπήρχε στο άρθρο του Freud «Obsessions et phobies. Leur mécanisme psychique et leur étiologie», δημοσιευμένο το 1895 στη Revue Neurologique, η οποία αποδόθηκε ως «panic attack» από τον μεταφραστή της έκδοσης του 1924 των Collected Papers (The Hogarth Press, London). Ας σημειωθεί ότι στην Standard Edition του Strachey (1955) υπάρχει το ορθό anxiety attack. Βέβαια, στην περιγραφή κρίσεων άγχους είχε προηγηθεί ο Westphal, όταν απομόνωνε το 1872 την αγοραφοβία και λίγο κατόπιν ο Maudsley, που πρώτος το 1879 χρησιμοποίησε σε ιατρικό κείμενο τη λέξη πανικός (melancholic panic). Ο Freud θα χρησιμοποιήσει μόνο μία φορά τον όρο Panik, (Massenpsychologie und Ich-Analyse, 1921). Ως διάγνωση, ο όρος πανικός θα εμφανιστεί στον ομοφυλοφιλικό πανικό, που εισήγαγε το 1920 ο Kempf, και βρήκε ανταπόκριση στο DSM-I (1952), εκτός του άγχους τίποτε κοινό δεν έχει με τη σημερινή διαταραχή πανικού και, μάλλον, αντιστοιχεί στη βραχεία ψυχωσική διαταραχή.74 Ως προς το περιεχόμενο της ελληνικής λέξης: πανικός είναι «ο ανήκων, ο αρμόζων εις τον Πάνα […] επί φόβου, ο εκ του Πανός προερχόμενος. […] Ήχοι ακουόμενοι διά νυκτός επί των ορέων και εντός κοιλάδων απεδίδοντο εις τον Πάνα όθεν και εθεωρείτο ως αίτιος του αιφνίδιου και αβάσιμου φόβου» (Liddell & Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσας). Και στο Λεξικό του Σουΐδα, «πανικώ δείματι, τούτο γίνεται επί των στρατοπέδων, ηνίκα αιφνίδιον οι τε ίπποι και οι άνθρωποι εκταραχθώσι, μηδεμιάς αιτίας προφανείσης…». Ο Ηρόδοτος πληροφορεί ότι στη μάχη του Μαραθώνα οι Πέρσες τράπηκαν σε φυγή τρομοκρατημένοι από τον Πάνα που έσπευσε σε βοήθεια των Ελλήνων.75

22. Δεν έμειναν χωρίς κριτική οι απόψεις του Klein, κυρίως στο θέμα της «ψυχοφαρμακολογικής διατομής» της αγχώδους νευρώσεως σε δύο ανεξάρτητες οντότητες: κοντά στην αποτελεσματικότητα της ιμιπραμίνης διαπιστωνόταν και εκείνη των βενζοδιαζεπινών, ενώ και τα αντικαταθλιπτικά ήσαν εξίσου αποτελεσματικά στο γενικευμένο άγχος.76 Η σημαντική στροφή όμως, έγινε όταν οι απόψεις του Klein υιοθετήθηκαν από την ομάδα του Spitzer που κατάστρωνε το 1975 τα λεγόμενα Ερευνητικά Διαγνωστικά Κριτήρια: η κρίση άγχους έγινε κρίση πανικού, το μόνιμο άγχος έγινε γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, προσδιορίστηκε δε και η επιπρόσθετη διαταραχή πανικού, όταν επαναλαμβανόταν ένας ορισμένος αριθμός κρίσεων (τουλάχιστον 6 προσβολές εντός 6 εβδομάδων). Οι προτάσεις αυτές ενσωματώθηκαν το 1980 στο DSM-III, με κάποιες τροποποιήσεις. Υπήρξαν και πάλι αντιρρήσεις, όπως του Tyrer που πρότεινε την επάνοδο σε ένα «γενικό νευρωτικό σύνδρομο» όπου συνυπάρχουν καταθλιπτικά και αγχώδη συμπτώματα, κυμαινόμενα στο χρόνο –πότε να υπερισχύει η μια σειρά συμπτωμάτων και πότε η άλλη– σε συνύπαρξη με ανασταλτικά ή εξαρτητικά στοιχεία της προσωπικότητας.77 Πιο σύγχρονη, του 2003, η εκ μέρους του ίδιου ερευνητή διατύπωση έντονων αντιρρήσεων για το διαχωρισμό αγχωδών και καταθλιπτικών διαταραχών.78 Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο Klein θα αναπτύξει ιδιαίτερα την θελκτική θεωρία για τη σχέση πανικού/ασφυξίας· δέκα χρόνια μετά, η θεωρία αυτή, που ανάγεται στις κλινικές παρατηρήσεις του Freud (Βλ. την υποσημ. 38), θα ενταχθεί στον γενικότερο προβληματισμό για τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς που διαθέτει ο εγκέφαλος.79

23. Το κύριο γνώρισμα της διαταραχής πανικού στο DSM-III είναι η ύπαρξη 3 ή περισσότερων κρίσεων πανικού σε διάστημα 3 εβδομάδων. Το DSM-III-R (1987) απαιτούσε 4 κρίσεις σε διάστημα 4 εβδομάδων, είτε μία ή περισσότερες κρίσεις που ακολουθούνται από τον επίμονο φόβο μήπως συμβεί άλλη κρίση. Έγιναν, επίσης, προσθαφαιρέσεις στα συμπτώματα. Πιο σημαντικό, το DSM-III-R μετέβαλλε τη διαγνωστική ιεραρχία, ώστε η διαταραχή πανικού να μπορεί να διαγνωσθεί ως πρωταρχική διαταραχή με ή χωρίς αγοραφοβία, ενώ συμπεριέλαβε την αγοραφοβία μαζί με τις κρίσεις πανικού. Με την αλλαγή αυτή δόθηκε έμφαση στην ταυτοποίηση της διαταραχής πανικού ως διακριτής οντότητας. Τα κριτήρια του DSM-IV (1994) απαιτούν υποτροπιάζουσες απροσδόκητες κρίσεις πανικού και επίμονη ανησυχία για το ενδεχόμενο νέων κρίσεων ή για τις επιπτώσεις των κρίσεων, ή σημαντική μεταβολή της συμπεριφοράς εξαιτίας των κρίσεων. Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται (με την απόρριψη του κριτηρίου που αφορά στην ύπαρξη συγκεκριμένου αριθμού κρίσεων) ότι η κρίση πανικού είναι μεν προφανώς το βασικό γεγονός για τη διάγνωση της διαταραχής πανικού, αλλά το σύνδρομο περιλαμβάνει πλήθος διαταραχών που εκτείνονται πέραν αυτού καθεαυτού του γεγονότος της κρίσης.80

24. Εδώ και καιρό διατυπώνονται αντιρρήσεις. Μπροστά στην πολυπλοκότητα της ψυχιατρικής συμπτωματολογίας και μπροστά στην αναγνώριση του γεγονότος ότι η στερεότυπη ταξινομική ακαμψία των DSM και ICD αδυνατεί να συλλάβει την πλήρη έκταση των ψυχιατρικών συμπτωμάτων, έχει προταθεί το βασιζόμενο στην έννοια του φάσματος ψυχοπαθολογικό μοντέλο ώστε να αναγνωρίζονται ακόμη και οι υποκλινικές συμπτωματολογίες που ενδεχομένως συνυπάρχουν.81 Στο θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ: τώρα πλέον, με τη χρήση ειδικού ερωτηματολογίου, προτείνεται στην κλινική και την έρευνα η αναζήτηση του φάσματος πανικού-αγοραφοβίας (panic-agoraphobic spectrum).82 Πιο πρόσφατο το εγχείρημα του Pierre Marchais83 που επιχειρεί να εμπλουτίσει τις σύγχρονες ποσοτικές προσεγγίσεις με την ποιοτική προοπτική, πρώτα μέσω της θεωρίας των συνόλων [που «επιτρέπει» τον σχηματισμό πιο ευέλικτων συνόλων, πιο συμβατών με τα ατομικά βιώματα] και της θεωρίας των υπερσυνόλων [για να ληφθούν υπ’ όψιν και άγνωστοι εισέτι παράγοντες], ακολούθως δε με τη θεωρία των κατηγοριών [που προσεγγίζει τη διαταραχή από ποικίλες λειτουργίες, σχέσεις, διασυνδέσεις και ολοκληρώσεις που ανασυνδέει]. Στο πλαίσιο αυτό οι δύο γαλλικές έννοιες της αγωνίας (angoisse) και του άγχους (anxiété) διατηρούνται, αποτελώντας δύο διακριτά στοιχεία ενός και του αυτού συνόλου. Η αγωνία συνδέεται με τις νευροφυτικές διαταραχές που εκδηλώνονται ως διαφορετικά λειτουργικά είδη, τα οποία συγκλίνουν ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους, δημιουργώντας κατηγορίες που μπορούν να εναλλάσσονται, χωρίς, εντούτοις, να αλλάζουν το σύνολο και τη φύση των διαταραχών. Το άγχος μπορεί να προκύπτει από την αγωνία, τοποθετείται όμως σε άλλο επίπεδο οργάνωσης. Οι λειτουργικές συνιστώσες μπορεί να διευθετούνται, μπορεί όμως και να εμπλουτίζονται, είτε γιατί με το άγχος επιβαρύνεται η σωματική τάση, είτε γιατί η ενδεχόμενη κατάπαυσή της μπορεί να οφείλεται στην αντικατάστασή της από αυτό. Ο εμπλουτισμός μπορεί, επίσης, να γίνεται και από συνιστώσες άγχους που δεν σχετίζονται με την προηγηθείσα αγωνία. Τα πράγματα μπορούν να γίνουν πιο σύνθετα: η αγωνία, για παράδειγμα, μπορεί να πάρει την κατεύθυνση μιας σωματοποίησης ή μιας φοβίας, ενώ το άγχος να συγκροτήσει έναν ψυχαναγκασμό. Ακόμα, μπορεί μια φοβία να εξελιχθεί σε ή να εναλλάσσεται με ψυχαναγκασμούς ή ένας ψυχαναγκασμός να γλιστρά προς μια παραληρητική ιδέα (ή και αντιστρόφως). Όλα αυτά, βέβαια, ο Marchais τα συνοδεύει με τα ανάλογα και αναγκαία τοπολογικά γραφήματα, δηλώνοντας ρητά ότι δημηγορεί κατά της ψευδομονολιθικότητας των κλασικών εικόνων και υπέρ του πολυμορφισμού ευκίνητων δυναμικών δομών, αλλά και της ανάγκης να επανεκτιμηθεί ο ρόλος του παρατηρητή και της συνάντησης αρρώστου-γιατρού.

25. Η θέση που υποστηρίζει ο Marchais μας ξαναφέρνει στις ρίζες της γαλλικής ψυχιατρικής παράδοσης, στη διαφορετική τύχη της διχοτομίας των γαλλικών anxiété/angoisse έναντι της διχοτομίας των αγγλικών anxiety/anguish. Η τελευταία δεν είχε «τύχη», όπως είδαμε, στην αγγλοσαξονική ψυχιατρική, ενώ η πρώτη συνέβαλε, τουλάχιστον μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην ψυχοπαθολογική διερεύνηση του άγχους. Ο έντονα ριζωμένος στη Γαλλία καρτεσιανός δυϊσμός πρέπει να συνέβαλε σ’ αυτήν την –με διττό τρόπο– απόδοση μιας σύν-πλοκης σωματουψυχικής κατάστασης. Διότι, με τον πρώτο όρο προσδιοριζόταν το βιωμένο στο σώμα συγκινησιακό φαινόμενο, με τον δεύτερο όρο, το με ψυχική οδύνη αίσθημα αναμονής ενός επικείμενου κινδύνου. Ανασκοπώντας το πρόβλημα ο Henri Ey 84 διαπίστωνoffset μια κοινότητα στη στάση μεταξύ του βιολογικά προσανατολισμένου Brissaud (1902) και του φαινομενολόγου Max Scheler (1927). Τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος ήταν ένθερμοι οπαδοί της απόλυτης διάκρισης, εκκινώντας φυσικά από διαφορετικές αφετηρίες. Για τον Brissaud, οι δύο όροι ήταν αναγκαίοι για να εκφράσουν αντίστοιχα «το σωματικό φαινόμενο» και «το αμιγώς ψυχικό φαινόμενο» που «παρατηρούνται και μεμονωμένα». Τοποθετούσε μάλιστα τη διαφορά στο επίπεδο των ανατομικών εντοπίσεων –η angoisse στον προμήκη, η anxiété στον φλοιό. Για τον Scheler η διαφορά μεταξύ σωματικού και ψυχικού άγχους, (μη διαθέτοντας δύο λέξεις, έγραφε Körperliche Angst και Seelische Angst) αναγόταν σε δομική ψυχολογική διαφορά. Όντας απολύτως αδιάφορος σε παντός είδους ανατομικούς προσδιορισμούς, βάσιζε την αντίληψή του στην ιεραρχημένη στρωμάτωση της συγκινησιακής ζωής: κάτω-κάτω, η προερχόμενη από τα αισθητήρια, πιο πάνω, η εκ του σώματος, τρίτο στρώμα τα ψυχικά συναισθήματα· στο επίπεδο της προσωπικότητας, η ολοκλήρωση της συναισθηματικότητας. Παρόμοιες διακρίσεις επέζησαν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και από το 1902 υποστηριζόταν επίσης ότι επρόκειτο για δύο συνώνυμα που μόνο η παράδοση διατηρούσε ακόμη εν χρήσει.85 Στη Γαλλία του 1945, η Boutonier, φαινομενολόγος κι αυτή, θα διατυπώσει την άποψη ότι καμιά διαφορά δεν υφίσταται διότι, η μεν angoisse, όσο κι αν κυρίως την «βιώνουμε» παρά τη «σκεφτόμαστε», είναι ήδη κάτι περισσότερο από μια απλή φυσική κακουχία, τη δε anxiété τόσο τη «βιώνουμε» όσο και τη «σκεφτόμαστε». Εντούτοις, μέσα από τη διάκριση αυτή ο Henri Ey θεωρούσε πως διαφαίνονταν οι πυρήνες των βασικών ψυχοπαθολογικών θεωριών για το άγχος, όπως τους περιέγραφε στο πλαίσιο της οργανοδυναμικής του θεωρητικής κατασκευής: α) η μηχανιστική θέση –το άγχος ως μηχανική εκδήλωση συγκίνησης, ως διαδικασία που περιλαμβάνει τα μεσο-διεγκεφαλικά νευρο-φυτικά κέντρα, β) η ψυχογενετική θέση –το άγχος ως ασυνείδητη ή αντιδραστική παραγωγή του ψυχικού οργάνου, γ) η οργανο-δυναμική θέση –η ελλειμματική (οργανική) συνθήκη δεν δημιουργεί το άγχος· ως αρνητική συνθήκη απελευθερώνει κατώτερα στρώματα και επιτρέπει την ανάδυση του άγχους από τα βάθη του Είναι που το εμπεριέχει ως ανθρώπινη συνθήκη.

26. Στην Ελλάδα, η πρώτη ιατρική σημασία της λέξης άγχος καταγράφεται από τον Κουμανούδη86 στα 1885, σε κείμενο του Κωνσταντινουπολίτη γιατρού Σπυρίδωνα Μαυρογένη, η δε λέξη αγχώδης στην εφημερίδα Άστυ, στις 21 Δεκεμβρίου 1893, σε κείμενο του Κ. Π. Αποστολίδη. Τις φοβοπάθειες θα περιγράψει το 1904, σε ομότιτλο σύγγραμμα, ο Ευθύμιος Βαρδακουλάς, γιατρός από τη Ναύπακτο, σπουδαγμένος στο Παρίσι από όπου μεταφέρει τις σχετικές γνώσεις, μαζί και την προσωπική του πείρα ως αγοραφοβικός που ήταν. Με τον φόβο και το άγχος καταπιάζεται και το ουσιαστικά πρώτο, αυτόνομο και πρωτότυπο, ελληνικό ψυχιατρικό σύγγραμμα, Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους (1947).87 Ήταν αποτέλεσμα της συνεργασίας τεσσάρων σημαντικών, διεθνούς κύρους, Ελλήνων ψυχιάτρων, του Σκούρα, του Χατζηδήμου, του Καλούτση και του Παπαδημητρίου, στα δύσκολα χρόνια αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι μελέτησαν τα ψυχοπαθολογικά φαινόμενα στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, υπό το φως της πιο σύγχρονης (τότε) βιβλιογραφίας.88 Έκτοτε η ελληνική σχετική παραγωγή, αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διεθνούς από όπου και αντλεί την πλέον σύγχρονη πρωτογενή γνώση, όπως είναι όλες οι σύγχρονες βιολογικές έρευνες για τον φόβο και το άγχος, ιδίως αυτές που εστιάζονται πέριξ των αμυγδαλοειδών πυρήνων,89 οι οποίοι έχουν αναχθεί σε αρκετά δημοφιλές θέμα έρευνας. Σημείο των καιρών, λέει ο Joseph LeDoux, επισημαίνοντας το γεγονός ότι οι πυρήνες αυτοί και η συμβολή τους στη συναισθηματική συμπεριφορά έχουν παρεισφρήσει ακόμη και στη λαϊκή κουλτούρα: σε παιδικό καρτούν με ήρωα τον Μπάτμαν, περιγράφονται ως «μάζα νεύρων στον εγκέφαλο με σχήμα αμυγδάλου, η οποία ελέγχει τα συναισθήματα οργής»· στην ιστορία που ακολουθεί αφαιρούνται οι αμυγδαλοειδείς πυρήνες κάποιου με σκοπό να τον κατευνάσουν, αυτός όμως μεταμορφώνεται σε πλάσμα μονίμως οργισμένο με το όνομα «Amygdala».90 Ακόμα, στο διαδίκτυο υπάρχει ιστοσελίδα όπου υπόσχονται να δείξουν στο χρήστη πώς να «αναβοσβήνει τους αμυγδαλοειδείς πυρήνες» του, εκθέτοντας τον εαυτό του σε συγκεκριμένα είδη ερεθισμάτων.

27. Σχεδόν εξήντα χρόνια μετά το βιβλίο των Σκούρα και συν., ένα άλλο ελληνικό βιβλίο μας φέρνει τούτη τη φορά στα γλωσσικά μονοπάτια του φόβου, έργο σημαντικό της Μαρίας Θεοδωροπούλου,91 που καταπιάζεται με τις «γλωσσικές εκφράσεις του φόβου» για να εγκύψει στο μείζον θέμα των σχέσεων του ψυχισμού με τη γλώσσα, μέσα από το διάλογο της γλωσσολογίας με την ψυχανάλυση στο φως των σύγχρονων νευροεπιστημών [που ανατρέπουν τον στεγανό διαχωρισμό νοητικού – συναισθηματικού], δηλαδή μέσα από την πρωτοποριακή και ανανεωτική προσέγγιση που εγκαινίασε στον τόπο μας ο πρόσφατα και πρόωρα εκλιπών καθηγητής της γλωσσολογίας στο ΑΠΘ, ο φίλος μας ο Τάσος Χριστίδης.

1 Harris J. Anxiety (Angst). Archives of General Psychiatry, 2004, 61, 15-16.

2 Το κείμενο δεν είχε ολοκληρωθεί όταν δημοσιεύτηκε η είδηση (Καθημερινή 24-8-2004) ότι η Κραυγή, ο εξπρεσιονιστικός πίνακας του Munch, «το σύμβολο της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου στη μοντέρνα εποχή», εκλάπη από το Μουσείο του Όσλο όπου …φυλασσόταν!

3 Le Monde 24-8-04.

4 Guy de Maupassant. Le Horla. Δική μου η μετάφραση, από το κείμενο που διατίθεται στην ψηφιακή βιβλιοθήκη ABU: La Bibliothèque Universelle (cnam.fr). «Horla», κατά μία εκδοχή αυτό το «εκεί έξω» (hors là).

5 Marie P. Pour une histoire de l’angoisse. Magazine Littéraire 2003, 422, 39-42.

6 Ομήρου, Ιλιάς, μτφ Ο. Κομνηνού-Κακριδή. Εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Γ-35, Ν-282-3.

7 Στη μυθολογική του θεοποίηση ο Φόβος ήταν παιδί του Άρη και της Αφροδίτης, είχε αδερφό τον Δείμο και ακολουθούσε την Έριδα.

8 Αισχύλου Πέρσαι, 206, μτφ Τ. Μπάρλας, Κ. Ταμβάκης. Εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος.

9 Ομήρου Ιλιάς, ό.π., Ο-396.

10 Στο ίδιο, Ο-4.

11 Αναφέρεται στο Δ. Δημητράκος, Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης. Ελληνική Παιδεία, Αθήνα 1964.

12 Πλάτωνος Πρωταγόρας, 358d-e, μτφ. Ε. Παπανούτσος, Β. Τατάκης. Εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος.

13 Himmelhoch J, Levine J, Gershon S. Historical overview of the relationship between anxiety disorders and affective disorders. Depression and Anxiety 2001, 14, 53-66.

14 Ομήρου Ιλιάς, Γ-371, ό.π.

15 Ιπποκράτους Επιδημίαι, Ε-86, 1, 5 [Βλ πρόγραμμα Musaios 1.0c, De morbis popularibus, (Epidemiae)].

16 Δημοσθένους Επιστολαί, ή Προοίμια 19, 208 Αναφέρεται στο Λεξικό του Δ. Δημητράκου. Βλ. επίσης πρόγραμμα Musaios 1.0c , De false Legatione, 208, 7.

17 Λεξικό Σουίδα. Θύραθεν Εκδόσεις 2003.

18 Ελληνο-Γαλλικόν και Γαλλο-Ελληνικόν Λεξικόν του Σκαρλάτου Βυζαντίου (1856).

19 Άνθιμου Γαζή. Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. Αθήναι 1839. Επανέκδοση Κύπειρος.

20 Liddell & Scott. Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. (Σημείωση: Διορθώθηκε το τυπογραφικό Lindell σε Liddell)

21 Αριστοφάνους Σφήκες, μτφ Τ. Ρούσος. Κάκτος 1039

22 Αριστοφάνους Ιππείς, 775. μτφ Τ. Ρούσος, Κάκτος 775.

23 Pichot P. The semantics of anxiety. Human Psychopharmacology and Clinical Experience 1999, 14, S22-S28.

24 Marie P., ό.π.

25 Sarbin TR. Anxiety: reification of a metaphor. Archives of General Psychiatry, 1964, 10, 630-638.

26 Pichot P. Avant propos. Στο: P. Pichot (ed), L’anxiété, Masson 1987.

27 Berrios G. Anxiety disorders: a conceptual history. Journal of Affective Disorders 1999, 56, 83-94.

28 Στο ίδιο.

29 Marie P., ό.π.

30 Kierkegaard S. Η έννοια της αγωνίας, μτφ. Γιάννη Τζαβάρα. Δωδώνη, 1971.

31 Ey H. Anxiété morbide. Études Psychiatriques. Tome II, 279-425. Desclée de Brouwer 1950.

32 Στο ίδιο.

33 Colonna L. Anxiété et schizophrénie. Στο: P. Pichot (éd), L’anxiété. Masson 1987.

34 Himmelhoch J, Levine J, Gershon S. ό.π.

35 Hinton D, Nathan M, Bird B, Park L. Panic probes and the identification of panic: a historical and cross-cultural perspective. Culture, Medicine and Psychiatry 2002, 26, 137-153.

36 Luthra A, Wessely S. Unloading the trunk: Neurasthenia, CFS and Race. Social Science and Medicine 2004, 58, 2363-69.

37 Βλ. α) Bynum B. Discarded diagnoses. The Lancet 2003, 362, 1753 και β) Gijswijt-Hofstra M. (Ed) Cultures of Neurasthenia. From Beard to the First World War. The Wellcome Series in the History of Medicine. Clio Medica No 63, Rodopi.

38 Freud S. Qu’ il est justifié de séparer de la neurasthénie un complexe symptomatique sous le nom de névrose d’angoisse (1895). Στο: Névrose, psychose et perversion. Paris PUF 1985, 15-38.

39 Καράβατος Α. Μια βιογραφία των ψυχιατρικών όρων νεύρωση, ψύχωση, ψυχονεύρωση. Εντός, Εκτός και Επί της Ψυχιατρικής, 2004, 4, 145-155.

40 Το 1902 ο Déjerine (1849-1917) και το 1911 ο Raymond (1844-1910) –διάδοχος του Charcot στη Salpêtrière– χρησιμοποίησαν επίσης τον όρο «ψυχονευρώσεις», μετά την αποτυχία του νευρολογικού μοντέλου ερμηνείας των νευρώσεων. Οι ψυχονευρώσεις θεωρήθηκαν και ως ιδιαίτερης βαρύτητας νεύρωσεις (Pierre Pichot. Un siècle de psychiatrie. Paris, Éd Roche 1983, 39).

41 Widlöcher D. Les modèles psychanalytiques de l’anxiété. Στο: P. Pichot (éd), L’anxiété. Paris, Masson 1987.

42 Freud S. Cinq Psychanalyses. Paris, PUF 1954, 108.

43 Freud S. Introduction à la psychanalyse (1917). Paris, Payot, 1982, 372.

44 Δική μου η πλαγιογράφηση. Ο Γάλλος μεταφραστής (M. Tort) σημειώνει εδώ: «Στα γερμανικά: Realangst. Ο όρος αυτός αντιπαρατίθεται σταθερά από τον Freud στο neurotische Angst ή το Triebangst και περιγράφει το άγχος μπροστά σε έναν οποιονδήποτε εξωτερικό κίνδυνο, που δεν προέρχεται δηλαδή από τις ενορμήσεις».

45 Freud S. Inhibition, symptôme et angoisse. Paris, PUF 1978, 27, η γερμανική έκδοση (Hemmung, Symptom und Angst) είναι του 1926.

46 Freud S. Nouvelles Conférences d’Introduction sur la Psychanalyse (1933). Paris, Gallimard, 1984, 116-117.

47 Lacan J. Le Séminaire X. L’Angoisse. Paris Seuil, 2004, 66-67.

48 Giudicelli S. Le concept d’angoisse. L’Évolution Psychiatrique 1983, 48, 3, 655- 673.

49 Clement Y, Chapouthier G. Biological Bases of Anxiety. Neuroscience and Biobehavioral Reviews, 1998, 22, 5, 623-633.

50 Cyrulnik B. Éthologie des troubles paniques. L’Encéphale 1996, Spécial V, 42-45.

51 Kierkegaard S. ό.π., 53.

52 Jaspers K. Allgemeine Psychopathologie (1913). Γαλλική έκδοση, Psychopathologie générale, (1928), και επανέκδοση του 2000, Paris, Claude Tchou pour la Bibliothèque des Introuvables.

53 Kierkegaard S. ό.π., 54.

54 Heidegger M. Qu’est-ce que la métaphysique? (1929). Στο: Questions I, Gallimard, Paris, 1958, 57-58.

55 Pichot P. Avant propos, ό.π.

56 Schneider K. Psychopathologie Clinique. Maloine 1976.

57 Widlöcher D. ό.π.

58 Freud S. Inhibition, symptôme et angoisse, ό.π., 94.

59 Lacan J. ό.π., 185-198.

60 Pichot P. Avant propos, ό.π.

61 Gray JA, McNaughton N. The neuropsychology of anxiety. Oxford University Press (second edition, 2003), 1-36.

62 Blanchard RJ, Griebel G, Henrie A, Blanchard DC. Differentiation of anxiolytic and panicolytic drugs by effects on rat and mouse defence test batteries. Neuroscience and Biobehavioral Reviews, 1997, 21, 6, 783-789.

63 LeDoux J. The Emotional Brain. London, Phoenix 1998, 302.

64 Bourke J. Fear and Anxiety: Writing about Emotion in Modern History. History Workshop Journal 2003, 55, 111-133.

65 Wilkinson I. Where is the Novelty in our Current «Age of Anxiety». European Journal of Social Theory 1999, 2, 4, 445-467

66 Bound F. Keywords in the history of medicine. Anxiety. The Lancet 2004, 363, 1407.

67 E. Zarifian, Le prix du bien-être, psychotropes et société, Éd Odile Jacob, Paris, 1996. Ο καθηγητής Zarifian είναι ο συντάκτης της έκθεσης για την «συνταγογράφηση και τη χρήση των ψυχοτρόπων φαρμάκων στη Γαλλία» που πραγματοποιήθηκε το 1996 κατόπιν εντολής της τότε υπουργού Simone Veil.

68 Bialek S, Sidon P. Les antidépresseurs et les jeunes. Le Monde, 17-12-2004, 22. Βλ. επίσης Antidépresseurs: danger! Le Monde. Dossiers et Documents (αρ. 337, décembre 2004, 3. Les clés de l’Info, σ. 3).

69 Healy D. Shaping the intimate: influences on the experience of everyday nerves. Social Studies of Science 2004, 34, 2, 219-245.

70 Feighner JP, Robins E, Guze SB et al. Diagnostic criteria for use in psychiatric research. Archives of General Psychiatry 1972, 26, 57-63.

71 Βλ. α) Colonna L. Anxiété. Historique du concept : de Freud au DSM IV. Neuro-Psy 1999, 14, 5, 224-229, β) Beeck AT, Clark DA. An information processing model of anxiety: automatic and strategic processes. Behavior Research and Therapy 1997, 35, 1, 49-59 και γ) Doron J, Swendsen J. Quelques réflexions sur l’anxiété et ses troubles associés: un débat entre l’approche cognitivocomportementale et psychodynamique. L’Évolution Psychiatrique 2001, 66, 7-16.

72 Klein DF, Fink M. Psychiatric reaction patterns to imipramine. American Journal of Psychiatry 1962, 11, 432-438.

73 Klein DF. Delineation of two drug-responsive anxiety syndromes. Psychopharmacology 1963, 5, 397-408.

74 Βλ. α) Pichot P. Panique : attaque et trouble. Historique du mot et des concepts. L’Encéphale 1996, Spécial V, 3-8 και β) Pichot P. The semantics of anxiety. Human Psychopharmacology and Clinical Experiments 1999, 14, S22-S28.

75 Papacostas Y, Eftychiadis A, Papakostas G, Christodoulou GN. A historical inquiry into the appropriateness of the term «panic disorder». History of Psychiatry 2003, 14/2, 195-204, όπου διερευνάται ευρύτατα το ιστορικό της λέξης κατά την αρχαιότητα και τον μεσαίωνα σε σχέση με την κατοπινή ψυχιατρική χρήση της έννοιας του πανικού.

76 Colonna L. ό.π.

77 Tyrer P. Classification of anxiety disorders: a critique of DSM-III. Journal of Affective Disorders 1986, 11, 99-104.

78 Shorter E, Tyrer P. Separation of anxiety and depressive disorders: blind alley in psychopharmacology and classification of disease. British Medical Journal 2003, 327, 158-160.

79 Βλ. α) Klein DF. Testing the suffocation false alarm theory of panic disorder. Anxiety 1994, 1, 1-7 και β) Perna G, Caldirola D, Bellodi L. Panic disorder: from respiration to the homeostatic brain. Acta Neuropsychiatrica 2004, 16, 57-67.

80 Horwath E, Weissman MM. Anxiety Disorders: Epidemiology. In: Sadock BJ, Sadock VA (ed.) Comprehensive Textbook of Psychiatry, 7th Edition. Philadelphia, Lippincott Williams & Wilkins, 2000.

81 Frank E, Cassano GB, Shear MK, Rotondo A, Dell’ Osso L, Mauri M, Maser J, Grochocinski V. The Spectrum Model: a more coherent approach to the complexity of psychiatric symptomatology. CNS Spectrums 1998, 3, 4, 23–34.

82 Cassano GB, Michelini S, Shear MK, Coli E, Maser JD, Frank E. The panic-agoraphobic spectrum: a descriptive approach to the assessment and treatment of subtle symptoms. American Journal of Psychiatry 1997, 154, Supp 6, 27-38.

83 Marchais P. L’angoisse et l’anxiété. Variations conceptuelles. Ouverture à la théorie des catégories. Annales Médico-Psychologiques 2004, 162, 3, 196-202.

84 Ey H., ό.π.

85 Pichot P. Panique : attaque et trouble…., ό.π.

86 Κουμανούδης Στ. Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών. Από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Εν Αθήναις, Τύποις Σακελλαρίου, 1900, (φωτομηχανική επανέκδοση Ερμής 1980). (Σημείωση: Το 1990 διορθώθηκε στο ορθό έτος πρώτης έκδοσης 1900)

87 Σκούρας Φ, Χατζηδήμος Α, Καλούτσης Α, Παπαδημητρίου Γ. Συμβολή στη μελέτη της ψυχοπαθολογίας της πείνας, του φόβου και του άγχους. Από το ιατρικό χρονικό της κατοχής. Αθήνα, Καραβίας 1947. Επανέκδοση υπό τον τίτλο Ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους. Οδυσσέας/Τρίαψις Λόγος Α’ 3, 1991.

88 Τζαβάρας Θ. Η ψυχιατρική και ο πόλεμος, ό.π., (προοίμιο) i-iv.

89 Hare TA, Tottenham N, Davidson MC, Glover GH, Casey BJ. Contributions of amygdala and striatal activity in emotion regulation. Biological Psychiatry 2005, 57, 624-632.

90 LeDoux J. Fear and the brain: where have we been and where are we going? Biological Psychiatry, 1998, 44, 1229-1238.

91 Βλ. την παρουσίαση του βιβλίου από τη Δήμητρα Κατή στις σελ. 90-93.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.